Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Για να διατηρηθεί η καλή διέξοδος που συνιστούν τα αλκοολούχα ποτά, θεωρούμενα ως σημαντικό προϊόν της γεωργίας, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1576/89, της 29ης Ιουνίου 1989 για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (στο εξής: βασικός κανονισμός) (1). Το Συμβούλιο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η καλή φήμη που απέκτησαν τα προϊόντα αυτά μέσα στην Κοινότητα και στην παγκόσμια αγορά είναι συνδεδεμένη με το ποιοτικό επίπεδο των παραδοσιακών προϊόντων. Ο πιο κατάλληλος τρόπος για τη διατήρηση αυτού του ποιοτικού επιπέδου συνίσταται
* αφενός, στο να οριστούν τα προϊόντα λαμβάνοντας υπόψη τις παραδοσιακές συνήθειες που αποτελούν τη βάση της φήμης αυτής,
* αφετέρου, στο να επιφυλαχθεί η χρησιμοποίηση των ονομασιών που θα καθοριστούν μ' αυτόν τον τρόπο, για προϊόντα των οποίων το ποιοτικό επίπεδο αντιστοιχεί στο επίπεδο των παραδοσιακών προϊόντων, προκειμένου να αποφευχθεί η υποβάθμιση των ονομασιών αυτών (2).
Το άρθρο 1 του κανονισμού εισάγει μια σειρά ορισμών. Η έννοια του αλκοολούχου ποτού ορίζεται στην παράγραφο 2. Η παράγραφος 3 προβλέπει μια σειρά προσωρινών ορισμών, ιδίως, παραδείγματος χάριν, την έννοια που πρέπει να αποδίδεται στους όρους "αρωμάτιση", "σύμμιξη" και "αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προέλευσης". Η παράγραφος 4, που είναι ουσιώδης για την κατανόηση της υπό κρίση υποθέσεως, περιέχει τον ορισμό ορισμένων κατηγοριών αλκοολούχων ποτών. Οι κατηγορίες αυτές ορίζονται βάσει διαφόρων χαρακτηριστικών, λόγου χάριν του τύπου του αλκοολούχου ποτού που χρησιμοποιήθηκε κατά την παρασκευή, του τρόπου παρασκευής, της περιεκτικότητας σε αλκοόλη και της περιεκτικότητας σε ζάχαρη. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι δύο επίμαχες κατηγορίες αλκοολούχων ποτών είναι αντιστοίχως το brandy και το λικέρ.
Το brandy ορίζεται στην παράγραφο 4, περίπτωση ε', ως το αλκοολούχο ποτό το οποίο
* έχει ληφθεί από αποστάγματα οίνου, αναμεμιγμένα ή όχι με προϊόν αποστάξεως οίνου (...)
* έχει υποστεί παλαίωση σε δρύινα δοχεία επί τουλάχιστον (...)
* έχει περιεκτικότητα σε πτητικές ουσίες ίση ή μεγαλύτερη από (...), και
* έχει μέγιστη περιεκτικότητα σε μεθυλική αλκοόλη (...)
Το λικέρ ορίζεται στην παράγραφο 4, περίπτωση ιη', ως το αλκοολούχο ποτό το οποίο έχει ελάχιστη περιεκτικότητα σε ζάχαρη (...)
* το οποίο λαμβάνεται με αρωμάτιση αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως ή προϊόντος αποστάξεως γεωργικής προελεύσεως ή ενός ή περισσοτέρων αλκοολούχων ποτών, όπως αυτά ορίζονται στον παρόντα κανονισμό (...)
Το άρθρο 5 του κανονισμού ορίζει ότι οι κατηγορίες αλκοολούχων ποτών που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που καθορίζονται στους περιεχόμενους στο άρθρο 1, παράγραφος 4, ορισμούς, αφενός, είναι οι μόνες οι οποίες μπορούν να φέρουν τις ονομασίες που προβλέπονται εκεί και, αφετέρου, η χρησιμοποίηση των ονομασιών αυτών είναι υποχρεωτική. Αυτό σημαίνει, επί παραδείγματι, ότι τα αλκοολούχα ποτά που ικανοποιούν τα κριτήρια της ονομασίας brandy πρέπει να πωλούνται υπό την ονομασία αυτή και ότι άλλες κατηγορίες αλκοολούχων ποτών δεν μπορούν να πωλούνται υπό την ονομασία brandy.
2. Το άρθρο 6 του κανονισμού εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίσει "ειδικές διατάξεις". Μπορεί, μέσω των διατάξεων αυτών, να "ρυθμίζει τις ενδείξεις που προστίθενται στην ονομασία πωλήσεως", ήτοι, μεταξύ άλλων, "τη χρησιμοποίηση ορισμένων σύνθετων ονομασιών που περιλαμβάνουν μια ονομασία γένους από αυτές που προσδιορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 4".
Η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 6, εξέδωσε τον κανονισμό 1781/91, της 19ης Ιουνίου 1991 (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής) (3). Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι μία από τις έννομες συνέπειες του εν λόγω κανονισμού εφαρμογής ήταν ότι ορισμένα λικέρ επονομαζόμενα, λόγου χάριν, "orange-brandy" και "apricot-brandy", μπορούν να πωλούνται υπό τις σύνθετες ονομασίες αυτές ακόμη και αν η χρησιμοποιούμενη αλκοόλη δεν προέρχεται από το brandy. Από τον κανονισμό εφαρμογής προκύπτει, επομένως, ότι τα προαναφερθέντα λικέρ μπορούν να πωλούνται υπό τις σύνθετες αυτές ονομασίες, ακόμη και αν παράγονται από αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως και όχι, σύμφωνα με τον καταρχήν ορισμό, από αποστάγματα οίνου αναμεμιγμένα, ενδεχομένως, με προϊόν αποστάξεως οίνου.
3. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι διά της εν λόγω έννομης συνέπειας που απορρέει από τον κανονισμό εφαρμογής παραβιάζεται η νομιμότητα και ότι, κατά το μέτρο αυτό, ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί. Ο κύριος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η κυβέρνηση είναι ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να θεσπίζει παρόμοια παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες του βασικού κανονισμού.
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Δανική Κυβέρνηση, ζήτησε, κυρίως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή και, επικουρικώς, να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη.
Επί του παραδεκτού
4. Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει το Βασίλειο της Ισπανίας αφορούν ένα πολύ συγκεκριμένο τμήμα του κανονισμού εφαρμογής, ήτοι το άρθρο 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο.
Για να κατανοηθεί το πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται το πρόβλημα που γεννά η οριοθέτηση αυτή της αιτήσεως και στο οποίο στηρίζεται η ένσταση περί απαραδέκτου της Επιτροπής, επιβάλλεται να παρατεθεί το σύνολο του άρθρου 7 β, το οποίο έχει ως εξής:
"1. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1576/90, μια γενική ονομασία που υπεισέρχεται στη σύνθεση συνθέτου όρου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρουσίαση αλκοολούχου ποτού μόνο εφόσον το αλκοόλ του ποτού αυτού προέρχεται αποκλειστικά από το αλκοολούχο ποτό που αναφέρεται στον σύνθετο όρο.
2. Εντούτοις, συναρτήσει της καταστάσεως που υπάρχει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, μόνο οι ακόλουθοι σύνθετοι όροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρουσίαση των λικέρ που παρασκευάζονται στην Κοινότητα:
prune-brandy,
orange-brandy,
apricot-brandy,
cherry-brandy,
solbaerrom, που ονομάζεται επίσης blackcurrant-rum.
3. 'Οσον αφορά την ετικέτα και την παρουσίαση των λικέρ που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι σύνθετοι όροι πρέπει να εμφαίνονται στην ετικέτα στην ίδια σειρά με χαρακτήρες που έχουν τύπο, διαστάσεις και χρώμα ταυτόσημους και η ονομασία λικέρ πρέπει να εμφαίνεται σε άμεση γειτνίαση με χαρακτήρες διαστάσεων όχι μικροτέρων από εκείνους που χρησιμοποιούνται για τους σύνθετους όρους.
Επιπλέον, για τα λικέρ αυτά, εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται από το αναφερόμενο αλκοολούχο ποτό, μια αναφορά ως προς τη φύση της χρησιμοποιηθείσας αλκοόλης πρέπει να εμφαίνεται επί της ετικέτας στο ίδιο οπτικό πεδίο με τις ενδείξεις αυτές. Η αναφορά αυτή εκφράζεται είτε με την ένδειξη της φύσεως της χρησιμοποιηθείσας γεωργικής αλκοόλης είτε με την ένδειξη: 'γεωργική αλκοόλη' της οποίας προηγούνται κάθε φορά οι όροι 'που παρασκευάσθηκε από (...)' ή 'που επεξεργάσθηκε με τη βοήθεια (...)' ή 'με βάση (...)' ."
Είναι εμφανές ότι η διάταξη αφορά τη χρησιμοποίηση σύνθετων ονομασιών αλκοολούχων ποτών, υπό την έννοια ότι οι ονομασίες γένους που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, χρησιμοποιούνται μαζί με έναν άλλο όρο. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού εισάγει τον κύριο κανόνα, ο οποίος δεν είναι, καθ' εαυτόν, παρά η φυσική ακολουθία του προπαρατεθέντος κανόνα του βασικού κανονισμού κατά τον οποίον οι αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού ονομασίες δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά μόνον εφόσον τα απαριθμούμενα στον ορισμό κριτήρια ικανοποιούνται ως προς την εν λόγω κατηγορία αλκοολούχου ποτού. Οι ονομασίες whisky-cola και gin-tonic πρέπει, επομένως, να χρησιμοποιούνται μόνον εφόσον τα εμπορεύματα αυτά έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον ορισμό του αλκοολούχου ποτού που παρατίθεται στη σύνθετη ονομασία, ήτοι, αντιστοίχως, το whisky και το gin. Το άρθρο 7 β, παράγραφος 2, περιέχει μερικούς ειδικούς κανόνες για τα λικέρ που προσδιορίζονται με σύνθετες ονομασίες, όπως orange-brandy και abricot-brandy. Η παράγραφος 3 περιέχει ορισμένες προϋποθέσεις σχετικές με την επισήμανση και την παρουσίαση των λικέρ που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Το δεύτερο εδάφιο, τελευταία περίοδος, της παραγράφου 3 περιέχει έναν ειδικό κανόνα όσον αφορά τις συνθήκες επισημάνσεως στην περίπτωση όπου οι τύποι αυτοί αλκοολούχων ποτών παράγονται από γεωργική αλκοόλη.
'Οπως επισημαίνεται ανωτέρω, η παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, είναι η διάταξη την ακύρωση της οποίας ζητεί η Ισπανική Κυβέρνηση. Η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί το άρθρο 7 β ως παράνομο καθόσον * και μόνο καθόσον * προβλέπει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της γεωργικής αλκοόλης προκειμένου να παρασκευαστεί ένα αλκοολούχο ποτό του οποίου η ονομασία αποτελείται από σύνθετες ονομασίες που περιλαμβάνουν την ονομασία brandy, με άλλα λόγια, τη δυνατότητα παρασκευής ενός τέτοιου ποτού από αλκοολούχο ποτό το οποίο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή brandy. Κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η έννομη αυτή συνέπεια δεν απορρέει παρά από την παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτή η εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες του βασικού κανονισμού, η οποία περιέχεται στο άρθρο 7 β και θεωρείται από την Ισπανική Κυβέρνηση ως παραβιάζουσα τη νομιμότητα, προκύπτει ήδη από το άρθρο 7 β, παράγραφος 2.
5. Αναμφίβολα η Επιτροπή έχει δίκαιο επί του σημείου αυτού. Μολονότι η διατύπωση της παραγράφου 2 θα μπορούσε να είναι πιο σαφής, η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία προκύπτει αρκετά καθαρά τόσο από τη διάρθρωση του άρθρου όσο και από την επιλογή των όρων της παραγράφου 2. Η παράγραφος 1 της διατάξεως περιέχει τον κύριο κανόνα που αντιστοιχεί στην άποψη αρχής της Ισπανικής Κυβερνήσεως, ήτοι, ότι η χρησιμοποίηση σύνθετης ονομασίας, περικλείουσας μία από τις απαριθμούμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 4, ονομασίες, δεν είναι νόμιμη παρά μόνον εφόσον η αλκοόλη του ποτού αυτού προέρχεται αποκλειστικά από το αλκοολούχο ποτό που αναφέρεται στη σύνθετη ονομασία. Η παράγραφος 2 διατυπώνεται ως εξαίρεση στον κύριο αυτό κανόνα. Αυτό γίνεται ήδη φανερό από τη χρησιμοποίηση των όρων "εντούτοις (...) μπορούν (...)" και, επιπλέον, από το γεγονός ότι η διάταξη αφορά την "παρουσίαση των λικέρ", δεδομένου όντως ότι προκύπτει ρητώς από τον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 4, περίπτωση ιη' ότι μπορούν να παραχθούν λικέρ από αλκοολούχα ποτά άλλα πλην του brandy. Η παράγραφος 3 δεν περιλαμβάνει, δεδομένης της διατυπώσεώς της, αυτοτελείς εξαιρέσεις σε σχέση με τους κανόνες του βασικού κανονισμού. Η παράγραφος 3 εξαρτά από ορισμένες προϋποθέσεις τη δυνατότητα πωλήσεως των λικέρ που αναφέρονται στην παράγραφο 2, υπό τις διαλαμβανόμενες στη διάταξη αυτή ονομασίες. Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 7 β ενισχύεται από το προοίμιο του κανονισμού εφαρμογής, το κείμενο του οποίου έχει ως εξής:
"Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες χρήσεις οι οποίες έχουν καθιερωθεί ήδη από χρόνια, όταν άρχισε να ισχύει ο [κανονισμός εφαρμογής], θα πρέπει να διατηρηθούν ορισμένες σύνθετες ονομασίες των λικέρ ακόμη κι εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται ή δεν προέρχεται μόνον από το αναφερόμενο αλκοολούχο ποτό."
Επομένως, είναι καταρχήν ορθή η μείζων πρόταση του συλλογισμού επί του οποίου η Επιτροπή στηρίζει το αίτημά της περί απορρίψεως της προσφυγής ως απαράδεκτης. Οι σκέψεις που φαίνεται καθαρά ότι αποτέλεσαν τη βάση της ισπανικής αιτήσεως και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση για να στηρίξει τα αιτήματά της δείχνουν ότι το επιδιωκόμενο από αυτήν αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί όχι με την ακύρωση του άρθρου 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, αλλά με την ακύρωση της παραγράφου 2 που επιτρέπει τη χρήση των σύνθετων ονομασιών για τα λικέρ, των οποίων η σύνθεση περιλαμβάνει την ονομασία brandy, ακόμη και αν τα λικέρ αυτά παρασκευάζονται από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
6. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή "παρουσιάζει αντιφάσεις ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της * αντικείμενο, ισχυρισμούς ή λόγους και αιτήματα * και ότι δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχεία γ' και δ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου" και πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη.
7. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η ασυμφωνία μεταξύ των υποβληθέντων αιτημάτων και των λόγων των οποίων γίνεται επίκληση προς υποστήριξη των αιτημάτων αυτών μπορεί να είναι σε ορισμένες περιπτώσεις τέτοια που πλέον να μην έχει νόημα να ληφθεί απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει εν προκειμένω. Η Ισπανική Κυβέρνηση υπέβαλε αιτήματα ακυρώσεως τα οποία και αιτιολόγησε. Η κυβέρνηση ερμήνευσε τους κρίσιμους κανόνες κατ' εσφαλμένο τρόπο, οπότε ζήτησε την ακύρωση διατάξεως, η οποία σε σχέση με την επιχειρηματολογία της δεν είναι η διάταξη η οποία πρέπει να ακυρωθεί. Τα προβλήματα που γεννώνται από μία τέτοια παρερμηνεία δεν είναι ωστόσο ικανά να επισύρουν την απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης. Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Διαδικασίας, όσον αφορά το περιεχόμενο της προσφυγής, έχουν πληρωθεί. Είναι άλλο το θέμα ότι η ασυμφωνία μεταξύ των αιτημάτων και του αντικειμένου της αιτήσεως θα μπορούσε να έχει σημασία στο επίπεδο της αποφάσεως που πρόκειται να ληφθεί επί της ουσίας της υποθέσεως. Εντούτοις, εκτιμώ ότι τα προβλήματα αυτά δεν είναι ουσιώδη εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται καμία αμφιβολία ως προς το πραγματικό περιεχόμενο των αιτημάτων που υπέβαλε η κυβέρνηση, ήτοι, ότι αντίκειται στον βασικό κανονισμό το να επιτρέπεται λικέρ παραχθέντα από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως να ονομάζονται με σύνθετες ονομασίες περιέχουσες την ονομασία γένους brandy. Για την επίλυση του εν λόγω προβλήματος είναι επουσιώδες αν ο κανόνας αυτός περιέχεται στο άρθρο 7 β, παράγραφος 2, ή στο άρθρο 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο. Η Επιτροπή έδειξε τόσο στα υπομνήματά της όσο και κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ότι είχε πλήρως αντιληφθεί τους λόγους και τον σκοπό της προσφυγής ακυρώσεως. Η εξέταση της ουσίας της υποθέσεως κατ' ουδένα τρόπο θα επηρεάσει τα δικαιώματα άμυνας της Επιτροπής. Τίποτα επομένως δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της ουσίας της υποθέσεως.
8. Αντιθέτως, η εσφαλμένη ερμηνεία επί της οποίας βασίζεται η διατύπωση των αιτημάτων μπορεί να είχε σημασία εάν το Δικαστήριο επρόκειτο να θεωρήσει ότι η κατά παρέκκλιση διάταξη του άρθρου 7 β, καθόσον εισάγει εξαίρεση στον βασικό κανονισμό, συνιστά * όπως υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση * παράβαση του βασικού κανονισμού. Το Δικαστήριο συνεπώς πρέπει να αποφασίσει αν, δεδομένων των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, είναι δυνατό να τροποποιηθεί το αιτητικό οπότε το ζήτημα ουσίας να μπορεί να αναφερθεί στο διατακτικό της αποφάσεως, ήτοι μέσω διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της παραγράφου 2. Ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ακύρωση της παραγράφου 3, δεύτερο εδάφιο, δεν έχει κανένα νόημα. Θα προέκυπτε έτσι μια παράδοξη κατάσταση, κατά την οποία, αφενός, θα είχε εκλείψει η μία από τις προϋποθέσεις που αποβλέπει στην προστασία των καταναλωτών έναντι κάθε κινδύνου συγχύσεως σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως σύνθετων ονομασιών, ενώ, αφετέρου, το διατακτικό της αποφάσεως δεν θα αφορούσε, εν πάση περιπτώσει, ευθέως τον κανόνα, τον οποίον η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί κατ' ουσίαν παράνομο. Εντούτοις, παρέλκει η λήψη αποφάσεως επί του ζητήματος αυτού προτού εξεταστεί το αν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 7 β εξαίρεση είναι παράνομη καθόσον παρεκκλίνει του βασικού κανονισμού.
Επί της ουσίας
9. Ο κύριος λόγος που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση είναι ότι η εξαίρεση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 7 β, καθόσον παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες, είναι παράνομη διότι δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα στον βασικό κανονισμό.
Ο κανονισμός εφαρμογής 1781/91 της Επιτροπής θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 6 του βασικού κανονισμού. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 6 ορίζει τα εξής:
"1. Ειδικές διατάξεις μπορούν να ρυθμίζουν τις ενδείξεις που προστίθενται στην ονομασία πώλησης, και συγκεκριμένα:
* τη χρησιμοποίηση ορισμένων όρων, συντομογραφιών ή σημείων,
* τη χρησιμοποίηση ορισμένων σύνθετων όρων που περιλαμβάνουν μια ονομασία γένους από αυτές που προσδιορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 4.
2. (...)
3. Οι διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 θεσπίζονται με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 15. Σκοπός των διατάξεων αυτών είναι ιδίως να αποφευχθεί η δημιουργία σύγχυσης εξαιτίας των ονομασιών που αναφέρονται στις παραγράφους αυτές, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των προϊόντων που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού."
Είναι βέβαιο ότι ο κανονισμός εφαρμογής εισάγει εξαίρεση, υπό την κυριολεκτική έννοια του όρου, η οποία παρεκκλίνει σε σχέση με μία από τις κατευθυντήριες αρχές του βασικού κανονισμού, ήτοι αυτήν που διατυπώνεται στο άρθρο 5, και το ερώτημα είναι αν το άρθρο 6 περιέχει αντίστοιχη εξουσιοδότηση. Η απάντηση δεν είναι προφανής. Εάν ληφθεί υπόψη το κείμενό του, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 6 περιέχει βέβαιες ενδείξεις περί της υπάρξεως τέτοιας εξουσιοδοτήσεως. Στο άρθρο αυτό γίνεται απλώς λόγος περί ειδικών διατάξεων, οι οποίες σκοπό έχουν να ρυθμίσουν τη χρήση των σύνθετων ονομασιών που περιέχουν κάποιον από τους γενικούς ορισμούς του βασικού κανονισμού. Ευλόγως μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη αυτή προσφέρει απλώς νόμιμο έρεισμα στους συμπληρωματικούς κανόνες που θα μπορούσαν να αποδειχθούν αναγκαίοι για τη ρύθμιση ειδικών προβλημάτων στο πλαίσιο των σύνθετων ονομασιών, χωρίς να χρειαστεί να εισαχθούν εξαιρέσεις στους κανόνες του βασικού κανονισμού. Εξάλλου, η δυνατότητα παρεκκλίσεως δεν αναφέρεται στο προοίμιο, το οποίο επισημαίνει απλώς ότι είναι σκόπιμο "να ανατεθεί στην Επιτροπή η θέσπιση μέτρων εφαρμογής τεχνικού χαρακτήρα". Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται να εξεταστεί αν κάπου αλλού μέσα στον κανονισμό βρίσκονται σημεία από τα οποία να προκύπτει με αρκετή σαφήνεια ότι η Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί ως νόμιμο έρεισμα το άρθρο 6 για να θεσπίσει διατάξεις που παρεκκλίνουν του άρθρου 5 (4).
10. Κατ' εμέ, στην ερώτηση αυτή πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Το άρθρο 5 του βασικού κανονισμού διατυπώνει γενικό κανόνα σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ονομασιών για τις κατηγορίες αλκοολούχων ποτών που ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4. Η εισαγωγική πρόταση της διατάξεως αυτής έχει ως εξής: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6". Η επιφύλαξη αυτή δείχνει ότι το Συμβούλιο σκόπευε βεβαίως να επιτρέψει στην Επιτροπή, στο πλαίσιο των κανόνων που θα θέσπιζε βάσει του άρθρου 6, να εισαγάγει κανόνες που θα παρεκκλίνουν του άρθρου 5. Είναι εξάλλου σημαντικό να επισημανθεί συναφώς ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, ορίζει ότι σκοπός των θεσπιζόμενων κανόνων
"(...) είναι ιδίως να αποφευχθεί η δημιουργία σύγχυσης εξαιτίας των ονομασιών που αναφέρονται στις παραγράφους αυτές, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των προϊόντων που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού".
Η Επιτροπή ισχυρίζεται * ορθώς κατ' εμέ * ότι η εν λόγω διάταξη δείχνει, μεταξύ άλλων, ότι τα εκδιδόμενα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 νομοθετήματα πρέπει επίσης, και ίσως κυρίως, να έχουν ως αντικείμενο την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν για τα προϊόντα που παραδοσιακά πωλούντο υπό ονομασίες, οι οποίες θα έπρεπε να αποκλεισθούν εάν οι γενικοί κανόνες του βασικού κανονισμού επρόκειτο να εφαρμοστούν στην περίπτωσή τους. Οι κανόνες που εισάγουν εξαίρεση σκοπό έχουν, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση της δυνατότητας χρήσεως παραδοσιακών ονομασιών για ορισμένα προϊόντα, μολονότι οι εν λόγω ονομασίες δεν είναι σύμφωνες προς το γενικό σύστημα του κανονισμού. Οι θεσπιζόμενοι από την Επιτροπή κανόνες πρέπει εξάλλου να έχουν ως αποτέλεσμα να μην παραπλανώνται οι καταναλωτές από τη χρησιμοποίηση των ονομασιών αυτών, επιβάλλοντας για τον σκοπό αυτό γενικές προϋποθέσεις σε θέματα επισημάνσεως και παρουσιάσεως.
Εξάλλου, φρονώ ότι συγκεκριμένοι λόγοι δικαιολογούν τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6, τα οποία έτυχαν της σύμφωνης γνώμης της επιτροπής εφαρμογής για τα αλκοολούχα ποτά κατά τους κανόνες του άρθρου 15 του κανονισμού. Οι παρεκκλίσεις εφαρμόζονται μόνο σε περιορισμένο αριθμό σύνθετων ονομασιών. Οι επιτρεπόμενες ονομασίες είναι παραδοσιακές υπό την έννοια ότι χρησιμοποιούνται από πολλών ετών και έχουν καθιερωθεί ευρέως από τη χρήση. Οι κανόνες αυτοί εκτείνονται στα αλκοολούχα ποτά που ικανοποιούν τα κριτήρια ονομασίας που εφαρμόζονται στα λικέρ και τα οποία κατά παράδοση παράγονται από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως συναφώς θα παραπέμψω σε ένα απόσπασμα του προοιμίου του κανονισμού εφαρμογής κατά το οποίο
"θα πρέπει να διατηρηθούν ορισμένες σύνθετες ονομασίες των λικέρ ακόμη κι εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται ή δεν προέρχεται μόνον από το αναφερόμενο αλκοολούχο ποτό".
Οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 7 β, παράγραφος 3, όσον αφορά την επισήμανση και την παρουσίαση, αποτρέπουν την παραπλάνηση των καταναλωτών σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως της σύνθετης ονομασίας.
Επιπλέον, η ορθότητα της ερμηνείας αυτής του άρθρου 6 ενισχύεται από τις παρασχεθείσες από τη Δανική Κυβέρνηση πληροφορίες σχετικά με τις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα εντός του Συμβουλίου πριν από την υιοθέτηση του άρθρου 6. Οι παρατηρήσεις της Δανικής Κυβερνήσεως παρατίθενται στην τελευταία παράγραφο της εκθέσεως ακροατηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από την Ισπανική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία.
11. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται απλώς ότι ο κανονισμός εφαρμογής είναι παράνομος για τον λόγο ότι περιέχει διάταξη παρεκκλίνουσα του κανόνα που διατυπώνεται στο άρθρο 5 του βασικού κανονισμού. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης έντονα ότι ο κανονισμός εφαρμογής είναι παράνομος διότι αντιβαίνει στο άρθρο 9 του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι ορισμένος αριθμός αλκοολούχων ποτών που απαριθμούνται στο κείμενο, μεταξύ των οποίων το ρούμι και το brandy,
"όταν έχουν υποστεί προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προέλευσης δεν επιτρέπεται να φέρουν στη συσκευασία τους, υπό οποιαδήποτε μορφή, τη γενική ονομασία που επιφυλάσσεται για τα προαναφερόμενα ποτά".
Επομένως, κατά την άποψη της Ισπανικής Κυβερνήσεως, η διάταξη αυτή περιέχει, μεταξύ άλλων, μία απόλυτη απαγόρευση βάσει της οποίας προϊόν επονομαζόμενο brandy δεν μπορεί να έχει παραχθεί με προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως.
'Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, το επιχείρημα αυτό μπορεί να απορριφθεί για πολλούς λόγους. Η εν λόγω διάταξη περιορίζεται καταρχήν να διευκρινίζει αυτό που μπορεί ήδη εξ αρχής να θεωρηθεί ως συνέπεια των άλλων κανόνων του κανονισμού. Οι κατηγορίες αλκοολούχων ποτών που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή είναι όλες αυτές που, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, παράγονται με βάση αλκοολούχα ποτά άλλα πλην της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως. Επομένως, θα ήταν εξ αρχής αντίθετος προς το άρθρο 5 ο προσδιορισμός των απαριθμούμενων στο άρθρο 9 αλκοολούχων ποτών με ονομασία αντιστοιχούσα στον ορισμό τους, στην περίπτωση που θα είχαν παρασκευαστεί με τη βοήθεια αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να συναχθεί κατά τεκμήριο ότι η αναφερόμενη στο άρθρο 9 απαγόρευση περιλαμβάνει περιορισμό ως προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 6 δυνατότητα να εισάγεται παρέκκλιση στην απαγόρευση του άρθρου 5. Επιπλέον, η εξαίρεση ως προς τους γενικούς κανόνες του κανονισμού, που θεσπίζεται με τον κανονισμό εφαρμογής, αφορά τα λικέρ, δηλαδή εμπορεύματα που ικανοποιούν τα καθοριζόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση ιη' κριτήρια προσδιορισμού του προϊόντος αυτού. Η περιεχόμενη στον κανονισμό εφαρμογής παρεκκλίνουσα διάταξη ισχύει για τα εμπορεύματα που εξ ορισμού μπορούν να παρασκευαστούν από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως και δεν εφαρμόζεται επομένως στα εμπορεύματα που υπάγονται στο άρθρο 9. Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν θεωρώ ότι το άρθρο 9 μπορεί να έχει επίπτωση όσον αφορά την εκτίμηση της νομιμότητας του κανονισμού εφαρμογής.
12. Η Ισπανική Κυβέρνηση προέβαλε επίσης τρεις άλλους λόγους ακυρώσεως.
Πρώτον, η κυβέρνηση θεωρεί ότι το εξαιρετικό καθεστώς είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο και, επομένως, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Ισπανική Κυβέρνηση, η οποία, λόγω της εκπροσωπήσεώς της εντός της επιτροπής εφαρμογής για τα αλκοολούχα ποτά, έπρεπε να γνωρίζει τους λόγους που ενέπνευσαν τον κανονισμό, δεν μπορεί βασίμως να επικαλείται την ανεπάρκεια της αιτιολογίας που περιέχεται στο προοίμιο. Η αιτιολογία αυτή, συγκεκριμένα, μνημονεύει την αναγκαιότητα να προβλεφθούν κανόνες παρεκκλίσεων προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες χρήσεις που ήσαν ήδη από μακρού χρόνου καθιερωμένες κατά την έναρξη ισχύος του βασικού κανονισμού, καθώς και την αναγκαιότητα να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες επισημάνσεως και παρουσιάσεως για να αποφευχθεί ο κίνδυνος συγχύσεως με άλλα αλκοολούχα ποτά (5).
Η αιτιολογία επομένως περιέχει επαρκή στοιχεία επιτρέποντα στους ενδιαφερόμενους να γνωρίσουν τους λόγους του ληφθέντος μέτρου και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο νομιμότητας (6).
13. Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός εφαρμογής όχι μόνο δεν διασφαλίζει τα συμφέροντα των καταναλωτών, αλλ' αντιθέτως τους προκαλεί ζημία. Η κυβέρνηση επισημαίνει επίσης ότι οι κανόνες του κανονισμού εφαρμογής έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, περίπτωση α', της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7), δυνάμει της οποίας η επισήμανση δεν πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να παραπλανά τον αγοραστή.
Μου φαίνεται σαφές ότι οι απαιτήσεις παρουσιάσεως και επισημάνσεως, που ορίζει το άρθρο 7 β, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, αποτελούν κατάλληλα μέσα για να εμποδίσουν την παραπλάνηση των καταναλωτών. Θεωρώ εξάλλου ότι ο κανονισμός εφαρμογής έδωσε τη δυνατότητα θεσπίσεως τέτοιων συμπληρωματικών κανόνων, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει εξασφαλίζουν το ίδιο καλή ενημέρωση των καταναλωτών με αυτή που δικαίως θα απαιτείτο βάσει της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
14. Τρίτον, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η παρεκκλίνουσα διάταξη παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος των παραγωγών brandy ως προς τρία σημεία. Πρώτον, διότι ο κανονισμός εφαρμογής συνεπάγεται ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ο όρος brandy στην παρουσίαση αλκοολούχου ποτού παρασκευαζομένου από άλλη αλκοόλη, ενώ τα άλλα σύνθετα αλκοολούχα ποτά πρέπει να συμμορφώνονται προς τους γενικούς κανόνες του βασικού κανονισμού. Εν συνεχεία, διότι ο εν λόγω κανόνας βλάπτει τη φήμη του brandy ενώ προστατεύει τη φήμη των άλλων αλκοολούχων ποτών, δοθέντος ότι η χρησιμοποίηση αυτών των ονομασιών γένους αποκλείεται για τα αλκοολούχα ποτά που έχουν υποστεί προσθήκη αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως. Ο κανόνας αυτός έχει ως αποτέλεσμα να ευνοούνται οι παραγωγοί αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως εις βάρος των παραγωγών άλλων κατηγοριών αλκοολούχων ποτών. Τέλος, διότι οι παραγωγοί "αυθεντικού" apricot-brandy * δηλαδή apricot-brandy παρασκευασμένου από brandy * τίθενται σε δυσμενέστερη από άποψη ανταγωνισμού θέση σε σχέση με τους παραγωγούς που μπορούν να παρασκευάζουν το apricot-brandy από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
Ο λόγος ακυρώσεως αυτός είναι απορριπτέος. Οι κανόνες που εισάγουν παρέκκλιση δεν συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι επρόκειτο περί διαφορετικής μεταχειρίσεως ομοιόμορφων καταστάσεων. Τα απαριθμούμενα στο άρθρο 7 β προϊόντα είναι αυτά που βάσει των διαθέσιμων πληροφοριακών στοιχείων προσφέρονται αντικειμενικά, λόγω των παραδοσιακών μεθόδων παραγωγής και της παραδοσιακής ονομασίας τους, στον καθορισμό ειδικών κανόνων σχετικά με τις υφιστάμενες σύνθετες ονομασίες.
15. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα, εξυπακουομένου ότι το Βασίλειο της Δανίας θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * ΕΕ 1989, L 160, σ. 1.
(2) * Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού.
(3) * Για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1014/90 περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής για τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (ΕΕ 1991, L 160, σ. 5, όπως διορθώθηκε στην ΕΕ 1992, L 291, σ. 22).
(4) * Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 340, σκέψεις 11 έως 13.
(5) * Το προοίμιο περιλαμβάνει την ακόλουθη αιτιολογική σκέψη:
Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες χρήσεις οι οποίες έχουν καθιερωθεί ήδη από χρόνια, όταν άρχισε να ισχύει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1576/89, θα πρέπει να διατηρηθούν ορισμένες σύνθετες ονομασίες των λικέρ ακόμη κι εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται ή δεν προέρχεται μόνον από το αναφερόμενο αλκοολούχο ποτό ότι είναι απαραίτητο να διευκρινισθούν οι συνθήκες ονομασίας αυτών των λικέρ ώστε να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος σύγχυσης με τα αλκοολούχα ποτά που καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4 του [βασικού κανονισμού].
(6) * Βλ. την απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, C-358/90, Compagnia Italiana Alcool κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-2457, σκέψη 40).
(7) * Περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και για τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33).
Full & Egal Universal Law Academy