ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 15ης Ιουλίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε από ένα βραζιλιανό παραγωγό σιδηροπυριτίου (ενός προϊόντος χρησιμοποιούμενου στην παραγωγή χάλυβα) κατά του κανονισμοί (ΕΟΚ) 1115/91 του Συμβουλίου, για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στα πλαίσια διαδικασίας επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) ( 1 ).
2.
Ο κανονισμός αυτός επέβαλε για πρώτη φορά δασμό αντιντάμπινγκ για το σιδηροπυρίτιο που παράγει και εξάγει προς την Κοινότητα η προσφεύγουσα, το δε ύψος του δασμού ανέρχεται στο 12,2 % της καθαρής τιμής για το προϊόν ελεύθερο στα σύνορα. Όπως προκύπτει από τον τίτλο του, ο κανονισμός εκδόθηκε μετά από μια διαδικασία επανεξετάσεως των υφισταμένων μέτρων αντιντάμπινγκ.
3.
Η παρούσα διαφορά εξηγείται ως επί το πλείστον από το ιστορικό και το περιεχόμενο των προαναφερθέντων μέτρων, καθώς και από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ της λήψεως των μέτρων αυτών και της εκδόσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού.
4.
Το 1986, μετά από καταγγελία υποβληθείσα από τους παραγωγούς σιδηροπυριτίου της Κοινότητας, η Επιτροπή ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας αφορώσας την εισαγωγή αυτού του προϊόντος καταγωγής Βραζιλίας ( 2 ). Η έρευνα η οποία επακολούθησε περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, και την προσφεύγουσα. Σύμφωνα με το ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ που συμπλήρωσε η προσφεύγουσα και κατόπιν ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις της, αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι δεν είχε ασκήσει ντάμπινγκ. Για τον λόγο αυτό, ο προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ 56 ECU ανά τόνο που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2409/87 ( 3 ) δεν εφαρμόστηκε στα κατασκευαζόμενα και εξαγόμενα από την προσφεύγουσα προϊόντα ( 4 ), στα οποία δεν εφαρμόστηκε ούτε ο οριστικός δασμός του αυτού ποσού που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3650/87 ( 5 ).
5.
Κατόπιν υποβολής από 5 Βραζιλιανούς παραγωγούς, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 ( 6 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός), αιτήσεως επανεξετάσεως των δασμών οι οποίοι τους είχαν επιβληθεί, για τον λόγο ότι οι εξαγωγές τους δεν πραγματοποιούντο πλέον σε τιμές ντάμπινγκ, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία επανεξετάσεως που προβλέπεται στο προπαρατεθέν νομοθέτημα. Ωστόσο, δεν περιόρισε τη διαδικασία στους παράγωγους οι οποίοι είχαν ζητήσει την επανεξέταση, αλλά την επεξέτεινε σε όλους τους Βραζιλιάνους παραγωγούς/εξαγωγείς. Η αιτιολογία αυτού του τρόπου ενεργείας εκτίθεται στην ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 3 Μαΐου 1990 ( 7 ). Οι διάδικοι δεν συμφωνούν ως προς το εάν η αιτιολογία αυτή ικανοποιεί τις τιθέμενες στον βασικό κανονισμό προϋποθέσεις, όσον αφορά την προσφεύγουσα.
6.
Η έρευνα περιέλαβε την περίοδο μεταξύ της 1ης Σεπτεμβρίου 1989 και της 30ής Απριλίου 1990 ( 8 ). Η προσφεύγουσα συμπλήρωσε εκ νέου το ερωτηματολόγιο αντιντά-μπινγκ και επέτρεψε στην Επιτροπή να προβεί σε έλεγχο της επιχειρήσεως της ( 9 ).
7.
II επιτροπή ανακοίνωσε τους πρώτους της υπολογισμούς από τους οποίους προέκυπτε περιθώριο ντάμπινγκ 38,2 % όσον αφορά την προσφεύγουσα, η προσφεύγουσα εξέφρασε την άποιμή της, κατόπιν δε το Συμβούλιο εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Το ποσοστό του εν γένει επιβληθέντος δασμού ανερχόταν σε 39 %. Το προαναφερθέν μειωμένο ποσοστό του 12,2 % που επιβλήθηκε για τις εξαγωγές της προσφεύγουσας, αντιστοιχούσε οτο διαπιστωθέν γι' αυτήν περιθώριο ντάμπινγκ.
8.
Η προσφυγή που ασκήθηκε κατά του μέτρου αυτού βασίζεται στους ακόλουθους λόγους ακυρώσεως:
Α)
Τα κοινοτικά όργανα παρέβησαν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες περιλαμβάνοντας την προσφεύγουσα στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας επανεξετάσεως και επιβάλλοντας της δασμό αντιντάμπινγκ·
Β)
η διαπίστωση από τα κοινοτικά όργανα της υπάρξεως ντάμπινγκ βασίζεται σε στοιχεία ευρισκόμενα εκτός της περιόδου έρευνας που καθόρισε η Επιτροπή, πράγμα που συνεπάγεται την ακυρότητα της·
Γ)
η διαπίστωση από τα κοινοτικά όργανα του ντάμπινγκ προέκυψε από άδικη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 9, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού·
Δ)
η προσφεύγουσα δεν ακούστηκε όσον αφορά τα προταθέντα από την Επιτροπή μέτρα αντιντάμπινγκ, πράγμα το οποίο συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων άμυνας.
9.
II προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1115/91 με το οποίο επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ στην προσφεύγουσα·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
10.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
11.
Η Επιτροπή παρενέβη στη διαφορά προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
12.
Εάν υπάρξει ανάγκη θα προβώ σε περαιτέρω διευκρινίσεις στο πλαίσιο της κατωτέρω αναλύσεως μου. Κατά τα λοιπά, παραπέμπω στη διεξοδική ανάπτυξη της εκθέσεως ακροατηρίου.
Β — Ανάλυση
Επί του πρώτου λόγου: Τα κοινοτικά όργανα παρέβησαν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες περιλαμβάνοντας την προσφεύγουσα στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας επανεξετάσεως και επιβάλλοντας της δασμό αντιντάμπινγκ.
13.
Ι. Εν όψει της διαρθρώσεως της προσφυγής διαπιστώνεται óu ο λόγος αυτός συντίθεται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει τυπικό χαρακτήρα συγκεκριμένα, στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ δύο ειδών διαδικασίας που προβλέπονται στον βασικό κανονισμό: της διαδικασίας του άρθρου 7 σχετικά με την επιβολή νέων μέτρων αντιντάμπινγκ και της διαδικασίας του άρθρου 14 σχετικά με την επανεξέταση των υφισταμένων μέτρων. Η προσφεύγουσα θεωρεί óu δεν έπρεπε να είχε περιληφθεί στη διαδικασία του άρθρου 14, δεδομένου ότι είχε εξαιρεθεί από την εφαρμογή των επιβληθέντων το 1987 δασμών αντιντάμπινγκ και óu, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός κανονισμού (βλ. άρθρο 14, παράγραφος 1) ή ενός μέτρου (βλ. άρθρο 14, παράγραφος 3) δυναμένων να αποτελέσουν αντικείμενο επανεξετάσεως. Επισημαίνει ότι, εφόσον είχε εξαιρεθεί απ' όλα τα επιβληθέντα το 1987 μέτρα, η αρχική διαδικασία αντιντάμπινγκ είχε περατωθεί έναντι αυτής σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού. Για την επιβολή του επίδικου δασμού ήταν αναγκαίο να κινηθεί νέα διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Εφόσον αυτό δεν συνέβη, ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί σύμφωνα με το διαλαμβανόμενο στην προσφυγή αίτημα.
14.
Το δεύτερο μέρος αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της διαδικασίας η οποία κινήθηκε κατά της προσφεύγουσας. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες, κατ' αυτήν, δεν επλη-ρούντο εν προκειμένω, απορρέουν από το άρθρο 5 και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, κατά τα οποία η διαδικασία κινείται όταν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ και την προκύπτουσα από αυτό ζημία. Η προσφεύγουσα είναι της γνώμης ότι, εφόσον η επανεξέταση τελικώς κατέληξε σε νέα διαδικασία κατ' αυτής, η εν λόγω διαδικασία δεν μπορούσε να λάβει χώρα παρά μόνον στην περίπτωση που πράγματι επληρούντο οι προϋποθέσεις αυτές. Ωστόσο, δεν υφίστατο κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικό με τα προαναφερθέντα σημεία. Η προσφεύγουσα συνάγει από αυτό ότι ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
15.
Με το υπόμνημα απαντήσεως της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η ανακοίνωση ( 10 ) με την οποία αναγγελλόταν ότι θα περιλαμβανόταν στη διαδικασία επανεξετάσεως είναι παράλογη και αντιφατική και επομένως δεν είναι αιτιολογημένη κατά πρόσφορο τρόπο, παραβαίνοντας ως εκ τούτου το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως του, το Συμβούλιο θεωρεί ευλόγως ότι το επιχείρημα αυτό προεβλήθη εκπρόθεσμα δεδομένου ότι πρόκειται για νέο ισχυρισμό προβαλλόμενο με το υπόμνημα απαντήσεως, ο οποίος, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν μπορεί συνεπώς να ληφθεί πλέον υπόψη.
16.
Μετά από τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η προσφεύγουσα σχετικά με το πρώτο και το δεύτερο μέρος αυτού του λόγου ακυρώσεως, το ερώτημα εάν, όπως υποστήριξε η προσφεύγουσα, η διαδικασία περατώθηκε έναντι αυτής ήδη από της εξαιρέσεως της από τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3650/87 συζητήθηκε δια μακρών στα υπομνήματα των διαδίκων. Τα κοινοτικά όργανα είχαν την άποτρη ότι αυτό δεν ίσχυε. Κατ' αυτά, η οιαόικασία αφορούσε όλες τις βραζιλιανές εξαγωγές σιδηροπυριτίου (περιλαμβανομένων και αυτών της προσφεύγουσας) και δεν περατούται παρά με τη λήξη της ισχύος των μέτρων που θεσπίζονται με τον κανονισμό αυτό. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας είναι δυνατόν, κατ' αυτές, να λάβει χώρα επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού. Τα όργανα θεωρούν ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται προς τούτο στην προπαρατεθείσα διάταξη πληρούνται και ως προς την προσφεύγουσα, λόγω της αλλαγής των περιστάσεων από της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87.
17.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επέμεινε ιδιαιτέρως όσον αφορά τη διάκριση που γίνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού μεταξύ των εννοιών της «διαδικασίας» και της «έρευνας» και τόνισε ότι η «διαδικασία» αφορά χώρες και προϊόντα και επομένως δεν είναι δυνατόν να κινηθεί ή να περατωθεί μια διαδικασία κατά ενός παραγωγού/εξαγωγέως ατομικώς.
18.
Εν όψει αυτών, τα κοινοτικά όργανα κατέληξαν, όσον αφορά το πρώτο μέρος του ισχυρισμού, ότι είναι νόμιμη η αφορώσα την προσφεύγουσα επανεξέταση στο πλαίσιο της μη περατωθείσας διαδικασίας, χωρίς να είναι αναγκαία η έναρξη νέας διαδικασίας. Όσον αφορά το δεύτερο μέρος του ισχυρισμού, το συμπέρασμα τους ήταν το ακόλουθο: εφόσον για την επανεξέταση δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται από τα άρθρα 5 και 7, παράγραφοςΐ, του βασικού κανονισμού, αλλά αρκεί, βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού αυτού, να αποδεικνύεται μια αλλαγή των περιστάσεων, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με την έλλειψη τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων δεν ευσταθούν.
19.
Κατά την διάρκεια της προφορικής διαδικασίας η προσφεύγουσα άλλαξε σε κάποιο βαθμό την αρχική της άποψη. Πλέον, δεν είναι «πραγματικά σημαντικό» το εάν η διαδικασία περατώθηκε έναντι αυτής με την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87. Το αποφασιστικό σημείο είναι, αντιθέτως, η έναρξη νέας έρευνας της Επιτροπής έναντι της προσφεύγουσας. Όπως όμως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της συμφωνίας περί της εφαρμογής του άρθρου IV της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( 11 ) (κώδικα αντιντάμπινγκ), στο οποίο στηρίζεται ο βασικός κανονισμός, αυτό δεν θα έπρεπε να συμβεί παρά μόνον εφόσον υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την ύπαρξη ντάμπινγκ και ζημίας. Ωστόσο, η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται.
20.
II. Εν όψει αυτής της εξελίξεως της επιχειρηματολογίας, τίθεται το ερώτημα μήπως η προφορική έκθεση της προσφεύγουσας ισοδυναμεί με παραίτηση από το πρώτο μέρος του παρόντος λόγου ακυρώσεως. Στην προσφυγή, το μέρος αυτό πράγματι δικαιολογήθηκε κυρίως — και, στο υπόμνημα απαντήσεως, εξ ολοκλήρου — με την περάτωση της αρχικής διαδικασίας όσον αφορά την προσφεύγουσα, λόγω της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87 (οπότε για οποιαδήποτε ενέργεια έναντι της προσφεύγουσας θα απαιτείτο νέα διαδικασία).
21.
Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαία η διεξοδική εξέταση του ζητήματος σχετικά με την ερμηνεία της εκθέσεως της προσφεύγουσας. Εν όψει των ανταλλαγέντων επιχειρημάτων και των διατάξεων του βασικού κανονισμού, φαίνεται πράγματι ότι τα δύο μέρη του πρώτου λόγους ακυρώσεως είναι στενά συνδεδεμένα. Ειδικότερα, θα πρέπει, κατά την εξέταση του δεύτερου μέρους του παρόντος λόγου, να εξεταστεί και το αν η αρχική διαδικασία περατώθηκε όσον αφορά την προσφεύγουσα λόγω της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87. Στην περίπτωση αυτή, κάθε ενέργεια έναντι της προσφεύγουσας ήταν δυνατή μόνον εφόσον υπήρχαν τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού — αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά την προσφεύγουσα, ελλείπουν —: οπότε, λόγω της περατώσεως της αρχικής διαδικασίας, ήταν αναγκαία η έναρξη νέας διαδικασίας.
22.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω ποια τύχη επιφυλάσσει η προσφεύγουσα στα διάφορα μέρη του παρόντος λόγου ακυρώσεως. Θεωρώ ότι είναι χρησιμότερο να εξεταστούν τα αφο-ρώντα το πρώτο μέρος του λόγου ακυρώσεως επιχειρήματα στο ευρύτερο πλαίσιο του δευτέρου μέρους. Κατά τη γνώμη μου, ο τρόπος αυτός ενεργείας είναι και ο εγγύτερος προς τον επιδιωκόμενο από την προσφεύγουσα σκοπό με τις εξηγήσεις που διατύπωσε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας.
23.
III. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως υπό την ως άνω έννοια, θα διερευνήσω καταρχάς ποιες ήταν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις μιας ενέργειας έναντι της προσφεύγουσας ( 12 ) και εάν αυτές επληρούντο πράγματι ( 13 ). Εν συνεχεία θα αναλύσω τα επιχειρήματα των κοινοτικών οργάνων προκειμένου να καθοριστεί σε ποιο βαθμό άλλοι λόγοι, κυρίως λόγοι σχετιζόμενοι με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, απαιτούσαν να περιληφθεί η προσφεύγουσα στη διαδικασία επανεξετάσεως ( 14 ). Τέλος, θα εξετάσω το ζήτημα εάν η προσβολή του δικαιώματος, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, έχει ως συνέπεια την ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού ( 15 ).
24.
Θα εξετάσω καταρχάς εάν η κινηθείσα το 1986 διαδικασία περατώθηκε ως προς την προσφεύγουσα λόγω της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87.
25.
Επί του σημείου αυτού, τί μπορεί να συναχθεί από τον βασικό κανονισμό, κυρίως όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ των εννοιών της «διαδικασίας» και της «έρευνας»;
26.
Εν όψει της 14ης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού αυτού, η οποία αντιστοιχεί στην 29η αιτιολογική σκέψη του προηγηθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84, διαπιστώνεται πράγματι ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να κάνει μια διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών. Ωστόσο, δεν αναφέρεται ούτε η έννοια ούτε η σημασία της διακρίσεως αυτής, είτε σε γενικό επίπεδο είτε από την άποψη του παρόντος προβλήματος. Συνεπώς, αυτές πρέπει να καθοριστούν από τις εφαρμοστέες διατάξεις.
27.
Επομένως, θα εξετάσω καταρχάς το άρθρο 7, παράγραφος 9 το άρθρο αυτό αναφέρει πράγματι, κατά τρόπο γενικό, τη διάκριση η οποία πρέπει να γίνεται μεταξύ των προαναφερθεισών εννοιών κατά το στάδιο της διαδικασίας που ενδιαφέρει εν προκειμένω: ήτοι κατά τον χρόνο όπου τα κοινοτικά όργανα έχουν συγκροτήσει την άποψη τους αφού έχουν διέλθει από τα στάδια που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 7 του άρθρου 7. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«α)
Η έρευνα περατώνεται είτε με την ολοκλήρωση της είτε με τη λήψη οριστικού μέτρου. Ολοκληρώνεται κανονικά εντός προθεσμίας ενός έτους μετά την έναρξη της διαδικασίας.
β)
Η διαδικασία ολοκληρώνεται είτε με την περάτωση της έρευνας χωρίς την επιβολή δασμών και χωρίς την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων είτε με τη λήξη ή την κατάργηση αυτών των δασμών είτε όταν οι αναλήψεις υποχρεώσεων καθίστανται ανίσχυρες σύμφωνα με τα άρθρα 14 ή 15.»
28.
Εν όψει της διατάξεως αυτής, μπορεί να διαπιστωθεί κατά τρόπο γενικό ότι η διαδικασία και η έρευνα περατώνονται ταυτοχρόνως μόνον στην περίπτωση όπου η έρευνα περατώνεται χωρίς την επιβολή δασμών και χωρίς την αποδοχή αναλήιμεων υποχρεώσεων. Στην αντίθετη περίπτωση, ο κανόνας είναι ότι η έρευνα περατώνεται με τη λήψη αυτών των μέτρων άμυνας (κυρίως με την επιβολή οριστικών δασμών και με την περάτωση της έρευνας όταν υπάρχει αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων). Όσον αφορά τη διαδικασία, αυτή περατώνεται μόνον όταν περατώνονται τα αποτελέσματα του μέτρου αυτού. Προηγουμένως, μπορούν να λάβουν χώρα, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, άλλες έρευνες και ιδίως αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 2.
29.
Ως προς το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω, σχετικά δηλαδή με τη διαίρεση της διαδικασίας ανά επιχείρηση, φαίνεται ότι η δυνατότητα αυτή αποκλείεται από το άρθρο 7, παράγραφος 9, στοιχείο β', το οποίο ορίζει ότι: «η διαδικασία ολοκληρώνεται (...) με την περάτωση της έρευνας χωρίς την επιβολή δασμών και χωρίς την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων (...)». Ομοίως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Όταν, μετά από διαβούλευση, κανένα μέτρο άμυνας δεν αποδεικνύεται αναγκαίο και αν καμία αντίρρηση δεν έχει εκφραστεί ως προς αυτό στα πλαίσια της συμβουλευτικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, η διαδικασία περατώνεται» ( 16 ).
30.
Εν όψει των διατάξεων αυτών, μπορεί να υποτεθεί ότι η περάτωση της διαδικασίας που ακολουθεί μια έρευνα δεν μπορεί να χωρήσει παρά εφόσον καμία από τις επιχει-ρί/σεις που περιλαμβάνονται στη διαδικασία δεν υπόκειται σε δασμό ή σε αποδεκτή από την Κοινότητα ανάληψη υποχρεώσεων. Από την άποψη αυτή, η διαδικασία δεν μπορεί — τουλάχιστον όσον αφορά τη φάση που ακολουθεί την πρώτη έρευνα — να διαιρεθεί ανά επιχείρηση. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 14, κατά το οποίο «οι κανονισμοί που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικούς δασμούς» (παράγραφος 1) επανεξετάζονται στο πλαίσιο «έρευνας» (παράγραφος 2) (εκτός εάν μια τέτοια έρευνα αποδεικνύεται ανώφελη λόγω του αμελητέου χαρακτήρα της προβλεπόμενης τροποποιήσεως ή της απλότητας της πραγματικής καταστάσεως ( 17 )). Οι ενδεχόμενες ιδιομορφίες σχετικά με την κατάσταση των διαφόρων επιχειρήσεων που μπορούν να παρουσιαστούν εν όψει των αποτελεσμάτων της πρώτης έρευνας λαμβάνονται υπόψη από το άρθρο 14, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα να περιοριστεί η επανεξέταση σε ορισμένες επιχειρήσεις ή σε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων. Έτσι, στην περίπτωση ενός κανονισμού επιβάλλοντος δασμούς αντιντάμπινγ και μιας αποφάσεως αποδοχής αναλήψεων υποχρεώσεων, εκδιδομένων ταυτοχρόνως, η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής δεν αποκλείει τη δυνατότητα, για την Επιτροπή, να υποβάλει μόνο το ένα από τα μέτρα αυτά σε επανεξέταση και να καθορίσει κατά συνέπεια την έκταση της έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, εφόσον αυτό δικαιολογείται από την ιδιομορφία της καταστάσεως της εμπλεκόμενης κατηγορίας επιχειρήσεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, ακόμη και ένα ενιαίο μέτρο [για παράδειγμα ένας κανονισμός επιβάλλων (οριστικό) δασμό] μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο «μερικής» επανεξετάσεως, μπορεί δηλαδή η επανεξέταση, κατά περίπτωση, να περιοριστεί σε ορισμένους από τους εμπλεκόμενους παράγωγους ( 18 ). Ωστόσο, μια τέτοια «κατάτμηση» δεν προβλέπεται όσον αφορά τη διαδικασία. Αυτή αφορά, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού και ανάλογα με την κατάσταση όπως παρουσιάζεται εν γένει πριν από την πρώτη έρευνα ( 19 ), χώρες και προϊόντα.
31.
Εν ÓTliEL της συλλογιστικής αυτής, μπορεί να διαπιστωθεί ότι το γεγονός ότι μια πρώτη έρευνα περατώθηκε με ένα μέτρο όπως ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3650/87 δεν συνεπάγεται την περάτωση της «διαδικασίας» έναντι ουδενός από τους παραγωγούς/εξαγωγείς της οικείας χώρας. Η μία ή άλλη επιχείρηση, ή ακόμη και το σύνολο των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η διαδικασία αυτή, μπορεί, μετά την ολοκλήρωση της πρώτης έρευνας, να αποτελέσει ενδεχομένως αντικείμενο νέων ερευνών, οι οποίες, όπως και η πρώτη έρευνα, αποτελούν μέρη μιας και της ίδιας διαδικασίας.
32.
Η συλλογιστική αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω η προσφεύγουσα δεν αποτέλεσε αντικείμενο νέας διαδικασίας, αλλ' απλώς υποβλήθηκε σε νέα έρευνα. Είναι δυνατόν, κατά το παράδειγμα των ευρωπαϊκών οργάνων, να συναχθεί ότι η εισαγωγική φράση του άρθρου 7, παράγραφος 1, η οποία απαιτεί «επαρκή αποδεικτικά στοιχεία», δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω.
33.
Ωστόσο το συμπέρασμα αυτό δεν με ικανοποιεί. Συγκεκριμένα, το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε μια καθαρώς τυπική λογική και δεν αντιστοιχεί στον σκοπό της προπαρατεθείσας απαιτουμένης προϋποθέσεως.
34.
Ο σκοπός της προϋποθέσεως αυτής μπορεί να προσδιοριστεί ευχερώς. Επιδιώκεται οι εξαγωγείς τρίτων χωρών να μην έρχονται αντιμέτωποι με έρευνες αντιντά-μπινγκ χωρίς αυτές να δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους ( 20 ).
35.
Ο σκοπός αυτός είναι τοσούτω μάλλον δικαιολογημένος όταν, όπως εν προκειμένω, υπάρχει παρέκκλιση από τον κανόνα που καθορίζεται στο άρθρο 5 του κώδικα avu-ντάμπινγκ, κατά το οποίο η έρευνα με την οποία επιδιώκεται ο καθορισμός της υπάρξεως ενδεχομένων πρακτικών ντάμπινγκ κινείται κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης από τον θιγόμενο κλάδο παραγωγής.
36.
Δεν έχω πειστεί από το επιχείρημα που ανέπτυξε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο η εν λόγω προϋπόθεση αποβλέπει στην προστασία της βιομηχανίας των τρίτων χωρών, στο σύνολο της, και όχι στην προστασία ατομικών επιχειρήσεων. Η προστασία περιλαμβάνει λογικώς τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η έρευνα, της οποίας η έκταση και ο σκοπός καθορίζονται από την ίδια την Επιτροπή.
37.
Όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ «διαδικασίας» και «έρευνας», πρέπει ομοίως να τονιστεί το γεγονός ότι ο πραγματικός λόγος της προαναφερθείσας προστασίας συνδέεται προφανώς με τις συνέπειες έρευνας πραγματοποιηθείσας προκειμένου να καθοριστεί αν επιβάλλεται η λήψη μέτρου αντι-ντάμπινγκ. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί, αφενός, εξετάζοντας την κατάσταση όπως αυτή παρουσιάζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας. Η προϋπόθεση που μας απασχολεί εν προκειμένω δεν δικαιολογείται βεβαίως από τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία α'και β', του βασικού κανονισμού και οι οποίες χαρακτηρίζουν την έναρξη της διαδικασίας σε σχέση με την πρώτη έρευνα. Αυτό που δικαιολογεί την ύπαρξη της προϋποθέσεως αυτής είναι μάλλον τα στάδια της έρευνας που περιγράφονται στις επόμενες παραγράφους και κυρίως η ενδεχόμενη συνέπεια τους, δηλαδή η λήψη μέτρων άμυνας. Αφετέρου, πρέπει να γίνει αναφορά στον κώδικα αντιντάμπινγκ, ο οποίος, κατά πάγια ήδη νομολογία, αποτελεί το νομοθέτημα αναφοράς για τον έλεγχο της εγκυρότητας του βασικού κανονισμού ( 21 ) και στον οποίο, όπως παραδέχθηκε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, πρέπει επομένως κατά μείζονα λόγο να γίνεται αναφορά όταν πρόκειται να ερμηνευθεί ο κανονισμός αυτός ( 22 ). Στη σελίδα 5 του κώδικα αυτού, ο όρος «έρευνα» σημαίνει την πρώτη έρευνα του άρθρου 7, παράγραφοι 1 έως 7, του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κώδικα ορίζει ότι:
«Η έρευνα που αποβλέπει στον καθορισμό της υπάρξεως, του βαθμού και της επιπτώσεως κάθε προβαλλομένου ντάμπινγκ θα αρχίζει κανονικά κατόπιν εγγράφως υποβαλλομένης αιτήσεως υπό του θιγομένου κλάδου παραγωγής (...) ή για λογαριασμό του. Η αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως:
α)
ντάμπινγκ·
β)
ζημίας κατά την έννοια του άρθρου IV της γενικής συμφωνίας όπως ερμηνεύεται από τον παρόντα κώδικα
γ)
αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ και της προβαλλόμενης ζημίας.» ( 23 )
38.
Εάν συγκριθεί ο σκοπός της ορισθείσας κατ' αυτόν τον τρόπο επίμαχης προϋποθέσεως με το σύστημα του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τις έννοιες της «διαδικασίας» και της «έρευνας» στις διάφορες φάσεις της ενέργειας της Κοινότητας, γίνεται φανερό πού έγκειται η αδυναμία του συστήματος αυτού. Συγκεκριμένα, αυτό βασίζεται στο αξίωμα ótl ο σκοπός της σχετικής με την απόδειξη απαιτήσεως, που απορρέει από τα άρθρα 5 και 7, παράγραφος 1, υφίσταται μόνον όσον αφορά την πρώτη έρευνα που πραγματοποιείται στο πλαίσω διαδικασίας και ότι αυτό δεν ισχύει για τις έρευνες που ακολουθούν. Είναι αληθές ότι, υπό το φως του άρθρου 9 του κώδικα, φαίνεται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 14 του βασικοί) κανονισμού επανεξέταση συνιστά ουσιαστικά (αλλά όχι αναγκαστικά) ( 24 )ένα μέτρο για την ακύρωση ή την ελάφρυνση των επιβληθέντων μέτρων, αυτό δε κυρίως κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως. Για να δικαιολογηθεί μια τέτοια επανεξέταση, εξυπακούεται ότι δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με ντάμπινγκ ή με ζημία- πρέπει, αντιθέτως, να υπάρχουν στοιχεία που να μπορούν να στηρίξουν τον ισχυρισμό που οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα. Ο ορισμός αυτός του σκοπού της επανεξετάσεως επηρεάζει και την οριοθέτηση της κατηγορίας των προσώπων τα οποία αφορά η εν λόγω επανεξέταση. Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος για ακύρωση ή για ελάφρυνση των μέτρων παρά μόνο για τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν τα μέτρα αυτά.
39.
Ωστόσο, ο γενικός χαρακτήρας του προαναφερθέντος αξιώματος δεν λαμβάνει υπόψη το óu ο σκοπός και η έκταση των ερευνών που ακολουθούν την πρώτη έρευνα μπορούν να ποικίλλουν σημαντικά ανάλογα με την κατάσταση της οικείας επιχειρήσεως, όπως αυτή προκύπτει από την πρώτη έρευνα. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί τέλειο παράδειγμα του προβλήματος αυτού. Συγκεκριμένα, καίτοι, για τις πέντε επιχειρήσεις που υπέβαλαν την αίτηση επανεξετάσεως και για τις λοιπές επιχειρήσεις τις οποίες αφορά ο δασμός αντιντάμπινγπ, η διαδικασία επανεξετάσεως μπορούσε να έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του βασίμου μιας ενδεχομένης ακυρώσεως ή ελαφρύνσεως του δασμού αυτού, στην προσφεύγουσα μπορούσε μόνον να επιβληθεί (νέος) δασμός.
40.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η γνώμη μου είναι ότι μια έρευνα πραγματοποιούμενη στο πλαίσιο του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, κατά την έννοια των άρθρων 5 και 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, στο μέτρο που η έρευνα αυτή έχει (για μία ή περισσότερες επιχειρήσεις) το ίδιο περιεχόμενο με αυτό μιας πρώτης έρευνας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφοι 1 έως 7, του βασικού κανονισμού.
41.
Το συμπέρασμα αυτό ουδόλως μετριάζεται από τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή όσον αφορά τις διαδικαστικές λεπτομέρειες της αποδείξεως που προβλέπονται στο άρθρο 14.
42.
Συγκεκριμένα, τα δύο αυτά όργανα ισχυρίζονται óu για την επανεξέταση αρκεί να υπάρχουν «αποδεικτικά στοιχεία μεταβολής των συνθηκών» (βλ. παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της διατάξεως αυτής). Το επιχείρημα αυτό επιδιώκει να αποδείξει, κατ' ουσίαν, ότι στην περίπτωση επανεξετάσεως οι απαιτήσεις όσον αφορά τις ενδείξεις που δικαιολογούν μια διαδικασία εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων είναι λιγότερο αυστηρές.
43.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ανάλυση αυτή. Τα κριτήρια του άρθρου 14, που σκοπό έχουν να καθοδηγήσουν την Επιτροπή κατά τη λήψη της αποφάσεως της σχετικά με την αρχή και το περιεχόμενο της έρευνας, είναι διατυπωμένα με πολύ γενικό τρόπο, εν όψει της ποικιλίας των υφισταμένων δυνατοτήτων: αρκεί να αναφερθούν οι παράγραφοι 1 και 2 που προβλέπουν, και οι δύο, ότι η επανεξέταση λαμβάνει χώρα εάν φαίνεται ότι είναι «αναγκαία». Το αυτό ισχύει για το κριτήριο το οποίο επικαλούνται τα κοινοτικά όργανα, κατά το οποίο το ενδιαφερόμενο μέρος οφείλει να προσκομίσει προς στήριξη της αιτήσεως του «αποδεικτικά στοιχεία μεταβολής των συνθηκών, επαρκή για να δικαιολογήσουν την ανάγκη της επανεξέτασης αυτής». Η διατύπωση αυτή δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να μειώνει τις απαιτήσεις σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των προσκομιζομένων ενδείξεων σε σχέση με τις απαιτήσεις του όρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού ( 25 ). Η διατύπωση αυτή σκοπεί μάλλον να καταστήσει προφανές ότι το αντικείμενο της προσκομιστέας αποδείξεως δεν είναι κανονικά το ίδιο με αυτό της ενάρξεως της διαδικασίας, στο μέτρο που πρόκειται για ακύρωση ή για ελάφρυνση των επιβληθέντων μέτρων (και όχι για επιβολή νέων μέτρων).
44.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων κατά την έννοια των άρθρων 5 και 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού πρέπει να πληρούται εν προκειμένω εάν η επανεξέταση έχει, για την προσφεύγουσα, το ίδιο περιεχόμενο με αυτό μια πρώτης έρευνας (στο πλαίσιο της ενάρξεως μιας διαδικασίας) ( 26 ).
45.
Είναι αναμφίβολο ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας αντιστοιχεί καθ' όλα τα σημεία στην ανωτέρω τυπική περίπτωση. Κατά την έναρξη της διαδικασίας επανεξετάσεως, οι εξαγωγές της προσφεύγουσας δεν υπέκειντο σε κανένα δασμό αντιντά-μπινγκ, δεδομένου ότι, μέχρι τότε, δεν είχε διαπιστωθεί κανένα ντάμπινγκ ως προς την προσφεύγουσα. Η έρευνα που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87 αποκάλυψε, αντιθέτως, ότι η προσφεύγουσα δεν εξήγαγε σε τιμές ντάμπινγκ κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα εξαιρέθηκε ρητώς από τον δασμό αντιντάμπινγκ που καθορίστηκε με τον εν λόγω κανονισμό. Το ότι κατά τον κανονισμό αυτό οι εξαγωγές της υπέκειντο παρ' όλα αυτά σε δασμό στο μέτρο που πραγματοποιούνταν μέσω άλλων παραγωγών/εξαγωγέων ( 27 ) δεν ασκεί επιρροή. Η ρύθμιση αυτή αποκλειστικό σκοπό είχε να αποφευχθεί, με τον τρόπο αυτό, η καταστρατήγηση του μηχανισμού προστασίας. Δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από αυτό ότι ήταν δικαιολογημένος ο ισχυρισμός περί ντάμπινγκ όσον αφορά την προσφεύγουσα. Η ρύθμιση αυτή δεν έχει επίπτωση ούτε στο ότι η επίδικη έρευνα επέτρεψε την επιβολή μέτρου το οποίο στέρησε την προσφεύγουσα από τα συνδεόμενα με την εξαίρεση αυτή καθοριστικά πλεονεκτήματα ( 28 ).
46.
2. Εν όψει των διαπιστώσεων αυτών, πρέπει τώρα να εξακριβωθεί η ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων κατά την έννοια των άρθρων 5 και 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
47.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν διέθετε ενδείξεις που να αφορούν ειδικώς τη Rima και να επιτρέπουν την υπόθεση υπάρξεως ντάμπινγκ.
48.
Επομένως, πρέπει να ελεγχθούν οι γενικής φύσεως πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκε η Επιτροπή. Οι πληροφορίες αυτές απαριθμούνται στην ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 3 Μαΐου 1990 ( 29 ). Ας μου επιτραπεί η κατά λέξη παράθεση της εν λόγω περικοπής, καθ' όσον αυτή περιείχε πράγματι όλα τα χρήσιμα σχετικώς στοιχεία και, επομένως, συνιστά το κεντρικό σημείο της συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων:
«Αίτηση επανεξέτασης
Στην αίτηση επανεξέτασης που υπέβαλαν οι παραγωγοί ή/και εξαγωγείς της Βραζιλίας προβάλλεται η άποψη ότι κατά το 1989 οι εξαγωγές τους όσον αφορά το εν λόγω προϊόν δεν πραγματοποιήθηκαν σε τιμές ντάμπινγκ και ότι, με τον τρόπο αυτό, δεν προκαλείται πλέον στην κοινοτική βιομηχανία υλική ζημία που έχει σχέση με το ντάμπινγκ των βραζιλιανών προϊόντων. Συνεπώς, τα μέτρα που λήφθηκαν το 1987 θα πρέπει να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν.
Διαδικασία
Η Επιτροπή, αφού, μετά από διαβουλεύσεις, έλαβε την απόφαση ότι υφίστανται αρκετά αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την επανεξέταση, άρχισε έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2423/88 του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 1988 ( 30 ). Εξάλλου, επειδή η Επιτροπή έχει λόγους να θεωρεί ότι οι περιστάσεις τις οποίες επικαλούνται ορισμένοι βραζιλιανοί εξαγωγείς αφορούν και τους υπόλοιπους παραγωγούς/εξαγωγείς της Βραζιλίας και ότι η κατάσταση στην αγορά σιδηροπυριτίου παρουσιάζεται πλέον διαφορετική λόγω της σημαντικής μείωσης των τιμών πώλησης στην κοινοτική αγορά, που οφείλεται στην πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής διεθνώς, η διαδικασία επανεξέτασης επεκτείνεται σε όλους τους βραζιλιανούς παραγωγούς/εξαγωγείς.»
49.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, το Συμβούλιο διευκρίνισε τι εννοούσε με την παρατήρηση ότι υπήρχαν λόγοι να θεωρηθεί «ότι οι περιστάσεις τις οποίες επικαλούνται ορισμένοι βραζιλιάνοι εξαγωγείς αφορούν και τους υπόλοιπους παραγωγούς/εξαγωγείς της Βραζιλίας». Κατά το Συμβούλιο, με αυτό εννοούντο οι επιχειρήσεις που υπέκειντο σε δασμό αντι-ντάμπινγκ, αλλά δεν είχαν υποβάλει αίτηση επανεξετάσεως: οι περιστάσεις που επικαλούντο οι αιτούντες για να αποδείξουν την παύση του ντάμπινγκ ήταν δυνατόν να ισχύουν και για τις επιχειρήσεις αυτές.
50.
Συνεπώς, το μόνο σημαντικό στοιχείο το οποίο παραμένει είναι η μνημονευόμενη στην ανακοίνωση υφισταμένη αλλαγή των συνθηκών στην αγορά, ήτοι η μείωση των τιμών πωλήσεως στην κοινοτική αγορά που οφείλεται στην πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής διεθνώς.
51.
Η προσφεύγουσα επισημαίνει ευλόγως ότι το στοιχείο αυτό δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις αποδείξεως που καθορίζονται από τα άρθρα 5 και 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί η σημασία της εννοίας «ντάμπινγκ». Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 2 έως 9, του βασικού κανονισμού, η έννοια αυτή σημαίνει óu η τιμή που ισχύει για τις εξαγωγές προς την κοινοτική αγορά είναι μικρότερη από την πράγματι καταβληθείσα τιμή ή από την τιμή που αντιστοιχεί στην κατασκευασθείσα αξία, η οποία ισχύει σε μια άλλη αγορά ( 31 ) (η οποία, στην κοινοτική πρακτική, αντιστοιχεί κανονικά στην αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής, εκτός και αν πρόκειται για περιπτώσεις όπου εμπλέκονται χώρες με κρατικό εμπόριο). Συνεπώς, για να στηριχθεί ικανοποιητικώς το τεκμήριο ντάμπινγκ λόγω των τιμών που εφαρμόζει η προσφεύγουσα για τις εξαγωγές προς την κοινοτική αγορά, λαμβανομένων υπόψη των τιμών που πράγματι καταβλήθηκαν ή που αντιστοιχούν στην κατασκευασθείσα αξία, οι οποίες ισχύουν στη βραζιλιανή αγορά, θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών αγορών όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών. Η ύπαρξη πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής διεθνώς δεν συνιστά ωστόσο χρήσιμο κατά την έννοια αυτή πληροφοριακό στοιχείο, διότι αυτή δεν έχει, εκ πρώτης όψεως, συνέπειες μόνον στο επίπεδο των τιμών εντός της Κοινότητας αλλά και στις τιμές που ισχύουν σε άλλες αγορές (μεταξύ των οποίων η βραζιλιανή αγορά). Εξάλλου, η συμπεριφορά της Επιτροπής έναντι των αποδεικτικών στοιχείων που της υποβλήθηκαν από τους πέντε αιτούντες προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι δεν εξήγαγαν πλέον σε τιμές ντάμπινγκ, είναι και αυτή αντίθετη προς μια τέτοια (γενικευμένη) διαφορά μεταξύ των τιμών που ισχύουν σας δύο εν λόγω αγορές. Σύμφωνα με τις ενδείξεις της ανακοινώσεως της 3ης Μαΐου 1990, αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία ήσαν όντως επαρκή για να δικαιολογηθεί μια επανεξέταση (κατά την έννοια της αιτήσεως που υποβλήθηκε από τις πέντε επιχειρήσεις).
52.
Επομένως, φαίνεται ότι, δεδομένου ότι κανένα στοιχείο γενικής φύσεως σχετικό με τις δύο εν λόγω αγορές, ούτε — κατά μείζονα λόγο — κανένα στοιχείο που να αφορά ειδικώς την προσφεύγουσα δεν επέτρεπαν να διαπιστωθεί η άσκηση ντάμπινγκ από αυτή, οι προϋποθέσεις αποδείξεως, όπως απορρέουν από τα άρθρα 5 και 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δεν επληρούντο. Συνεπώς, ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο λόγω του μη σύννομου της διαδικασίας.
53.
3. Τα κοινοτικά όργανα επικαλέστηκαν επιπλέον — εκτός του πλαισίου των επιχειρημάτων που μόλις εξέτασα — ορισμένες περιστάσεις οι οποίες, κατά την άποψη τους, δικαιολογούν το ότι η προσφεύγουσα περιελήφθη στην έρευνα.
54.
Μπορώ, ήδη από τώρα, να αποκλείσω δύο επιχειρήματα τα οποία είναι προφανές ότι δεν είναι ικανά να δικαιολογήσουν αυτόν τον τρόπο ενεργείας.
55.
Αφενός, ελάχιστη σημασία έχει, αντίθετα από την άποψη του Συμβουλίου, ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ είναι νομοθετικά εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους και ότι εφαρμόζονται κατά τρόπο γενικό σε όλους τους επιχειρηματίες της αγοράς (βλ. άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού). Αυτή η ιδιομορφία έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την κανονική και πλήρη είσπραξη των δασμών από τους εισαγωγείς, αλλά δεν έχει καμία επίπτωση όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις περί των οποίων πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε το δικαίωμα προσφυγής των παραγωγών/εξαγωγέων τους οποίους αφορά η έρευνα ( 32 ), το οποίο τους δίνει τη δυνατότητα να ζητήσουν από τα δικαστήρια τον έλεγχο της τηρήσεως των εγγυήσεων αυτών. Αφετέρου, η επικαλούμενη από το Συμβούλιο δυνατότητα να εκτιμηθεί η ζημία εξετάζοντας συνολικά τη ζημία που καταλογίζεται σε περισσότερες επιχειρήσεις οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι άσκησαν ντάμπινγκ, χωρίς να ληφθεί υπόψη η ατομική συνεισφορά των διαφόρων πρακτικών ντάμπινγκ στην επέλευση της ζημίας ( 33 ), δεν ασκεί ούτε αυτή επιρροή στη διαδικαστική εγγύηση περί της οποίας πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
56.
Τα λουτά επιχειρήματα εγείρουν, υπό ποίκιλλες μορφές, το ερώτημα εάν έπρεπε να περιληφθεί η προσφεύγουσα στην διαδικασία επανεξετάσεως βάσει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Το Συμβούλιο επισημαίνει cm η άμυνα πατά του ντάμπινγκ, η οποία θεσπίστηκε με τον βασικό κανονισμό, εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, στις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών και όχι στους εξαγωγείς ατομικώς. Βάσει του άρθρου 14, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, για τις ανάγκες της επανεξετάσεως ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ, όλα τα χρήσιμα πραγματικά στοιχεία. Τέλος, και εδώ νομίζω ότι πρόκειται για την πεμπτουσία του συνόλου των επιχειρημάτων αυτών: το να μην περιληφθεί η προσφεύγουσα στη διαδικασία επανεξετάσεως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μεταχείριση ενέχουσα διακρίσεις.
57.
Επί του σημείου αυτού, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου περί απαγορεύσεως όλων των δυσμενών διακρίσεων εφαρμόζεται και όσον αφορά τους κανόνες αντιντάμπινγκ. Η νομολογία έδειξε ανέκαθεν ιδιαίτερη εγρήγορση στον τομέα αυτό, στο μέτρο που επρόκειτο για την ισότητα μεταχειρίσεως ( 34 ). Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 13, παράγραφος 5, περί της ίσης μεταχειρίσεως των διαφόρων χωρών που ασκούν ντάμπινγκ, αποτελεί μόνον μια ειδική έκφανση της προ-παρατεθείσας αρχής.
58.
Ωστόσο, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η εξαίρεση της προσφεύγουσας από τη διαδικασία επανεξετάσεως δεν θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής αυτής. Είναι αληθές ότι δεν είναι σύννομος ο επιλεκτικός τρόπος ενέργειας, κυρίως κατά την έναρξη της διαδικασίας, έναντι παραγωγών και εξαγωγέων οι οποίοι τελούν ουσιαστικώς στην ίδια κατάσταση όσον αφορά τις σχετικές με την ύπαρξη ντάμπινγκ και ζημίας ενδείξεις ( 35 ). Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της αιτήσεως που υποβλήθηκε από τους πέντε παραγωγού ς/εξαγωγείς και των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, η προσφεύγουσα, η οποία είχε εξαιρεθεί από τον αρχικό δασμό αντιντάμπινγκ, τελούσε σε κατάσταση ουσιωδώς διαφορετική απ' ό,τι οι άλλες προαναφερθείσες επιχειρήσεις και οι άλλοι παραγωγοί/εξαγωγείς που υπέκειντο σε δασμό. Επομένως, το να εξαιρεθεί αυτή από τη διαδικασία επανεξετάσεως δεν ήταν αντίθετο προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως ακριβώς δεν είναι αντίθετο προς την αρχή αυτή το να γίνεται, μετά το πέρας μιας έρευνας, διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων ανάλογα με την ύπαρξη και την έκταση των διαφόρων πρακτικών ντάμπινγκ (βλ. άρθρο 13, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού) ( 36 ).
59.
Επομένως, εμμένω στη διαπίστωση ότι ο εν προκειμένω βαλλόμενος τρόπος ενεργείας της Επιτροπής ήταν αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο.
60.
4. Ως προς τις έννομες συνέπειες της παραβάσεως των προϋποθέσεων αποδείξεων που απαιτούνται από τα άρθρα 5 και 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δέχθηκαν ευλόγως, κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, ότι η παράβαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα, στο πλαίσιο της ασκηθείσας προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, την ακύρωση του επίμαχου μέτρου.
61.
Εν προκειμένω, ουδόλως επηρεάζεται το αποτέλεσμα αυτό από το γεγονός ότι η προσφεύγουσα συμμετέσχε στην επίδικη έρευνα συμπληρώνοντας το ερωτηματολόγιο και ανεχομένη τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν οτις εγκαταστάσεις της ( 37 ). Η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραίτηση από την προστασία της οποίας απολαύει και η οποία περιλαμβάνει την προαναφερθείσα ακυρότητα. Δεν είναι δυνατόν να αναμένεται ευλόγως από την προσφεύγουσα, προκειμένου να διαφυλάξει τα δικαιώματα που απορρέουν από τον παρόντα λόγο ακυρώσεως, να παραιτηθεί από το να αποδείξει ήδη κατά την έρευνα ότι δεν είχε εξαγάγει σε τιμές ντάμπινγκ κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου ( 38 ). Πράγματι, θα το είχε πληρώσει αυτό ακριβά: το άρθρο 7, παράγραφος 7, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού διευκρινίζει ότι, έναντι των επιχειρήσεων που αρνούνται να συνεργαστούν, «μπορεί να συνάγονται (...) συμπεράσματα (...) βασιζόμενα στα διαθέσιμα στοιχεία». Στην πρακτική των κοινοτικών οργάνων, αυτό σημαίνει εν γένει ότι λαμβάνονται υπόι|>η τα περιθώρια ντάμπινγκ άλλων επιχειρήσεων — επιλέγοντας, μεταξύ των διαπιστωθέντων περιθωρίων, το πιο υψηλό περιθώριο ( 39 ). Στην περίπτωση αυτή, στην προσφεύγουσα θα είχε πιθανότατα επιβληθεί δασμός πολύ μεγαλύτερος του 12 % (βλ. τον γενικό δασμό του 39 % που επιβλήθηκε με τον προσβαλλόμενο κανονισμό).
62. 5.
Ως συμπέρασμα της αναλύσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός και ότι συνεπάγεται την ακυρότητα του προσβαλλόμενου κανονισμού, σύμφωνα με το αίτημα της προσφεύγουσας.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως: Η διαπίστωση από τα κοινοτικά όργανα της υπάρξεως ντάμπινγκ βασίζεται σε στοιχεία ευρισκόμενα εκτός της περιόδου έρευνας που καθόρισε η Επιτροπή (από 1 Σεπτεμβρίου 1989 έως 30 Απριλίου 1990).
63. Ι.
Αυτός ο λόγος ακυρώσεως αφορά τις διατάξεις του βασικού κανονισμού περί της αποκαλούμενης περιόδου έρευνας. Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέιμη του προπαρα-τεθέντος κανονισμού αιτιολογεί τις διατάξεις αυτές με τον ακόλουθο τρόπο:
«Ότι ενδείκνυται να αναφερθεί ρητά ότι η έρευνα για την ύπαρξη ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων πρέπει κανονικά να καλύπτει εξάμηνη τουλάχιστον περίοδο αμέσως πριν από την έναρξη της διαδικασίας και ότι ο τελικός καθορισμός πρέπει να βασίζεται στα γεγονότα που προκύπτουν για την περίοδο αυτή.»
64.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ', ορίζει, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα αιτιολογική σκέψη, ότι:
«[Η Επιτροπή οφείλει] να αρχίζει την έρευνα σε κοινοτικό επίπεδο σε συνεργασία με τα κράτη μέλη- η έρευνα αυτή αφορά ταυτόχρονα το ντάμπινγκ ή την επιδότηση και τη ζημία που προκύπτει από αυτά και διεξάγεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 8 η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ ή για επιδότηση καλύπτει τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έναρξη της διαδικασίας.» ( 40 )
65.
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, προβλέπει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Όταν από την οριστική διαπίστωση των γεγονότων προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ ή επιδότηση, κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, καθώς και ζημία απορρέουσα από αυτά και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει κοινοτική ενέργεια, επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικός δασμός από το Συμβούλιο (...)» ( 41 )
66.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο καθορισμός μιας περιόδου έρευνας ως περιόδου αναφοράς για την οριστική διαπίστωση των πρακτικών ντάμπινγκ πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να προηγηθεί της αποφάσεως του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι στη διαπίστωση αυτή στηρίζεται, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, η απόφαση του Συμβουλίου, αυτή συναρτάται αναγκαίως με τα σχετικά με την περίοδο αναφοράς στοιχεία.
67.
Εν όψει της συλλογιστικής αυτής, φαίνεται εξάλλου ότι, στο πλαίσιο μιας έρευνας, η καθοριζόμενη περίοδος έρευνας πρέπει να είναι η ÍÔLa για όλες τις επιχειρήσεις ( 42 ). Ομοίως, πρέπει επίσης να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση στοιχείων σχετικών με μια επιχείρηση, εάν τα στοιχεία αυτά αφορούν περίοδο η οποία δεν καλύπτεται από την ως άνω καθοριζομένη περίοδο έρευνας. Πρόκειται εδώ για την εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία, όπως τονίστηκε ανωτέρω, έχει εφαρμογή και στον τομέα των κανόνων αντιντά-μπινγκ ( 43 ).
68.
Η προσφεύγουσα, ισχυριζόμενη ότι ως προς αυτήν η διαπίστωση του ντάμπινγκ πραγματοποιήθηκε βάσει δεδομένων αφο-ρώντων την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής που ελήφθησαν εκτός της περιόδου έρευνας, επικαλείται την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων των σχετικών με την περίοδο έρευνας, στο μέτρο που αυτή η περίοδος εγγυάται την ίση μεταχείριση των εν λόγω επιχειρήσεων ( 44 ). Εάν αποδεικνυόταν ότι ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, θα επρόκειτο τότε για προδήλως δυσμενή μεταχείριση της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι όλα τα χρησιμοποιηθέντα δεδομένα αφορούν περίοδο προγενέστερη της περιόδου έρευνας. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου που ακολούθησε τις επικαλούμενες από την Επιτροπή εξαγωγές, η προσφεύγουσα δεν πραγματοποίησε καμία νέα εξαγωγή σιδηροπυριτίου προς την Κοινότητα. Από την άποψη αυτή, η διάκριση εις βάρος της προσφεύγουσας θα συνίστατο αφενός στη μη δικαιολογημένη απώλεια της ιδιότητα της ως επιχειρήσεως εξαιρεθείσας από τον δασμό αντιντάμπινγκ: η απουσία εξαγωγών κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας έπρεπε να είχε ως συνέπεια, για την προσφεύγουσα, τη διατήρηση του πλεονεκτήματος αυτού, όπως ακριβώς η απουσία αυτή θα έπρεπε να έχει ως συνέπεια, για μια επιχείρηση της οποίας οι εξαγωγές υπέκειντο στον δασμό αντινταμπινγκ, τη διατήρηση του δασμού αυτού ( 45 ). Η συμπεριφορά των κοινοτικών οργάνων όσον αφορά την προσφεύγουσα (εάν αποδεικνυόταν το βάσιμο του προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως) θα συνεπαγόταν, εξάλλου, ότι τα μέτρα άμυνας ως προς αυτήν θα δικαιολογούνταν από συναλλαγές πολύ παλαιότερες από αυτές που ελήφθησαν υπόψη για τους άλλους βραζιλιανούς παραγωγούς. Ωστόσο, το βάρος των πρακτικών που διαπιστώθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο για να δικαιολογηθεί η επιβολή του δασμού (ισοδύναμο προς το περιθώριο ντάμπινγκ) στις μελλοντικές εισαγωγές είναι μικρότερο από αυτό των πλέον πρόσφατων παραβάσεων των κανόνων αντινταμπινγκ.
69.
Όλα αυτά τα επιχειρήματα, τα οποία απορρέουν από τη σύγκριση μεταξύ της καταστάσεως της προσφεύγουσας και της καταστάσεως των άλλων παραγωγών, δεν επηρεάζονται από το ότι ορισμένες από τις επιχειρήσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της συγκρίσεως αυτής υπέβαλαν αίτηση ζητώντας την ακύρωση ή την τροποποίηση των αρχικώς επιβληθέντων μέτρων. Συγκεκριμένα, η αίτηση αυτή ουδόλως προδικάζει το αποτέλεσμα της έρευνας. Εάν από την έρευνα αυτή προκύι|)ει ότι οι αιτούσες επιχειρήσεις πώλησαν σε τιμές ντάμπινγκ, τα κοινοτικά όργανα θα λάβουν τα επιβαλλόμενα μέτρα ( 46 ).
70.
Π. Εν όχρει των ανωτέρω σκέιμεων, πρέπει να εξεταστεί εάν η προσφεύγουσα διατείνεται ορθώς ότι τα χρησιμοποιηθέντα δεδομένα αφορούν την περίοδο προ της περιόδου έρευνας.
71.
Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα ότι οι επικαλούμενες εξαγωγές έλαβαν χώρα εκτός της περιόδου έρευνας έχει ιδιαίτερη σημασία συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό, εάν υποτεθεί ότι είναι βάσιμο, αρκεί για να καταρριφθεί ο ισχυρισμός περί ντάμπινγκ που προβάλλουν τα κοινοτικά όργανα.
72.
Τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται το επιχείρημα αυτό, καθώς και τα αντίθετα επιχειρήματα που προβάλλονται από το Συμβούλιο ουδόλως αμφισβητούνται κατ' ουσίαν.
73.
Οι επίμαχες συναλλαγές αφορούν δύο παρτίδες σιδηροπυριτίου, 1000 και 1995 τόννων αντιστοίχως, οι οποίες επωλήθησαν από την προσφεύγουσα προκειμένου να εξαχθούν προς την Κοινότητα. Για τον καθορισμό του ντάμπινγκ ελήφθησαν υπόψη και οι δύο παρτίδες, αλλά τα κοινοτικά όργανα θεώρησαν ότι μπορούν να διαπιστώσουν ντάμπινγκ μόνον όσον αφορά την παρτίδα των 1995 τόννων. Οι παρτίδες αυτές, η μία εκ των οποίων εξήλθε από το εργοστάσιο της προσφεύγουσας στις 3 Μαρτίου 1989 και η άλλη στις 25 Ιουλίου 1989, φορτώθηκαν και στοιβάχθηκαν στο ίδιο πλοίο στις 31 Αυγούστου 1989. Οι φορτωτικές και τα τιμολόγια εκδόθηκαν την ίδια ημέρα ( 47 ).
74.
Δεν υφίσταται συμφωνία υφίσταται όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία το πλοίο αναχώρησε από το Ρίο ντε Τζανέιρο. Κατά την προσφεύγουσα, η αναχώρηση έλαβε χώρα πριν από την περίοδο έρευνας, πιθανώς στις 31 Αυγούστου 1989, και κατά το καθού, το πλοίο αναχώρησε λίγες ημέρες αργότερα, επομένως κατά την περίοδο έρευνας.
75.
Ως προς την εισαγωγή εντός της Κοινότητας, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο παρτίδων. Η εισαγωγή στην Κοινότητα των 1995 τόννων έγινε τμηματικά από τις 30 Νοεμβρίου 1989 μέχρι τις 31 Μαρτίου 1990 (επομένως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς) ( 48 ). Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ότι η εν λόγω παρτίδα τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία — τμηματικά — εντός της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
76.
Σύμφωνα με τα υποστηριχθέντα από το καθού, η παρτίδα των 1000 τόννων τέθηκε και αυτή σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, από πλευράς της, στο υπόμνημα απαντήσεως της ( 49 ) ότι η ημερομηνία θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία είναι μέχρι σήμερα άγνωστη.
77.
Σ' αυτό συνεπώς το πλαίσιο τοποθετείται η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά το ενδεδειγμένο κριτήριο προκειμένου να καθοριστεί η ημερομηνία της επίδικης συναλλαγής εξαγωγής, βάσει της οποίας θα καθοριστεί εάν η συναλλαγή έλαβε ή όχι χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας.
78.
Η προσφεύγουσα θεωρεί καταρχήν ότι ως ημερομηνία της συναλλαγής πρέπει να ληφθεί η 31η Αυγούστου 1989: πράγματι, την ημερομηνία αυτή το εμπόρευμα τιμολογήθηκε και φορτώθηκε επί του πλοίου ( 50 ). Στις παρατηρήσεις της η προσφεύγουσα τόνισε άλλοτε μεν την «εισαγωγή» πριν από την έναρξη της περιόδου έρευνας ( 51 ), άλλοτε δε την «ημερομηνία της πωλήσεως». Ανέφερε ότι, σύμφωνα με το νέο σχέδιο του κώδικα αντιντάμπινγκ που υποβλήθηκε από τον πρώην γενικό γραμματέα της GATT, Dunkel, η ημερομηνία της πωλήσεως πρέπει κανονικά να είναι η ημερομηνία της συμβάσεως, της παραγγελίας, της επιβεβαιώσεως της συμβάσεως ή του τιμολογίου, ανάλογα με το ποιο από τα έγγραφα αυτά καθορίζει τους ουσιώδεις όρους της πωλήσεως ( 52 ). Η προσφεύγουσα επέσυρε την προσοχή και στο γεγονός ότι η διαπραγμάτευση των δύο συναλλαγών έλαβε χώρα πριν από την περίοδο έρευνας ( 53 ).
79.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή τόνισαν ότι τα εμπορεύματα τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ( 54 ). Κατά τα όργανα αυτά, ο χρόνος αυτός είναι καθοριστικός, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δασμός αντιντάμπινγκ μπορεί να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ «όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία». Η εισαγωγή εντός της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς συνιστά, σύμφωνα με τα ισχυρισθέντα από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, αποχρώντα σύνδεσμο μεταξύ των εν λόγω συναλλαγών και της περιόδου αναφοράς.
80.
Το Συμβούλιο προβάλλει, επικουρικώς, το επιχείρημα του σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία το πλοίο αναχώρησε από το Ρίο ντε Τζανέιρο ( 55 ) και θεωρεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση όπου η ημερομηνία αυτή θα ήταν καθοριστική, η συναλλαγή θα είχε λάβει χώρα εντός της περιόδου αναφοράς, δεδομένου ότι τα εμπορεύματα αναχώρησαν από τη Βραζιλία μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1989.
81.
Επί του σημείου αυτού, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, η διαπίστωση του ντάμπινγκ εξαρτάται από την τιμή εξαγωγής- συγκεκριμένα, υφίσταται ντάμπινγκ όταν η τιμή αυτή είναι χαμηλότερη από την κανονική αξία ενός ομοειδούς προϊόντος.
82.
Εν όψει των ανωτέρω, μπορούν να εξαχθούν δύο συμπεράσματα. Πρώτον: στο πλαίσιο της διαπιστώσεως του ντάμπινγκ, αυτό που είναι καθοριστικό είναι το επίπεδο (ασυνήθιστα χαμηλό) της τιμής και όχι η φυσική κίνηση των εμπορευμάτων. Αυτή, αντιθέτως, λαμβάνεται υπόψη για τη ζημία, δεδομένου ότι στο άρθρο 2, παράγραφος 1, η «θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία» αναφέρεται ως ενδεχόμενη αιτία ζημίας. Δεύτερον: η τιμή, η οποία πρέπει να ελεγχθεί εάν, βάσει του βασικού κανονισμού, συνιστά τιμή ντάμπινγκ, είναι η τιμή που καθορίζεται κατά την εξαγωγή και όχι αυτή που καθορίζεται κατά την εισαγωγή ( 56 ). Επί του σημείου αυτού, το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού αναφέρει χωρίς διφορούμενα ότι:
«Η τιμή εξαγωγής είναι η πράγματι πληρω-θείσα ή πληρωτέα τιμή για το προϊόν που πωλείται για εξαγωγή προς την Κοινότητα. (...).» ( 57 )
83.
Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', η τιμή εισαγωγής μπορεί, αντιθέτως, να λαμβάνεται υπό\[>η (μόνο) στο πλαίσιο της εξετάσεως της ζημίας ( 58 ).
84.
Το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο α', ορίζει την τιμή εξαγωγής σε σχέση και με ένα άλλο στοιχείο, ήτοι, σε σχέση με την πληρωμή. Δεν είναι υποχρεωτικό η πληρωμή να έχει ήδη γίνει, δεδομένου ότι η τιμή εξαγωγής μπορεί να είναι και «η πληρωτέα τιμή». Είναι αληθές ότι η πληρωμή της τιμής εξαλείφει κάθε αβεβαιότητα όσον αφορά το ύψος της τιμής εξαγωγής, αλλά δεν συνιστά προϋπόθεση του ντάμπινγκ, ούτε είναι και η αιτία της ενδεχομένης ζημίας. Αυτή προκαλείται από τη σύμβαση με την οποία καθορίζεται το ασυνήθιστα χαμηλό επίπεδο της τιμής. Η σύμβαση αυτή — και όχι η πληρωμή της τιμής — μπορεί να έχει ενδεχομένως ως συνέπεια ότι το εισαγόμενο προϊόν υποσκελίζει τα κοινοτικά προϊόντα.
85.
Εν όψει των ανωτέρω, φαίνεται ότι, όσον αφορά το ερώτημα σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να τοποθετηθεί το στοιχείο «τιμή εξαγωγής» για να διαπιστωθεί ότι υπάρχει ντάμπινγκ, πρέπει να καθοριστεί η ημερομηνία κατά την οποία, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων μεταξύ του εξαγωγέα και του πελάτη του, καθορίστηκαν κατά τρόπο οριστικό η υποχρέωση πληρωμής του αγοραστή, οι κύριοι όροι πληρωμής, καθώς και το ύψος της τιμής.
86.
Η ανάλυση αυτή είναι η επιβαλλόμενη όχι μόνο λόγω των σχετικών με τους κανόνες περί της τιμής εξαγωγής επιχειρημάτων, αλλά και για λόγους συμμετρίας ως προς την κανονική αξία με την οποία πρέπει να συγκριθεί η τιμή εξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 9. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α', το οποίο καθορίζει τον γενικό κανόνα, ως κανονική αξία νοείται
«(...) η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρω-θείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής».
87.
Γίνεται φανερό ότι και εδώ το κριτήριο συνάγεται από τη συμφωνία περί τιμής, η οποία αποτελεί αντικείμενο της υποχρεώσεως του αγοραστή, και όχι από την παράδοση ή από την πληρωμή. Η αντιστοιχία αυτή των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την χρονική οριοθέτηση αντανακλάται στο άρθρο 2, παράγραφος 9, στοιχείο α', κατά το οποίο η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής πρέπει να συγκρίνονται «σε ημερομηνίες όσο το δυνατό εγγύτερες». Εάν ο χρονικός καθορισμός της τιμής εξαγωγής στηριζόταν στη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, αυτό θα ακύρωνε την κοινή βάση συγκρίσεως με την κανονική αξία.
88.
Τέλος, η ερμηνεία μου είναι σύμφωνη και προς το άρθρο 2, παράγραφος 13, κατά το οποίο, όταν οι τιμές ποικίλλουν, οι τιμές εξαγωγής συγκρίνονται, ενδεχομένως, «για κάθε μια συναλλαγή χωριστά» ( 59 ). Το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ προβλέπει κατά γενικότερο τρόπο ότι η σύγκριση μεταξύ των τιμών θα γίνεται «σε πωλήσεις που πραγματοποιούνται σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν πλησιέστερες».
89.
Εάν η συλλογιστική αυτή μεταφερθεί στην υπό κρίση υπόθεση, διαπιστώνεται ότι τα σημαντικά εν προκειμένω πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα πριν από την περίοδο έρευνας. Δεδομένου ότι οι τιμές εξαγωγής, οι οποίες περιελήφθησαν στην πραγματοποιηθείσα από τα κοινοτικά όργανα αξιολόγηση, ανεγράφησαν σε τιμολόγια εκδοθέντα στις 31 Αυγούστου 1989, συνεπάγεται ότι το ύψος τους καθορίστηκε κατά την ημερομηνία αυτή. Πρέπει επίσης να υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα, όταν εξέδωσε το τιμολόγιο, είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να μπορεί να αξιώσει την πληρωμή της τιμής πωλήσεως ( 60 ).
90.
Εν όψει των στοιχείων αυτών, διαπιστώνεται ότι η «πληρωτέα τιμή» είχε καθοριστεί πριν από την περίοδο έρευνας. Ακόμη και αν επρόκειτο να αποδειχθεί ότι πωλώντας την παρτίδα των 1995 τόννων στην εν λόγω τιμή η προσφεύγουσα πραγματοποίησε πώληση σε τιμή ντάμπινγκ, είναι εξίσου βέβαιο ότι το ενδεχόμενο ντάμπινγκ δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας.
91.
Αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, η ενδεχόμενη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας κατά της διάρκεια της περιόδου έρευνας δεν συνεπάγεται επαρκή σύνδεσμο μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της εν λόγω περιόδου. Όπως προαναφέρθηκε, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του ντάμπινγκ. Εξάλλου, εν όψει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του βασικού κανονισμού, φαίνεται ότι ο καθορισμός μιας περιόδου αναφοράς για την πραγματοποίηση της έρευνας, η οποία να εγγυάται την ίση μεταχείριση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, έχει ιδιαίτερη σημασία για το ντάμπινγκ. Κατά την προπαρατεθείσα διάταξη, το ντάμπινγκ — αντίθετα από τη ζημία — αποτελεί πράγματι ρητώς το αντικείμενο των σχετικών με την περίοδο έρευνας ελέγχων ( 61 ).
92.
Η διακριτική εξουσία που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα κατά την εκτίμηση πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων (ιδίως στον τομέα του δασμού αντιντάμπινγκ) ( 62 ) ουδόλως μειώνει τη διαπίστωση ότι είναι νομικώς αδύνατο να ληφθούν υπόψη οι επίδικες συναλλαγές εξαγωγής. Συγκεκριμένα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση κατέστησαν δυνατή τη διαπίστωση της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου και από τις οποίες απορρέουν ο επιτακτικός χαρακτήρας της περιόδου έρευνας καθώς και η φύση και η σημασία της έννοιας «τιμή εξαγωγής», σκοπεύουν να καθορίζουν το πλαίσιο της δράσεως της Κοινότητας και των οικονομικής φύσεως εκτιμήσεων που ενδεχομένως πρέπει να πραγματοποιηθούν. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη διακριτικής εξουσίας των κοινοτικών οργάνων όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στα ζητήματα που ανακύπτουν εν προκειμένω.
93.
Συμπερασματικώς, διαπιστώνεται ότι και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως: η διαπίστωση από τα κοινοτικά όργανα του ντάμπινγκ προέκυτρε από άδικη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 9, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88.
94.
Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, οι διάδικοι αντήλλαξαν ορισμένα επιχειρήματα σε σχέση με τις διάφορες όι|ιεις του τρόπου υπολογισμού της κανονικής αξίας. Ωστόσο, οι αιτιάσεις που προέβαλε η προσφεύγουσα έναντι του Συμβουλίου περιορίζονται, εν κατακλείδι, στην έλλειψη συμφωνίας όσον αφορά τις περιόδους που λαμβάνονται υπόψη για να συγκριθεί η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής ( 63 ). Στην προσφυγή της, η προσφεύγουσα προσάπτει στα κοινοτικά όργανα ότι συνέκριναν μια κανονική αξία βασιζόμενη στο κόστος παραγωγής των μηνών Μαΐου-Ιουλίου 1989 με μια τιμή εξαγωγής του Αυγούστου. Πράττοντας έτσι, το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή που απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 9, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού, κατά την οποία η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής πρέπει να συγκρίνονται «σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες». Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι εάν (μόνοι) οι σχετικοί με το κόστος παραγωγής Αυγούστου αριθμοί είχαν ληφθεί υπό\|>η και μετατραπεί σε δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών (στο εξής: US $), δεν θα είχε διαπιστωθεί κανένα ντάμπινγκ (κανονική αξία: 571 US $ τιμή εξαγωγής: 671 US $). Αναφέρει επίσης ότι, για τους άλλους εξαγωγείς, η κανονική αξία καθορίστηκε σε μηνιαία βάση.
95.
Στο υπόμνημα αντικρούσεως του, το Συμβούλιο (όπως και η Επιτροπή) διευκρίνισε ότι δεν περιορίστηκε στο κόστος παραγωγής των μηνών Μαΐου-Ιουλίου, αλλά ότι έλαβε υπόψη και το κόστος παραγωγής του Αυγούστου 1989.
96.
Στο υπόμνημα απαντήσεως της, η προσφεύγουσα ενέμεινε ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε να περιοριστεί στο κόστος παραγωγής του Αυγούστου, δεδομένου ότι οι επίδικες συναλλαγές έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του μηνός αυτού. Η απόσταση αυτή μεταξύ των συναλλαγών εξαγωγής και της κανονικής αξίας είχε πολύ σοβαρές συνέπειες λόγω της ταχείας υποτιμήσεως του cruzeiro κατά την διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Εάν η Επιτροπή είχε χρησιμοποιήσει την ισοτιμία (cruzeiro/US $) της 31ης Αυγούστου 1989, δεν θα είχε διαπιστωθεί κανένα ντάμπινγκ.
97.
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεως του, το Συμβούλιο ανέφερε ότι η ποσότητα σιδηρο-πυριτίου που παρήχθη από την προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια του Αυγούστου δεν κάλυπτε παρά το 8 % της «ποσότητας που απεστάλη στην ΕΟΚ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς» — ανεξάρτητα από τις πωλήσεις εντός της εγχώριας αγοράς. Θα ήταν επομένως παράλογο να χρησιμοποιηθεί το κόστος παραγωγής για μόνο τον μήνα Αύγουστο. Επιπλέον, το κόστος παραγωγής για τον μήνα αυτό ήταν χαμηλότερο από αυτό των τριών προηγουμένων μηνών, πράγμα το οποίο θέτει εν αμφιβάλω την πιστότητα του. Τονίζει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή περιέλαβε την παραγωγή του Αυγούστου και το κόστος της στην κατασκευή της κανονικής αξίας.
98.
Όσον αφορά το ερώτημα των συναλλαγματικών ισοτιμιών, το Συμβούλιο ισχυρίστηκε ότι τα συνημμένα στο ερωτηματολόγιο έγγραφα και τα έγγραφα τα οποία εξετάστηκαν στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας κατά την έρευνα περιείχαν αριθμούς εκφρασμένους και στα δύο νομίσματα. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα, όπως και οι άλλες εταιρίες έναντι των οποίων διεξήχθη η έρευνα, είχε τηρήσει τη λογιστική της και στα δύο νομίσματα προκειμένου να αποφευχθεί η σύγχυση που δημιουργείται από την αντίφαση μεταξύ των συναλλαγματικών ισοτιμιών και της οικονομικής πραγματικότητας της εποχής εκείνης. Το Συμβούλιο συνάγει από αυτό ότι η Επιτροπή ακολούθησε μια παραδεδεγμένη λογιστική πρακτική και απέφυγε τις στρεβλώσεις που προκύπτουν από την αστάθεια της ισοτιμίας του cruzeiro.
99.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, η προσφεύγουσα επέσυρε εκ νέου την προσοχή στην απόσταση μεταξύ της περιόδου που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και του χρόνου όπου έλαβε χώρα η συναλλαγή εξαγωγής, χωρίς ωστόσο να απαντήσει στα επιχειρήματα που προέβαλε το Συμβούλιο με το υπόμνημα ανταπαντήσεως του.
100.
Δεν θα λάβω παρά επικουρικώς θέση επί των ανωτέρω ζητημάτων, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως. Εξάλλου, από τις σχετικές με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως σκέψεις μου προκύπτει ότι όλες οι συναλλαγές εξαγωγής έλαβαν χώρα πριν από την περίοδο έρευνας και óu, επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συγκρίσεως προκειμένου να καθοριστεί εάν εχώρησαν σε επαρκώς «εγγύς» μεταξύ τους «ημερομηνίες».
101.
Υπό την επιφύλαξη αυτή, δεν μου φαίνεται óu είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο το ότι τα κοινοτικά όργανα έλαβαν υπόψη και την παραγωγή των μηνών Μαΐου-Ιουλίου λόγω της μειωμένης παραγωγής του Αυγούστου 1989 και ότι χρησιμοποίησαν την τιμή συναλλάγματος που χρησιμοποίησε η ίδια η προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, η διατύπωση «σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες» παρέχει στην Κοινότητα ένα περιθώριο χειρισμών που της επιτρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα κρίσιμα εν προκειμένω οικονομικά στοιχεία. Εν όψει των λόγων που επικαλέστηκε το Συμβούλιο, δεν μπορώ να διαπιστώσω καμιά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως η οποία, εν προκειμένω, θα καθιστούσε παράνομη την εφαρμοσθείσα μέθοδο. Δεν αποδείχθηκε, ιδίως, ότι το γεγονός ότι ελήφθη η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε από την ίδια την προσφεύγουσα δημιούργησε, εν όι|ιει της παρελεύσεως του χρόνου και της υποτιμήσεως του cruzeiro, στρέβλωση μεταξύ των στοιχείων της συγκρίσεως.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: Η προσφεύγουσα δεν ακούστηκε όσον αφορά τα προταθέντα από την Επιτροπή μέτρα αντιντά-μπινγκ, πράγμα το οποίο συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων άμυνας.
102.
Ra την καλύτερη κατανόηση αυτού του λόγου ακυρώσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή είχε, καταρχάς, διαβιβάσει στην προσφεύγουσα το προσωρινό αποτέλεσμα των υπολογισμών της (παράρτημα III του υπομνήματος αντικρούσεως), από το οποίο προέκυπτε ένα περιθώριο ντάμπινγκ 38,2 % μετά την υποβολή από την προσφεύγουσα των παρατηρήσεων της, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ο οποίος — σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής — στηρίχθηκε σε ένα περιθώριο ντάμπινγκ 12,2 % και καθόρισε δασμό αντιντάμπινγκ του αυτού ποσοστού για τα εμπορεύματα της προσφεύγουσας.
103.
Η προσφεύγουσα αναφέρει τις συναγόμενες από την απόφαση Al-Jubail ( 64 ) αρχές περί των δικαιωμάτων άμυνας, των οποίων απολαύουν οι επιχειρήσεις έναντι των οποίων διεξάγονται έρευνες αντιντάμπινγκ. Κατά την προσφεύγουσα, οι αρχές αυτές παραβιάστηκαν λόγω του ότι
—
ουδέποτε έλαβε γνώση σε ποιο βαθμό οι παρατηρήσεις της (σχετικά με τα προσωρινά αποτελέσματα των υπολογισμών) ελήφθησαν υπόψη ( 65 )
—
μόνο μετά την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού έλαβε γνώση ότι η Επιτροπή καθόρισε περιθώριο ντάμπινγκ 12,2 % προτείνοντας στο Συμβούλιο να της επιβάλει δασμό αντιντάμπινγκ του ύιμους αυτού ( 66 )·
—
ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε ο τρόπος με τον οποίο καθορίστηκε από την Επιτροπή το περιθώριο ντάμπινγκ του 12 % ( 67 ).
—
δεν έχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν το τελικώς καθορισθέν από την Επιτροπή περιθώριο ντάμπινγκ επηρεάστηκε ή όχι από τα υφιστάμενα σφάλματα ( 68 ).
104.
Κατά τα κοινοτικά όργανα, οι αιτιάσεις αυτές σημαίνουν ότι η προσφεύγουσα διατείνεται ότι έχει δικαίωμα ενημερώσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο β', του βασικού κανονισμού, η οποία στην πραγματικότητα θα ήταν δεύτερη ενημέρωση, δεδομένου ότι στην προσφεύγουσα είχαν ήδη διαβιβαστεί τα προσωρινά αποτελέσματα των υπολογισμών (από τους οποίους προκύπτει περιθώριο ντάμπινγκ 38,2 %), προκειμένου αυτή να υποβάλει παρατηρήσεις ( 69 ).
105.
Η επικαλούμενη από την προσφεύγουσα απόφαση Al-Jubail αφορά πράγματι την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, η οποία, κατά το Δικαστήριο, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας ( 70 ). Σύμφωνα με τις απαιτήσεις αυτές και τα στοιχεία β'και γ', ψηφίο iii, της προπαρατεθείσας διατάξεως, η ενημέρωση πρέπει να καθιστά δυνατό στους εξαγωγείς να λαμβάνουν θέση, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις επί των οποίων η Επιτροπή σχεδιάζει να στηρίξει την πρόταση που απευθύνει στο Συμβούλιο:
«Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι ήδη σε θέση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να γνωστοποιούν επωφελώς την άποψη τους σχετικά με το υποστατό και το λυσιτελές των αναφερομένων πραγματικών περιστατικών και καταστάσεων και με τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς στήριξη του ισχυρισμού της για την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ και της ζημίας που απορρέει από αυτήν» ( 71 ).
106.
Ωστόσο, η αιτίαση την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα (δηλαδή ότι ουδέποτε έλαβε γνώση σε ποιο βαθμό ελήφθησαν υπόψη οι παρατηρήσεις της ούτε κατά ποιο τρόπο καθορίστηκε ο αριθμός του 12,2 %) δεν αφορά τα δικαιώματα άμυνας, αλλά την υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων, που προβλέπεται στο άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με την αιτίαση αυτή τίθεται πράγματι το ερώτημα αν, κατά την έκδοση της βαλλόμενης πράξεως, η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα
«να [γνωρίζει] τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου για να είναι σε θέση να [υπερασπίσει] τα δικαιώματα [της]»,
και αν ήταν δυνατόν
«στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του» ( 72 ).
107.
Με άλλα λόγια: η επικαλούμενη από την προσφεύγουσα έλλειψη ενημερώσεως έχει σημασία όσον αφορά τις εγγυήσεις που προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ εν όψει ενδεχομένης ασκήσεως από αυτήν προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστηρίου.
108.
Ωστόσο, αυτή η έλλειψη ενημερώσεως δεν έχει άμεση επίπτωση όσον αφορά τις εγγυήσεις που απορρέουν από τα δικαιώματα άμυνας της κατά τη διενέργεια από αυτήν μιας πράξεως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, θα έπρεπε προς τούτο η προσφεύγουσα να είναι σε θέση να προσάψει συγκεκριμένα στα κοινοτικά όργανα ότι έλαβαν υπόψη για το προσβαλλόμενο μέτρο ορισμένα πραγματικά περιστατικά και σκέψεις, χωρίς αυτή να έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει επωφελώς την άποψη της. Ωστόσο, από την έκθεση της προσφεύγουσας προκύπτει ακριβώς ότι δεν είναι σε θέση να διατυπώσει μια τέτοια αιτίαση δεδομένου ότι ουδέποτε έλαβε γνώση με ποιο τρόπο η Επιτροπή πέρασε από το αρχικώς τεκμαιρόμενο περιθώριο ντάμπινγκ (38,2 %) στο περιθώριο (12,2 %) βάσει του οποίου εκδόθηκε ο προσβαλλόμενος κανονισμός.
109.
Εν όψει της ανωτέρω αναλύσεως των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας, έχω τη γνώμη ότι πρέπει κυρίως να εξεταστεί το ερώτημα αν συντρέχει παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Προς την εξέταση αυτή δεν αντίκειται το ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε, στον παρόντα λόγο ακυρώσεως, την ύπαρξη φερομένης προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας. Συγκεκριμένα, από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι τα «δικαιώματα άμυνας», κατά την έννοια που είναι σημαντική εν προκειμένω, και η υποχρέωοη αιτιολογήσεως έχουν τον ίδιο σκοπό, ήτοι την ενημέρωση του ενδιαφερομένου, προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να οργανώσει την άμυνα του. Η μόνη διαφορά έγκειται στην περίοδο κατά την οποία οι εγγυήσεις αυτές παράγουν τα αποτελέσματα τους: αφενός, κατά την διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και, αφετέρου, κατά την προετοιμασία της ένδικης διαδικασίας και κατά τη διάρκεια αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα αποτελούσε προϊόν υπερβολικής τυποκρατίας το να αποκλειστεί η προσφεύγουσα από το προβλεπόμενο στο άρθρο 190 της Συνθήκης δικαστικό έλεγχο για μόνο τον λόγο ότι χαρακτήρισε εσφαλμένα τον λόγο ακυρώσεως. Το Δικαστήριο πάντως θα πρέπει να λάβει υπόψη, κατά την εκτίμηση των επιχειρημάτων αντικρούσεως των κοινοτικών οργάνων, το ότι η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση.
110.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, θα εξετάσω καταρχάς τις απαιτούμενες κατά το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις όσον αφορά την αιτιολογία. Επί του σημείου αυτού, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η προσφεύγουσα, υπό την ιδιότητα της ως επιχειρήσεως την οποία αφορά αμέσως και ατομικώς το βαλλόμενο τμήμα του κανονισμού, έχει δικαίωμα να γνωρίζει όλες τις ουσιώδεις λεπτομέρειες σχετικά με τον καθορισμό του δασμού αντιντάμπινγκ. Πράγματι, αυτό είναι το μόνο μέσον για να επιτευχθεί ο σκοπός της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, ήτοι η επωφελής άσκηση από την προσφεύγουσα 'του δικαιώματος της περί ασκήσεως προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Από την άποψη αυτή, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επικαλούμενη από την προσφεύγουσα αδυναμία του να λάβει γνώση σε ποιο βαθμό ελήφθησαν υπόψη οι αιτιάσεις που διατύπωσε κατά του αρχικού αποτελέσματος των υπολογισμών. Συγκεκριμένα, αυτό θα την εμπόδιζε να εκτιμήσει ποιες είναι οι αιτιάσεις που πρέπει να προβάλει σε ενδεχόμενη άσκηση ένδικης προσφυγής. Ωστόσο, ακόμη και καθαρώς τεχνικά σφάλματα υπολογισμού πρέπει, εάν συντρέχει περίπτωση, να κοινοποιούνται και να μπορούν να 'αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής.
111.
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο ισχυρίστηκε στο υπόμνημα αντικρούσεως του ότι ο τρόπος υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ του 12,2 % εκτέθηκε προφορικώς στην προσφεύγουσα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε το αντίθετο, το Συμβούλιο θα έπρεπε να στηρίξει τους ισχυρισμούς του με αποδείξεις, πράγμα το οποίο ωστόσο παρέλειψε να πράξει. Συναφώς, πρέπει να εφαρμοστούν οι ίδιες αρχές με αυτές που τέθηκαν στην απόφαση Al-Jubail σχετικά με το βάρος της αποδείξεως όσον αφορά τις ανακοινώσεις που είναι αναγκαίες για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων άμυνας ( 73 ).
112.
Το Συμβούλιο, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως του, ισχυρίστηκε — όπως ακριβώς και η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας — ότι η μείωση του επίμαχου εν προκειμένω περιθωρίου ντάμπινγκ εχώρησε «βάσει των γραπτών παρατηρήσεων της προσφεύγουσας». «Στην πραγματικότητα» («as a matter of fact»), η Επιτροπή αποφάσισε να μη λάβει υπόψη τον αντισταθμιστικό διακανονισμό μεταξύ της προσφεύγουσας και της Considar και, επομένως, συνήγαγε την τιμή εξαγωγής από τις πωλήσεις προς την Considar ( 74 ). Κατά το Συμβούλιο, είναι αυτονόητο ότι οι όροι των πωλήσεων αυτών ήσαν απολύτως γνωστοί στην προσφεύγουσα.
113.
Τα επιχειρήματα αυτά δεν έχουν κανένα βάρος έναντι του άρθρου 190 της Συνθήκης. Πρώτον: ούτε η προαναφερθείσα διατύπωση του Συμβουλίου ούτε το περιεχόμενο των άλλων στοιχείων της δικογραφίας δεν επιτρέπουν τη διαπίστωση ότι η επίδικη διαφορά μεταξύ των περιθωρίων ντάμπινγκ οφειλόταν αποκλειστικά στον αντισταθμιστικό διακανονισμό του οποίου η ύπαρξη είχε υποτεθεί αρχικώς. Εξάλλου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο αρχικός υπολογισμός της κανονικής αξίας δεν λάμβανε υπόψη το κόστος παραγωγής του Αυγούστου 1989 ( 75 ) και ότι, ωστόσο, αυτό ελήφθη υπόψη κατά τον οριστικό υπολογισμό ( 76 ). Δεύτερον: είναι ακόμη λιγότερο εύλογο να υποτεθεί ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, η προσφεύγουσα είχε ενημερωθεί σχετικά με τον οριστικό τρόπο υπολογισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ.
114.
Ωστόσο, θα ήταν δεδομένη η απόδειξη της σύμφωνης προς το άρθρο 190 ενημερώσεως, εάν είχε αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη προσοχή, να λάβει γνώση του πώς υπολογίστηκε το περιθώριο του 12,2 % ( 77 ). Η απόδειξη αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να προσκομιστεί χάρη στην παραβολή των αρχικώς υποβληθέντων αριθμών, των παρατηρήσεων που διατύπωσε συναφώς η προσφεύγουσα και των οριστικών αριθμών. Εν όψει της κάπως συγκεχυμένης εκθέσεως της προσφεύγουσας όσον αφορά τον παρόντα λόγο ακυρώσεως, είμαι της γνώμης ότι θα ήταν χρήσιμο να δοθεί η δυνατότητα στο Συμβούλιο να προσκομίσει, εν ανάγκη, την απόδειξη αυτή a posteriori και, αφού λάβει θέση η προσφεύγουσα, να επαναληφθεί η προφορική διαδικασία ( 78 ).
115.
Λέγω το «εν ανάγκη» σκοπίμως. Η άποψη μου είναι πράγματι ότι ο παρών λόγος ακυρώσεως δεν είναι καθοριστικός για την απόφαση που θα χωρήσει στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, δεδομένου ότι οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως θα είναι αρκετοί για να γίνη δεκτή η προσφυγή.
Γ — Συμπέρασμα
116.
Επομένως, προτείνω
—
να ακυρωθεί το άρθρο 1 του κανονισμοί (ΕΟΚ) 1115/91, στο μέτρο που αφορά την προσφεύγουσα-
—
να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πλην όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, τα οποία θα φέρει η ίδια, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Κανονισμός της 29ης Απριλίου 1991 (ΕΕ L 111, της 3ης Μαίου 1991, α. 1).
( 2 ) ΕΕ C 231, της 12ης Σεπτεμβρίου 1986, σ. 4.
( 3 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 1987, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας και για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων που πρότεινε η Italmagnćsio SA (Βραζιλία) και η Promsyrio-ImporŁ (Σοβιετική Ένωση) (ΕΕ L 219, της 8ης Αυγούστου 1987, σ. 24).
( 4 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, του προπαρατεθέντος κανονισμού. Κατά τον χρόνο εκείνο, η προσφεύγουσα είχε ακόμη την επωνυμία «Elclromclalur SA Indústria».
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ L 343, της 5ης Δεκεμβρίου 1987, σ. 1).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, της 2ας Αυγούστου 1988, σ. 1).
( 7 ) EE C 109. της 3ης Μαΐου 1990, α. 5.
( 8 ) Σημείο 1Ī του προοβαλλομένου κανονίομού.
( 9 ) Σημείο 8 του προοβαλλομένου κανονίομού.
( 10 ) Βλ. υποσημείωση 7 ανωτέρω.
( 11 ) HB ειδ. έζδ. 11/019, α. 93.
( 12 ) Βλ. σημεία 24 επ. κατωτέρω.
( 13 ) Βλ. σημεία 46 επ. κατωτέρω.
( 14 ) Βλ. σημεία 53 επ. κατωτέρω.
( 15 ) Βλ. σημεία 60 επ. κατωτέρω.
( 16 ) II υπογράμμιση διχή μου.
( 17 ) Bcsclcr και Williams, Anti-Dumping and Anti-Subsidy Law — The European Communities, 1986, tiotO. 9.7.
( 18 ) Βλ. τις ανακοινωθείς που δημοσιεύθηκαν στην ΕΕ C 173 της 4ης Ιουλίου 1991 (συσκευές αναπαραγωγής του ήχου με σύστημα οπτικής ανάγνωσης με ακτίνες λέιζερ καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας) και στην ΕΕ C 18 της 26ης Ιανουαρίου 1991 (έγχρωμες συσκευές λήψεως για την τηλεόραση με μικρή οθόνη καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας).
( 19 ) Ακόμη και παρουσία επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη ντάμπινγκ για μια ορισμένη χώρα, δεν υπάρχουν εν γένει πληροφορίες σχετικά με τον ακριβή ρόλο διαφόρων επιχειρήσεων όσον αφορά τις πρακτικές αυτές. Αυτό ακριβώς θα καθοριστεί από την έρευνα. Βλ. Wenig in Dauses, Handbuch des EG-Wirlscbaftsrcchts, Munich 1993, K II, σημείο 165. Είναι αληθές ότι η προσφεύγουσα παρέθεσε παραδείγματα τα οποία οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα: βλ. «ορισμένες βιντεοφωνικές συσκευές εγγραφής ή αναπαραγωγής με μαγνητικές ταινίες καταγωγής Ιαπωνίας και Δημοκρατίας της Κορέας», ΕΕ L 240 της 31ης Αυγούστου 1988, σ. 5 (προσωρινός δασμός- βλ. κυρίως σημεία 6 έως 12) και ΕΕ L 57 της 28ης Φεβρουαρίου 1989 (οριστικός δασμός βλ. κυρίως σημείο 4).
( 20 ) Βλ. Bcscler και Williams (υποσημ. 17), αριθ. 8.2.3.
( 21 ) Απόφαση της 7ης μαίσυ 1991, C 69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-2069, σκέψεις 26 έως 32) απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, C-188/88, ΝΜΒ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-1689, σκέψη 23).
( 22 ) Βλ. ομοίως τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven, της 29ης Απριλίου 1993, στην υπόθεση Matsushita, σημείο 19 (C-104/90- δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
( 23 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 24 ) Στην πράξη είναι γνωστός σημαντικός αριθμός περιπτώσεων όπου οι καταγγέλλοντες επικαλέστηκαν επαύξηση των πρακτικών ντάμπινγκ. Βλ., για παράδειγμα, την ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 24 Ιουνίου 1988, σχετικά με πλάκες —διαφράγματα από ίνες καταγωγής Βραζιλίας, ΕΣΣΔ, Πολωνίας, Ρουμανίας, Σουηδίας xaL Τσεχοσλοβακίας (ΕΕ C 165 της 24ης Ιουνίου 1988, σ. 2).
( 25 ) Εξάλλου, μια τέτοια ρύθμιση θα εοτερείτο λογικής. Φαίνεται εύλογη ΐ| απαίτηση να στηρίζεται ο ισχυρισμός ότι δεν υφίσταται πλέον ντάμπινγκ σε αποδεικτικά στοιχεία έχοντα την αυτή αποδεικτική δύναμη που έχουν τα αποδεικτική οτοιχεία που απαιτούνται για την έναρξη τη; διαδικασίας προκειμένου να δικαιολογηθεί το τεκμήριο σχετικά με την ύπαρξη πρακτικών ντάμπινγκ και ζημίας [βλ. Wenig (υποσημείωση 19), οημείο 179].
( 26 ) II Επιτροπή φαίνεται ότι έλα[ΐε και αυτή την εν λόγω αρχή ως αφετηρία όταν περιέλαβε την εταιρία Nakajima στη δια-δικαιιία επανεξετάυεως (όρθρο 15) οχετικό με τις Εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας: βλ. ΕΕ C 315 της 14ης Δεκεμβρίου 1990 (έναρξη της διαδικαοίας επανεξετάσεως) και ΕΕ C 283 της 30ής Οκτωβρίου 1991, α. 13 (συμπερίληψη της Εταιρίας Nakajima). Κατ' αυτήν την έννοια, βλ. Επίσης την έναρξη διαδικασίας επανεξετάσεως — για την ενίσχυση των υφισταμένων μέτρων —όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων ενσφαίρων τριβέων (ρουλεμάν) καταγωγής Ιαπωνίας και Σιγκαπούρης (ΕΕ C 188 της 14ης Ιουλίου 1983, σ. 8).
( 27 ) Ιϊλ. το κείμενο του όρθρουΙ, παράγραφος 3, του προπαρσ- ΤΕθέντος κανονισμού: «Ο δασμός δεν επιβάλλεται για τα προϊόντα που καχαοκινύξονται και etúyovrai από (...) (την προσφεύγουσα]» (η υπογράμμιση δική μου).
( 28 ) Σημειώνεται εν παρόδω ότι όταν περιέλαβε την προσφεύγουσα στη διαδικασία επανεξετάσεως, η Επιτρο, τή θεωρούσε προφανώς ότι εφαρμόζονταν οι σχετικές με τις αποδείξεις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού: η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε (υποσημείωση 7) στηρίζεται ρητώς στο στοιχείο u' της διατάξεως αυτής (βλ. δεύτερη στήλη, τρίτο εδάφιο), το οποίο αφορά την έναρξη της «διαδικασίας» και, συνεπώς, μια περίπτωση οτην οποία έχουν αναμφισβήτητα εφαρμογή οι προϋποθέσεις αυτές.
( 29 ) Ηλ. υποσημείωση 7 ανωτέρω.
( 30 ) ΕΕ L 209 της 2ας Αύγουστου 1988.
( 31 ) Από της εκδόσεως της αποφάσεως Nakajima (υποσημείωση 21), φαίνεται δεδομένο ón ο βασικός κανονισμός στηρίζεται μόνον σε αυτό το σύστημα αξιολογήσεως.
( 32 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 239/82 και 275/82, Allied Corporation κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1984, ο. 1005, σκέψεις 11 έως 14) απόφαοη της 7ης Μαΐου 1987, 240/84, Toyo κατά Συμβουλίου, (Συλλογή 1987, α. 1809, σκέψεις 4 έως 7).
( 33 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 7ης μαΐου 1987, 255/84, Nachi Fujikoshi κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1861, σκέψεις 45 έως 49).
( 34 ) Βλ. τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, 273/85 και 107/86, Silver Soiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927, σκέψη 18) και 301/85, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5813, σκέψη 10)- απόφαση της 7ης Μαίου 1991, C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-2069, σκέψεις 65, 123 και 124) βλ. επίσης τις προτάσεις μου στην υπόθεση Nakajima, σημεία 85 και 93 (προπαρατεθείσα).
( 35 ) Βλ. Wenig, προπαρατεθέν στην υποσημ. 19.
( 36 ) Βλ. τη συλλογιστική του Δικαστηρίου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β', ψηφίο ii, του βασικού κανονισμού: απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1992, C-105/90, Goldslar κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-677, σκέψεις 35 έως 37).
( 37 ) Ιϊλ. την παρατήρηση του Συμβουλίου επί του σημείου αυτού: ο. 6 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 38 ) Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα επικαλείται και αυτό το επιχείρημα ενώπιον του Αικαατηρίου.
( 39 ) II Επιτροπή ενήογηυε κατ' αυτόν τον τρόπο στο πλαίσιο Tijg έρευνας που διεξήγαγε για την έκδοση του κανονισμού (HOK) 3650/87 (υποσημείωση 5)- βλ. το σημείο 9 του κανό-vioiioii (EOK) 2409/87 (υποσημείωση 3).
Άλλα παραδείγματα: κανονισμός (EOK) 4062/88 (EE L, 356 της 24ης Δεκεμβρίου 1988, ο. 47), σημεία 40 έως 42 κανονισμός (EOK) 2357/87 (ΕΕ L, 213 της 4ης Αυγούστου 1987, ο. 32), οημείο 12 κανονισμός (ĽOK) 2640/86 (ΕΕ L 239 της 26ης Αυγούστου 1986, σ. 5), οημείο 31- κανονισμός (EOK) 2516/86 (ΕΚ L 221 της 7ης Λυγούοτου 1986, σ. 16), σημεία 36 και 37.
Η πρακτική αυτή παρουσιάζει μια αναλογία με την κατασκευή της κανονικής αξίας, στο πλαίσιο της οποίας καθορίζονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έξοδα πωλήαεως, τα διοικητικά έξοδα και άλλα γενικά έξοδα ή/και το κέρδος από μεγέθη σχετικά με άλλες επιχειρήσεις της χώρας εξαγωγής: αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, 301/85, Sharp κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, ο. 5813, σκέψεις 7 έως 10) 260/85 και 106/86, TEC κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, ο. 5855), οκέψη 15 απόφαση της 7η; Μαΐου 1991, C-69/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, ο. I-2069, οκέψη 59 επ., ιδιαίτερα οκέψη 67).
( 40 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 41 ) Η υπογράμιση δική μου.
( 42 ) Βλ. επίσης την περικοπή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2623/88 της Επιτροπής, που παρατίθεται στη σελίδα 30 του υπομνήματος απαντήσεως (ΕΕ L 235, της 25ης Αυγούστου 1988, σ. 5- βλ. σημείο 12 του κανονισμού αυτού, ψηφίο iii).
( 43 ) Κατά το σημείο 27 του κανονισμού (ΕΟΚ) 595/85 (ΕΕ L 68, της 8ης Μαρτίου 1985, σ. 13- υδραυλικοί εκσκαφείς καταγωγής Ιαπωνίας), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84, ο οποίος, για πρώτη φορά, εισήγαγε την έννοια της καθορισμένης περιόδου έρευνας, είναι σύμφωνο «με τη γενική πρακτική της Επιτροπής» το να περιορίζεται η έρευνα στους παραγωγούς οι οποίοι όντως πραγματοποίησαν εξαγωγές προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Βλ., a contrario, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2017/81 (ΕΕ L 195, της 18ης Ιουλίου 1981, σ. 22-φαινόλη καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής-βλ. ιδίως σ. 23, αριστερή στήλη, δεύτερο εδάφιο), ο οποίος εκδόθηκε βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3017/79 (ΕΕ L 339, της 31ης Δεκεμβρίου 1979, σ. 1).
Ωστόσο, εν προκειμένω η Επιτροπή φαίνεται ότι απέστη της πρακτικής αυτής όσον αφορά τους εξαγωγείς που είχαν εκφράσει τη βούληση τους να εξαγάγουν προς την Κοινότητα, που είχαν συνεργαστεί στην έρευνα και είχαν προσφέρει αναλήψεις υποχρεώσεων σε θέματα τιμών. Γι' αυτούς τους εξαγωγείς, καθορίστηκε μόνη η κανονική αξία — για ενδεχόμενη αποδοχή της αναλήψεως υποχρεώσεων: βλ. σημεία 15, 23 και 43 του προσβαλλόμενου κανονισμού.
( 44 ) Βλ. υποσημείωση 42.
( 45 ) Ιΐλ. Wenig (υποσημείωση 19), οημείο 179.
Επί του σημείου αυτού, η κατάσταση διαφέρει από την κατάσταση που υπάρχει στην περίπτωση μιας πρώτης έρευνας. Χ' αυτήν την τελευταία περίπτωση, οι επιχειρήσεις οι οποίες δεν εξήγαγαν κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας υπόκεινται στον υπολειμματικό δασμό, αλλά μπορούν, κατά την επανάληψη των εξαγωγών, να ζητήσουν επανεξέταση βάσει του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, χωρίς να αναμένουν την πάροδο της ετήσιας προθεσμίας που προβλέπεται ατη διάταξη αυτή [βλ. σημείο 43 του κανονισμού (EOK) 1768/89, EE L 174, της 22ας Ιουνίου 1989, σ. 1 βιντεοκασέτες καταγωγής Δημοκρατίας της Κορέας και Χονγκ Κονγκ].
( 46 ) Κατά την άποψη του Wenig [προπαρατεΟέν (οημείο 19), σημείο 181], μπορεί μάλιστα να υπάρχει rciomialio in pejus.
( 47 ) Στο υπόμνημα του ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο παραδέχθηκε ότι, αντίθετα από τα πρώτα αποτελέσματα της έρευνας, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν στηριζόταν πλέον στο τεκμήριο αντισταθμιστικού διακανονισμού μεταξύ της προσφεύγουσας και της εταιρίας Considar USA. Ομοίως, η Επιτροπή παραδέχθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ότι το εν λόγω τιμολόγιο (επ' ονόματι της εταιρίας Considar) εκδόθηκε στις 31 Αυγούστου 1989.
( 48 ) Βλ. παράρτημα II του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 49 ) Σ. 26, υποσημείωση 16.
( 50 ) Σ. 24 και 31 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 51 ) Σ. 25, δεύτερο εδάφιο, και σ. 26, δεύτερο εδάφιο, του υπομνήματος απαντήσεως.
( 52 ) Σ. 28 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 53 ) Σ. 24 και 31 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 54 ) Βλ. σημείο 75 και 76 ανωτέρω.
( 55 ) Ιΐλ. σημείο 74 ανωτέρω.
( 56 ) Bcsclcr και Williams, (no. 4.4.3.1 Lanüsiucl, Dumping im AuOcnhaiulcIs-uiul Wctlbcwcrbsrcchl, 1987. o. 27.
( 57 ) Π υπογράμμιση δική nou.
( 58 ) Ι)λ. π.χ. σημεία 75 επ. του κανονισμού (LOK) 1418/88 (EU L 130 τι); 26i|s Muîoi) 1988, o. 12 κρουστικοί εκτυπωτές χαρακτήρων με πίνακα κουκίδων καταγωγής Ιαπωνίας).
( 59 ) Βλ. τη δεύτερη περίπτωση της παραγράφου αυτής η υπογράμμιση δική μου.
( 60 ) Τα κοινοτικά όργανα δεν παρέσχον κανένα στοιχείο που να οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα. Σημειωτέον επίσης ότι, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν, η Επιτροπή ζήτησε με το ερωτηματολόγιο της από την προσφεύγουσα να αναφέρει τις συναλλαγές για τις οποίες εκδόθηκε τιμολόγιο κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας.
( 61 ) Όσον αφορά τη ζημία, το Δικαστήριο έχει πράγματι επίσης δεχθεί ότι μπορούν να λαμβάνονται υπόψη δεδομένα προγενέστερα της περιόδου Ερευνάς: απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1989, 121/86, Ανώνυμος εταιρία επιχειρήσεων Μεταλλευτικών Νιομηχανικών και ναυτιλιακών ΛΕ (Συλλογή 1989, σ. 3919, σκέψη 20- απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-69/89. Nakajima κατά Συμβουλίου, (Συλλογή 1991, ο. I-2609).
Ωστόσο, ο γενικό; εισαγγελέας Tesauro ορθώς υπενθύμισε ón η εξέταση της ζημίας πρέπει και αυτή vu αφορά την περίοδο έρευνας: προτάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, στην υπόθεση 121/86 (προπαρατεθείσα, βλ. ειδικότερα σ. 3930, 3939 επ.). Κατ' αυτή την έννοια, βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 5ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεοη Nakajima, σημείο 234 (προπαρατεθείσα).
( 62 ) Απόφαση της 7ης Μάιου 1987, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου. (Συλλογή 1987, ο. 1923. σκέψη 21).
( 63 ) Ηλ. τον ρητό περιορισμό του τρίτου λόγου ακυρώσεως κατά την προαναφερθείσα έννοια: ο. 33 και 35 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 64 ) Λπάφαοη της 27ης Ιουνίου 1931. 49/88. ΛΙ-Jubail Fertilizer κατή Συμβουλίου (Συλλογή 1991. σ. I-3187).
( 65 ) Σ. 15 της προοφυγής.
( 66 ) Βλ. προηγούμενη υποαημείιυοη.
( 67 ) Ιϊλ.. ο. 39, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, καθώς και ο. 40 του υπομνήματος απαντήοεως.
( 68 ) Σ. 39, τελευταίο εδάφιο, του υπομνήματος απαντήυεως.
( 69 ) Ιϊλ. οημείο 20 του υπομνήματος ανταπαντήυεως του Συμβουλίου κατ' αυτή την Éwoia: τις παρατηρηθείς της Επιτροπής που υπέβαλε κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδι-καυίας (ο. 12 του υπομνήματος της) και κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικαοίας (ο. 44 των πρακτικών της ουν-εδριάοεως).
( 70 ) Σκέψη 15 της αποφάσεως.
( 71 ) Σκέψη 17 της αποφάσεως Al-Jubail- η υπογράμμιση δική μου.
( 72 ) Κατ' αυτόν τον τρόπο ορίζει το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, την έννοια και την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως: για τον τομέα του ανΐιντάμπινγκ, βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, 256/84, Koyo Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1899).
( 73 ) Βλ. σκέψη 20 της αποφάσεως Al-Jubaii.
( 74 ) Βλ. υποσημείωση 47 ανωτέρω καθώς και το σχετικό κείμενο.
( 75 ) Βλ. παράρτημα III του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 76 ) Βλ. σημείο 95 ανωτέρω.
( 77 ) Βλ., οε μια παρόμοια υπόθεση σχετικά με το όρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1981, 275/80 και 24/81, Krupp κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, ο. 2489, σκέψη 13).
( 78 ) Βλ. σημείο 109 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy