ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 17ης Μαρτίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Πρωτοδικείο εξέδωσε, την απόφασή του επί της ασκηθείσης από την επιχείρηση Stahlwerke Peine-Salzgitter AG αγωγής (στο εξής Peine-Salzgitter) κατά της Επιτροπής στις 27 Ιουνίου 1991 ( 1 ). Με την απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε η ευθύνη της Επιτροπής καθώς και η υποχρέωση της προς αποζημίωση. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
—
να ακυρώσει την απόφαση αυτή,
—
να εκδικάσει το ίδιο τη διαφορά και
—
να κηρύξει απαράδεκτο ένα μέρος των αιτημάτων της Peine-Salzgitter όσον αφορά την σε πρώτο βαθμό δίκη και να τ'απορρίψει ως αβάσιμα τα λοιπά.
Τα τεθέντα με την υπό κρίση υπόθεση προβλήματα είναι λίαν γνωστά και έχουν αποτελέσει το αντικείμενο εμπεριστατωμένης εξετάσεως. Εκτός από την προσβαλλομένη απόφαση, πληρέστατες είναι και οι προτάσεις που ανέπτυξε ενώπιον του Πρωτοδικείου ο δικαστής Biancarelli. Σ'αυτές ακριβώς τις προτάσεις επιθυμώ ν'αναφερθώ καθώς και στην έκθεση ακροατηρίου, ενώ θα προσπαθήσω, στη συνέχεια των προτάσεων μου, να είμαι όσο το δυνατό περισσότερο σύντομος.
Το πλαίσιο της αποφάσεως
2.
Τό άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής για τα καλυπτόμενα από τη Συνθήκη προϊόντα εφόσον κρίνει ότι η Κοινότητα βρίσκεται σε περίοδο προδήλου κρίσεως. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Κοινότητα διήλθε μια τέτοια περίοδο προδήλου κρίσεως όσον αφορά ορισμένα από τα καλυπτόμενα απ'τη Συνθήκη προϊόντα, η δε Επιτροπή υποχρεώθηκε, όπως ήταν επόμενο, να θέσει σε εφαρμογή ένα σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής όσον αφορά τον τομέα αυτό. Το σύστημα αυτό, του οποίου τη νομική βάση αποτελούν ορισμένες γενικές αποφάσεις της Επιτροπής με περιορισμένη διάρκεια ισχύος τροποποιήθηκε επανειλημμένως καθ'όλο το διάστημα εφαρμογής του και τερματίστηκε στις 30 Ιουνίου 1988. Το σύστημα αυτό έχει αποτελέσει το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Δικαστηρίου ( 2 ) και είναι λίαν γνωστό σ'αυτό.
3.
Το σύστημα αυτό χαρακτηριζόταν από μία έντονη παρεμβατικότητα και περιόριζε εξαιρετικώς την ελευθερία δράσεως των επιχειρήσεων. Τα χαρακτηριστικά του, καθ'όλο το διάστημα εφαρμογής του, ήταν τα εξής:
Το εν λόγω σύστημα ίσχυσε επί ορισμένων προϊόντων κατανεμημένων σε «ομάδες προϊόντων». Κάθε τρίμηνο, η Επιτροπή απηύθυνε σε κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση ατομική απόφαση με την οποία καθόριζε τις ποσοστώσεις παραγωγής που της είχαν χορηγηθεί. Καθόριζε επίσης το μέρος των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορούσε να παραδίδεται στην κοινή αγορά — ποσοστώσεις γνωστές ως «παραδόσεως». Οι ποσοστώσεις αυτές καθορίζονταν βάσει τω\παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς που είχαν οριστεί πατά την καθιέρωση του συστήματος κατόπιν εφαρμογής επ'αυτών συγκεκριμένων ποσοστών μειώσεως καθοριζομένων ανά τρίμηνο.
Ο καθορισμός των ποσοστώσεων παραδόσεως καθώς και η σχέση τους προς τις ποσοστώσεις παραγωγής αποτελούν τον πυρήνα της υπό κρίση διαφοράς. Ο λόγος υπάρξεως των ποσοστώσεων των γνωστών ως «παραδόσεως» έχει εκτεθεί ως εξής στο προοίμιο της πρώτης γενικής αποφάσεως:
«Παρ' όλο που το άρθρο 58 δεν προβλέπει ρητώς παρά ποσοστώσεις παραγωγής, ο κύριος αντικειμενικός σκοπός που είναι η επαναφορά ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως στην κοινή αγορά. Ο στόχος αυτός θα κινδύνευε αν, έστω και σεβόμενες τις ποσοστώσεις παραγωγής, ορισμένες επιχειρήσεις διέθεταν στην κοινή αγορά ποσότητες σχετικά μεγαλύτερες από αυτές που είχαν διαθέσει κατά την περίοδο από Ιούλιο 1977 έως Ιούνιο 1980 που χρησιμοποιήθηκε σαν βάση για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων παραγωγής» ( 3 ).
Η σχέση μεταξύ της ποσοστώσεως παραγωγής — γνωστής ως «ποσοστώσεως Ρ» — και της ποσοστώσεως παραδόσεως — καλούμενης «ποσόστωση Ι» — είχε μεγάλη σημασία για τις επιχειρήσεις καθόσον το μέρος παραγωγής των επιχειρήσεων που δεν διατί-θενταν στην κοινή αγορά, όπου οι τιμές ήταν σχετικώς ελκυστικές, έπρεπε, κατ'ανάγκη, να διατίθεται στις αγορές τρίτων χωρών όπου οι τιμές ήταν χαμηλότερες.
4.
Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η Peine-Salzgitter ανήκε στις επιχειρήσεις, οπωσδήποτε λίγες στον τομέα αυτό, για τις οποίες η σχέση Ι: Ρ ήταν λίαν δυσμενής όσον αφορά αρκετές ομάδες προϊόντων, τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε σχετικούς αριθμούς σε αναφορά με τον κοινοτικό μέσον όρο. Είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι η μεταβολή των ρευμάτων συναλλαγών και της σχέσεως μεταξύ των τιμών της κοινής αγοράς και των τιμών των αγορών των τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια των ετών που ακολούθησαν την καθιέρωση του συστήματος ποσοστώσεων υπήρξε ο λόγος για τον οποίο αντιμετώπισαν ιδιαίτερες δυσχέρειες οι επιχειρήσεις των οποίων η σχέση Ι: Ρ ήταν δυσμενής.
5.
Όμως, οι γενικές αποφάσεις της Επιτροπής περιελάμβαναν μιά ρήτρα περί δικαίας κρίσεως η οποία επέτρεπε, ανάλογα με τις περιστάσεις, να αντιμετωπίζονται τα δυσμενή αποτελέσματα των άλλων διατάξεων των αποφάσεων αυτών. Για να τύχει εφαρμογής, κατά τη διάρκεια της εξεταζομενης εν προκειμένω περιόδου, η σχετική διάταξη — το άρθρο 14 της αποφάσεως 234/84 — έπρεπε, λόγω του ύψους του ποσοστού μειώσεως ορισμένης κατηγορίας προϊόντων που είχε καθοριστεί για ένα τρίμηνο, το σύστημα των ποσοστώσεων να έχει προκαλέσει εξαιρετικές δυσκολίες σε μια επιχείρηση η οποία δεν είχε λάβει, κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν του εν λόγω τριμήνου, επιτραπείσες από την Επιτροπή ενισχύσεις προκειμένου να καλύψει τις ζημίες εκμεταλλεύσεως.
Η Επιτροπή έκανε χρήση της διατάξεως αυτής έναντι της Peine-Salzgitter κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων τριμήνων του 1984. Η Επιτροπή διεπίστωσε ότι η σχέση Ι: Ρ της Peine-Salzgitter όσον αφορά τα υπαγόμενα στην ομάδα III προϊόντα είχε μειωθεί από 52 σε 44 % και ότι το ποσοστό αυτό ήταν κατά 20 % χαμηλότερο του κοινοτικού μέσου όρου. Κατόπιν τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός αυτό είχε προκαλέσει εξαιρετικές δυσκολίες στην επιχείρηση οπότε αποφάσισε να της χορηγήσει συμπληρωματικές ποσοστώσεις για την ομάδα προϊόντων III.
Αντιθέτως, η Επιτροπή απέρριψε, το 1985, ανάλογες αιτήσεις, ισχυριζόμενη ότι, αντίθετα προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 14, η σχετική επιχείρηση είχε λάβει ενισχύσεις από τις γερμανικές αρχές και ότι τα αποτελέσματα εκμεταλλεύσεώς της ήταν στο σύνολό τους θετικά ύστερα από το τέταρτο τρίμηνο του 1984, οπότε δεν υφίσταντο πλέον «εξαιρετικές δυσκολίες» κατά την έννοια του άρθρου 14. Με την απόφαση που εξέδωσε στις 14 Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 103/85 (στο εξής «η πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988») ( 4 ), το Δικαστήριο ακύρωσε την ατομική απόφαση της Επιτροπής με την οποία το εν λόγω κοινοτικό όργανο αρνήθηκε να αναπροσαρμόσει τις ποσοστώσεις της Peine-Salzgitter όσον αφορά τα προϊόντα της κατηγορίας III για το πρώτο τρίμηνο του 1985. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ληφθείσες από τη Peine-Salzgitter ενισχύσεις δεν αποτελούσαν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 14 και ότι για την εκτίμηση του αν υφίσταντο «εξαιρετικές δυσκολίες» έπρεπε να ληφθεί υπ'όψη μόνο η κατάσταση της εν λόγω κατηγορίας προϊόντων.
6.
Η Επιτροπή είχε επανειλημμένως τονίσει ότι ήταν ανάγκη να γίνουν ορισμένες αναπροσαρμογές των παραγωγών και των ποσοτήτων αναφοράς και, ως εκ τούτου, της σχέσεως Ι: P. Η άποψη αυτή υπογραμμίστηκε ιδίως στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 25ης Σεπτεμβρίου 1985 σχετικά με την εισαγωγή συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής ύστερα από την 31η Δεκεμβρίου 1985 ( 5 ). Στο σημείο VII της ανακοινώσεως αυτής η Επιτροπή διαπιστώνει:
«Πράγματι φαίνεται απαραίτητη η τροποποίηση των ποσοτήτων αναφοράς, των οποίων η βάση παρέμεινε αμετάβλητη από τότε που καθιερώθηκε το σύστημα των ποσοστώσεων και οι οποίες στηρίζονταν σε ακόμα παλιότερα στοιχεία παραγωγής. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών οι εξελίξεις στη διάρθρωση των επιχειρήσεων και στην αγορά (εσωτερική και εξωτερική) ήταν τέτοιες που οι ποσότητες αυτές αναφοράς δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα της παραγωγής παρά τις χαλαρώσεις και τις ανταλλαγές που μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν βάσει της ισχύουσας απόφασης.
...
Δεδομένου ότι ο όγκος στις εμπορικές ανταλλαγές προϊόντων σιδήρου και χάλυβα μεταξύ της Κοινότητας και της υπόλοιπης αγοράς υπέστη ριζικές αλλαγές από τότε που καθιερώθηκε το σύστημα των ποσοστώσεων, πρέπει να γίνει επανεξέταση της κατάστασης των επιχειρήσεων στις οποίες η σχέση του τμήματος των ποσοστώσεων παραγωγής, που προορίζεται για παραδόσεις εκτός της Κοινότητας, προς τις ποσοστώσεις παραγωγής είναι, για το σύνολο των προϊόντων του συστήματος, πολύ κατώτερο από το κοινοτικό μέσο όρο. Αυτές οι ιστορικά γνωστές καταστάσεις δεν ανταποκρίνονται πλέον προς τους κοινοτικούς στόχους της πολιτικής στον τομέα του σιδήρου και χάλυβα και η Επιτροπή σκοπεύει να ενεργήσει ώστε, για την παραγωγή κάθε επιχείρησης, η σχέση που αναφέρθηκε παραπάνω να είναι όχι μικρότερη των 10 εκατοστιαίων μονάδων από τον κοινοτικό μέσον όρο, αν αυτό δε συνέβαινε μέχρι τώρα» (Η υπογράμμιση είναι δική μου).
Παρ'όλα αυτά, το Συμβούλιο δεν ενέκρινε την τροποποίηση της σχέσεως Ι: Ρ που επιθυμούσε η Επιτροπή και, στη συνέχεια, εξέδωσε μια γενική απόφαση με την οποία παρέτεινε το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής για τα έτη 1986 και 1987 ( 6 ) με την οποία όμως δεν αναπροσαρμόστηκε η σχέση Ι: Ρ που η Επιτροπή είχε προτείνει στο Συμβούλιο.
7.
Η Peine-Salzgitter άσκησε προσφυγή κατά της Επιτροπής στο πλαίσιο της οποίας ζήτησε, αφενός, την ακύρωση του άρθρου 5 της ισχύουσας γενικής αποφάσεως της Επιτροπής — δηλαδή της διατάξεως που περιελάμβανε τους γενικούς κανόνες σχετικά με τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως — και, αφετέρου, την ακύρωση των ατομικών αποφάσεων της Επιτροπής που αφορούσαν τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1986 κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές είχαν καθοριστεί οι ποσοστώσεις παραδόσεως της επιχειρήσεως για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια, Ιβ, Ιγ και III. Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 (στο εξής «η δεύτερη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988») ( 7 ), το Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της Peine-Salzgitter. Υπογράμμισε ότι η σχέση Ι: Ρ για τις σχετικές κατηγορίες προϊόντων ήταν εξαιρετικά δυσμενείς για την Peine-Salzgitter και αποφάνθηκε ότι έπρεπε ν'ακυρωθεί το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως της Επιτροπής κατά το μέτρο που δεν επέτρεπε τον καθορισμό των ποσοστώσεων παραδόσεως επί μίας βάσεως που η Επιτροπή θα θεωρούσε ως εύλογη για τις επιχειρήσεις των οποίων η σχέση μεταξύ της ποσοστώσεως παραγωγής και της ποσοστώσεως παραδόσεως ήταν αισθητά χαμηλότερη του κοινοτικού μέσου όρου. Επίσης το Δικαστήριο ακύρωσε τις ατομικές αποφάσεις που η Επιτροπή είχε λάβει έναντι της Peine-Salzgitter κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές είχαν καθοριστεί οι ποσοστώσεις παραδόσεως της επιχειρήσεως αυτής για τις κατηγορίες Ια, Ιβ, Ιγ και ΙII όσον αφορά τα δυο πρώτα τρίμηνα του 1986 ( 8 ).
8. Στη συνέχεια στην Επιτροπή εναπόκειτο, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η λήψη των μέτρων που συνεπαγόταν η εκτέλεση των δυο ακυρωτικών αποφάσεων. Κατά το χρόνο της εκδόσεως των ακυρωτικών αποφάσεων, το σύστημα των ποσοστώσεων μόλις είχε λήξει. Επομένως, δεν ήταν δυνατό στην Επιτροπή να προβεί στην εκτέλεση των αποφάσεων όπως θα είχε πράξει, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, σε ανάλογες περιπτώσεις, δηλαδή χορηγώντας στην Peine-Salzgitter μεγαλύτερες ποσοστώσεις ( 9 ). Όπως ήταν επόμενο, η επιχείρηση ζήτησε αποζημίωση από την Επιτροπή. Καθώς δεν κατέστη δυνατό οι δύο διάδικοι να συμφωνήσουν επί του σημείου αυτού, η εν λόγω επιχείρηση άσκησε την υπό κρίση αγωγή αποζημιώσεως.
9.Η Peine-Salzgitter ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1985 και 30ης Ιουνίου 1988 — δηλαδή επί 14 εν όλω τρίμηνα — η Επιτροπή είχε εκδώσει παράνομες αποφάσεις, πράγμα που κατ'αυτόν τον τρόπο θεμελίωνε τη σχετική της ευθύνη. Το οριστικό αίτημα αποζημιώσεως αφορά ποσό υψηλότερο των 77 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (DM) προ-σηυξημένο με τους σχετικούς τόκους. Η ζημία συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των εσόδων που η επιχείρηση θα μπορούσε να έχει πραγματοποιήσει αν η Επιτροπή της είχε χορηγήσει μεγαλύτερη ποσόστωση παραδόσεως για την αγορά της Κοινότητας και των εσόδων που όντως πραγματοποίησε καθώς αναγκάστηκε να πωλήσει σε χαμηλότερες τιμές σε τρίτες χώρες.
10.
Το Πρωτοδικείο, με την απόφαση του της 27ης Ιουνίου 1991, αποφάνθηκε κυρίως,
—
ότι η προαναφερθείσες ατομικές αποφάσεις βαρύνονταν με πταίσμα που θεμελίωνε την ευθύνη της Κοινότητας,
—
ότι η Peine-Salzgitter είχε υποστεί άμεση και ειδική ζημία λόγω των αποφάσεων αυτών,
—
ότι το αίτημα περί καταβολής ποσού 77603528 DM, εντόκως, απορρίπτεται ως πρόωρο και
—
ότι έπρεπε η υπόθεση να αναπεμφθεί στην Επιτροπή η οποία υποχρεούνταν να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την εύλογη αποκατάσταση της ζημίας της Peine-Salzgitter.
Όσον αφορά το παραδεκτό
11.
Η αγωγή της Peine-Salzgitter ασκήθηκε, κυρίως, βάσει του άρθρου 34, και, επικουρικώς, βάσει του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Το άρθρο 34 ορίζει:
«Σε περίπτωση ακυρώσεως, το Δικαστήριο αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον της Ανωτάτης Αρχής. Η Ανωτάτη Αρχή υποχρεούται να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως. Αν επιχείρηση ή ομάς επιχειρήσεων υφίσταται άμεση και ειδική ζημία εξαιτίας αποφάσεως ή συστάσεως, η οποία εκρίθη από το Δικαστήριο ότι επιβαρύνεται με πταίσμα που θεμελιώνει την ευθύνη της Κοινότητος, η Ανωτάτη Αρχή υποχρεούται να λάβει, ασκώντας τις εξουσίες που της παρέχονται από τις διατάξεις της παρούσης Συνθήκης, τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει εύλογη αποκατάσταση της ζημίας που προκύπτει ευθέως από την ακυρωθείσα απόφαση ή σύσταση και να χορηγήσει, κατά το αναγκαίο μέτρο, δίκαιη αποζημίωση.
Αν η Ανωτάτη αραχή παραλείψει να λάβει, εντός ευλόγου προθεσμίας, τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση ακυρωτικής αποφάσεως, είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.»
Σύμφωνα με το άρθρο 40, πρώτο εδάφιο:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 34, πρώτη παράγραφος, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιδικάζει, αιτήσει του ζημιωθέντος διαδίκου, χρηματική αποζημίωση εις βάρος της Κοινότητος, σε περίπτωση ζημίας που προξενείται κατά την εφαρμογή της παρούσης Συνθήκης εξ υπηρεσιακού πταίσματος της Κοινότητας.»
12.
Η Επιτροπή, κατά την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό της διαφοράς, ζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτο ένα μέρος του αιτήματος αποζημιώσεως της Peine-Salzgitter.
Πρώτον, ισχυρίστηκε ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να αποφανθεί παρά μόνο επί του ζητήματος αν υφίστατο ευθύνη της Επιτροπής, ενώ δεν μπορούσε να κρίνει σχετικά με το ζήτημα του ποσού της ενδεχομένης αποζημιώσεως. Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή ως προς το σημείο αυτό την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής και, έτσι, το μέρος αυτό της αποφάσεώς του δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.
Δεύτερον, η Επιτροπή προέβαλε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως όσον αφορά ατομικές αποφάσεις που δεν είχαν ακυρωθεί από το Δικαστήριο, δηλαδή τις ατομικές αποφάσεις που αφορούσαν τα τρία τελευταία τρίμηνα του 1985 καθώς και αυτές που αφορούσαν τα δύο τελευταία τρίμηνα του 1986, τα τέσσερα τρίμηνα του 1987 καθώς και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1988. Η Επιτροπή τόνισε ότι το άρθρο 34 ρητώς προϋποθέτει την προηγούμενη ακύρωση των επιδίκων αποφάσεων. Εξάλλου, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η Peine-Salzgitter δεν μπορούσε να προβάλλει ούτε το άρθρο 40. Από τον εν λόγω άρθρο ρητώς προκύπτει ότι τούτο εφαρμόζεται «με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 34, πρώτη παράγραφος» και, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, εξ αυτού έπεται ότι επιχειρήσεις που ασκούν προσφυγές για την αναγνώριση εξωσυμβατι-κής ευθύνης στηριζόμενες στην έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της Επιτροπής δεν μπορούν να πράττουν κάτι τέτοιο παρά μόνο δυνάμει του άρθρου 34.
13.
Το πρόβλημα αυτό απετέλεσε το αντικείμενο ενδελεχούς εξετάσεως στις σχετικές προτάσεις του δικαστή Biancarelli. Ο εν λόγω δικαστής φρονεί, κατ'ουσίαν, ότι το άρθρο 34 δεν μπορεί να χρησιμεύσει για την στήριξη αγωγής αποζημιώσεως αναφορικά με αποφάσεις που δεν έχουν ακυρωθεί. Αντιθέτως, θεωρεί ότι το άρθρο 40 μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεμελίωση αγωγών αποζημιώσεως, έστω και αν η προβαλλομένη ζημία έχει προκληθεί από μη ακυρωθείσα απόφαση. Ωστόσο, ο εν λόγω δικαστής έκρινε ότι ήταν ανάγκη, όσον αφορά αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις, το άρθρο 40 να ερμηνευτεί σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 34, οπότε ο δικαστής οφείλει επίσης, στις εκδικαζόμενες βάσει του άρθρου 40 υποθέσεις, να περιοριστεί στο να προσδιορίσει, κατά πρώτον, την ευθύνη της Κοινότητας και να της παράσχει τη δυνατότητα να λάβει στη συνέχεια τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση στους παθόντες μιας εύλογης αποκαταστάσεως της ζημίας ή, ενδεχομένως, καταβολής αποζημιώσεως.
14.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση της Επιτροπής, αλλά για λόγους άλλους από αυτούς που υπέδειξε ο δικαστής Biancarelli. Η συλλογιστική του στηρίχτηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1988, Αστερίς ( 10 ). Εν ολίγοις, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εκείνης έχουν ως εξής: η Επιτροπή είχε εκδώσει, για την περίοδο εμπορίας 1983/1984, έναν κανονισμό με τον οποίο καθόριζε τους συντελεστές που θα ίσχυαν για το ποσό της ενισχύσεως για την παραγωγή όσον αφορά τοματοπολτό. Με απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1985, το Δικαστήριο ακύρωσε τον κανονισμό αυτό κατά το μέτρο που μ'αυτόν δημιουργήθηκε ανισότητα ως προς τη μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών της Ελλάδος και των παραγωγών των άλλων κρατών μελών. Προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε νέο κανονισμό ισχύοντα για την περίοδο εμπορίας 1983/1984. Ωστόσο, δεν έκρινε αναγκαίο ν'ακυρώσει τους κανονισμούς που είχαν περιεχόμενο όμοιο προς αυτό του ακυρωθέντος για τις μεταγενέστερες της περιόδου 1983/1984 περιόδους εμπορίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, ενεργώντας κατ'αυτόν τον τρόπο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 176. Τα ασκούντα επιρροή χωρία του αιτιολογικού της εν λόγω αποφάσεως έχουν ως εξής:
«Εφ' όσον πρόκειται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για την ακύρωση κανονισμού του οποίου το αποτέλεσμα περιορίζεται σε καθορισμένη χρονική περίοδο (δηλαδή την περίοδο εμπορίας 1983/1984), το κοινοτικό όργανο —εκδότης του κανονισμού — έχει πρωτίστως την υποχρέωση να αποκλείσει από τις νέες διατάξεις που πρέπει να θεσπιστούν μετά την ακυρωτική απόφαση και που θα διέπουν τις μεταγενέστερες της απόφασης αυτής περιόδους εμπορίας κάθε διάταξη έχουσα το ίδιο περιεχόμενο με τη διάταξη που κρίθηκε παράνομη.
Πρέπει ωστόσο να γίνει δεκτό ότι, δυνάμει του αναδρομικού αποτελέσματος που προσδίδεται στις ακυρωτικές αποφάσεις, η διαπίστωση της παρανομίας ανατρέχει στην ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της διάταξης που ακυρώθηκε. Επομένως από αυτό πρέπει να συναχθεί ότι, εν προκειμένω, το οικείο κοινοτικό όργανο έχει επίσης την υποχρέωση να εξαλείψει τις διατάξεις που είχαν ήδη θεσπιστεί κατά το χρόνο εκδόσεως της ακυρωτικής απόφασης και οι οποίες διέπουν τις μεταγενέστερες του 1983/1984 περιόδους, εφόσον οι διατάξεις αυτές έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τη διάταξη που κρίθηκε παράνομη» (σκέψεις 29 και 30, η υπογράμμιση είναι δική μου).
Αναφερόμενο στη νομολογία αυτή, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε: «Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1988 ... προκύπτει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι ρητές ή σιωπηρές αποφάσεις που έχουν το ίδιο περιεχόμενο με την ακυρωθείσα και ελήφθησαν μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της και της ημερομηνίας εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του δικαστηρίου εξομοιώνονται με την ακυρωθείσα απόφαση. Η λύση αυτή πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση της εφαρμογής του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον η διάταξη αυτή έχει παρόμοια διατύπωση με το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ όσον αφορά την υποχρέωση του οργάνου που εξέδωσε την ακυρωθείσα διάταξη να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η ακυρωτική απόφαση του δικαστηρίου» ( 11 ). Κατόπιν τούτου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η υποβληθείσα από την Peine-Salzgitter αγωγή αποζημιώσεως μπορούσε να εξεταστεί κατ'ουσίαν στο σύνολό της με βάση το άρθρο 34.
15.
Συναφώς η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το Πρωτοδικείο έδωσε στη λύση που είχε επιλέξει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 26ης Απριλίου 1988 περιεχόμενο ευρύτερο από αυτό που της προσήκε. Όντως, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να εξομοιωθεί παρά μόνο προς τη δεύτερη φράση του άρθρου 34, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αναφορικά με την υποχρέωση της Επιτροπής να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση μιας ακυρωτικής αποφάσεως. Αντιθέτως, το άρθρο 176 δεν αντιστοιχεί στην τρίτη φράση του άρθρου 34, πρώτο εδάφιο, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γίνει δεκτή αγωγή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση επενεχθείσας ζημίας.
16.
Δεν κρύβω ότι δυσκολεύομαι να αντιληφθώ την άποψη της Επιτροπής όσον αφορά αυτήν την ένσταση απαραδέκτου. Νομίζω ότι είναι αναμφισβήτητο ότι η Peine-Salzgitter πρέπει να έχει το δικαίωμα να εξεταστεί κατ'ουσίαν το αίτημά της αποζημιώσεως για την ζημία που διατείνεται ότι υπέστη καθ'όλη τη διάρκεια της περιόδου από το 1985 έως μέσα 1988.
17.
Κατά την άποψή μου, μπορεί μια αγωγή αποζημιώσεως να γίνει δεκτή με βάση τόσο το άρθρο 34 όσο και το άρθρο 40.
Ίσως θα ήταν χρήσιμο να μνημονευτεί ότι, με την απόφαση του της 30ης Ιανουαρίου 1992, Finsider κλπ κατά Επιτροπής ( 12 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς την ουσία της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής, δηλαδή ότι το άρθρο 40 δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αντί του άρθρου 34 σε υποθέσεις όπου η ζημία προκύπτει από μια απόφαση της Επιτροπής που μπορεί να ακυρωθεί. Με την απόφαση του, το Δικαστήριο δέχθηκε να εξετάσει κατ'ουσίαν, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 40, ένα αίτημα αποζημιώσεως έστω και αν τούτο στηριζόταν σε αποφάσεις που δεν είχαν ακυρωθεί. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Μολονότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 40 της Συνθήκης δεν επιτρέπει την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας λόγω ελλείψεως νομιμότητας αποφάσεων της, ούτε από το γράμμα της διατάξεως αυτής ούτε από την οικονομία της συνάγεται κανένα στοιχείο που να επιτρέπει τον περιορισμό αυτό του πεδίου εφαρμογής της» (σκέψη 16).
18.
Πρέπει επίσης να μνημονευτεί ότι ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven, στις προτάσεις του στην υπόθεση Finsider, εξέφρασε τη γνώμη ότι το Πρωτοδικείο είχε ορθώς εφαρμόσει, στην προσβαλλομένη εδώ απόφαση του, τη νομολογία Αστερίς. Μολονότι εγνώ-ριζε ότι η Επιτροπή είχε ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο έκρινε χρήσιμο να εξετάσει το λόγο που είχε επικαλεστεί η Επιτροπή κατά της δοθείσας από το Πρωτοδικείο επί του σημείου αυτού λύσεως διότι έκρινε ότι το αίτημα αποζημιώσεως έπρεπε, εν πάσει περιπτώσει, να γίνει δεκτό βάσει του άρθρου 40 ( 13 ).
19.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο — δηλαδή να κάνει δεκτό στο σύνολó του το αίτημα αποζημιώσεως της Peine-Salzgitter — ήταν ορθό. Εξάλλου, αντίθετο αποτέλεσμα θα αντέβαινε στην «θεμελιώδη επιταγή της παροχής επαρκούς έννομης προστασίας, όπως έχει διατυπωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με διάφορους τομείς» ( 14 ).
Το μόνο πρόβλημα αφορά το ζήτημα αν νομική βάση του αιτήματος πρέπει να είναι το άρθρο 34 ή το άρθρο 40. Είναι πιθανό ότι, με την απόφαση του Finsider, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην αρχή ότι το άρθρο 40 αποτελεί τη νομική βάση για αγωγή αποζημιώσεως λόγω ζημίας επελθούσας από μη ακυρωθείσες αποφάσεις. Κατ'αυτόν τον τρόπο, στις σκέψεις 17 και 18 της αποφάσεως, φαίνεται ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι το άρθρο 34 αποτελεί τη νομική βάση αγωγών αποζημιώσεως σχετικά με ζημίες οφειλόμενες σε ακυρωθείσες αποφάσεις, ενώ το άρθρο 40 αποτελεί τη νομική βάση αγωγών σχετικά με άλλες ζημιογόνες ενέργειες.
20.
Κατά τη γνώμη μου, η επιλογή της μιάς ή της άλλης διατάξεως ως νομικής βάσεως σε μιά υπόθεση όπως η υπό κρίση δεν έχει και μεγάλη πρακτική σημασία. Νομίζω ότι, με την απόφαση του Finsider, το Δικαστήριο κατέδειξε ότι η επιλογή δεν έχει πρακτική επίπτωση όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται για τη θεμελίωση της ευθύνης. Επί πλέον, σε περίπτωση που το Δικαστήριο επρόκειτο να κρίνει ότι το άρθρο 40 αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση, θα συμφωνούσα μάλλον με τον δικαστή Biancarelli ως προς το ότι η ορθή ερμηνεία του άρθρου αυτού, υπό το φως του άρθρου 38, πρέπει να έχει ως συνέπεια ότι, σε μιά υπόθεση όπου ζητείται αποζημίωση για όμοιες αποφάσεις από τις οποίες άλλες έχουν ακυρωθεί και άλλες όχι, πρέπει οι «διαδικαστικές προϋποθέσεις» του άρθρου 34 να τύχουν εφαρμογής για το σύνολο, δηλαδή και για το τμήμα της αγωγής αποζημιώσεως που αφορά τις μη ακυρωθείσες αποφάσεις.
21.
Εξάλλου, νομίζω ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να υιοθετήσει τις σκέψεις του Πρωτοδικείου βάσει των οποίων η αγωγή αποζημιώσεως της Peine-Salzgitter έγινε δεκτή στο σύνολό της βάσει του άρθρου 34.
Οι μνημονευθείσες από την Επιτροπή διαφορές μεταξύ του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορούν να κλονίσουν την ουσιαστική ακρίβεια της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου.
22.
Η Επιτροπή επικρίνει επίσης το αιτιολογικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατά το μέτρο που, κατ'αυτήν, το Πρωτοδικείο κακώς ερμήνευσε την ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ της Peine-Salzgitter και της Επιτροπής, πράγμα που ώθησε την Peine-Salzgitter να παραιτηθεί από την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά πασών των ατομικών αποφάσεων.
Ωστόσο, πατά τη γνώμη μου, μια ανταλλαγή εγγράφων δεν αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο για το παραδεκτό του αιτήματος αποζημιώσεως της Peine-Salzgitter. Η αγωγή αποζημιώσεως θα έπρεπε να γίνει δεκτή έστω και χωρίς μιά τέτοια ανταλλαγή εγγράφων. Άλλωστε, το Πρωτοδικείο δεν προσέδωσε σ' αυτή την ανταλλαγή εγγράφων, προκειμένου να καταλήξει στα συμπεράσματά του, αποφασιστική, αυτή καθ'εαυτή, σημασία. Όπως εγώ βλέπω τα πράγματα, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε σ' αυτήν την ανταλλαγή εγγράφων προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ίδια η Επιτροπή είχε επίγνωση των υποχρεώσεων που της επιβάλλει το άρθρο 38 σχετικά με τη λήψη των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση ενδεχομένων ακυρωτικών αποφάσεων και, επομένως, αναφέρθηκε σ' αυτήν αποκλειστικώς για να στηρίξει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε βάσει της ερμηνείας του άρθρου 34.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ αναγκαίο να προβώ στην εξέταση της σημασίας που θα μπορούσε να έχει, υπό άλλες περιστάσεις, μιά τέτοια ανταλλαγή εγγράφων όσον αφορά τον περιορισμό των δυνατοτήτων της Επιτροπής να προβάλλει ενστάσεις απαραδέκτου. Περιορίζομαι στο να τονίσω ότι, κατά τη γνώμη μου, αυτή η ανταλλαγή εγγράφων έχει ως μόνο αποτέλεσμα να καθίσταται ακόμα περισσότερο ακατανόητη η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής.
Όσον αφορά την ουσία
23.
Ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι διάδικοι ανέπτυξαν πλήρως τις απόψεις τους σχετικά με την ορθότερη διατύπωση της θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας. Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε στις σκέψεις 71 έως 78 της βαλλομένης αποφάσεως και το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο είναι ότι η θεμελίωση αυτή, όπως έχει διαμορφωθεί όσον αφορά το πεδίο της Συνθήκης της ΕΟΚ με βάση το άρθρο 215, παράγραφος 2, πρέπει επίσης να τύχει εφαρμογής και όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στα άρθρα 33 και 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και αποφάνθηκε ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι «η ακύρωση και μόνο κανονιστικής πράξεως της Επιτροπής από το Δικαστήριο δεν αρκεί για να θεμελιώσει ευθύνη της Κοινότητας» (σκέψη 76) καθώς και ότι «το συμπέρασμα αυτό που στηρίζεται στην ίδια τη διατύπωση της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι παραπλήσιο με την κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας λόγω παρανόμων κανονιστικών πράξεων» (σκέψη 77). Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι: «Σε μιά έννομη τάξη που είναι ενιαία καίτοι έχει συσταθεί με τρεις διαφορετικές Συνθήκες, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, η ενότητα κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο θέμα της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας λόγω παρανόμων κανονιστικών πράξεων καθώς και η συνοχή του συστήματος δικαστικής προστασίας που έχουν θεσπίσει οι διάφορες Συνθήκες (βλ. τελευταία την απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88, Busseni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-519, σκέψεις 13 έως 16), οπότε, όταν ανακύπτει ζήτημα παράνομης κανονιστικής πράξεως, σκόπιμο είναι να ερμηνεύεται ο όρος πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 34, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με γνώμονα τα κριτήρια που έχει διαμορφώσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του για το άρθρο 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ» (σκέψη 78).
Εξάλλου, το Πρωτοδικείο συνόψισε τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, ως εξής: «... ότι, όπως προκύπτει απ'τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει πταίσμα που θεμελιώνει ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ παρά μόνο οσάκις η παράνομη πράξη συνιστά αρκούντως διακεκριμένη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τα άτομα ... ή οσάκις το όργανο, εκδίδοντας την παράνομη πράξη, υπέπεσε σε πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του ...» (σκέψη 74).
Επ'αυτής ακριβώς της βάσεως το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ως προς το ζήτημα αν η Επιτροπή, εκδίδοντας τις αποφάσεις, είχε υπερβεί κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια που της επιβάλλονται κατά την άσκηση των εξουσιών της. Όπως προανέφερα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τούτο ακριβώς συνέβαινε.
24.
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης που πρέπει να της καταλογιστεί, πλην όμως ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε την άποψη αυτή κατά τρόπο εσφαλμένο ως προς περισσότερα του ενός σημεία.
25.
Δεν συντρέχει ωστόσο λόγος να εξεταστεί αν ορθώς το Πρωτοδικείο προέβη στην κατ' αναλογίαν εφαρμογή της θεμελιώσεως της ευθύνης που είχε γίνει δεκτή με την νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης της ΕΟΚ. Πράγματι, είναι σαφές ότι, εν των μεταξύ, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού. Τούτο συνέβη με την ήδη μνημονευθείσα απόφαση της 30ης Ιανουαρίου 1992,
Finsider, όπου το Δικαστήριο θεμελίωσε την ευθύνη, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά τρόπο διαφορετικό απ'ότι το Πρωτοδικείο. Θα ήταν σκόπιμο να αναφερθούν οι εξής σκέψεις της σχετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου:
«Κατ'αρχάς επιβάλλονται ορισμένες παρατηρήσεις επί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες κινείται η ευθύνη της Κοινότητας βάσει των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ» (σκέψη 19).
«Πρώτον, από το γράμμα των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προκύπτει ότι, για να γεννηθεί ευθύνη της Κοινότητας, πρέπει να συντρέχει πταίσμα, επομένως δεν αρκεί το γεγονός ότι η απόφαση είναι παράνομη» (σκέψη 20).
«Έτσι, για να εκτιμηθεί η φύση του πταίσματος που πρέπει να συντρέχει για να γεννάται ευθύνη της Κοινότητας, είτε βάσει του άρθρου 34 είτε βάσει του άρθρου 40, τα οποία, όπως αναφέρθηκε, δεν παρέχουν καμία σχετική διευκρίνιση, τα σημεία αναφοράς αποτελούν τομείς στους οποίους παρεμβαίνουν οι τομείς στους οποίους παρεμβαίνει και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρεμβαίνει το κοινοτικό όργανο. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται υπ'όψη, μεταξύ άλλων, ο περίπλοκος χαρακτήρας των καταστάσεων που πρέπει να ρυθμίσει το όργανο, οι δυσχέρειες εφαρμογής των νομοθετικών κειμένων και το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το όργανο δυνάμει των κειμένων αυτών» (σκέψη 24).
«Τέλος, προϋπόθεση της γεννέσεως ευθύνης της Κοινότητας δεν είναι μόνο η ύπαρξη πταίσματος, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, και ζημίας, αλλά και ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πταίσματος αυτού και της ζημίας αυτής, συνάφεια την οποία καλείται να αποδείξει ο ενάγων ...» (σκέψη 25).
26.
Κατ'αυτόν τον τρόπο, βάσει ακριβώς αυτής της διαπιστώσεως σχετικά με τη θεμελίωση της ευθύνης, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν υφίσταται ευθύνη της Κοινότητας έναντι της Peine-Salzgitter. Επομένως, ήδη προκύπτει σαφώς ότι, πριν από οποιαδήποτε εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθούν στο σύνολό τους οι σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Έστω κι αν το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ελαττώματα που βαρύνουν το αιτιολογικό μιάς αποφάσεως δεν συνεπάγονται την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ( 15 ) για όσο χρόνο το διατακτικό της αποφάσεως εξακολουθεί να είναι έγκυρο, οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως με ωθούν στο να αναρωτηθώ μήπως θα ενδεικνυόταν η εξέταση από το Δικαστήριο της υποθέσεως ως προς την ουσία της. Εκ πρώτης όψεως, μιά τροποποίηση της θεμελιώσεως της ευθύνης θα μπορούσε να έχει τόση σημασία ώστε να είναι ανάγκη να αναπεμφθεί η εξέταση αυτή στο Πρωτοδικείο. Αρκετοί είναι οι λόγοι που με ωθούν στο να μη προτείνω, παρ' όλα αυτά, μιά τέτοια λύση στο Δικαστήριο. Και τούτο επειδή, κατ'αρχάς, θα μπορούσα ευλόγως ν'αναρωτηθώ σε ποιό βαθμό μιά διαφορά όσον αφορά τον τρόπο διατυπώσεως της θεμελιώσεως της ευθύνης της Επιτροπής σχετικά με αποζημίωση μπορεί να συνεπάγεται, αυτή καθεαυτή, κάποια συγκεκριμένη διαφορά ως προς το αποτέλεσμα και επίσης επειδή από πρακτική κατά τη γνώμη μου άποψη ουδόλως υφίσταται αποφασιστική διαφορά μεταξύ των δύο τύπων ευθύνης. Δεύτερον, λόγοι οικονομίας της διαδικασίας συνηγορούν υπέρ της επιλύσεως από το ίδιο το Δικαστήριο, κατά τρόπο οριστικό, της διαφοράς στην υπό κρίση υπόθεση και, τρίτον, ουδέν πρόσθετο, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στοιχείο δεν είναι αναγκαίο. Επιπλέον, καθώς φαίνεται, ούτε οι ίδιοι οι διάδικοι έχουν προσδώσει αποφασιστική για την επίλυση της διαφοράς σημασία στο γεγονός ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση του Finsider, θεμελίωσε την ευθύνη επί βάσεως διαφορετικής απ'αυτήν που δέχθηκε το Πρωτοδικείο.
27.
Κατά τη γνώμη μου, το ουσιώδες στοιχείο επί του οποίου η Peine-Salzgitter στηρίζει το αίτημά της αποζημιώσεως είναι το ότι, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή φέρει, στο πλαίσιο ενός συστήματος ποσοστώσεων, την υποχρέωση να καθορίζει τις ποσοστώσεις των επιχειρήσεων «επί ευλόγου βάσεως, λαμβανομένων υπ'όψη των αρχών που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4» — μεταξύ των οποίων επισημαίνεται ιδιαίτερα η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των παραγωγών — και ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αυτή, την υποχρεώνει να επανορθώσει.
28.
Αν τούτο είναι ένα θεμελιώδες αξίωμα, είναι λογικό να εξεταστούν προκαταρκτικώς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Επιτροπής στην δεύτερη του απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 με την οποία ακύρωσε, ειδικότερα, το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 σε αναφορά με το άρθρο 58.
Όπως έχω προείπει, το σημαντικό, εν προκειμένω, στοιχείο είναι το ότι κατά την περίοδο ισχύος της γενικής αποφάσεως 234/84, η Επιτροπή είχε πληροφορηθεί ότι η σχέση Ι: Ρ ήταν για μερικές επιχειρήσεις ιδιαίτερα δυσμενής. Μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών, η Peine-Salzgitter κατείχε ιδιάζουσα θέση λόγω του ότι ήταν η μόνη της οποίας η σχέση Ι: Ρ ήταν ιδιαίτερα δυσμενής όσον αφορά τις τέσσερις κατηγορίες προϊόντων, και τούτο τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και σε σχέση με το κοινοτικό μέσον όρο. Με την ήδη μνημονευθείσα ανακοίνωση της 25ης Σεπτεμβρίου 1985, η Επιτροπή διεπίστωσε ότι ήταν «απαραίτητο» να προσαρμοστούν οι ποσοστώσεις παραδόσεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε σε καμιά επιχείρηση να μη χορηγηθούν ποσοστώσεις κατώτερες το πολύ κατά 10 % του κοινοτικού μέσου όρου. Όπως έχω αναφέρει, το Συμβούλιο, του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη για την εισαγωγή ενός συστήματος ποσοστώσεων, δεν παρέσχε την έγκριση του επ'αυτού του σημείου της ανακοινώσεως της Επιτροπής. Σύμφωνα με τα υφιστάμενα στοιχεία, το Συμβούλιο δεν αιτιολόγησε την άρνηση αυτή. Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέδωσε τη γενική απόφαση 3485/85η οποία δεν περιελάμβανε την διόρθωση της σχέσεως Ι: Ρ που η ίδια είχε θεωρήσει, στην ανακοίνωση της, απαραίτητη.
Σύμφωνα με τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις, τούτο δεν οφειλόταν στο ότι η Επιτροπή άλλαξε γνώμη ως προς την αναγκαιότητα της διορθώσεως της σχέσεως Ι: Ρ. Ο λόγος εν προκειμένω ήταν ότι η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν υποχρεωμένη να σεβαστεί την αντίθετη άποψη του Συμβουλίου.
Αφού εξέτασε την οικονομία του άρθρου 58 καθώς και τη σχετική του νομολογία, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι:
«Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή εξέτασε την ειδική κατάσταση επιχειρήσεων όπως η Stahlwerke Peine-Salzgitter και η Hoogovens, όπως επιβάλλει το άρθρο 58, παράγραφος 2, και διαπίστωσε ότι οι σχέσεις Ι: Ρ των εν λόγω επιχειρήσεων έπρεπε να προσαρμοστούν ώστε να καθοριστούν ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έλαβε, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 2, τις διατάξεις που επέβαλε η διαπίστωση αυτή, αλλά περιορίστηκε να υποβάλει στο Συμβούλιο σχέδιο, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, Ελλείψει σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου, εξέδωσε τη νέα γενική απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ, η οποία διατηρούσε αμετάβλητο το σύστημα των ποσοστώσεων. Μη προβαίνοντας στη μεταβολή της σχέσεως Ι: Ρ την οποία έκρινε αναγκαία προκειμένου να καθορίσει ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 2, η Επιτροπή επεδίωξε σκοπό διαφορετικό από εκείνο που της επέβαλε να επιδιώκει η εν λόγω διάταξη και, συνεπώς, υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας. Εφόσον η Επιτροπή είχε διαπιστώσει την ανάγκη άρσεως της δυσαρμονίας της σχέσεως Ι: Ρ, που χαρακτήριζε την ειδική κατάσταση επιχειρήσεων όπως οι προσφεύγουσες, πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει κατάχρηση εξουσίας έναντι των προσφευ-γουσών» (σκέψη 27).
29.
Η Επιτροπή δήλωσε ότι, κατά τη γνώμη της, δεν είχε διαπράξει σοβαρό πταίσμα θεωρώντας ότι η έγκριση του Συμβουλίου ήταν αναγκαία για την τροποποίηση της σχέσεως Ι: Ρ. Ισχυρίστηκε ότι ήταν καλής πίστεως όσον αφορά την ανάγκη λήψεως της σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου και ότι μιά εσφαλμένη αντίληψη σχετικά μ'έναν τέτοιο κανόνα διαδικασίας δεν μπορούσε να θεμελιώσει την ευθύνη της.
30.
Συναφώς, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, στις προτάσεις του όσον αφορά τη δεύτερη απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, ο γενικός εισαγγελέας Mischo δικαιολόγησε πειστικώς τη γνώμη ότι τόσο η γενική απόφαση 3485/85 όσο και οι ατομικές αποφάσεις που εκδόθηκαν επί της βάσεως αυτής έπρεπε να ακυρωθούν, και τούτο έστω και αν για την τροποποίηση της σχέσεως Ι: Ρ ήταν αναγκαία η έγκριση του Συμβουλίου ( 16 ). Το κύριο επιχείρημα του γενικού εισαγγελέα Mischo ήταν ότι ο κανόνας του άρθρου 58, παράγραφος 2, είναι τόσο θεμελιώδης ώστε η παράβαση του πρέπει, εν πάσει περιπτώσει, να κολάζεται από το Δικαστήριο kατ'εφαρμογήν, ιδίως, του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι το Δικαστήριο διασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης. Ενδεχόμενη υποχρέωση σχετικά με την ύπαρξη σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου δεν θα μπορούσε κατά τη γνώμη μου να αποκλείσει την ευθύνη, όπως ούτε θα μπορούσε να εμποδίσει την ακύρωση μιας αποφάσεως της Επιτροπής. Ο κανόνας του άρθρου 58, παράγραφος 2, σχετικά με τις δίκαιες ποσοστώσεις αποτελεί την έκφραση θεμελιώδους αρχής του δικαίου της ΕΚΑΧ υπό την έννοια ότι οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να υπόκεινται σε δυσμενείς διακρίσεις. Κατά πάγια νομολογία του, το Δικαστήριο προσδίδει αποφασιστική σημασία στην τήρηση από την Επιτροπή της υποχρεώσεως αυτής ( 17 ). Είναι προφανές ότι η τήρηση της επιβαλλομένης με το άρθρο 58, παράγραφος 2, υποχρεώσεως είναι αποφασιστικής σημασίας για την αποδοχή από τους διοικουμενους των θεσπισμένων κανόνων, πράγμα που, άλλωστε, αποτελεί και το θεμέλιο ολοκλήρου του συστήματος των ποσοστώσεων. Νομίζω ότι το γεγονός ότι ο παραβιασθείς κανόνας είναι βασικός, συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως της ευθύνης, και τούτο ασχέτως του αν η συμφωνία του Συμβουλίου ήταν ή όχι αναγκαία.
31.
Επ'αυτής ακριβώς της βάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι:
«η εναγομένη δεν μπορούσε ν'αγνοεί ότι είχε την υποχρέωση να καθορίσει με δική της ευθύνη τις ποσοστώσεις παραδόσεως επί ευλόγου βάσεως φροντίζοντας ώστε να τηρείται ανά πάσα στιγμή και σχολαστικά η αρχή της ισότητας όσον αφορά τα δημόσια βάρη (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 1961, 14/60, 16/60, 17,60, 20/60, 24/60, 26/60, 27/60 και 1/61, Meroni κλπ κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ, Συλλογή τόμος 1961, σ. 319), και, αφετέρου, ότι δεν μπορούσε να αγνοεί ότι, με την παράβαση αυτής της υποχρεώσεως της, παραβιάζεται και η αρχή της δίκαιης κατανομής των ποσοστώσεων παραδόσεως έναντι μικρού αριθμού επιχειρήσεων για τις οποίες η σχέση Ι: Ρ είχε καταστεί εξαιρετικά δυσμενής» (σκέψη 117).
32.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα την έκρινε υπεύθυνη, τούτο θα ισοδυναμούσε με παράλογη αμφισβήτηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή σχετικά με τον καθορισμό των ποσοστώσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο διαθέτει σημαντική εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να προσδιορίζει δίκαιες ποσοστώσεις. Ωστόσο, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή είχε ασκήσει την εξουσία της εκτιμήσεως επί του σημείου αυτού και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αναπροσαρμογή της σχέσεως Ι: Ρ ήταν αναγκαία για την διατήρηση δικαίων ποσοστώσεων. Τούτο η Επιτροπή δεν το αμφισβήτησε ούτε, στη συνέχεια, δήλωσε ή παραδέχθηκε ότι η εκτίμησή της ήταν εσφαλμένη. Γι'αυτό ακριβώς το λόγο, όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σχέση Ι: Ρ της Peine-Salzgitter ήταν εξαιρετικώς δυσμενής, τούτο δε σημαίνει ότι αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής αλλά ότι την ακολουθεί. Το γεγονός ότι ο αμφισβητούμενος κανόνας αφήνει έτσι κάποια ελευθερία εκτιμήσεως στην Επιτροπή, τούτο δε σημαίνει όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι δεν θεμελιώνεται ευθύνη της.
33.
Επιπλέον, ο κανόνας σχετικά με τον καθορισμό ποσοστώσεων επί ευλόγου βάσεως σαφώς σκοπεί στην προστασία των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Εξάλλου, είναι φυσικό η προστασία αυτή να συνεπάγεται δικαίωμα αποζημιώσεως, και τούτο για τον πρόσθετο λόγο ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο το ότι, όπως έχω προαναφέρει, η Peine-Salzgitter «αποζημιώθηκε, κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο, σε είδος» καθώς της χορηγήθηκαν μεγαλύτερες ποσοστώσεις ως εάν το σύστημα ποσοστώσεων να εξακολουθούσε πάντοτε να ισχύει και μετά την ακύρωση από το Δικαστήριο των αποφάσεων της Επιτροπής.
34.
Ενόψει αυτής της νομικής και πραγματικής αλληλουχίας στην οποία εντάσσονται οι αποφάσεις της Επιτροπής καθώς και του περιορισμένου περιθωρίου εκτιμήσεως της στη συγκεκριμένη περίπτωση, νομίζω ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τις σχετικές αποφάσεις, διέπραξε κατάφωρο πταίσμα σε βάρος της Peine-Salzgitter.
Γι' αυτό ακριβώς το λόγο φρονώ, εν ολίγοις, ότι, εκδίδοντας τη γενική απόφαση 3485/85 χωρίς να μεταβάλει την σχέση Ι: Ρ, η Επιτροπή ενήργησε κατά τρόπο ο οποίος θεμελιώνει την ευθύνη της με αποτέλεσμα να υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση για τις ζημίες που η Peine-Salzgitter υπέστη λόγω παρανόμων αποφάσεων κατά τα έτη 1986, 1987 και το πρώτο τρίμηνο του 1988.
35.
Οι λόγοι που με οδηγούν στο συμπέρασμα αυτό ισχύουν, σε σημαντικό βαθμό, και όσον αφορά τις ατομικές αποφάσεις για το έτος 1985, οι οποίες ακυρώθηκαν με την πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1988 ή των οποίων ο παράνομος χαρακτήρας απορρέει, κατά τρόπο άμεσο, από την απόφαση αυτή. Ως γνωστό, αυτή η απόφαση του Δικαστηρίου είχε σχέση με την άρνηση της Επιτροπής να χορηγήσει στην Peine-Salzgitter συμπληρωματικές ποσοστώσεις, μολονότι είναι αναμφισβήτητο ότι η σχέση Ι: Ρ της επιχειρήσεως εκείνης ήταν, πατά την εποχή εκείνη, εξαιρετικώς δυσμενής όσον αφορά την κατηγορία προϊόντων III. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η γενική απόφαση 234/84 που ίσχυε τότε περιελάμβανε, στο άρθρο της 14, τη βάση η οποία επέτρεπε τη χορήγησε σε μιά επιχείρηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων σε περίπτωση που η επιχείρηση αυτή αντιμετώπιζε εξαιρετικές δυσκολίες. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Μαρτίου 1982, Alpha Steel ( 18 ), με το άρθρο 14 επιδιώχθηκε ακριβώς η θέσπιση μιας επιεικούς διατάξεως με την οποία να καθίσταται δυνατή η απά-λυνση των λοιπών διατάξεων της γενικής αποφάσεως. Παρ'όλα αυτά, η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει συμπληρωματικές ποσοστώσεις στην Peine-Salzgitter.
Είναι σαφές ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των εννόμων καταστάσεων που υφίσταντο το 1985, αφενός, και το 1986 έως το 1988, αφετέρου, καταστάσεων οι οποίες εξετάστηκαν από το Δικαστήριο, αντιστοίχως, με την πρώτη και τη δεύτερη απόφαση του της 14ης Ιουλίου 1988. Ωστόσο, υπό το πρίσμα του σχετικού με την αποζημίωση δικαίου, αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι ότι οι δύο καταστάσεις ομοιάζουν μεταξύ τους όσον αφορά δύο σημεία τα οποία είναι, κατά τη γνώμη μου, αποφασιστικής σημασίας. Και στις δυό περιπτώσεις, στην Επιτροπή εναπόκειτο να διαχειριστεί το σύστημα των ποσοστώσεων κατά τρόπο δίκαιο και αμερόληπτο ως προς τις επιχειρήσεις, Και, στις δυό περιπτώσεις, το επίμαχο ζήτημα συνίστατο στο ότι η σχέση Ι: Ρ, που ίσχυε για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, ήταν εξαιρετικώς δυσμενής για την Peine-Salzgitter, πράγμα που και η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει. Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε το 1985η Επιτροπή προκειμένου να αρνηθεί τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων στην Peine-Salzgitter απερρίφθησαν από το Δικαστήριο ως στερούμενοι νομιμότητας, φρονώ ότι οι θεμελιώνουσες την ευθύνη της Επιτροπής προϋποθέσεις συντρέχουν και όσον αφορά τα τέσσερα τρίμηνα του 1985. Τούτο ακριβώς υπογραμμίζει και το επιση-μανθέν από το Πρωτοδικείο γεγονός «... [η Επιτροπή στο πλαίσιο της αρνήσεως της χορηγήσεως] παραβίασε κατάφωρα την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών» (σκέψη 92).
36.
Βεβαίως, η Επιτροπή επιμόνως ισχυρίστηκε ότι η νομική πλάνη στην οποία υπέπεσε σε σχέση με την άρνησή της να χορηγήσει συμπληρωματικές ποσοστώσεις στην Peine-Salzgitter είναι συγγνωστή, κυρίως όσον αφορά το τμήμα των λόγων της αρνήσεως κατά το οποίο το άρθρο 14 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής διότι η Peine-Salzgitter ήταν γενικώς δικαιούχος ποσοστώσεων. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι δεν έλαβε υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1983, Usines Gustave Böel ( 19 ), όταν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν υφίσταντο εξαιρετικές δυσκολίες. Κατά την Επιτροπή, μόλις με την πρώτη του απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, το Δικαστήριο διευκρίνησε ότι δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των άλλων κατηγοριών προϊόντων που είναι δυνατό να συντελέσουν στο να πραγματοποιήσει μιά επιχείρηση, στο σύνολο της, κέρδη. Εξάλλου, η Επιτροπή διατείνεται ότι οι σχετικοί λόγοι ήταν σύμφωνοι με την πάγια διοικητική της πρακτική κατά την οποία, για την εφαρμογή του άρθρου 14, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των επιχειρήσεων στο σύνολó τους, και τούτο διότι δεν επρόκειτο για την έξοδο από την κρίση όσον αφορά ορισμένες αγορές αλλά για την έξοδο από την κρίση όσον αφορά το σύνολο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα.
Αρκετοί είναι οι λόγοι που με εμποδίζουν να δεχθώ την επιχειρηματολογία αυτή. Κατά την κρίση μου, δεν είναι κατ'ανάγκη αποφασιστικής σημασίας αυτό καθεαυτό το ζήτημα αν η πλάνη που εξετάζεται εδώ πρέπει να θεωρηθεί χωριστά, ως περισσότερο ή λιγότερο πρόδηλη παι σοβαρή, και τούτο ενόψει του γεγονότος ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης που έχουν καθοριστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση του Finsider στηρίζοντα σε συνολική εκτίμηση του τρόπου ενεργείας της Επιτροπής καθώς και ενόψει του γεγονότος ότι, κατά την άποψη μου, στο πλαίσιο μιάς τέτοιας συνολικής εκτιμήσεως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η Επιτροπή παρέβη έναντι της Peine-Salzgitter την υποχρέωση της να διαχειριστεί το σύστημα ποσοστώσεων κατά τρόπο δίκαιο και αμερόληπτο.
Εξάλλου, ορθώς το Πρωτοδικείο στήριξε, εν προκειμένω, το σκεπτικό του στο γεγονός ότι,
—
με την πρώτη του απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην απόφαση του στην υπόθεση Usines Gustave Böel προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι, κατά τον προσδιορισμό του αν υφίσταντο «εξαιρετικές δυσκολίες», η Επιτροπή δεν όφειλε να λάβει υπόψη την κατάσταση όσον αφορά άλλα προϊόντα (σκέψη 18) και
—
με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο ρητώς δέχτηκε: «όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη δικογραφία κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή πολλές φορές χορήγησε συμπληρωματικές ποσοστώσεις δυνάμει του άρθρου 14, και ότι οι οικείες επιχειρήσεις παρουσίαζαν κέρδη» (σκέψη 19).
37.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, όσον αφορά τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με το 1985, ουδείς συντρέχει λόγος να τροποποιηθούν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο με την απόφαση του.
38.
Τέλος, πρέπει να εξεταστεί, όπως επιβάλλει το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το ζήτημα, αν η Peine-Salzgitter υπέστη άμεση και ειδική ζημία. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι αναμφισβήτητα τούτο ακριβώς είχε συμβεί. Την άποψη αυτή συμμερίζομαι και εγώ φρονώντας ότι τα περί του εναντίου επιχειρήματα της Επιτροπής είναι αβάσιμα.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο ότι, σε περίπτωση που το σύστημα των ποσοστώσεων είχε διατηρηθεί, η Peine-Salzgitter θα είχε τύχει τουλάχιστον κάποιας αποκαταστάσεως της ζημίας που είχε υποστεί, και τούτο υπό τη μορφή χορηγήσεως μεγαλυτέρων ποσοστώσεων. Δυσχερώς μπορώ να εννοήσω για ποιó λόγο η κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων θα έπρεπε να μεταβάλει αποφασιστικά την υποχρέωση της Επιτροπής να επανορθώσει τη ζημία που η Peine-Salzgitter υπέστη από ενέργειες που θεμελιώνουν την ευθύνη του εν λόγω κοινοτικού οργάνου.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε ζημία χρήζουσα αποκαταστάσεως αν ληφθεί υπ'όψη ότι η Peine-Salzgitter πραγματοποίησε κέρδη στην περίοδο κρίσεως κατά την οποία ίσχυε το σύστημα των ποσοστώσεων, τούτο δεν αποτελεί ένα βάσιμο επιχείρημα. Με την πρώτη ακυρωτική απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 έχει ρητώς γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη κερδών δεν αποκλείει τη χορήγηση σε μιά επιχείρηση ποσοστώσεων καθοριζομένων κατά τρόπο δίκαιο. Η ζημία, ακριβώς, που προκύπτει από την μη χορήγησή τους είναι αυτή που πρέπει να αποκατασταθεί από την Επιτροπή. Πρέπει να θεωρηθεί ως ήδη αποδεδειγμένο το γεγονός ότι η ζημία που υπέστη η Peine-Salzgitter υπερβαίνει τα ανεκτά οικονομικώς όρια που πρέπει γενικώς να ισχύουν για μιά επιχείρηση αν ληφθεί υπόψη η δεύτερη ακυρωτική απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «δεν αμφισβητείται ότι οι δυσμενείς αυτές σχέσεις Ι: Ρ προκαλούν εξαιρετικές οικονομικές δυσχέρειες» στις οικείες επιχειρήσεις (σκέψη 7). Η Επιτροπή δεν προσπάθησε να αποδείξει ότι οι ζημίες κείνταν εντός των ορίων αυτού που μιά επιχείρηση πρέπει γενικώς να ανέχεται να υφίσταται σε κάποιο οικονομικό τομέα.
39.
Αυτός είναι, ακριβώς, και ο λόγος για τον οποίο προτείνω στο Δικαστήριο να επικυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της αναιρέσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Υπόθεση Τ-120/89, συλλογή 1991, σ. II-279.
( 2 ) Βλ, αναφορικά με τη σχετική νομολογία, Charles Funck: «Le régime de crise de la CECA dans les arrêts de la Cour de justice des Communautés européennes», Cahier die Droit Européen, αριθ. 3/4, σ. 251.
( 3 ) Βλ. την απόφαση 2794/80, τη; 31.10.1980, περί καθορισμού ενό; αυστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβος για τις επιχειρήσεις της βιομηχανία; σιδήρου και χάλυβος (ΕΕ ειδ. έχδ. 13/10, σ. 50).
( 4 ) Συλλογή 1988, σ. 4131.
( 5 ) Έγγραφο COM (85)509.
( 6 ) Βλ. την απόφαση 34S5/85, ΕΕ 1985 L 340, α. 5.
( 7 ) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 33/86, 44/86, 110/86, 226/86 και 285/86, συλλογή 1988, σ. 4309
( 8 ) Στη συνέχεια, το Δικαστήριο ακύρωσε επίσης το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 194/88, η οποία αντικατέστησε την προ-μνημονευΟείσα απόφαση 3485/85 και της οποίας η περίοδος ισχύος κάλυψε το πρώτο τρίμηνο του 1988 βλ. την απόφαση της 14ης Ιουνίου 1989, ουνεκδικασθείσες υπο0έαεις218/87 και 223/87, 72/88 και 92/88, Hoogovens, Συλλογή 1989, σ. 1711.
( 9 ) Βλ. σχετικώς τις προταθείς του δικαστή Biancarelli στην υπόθεση Τ-120/89, στις οποίες, στο τμήμα I in fine, αναφέρεται: «ΚαΟ'όλη τη διάρκεια της ισχύος του συστήματος των ποσοστώσεων, παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίστηκαν χωρίς δυσκολία με τη χορήγηση από την Επιτροπή συμπληρωματικών ποσοστώσεων στις προσφεύγουσες επιχειρήσεις που κέρδισαν την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Λυτή η αποκατάσταση εις είδος αντιστοιχεί εξάλλου με την “εύλογη αποκατάσταση” κατά την έννοια του άρθρου 34, πρώτο εδάφιο της Συνθήκης».
( 10 ) Υπόθεση 97/86, Συλλογή 1988. ο. 2181.
( 11 ) Σκέψη 47η οποία αφορά τις μη ακυρωθείσες αποφάσεις του 1985. Στη σκέψη 58 απαντάται αντίστοιχη αιτιολογία αναφορικά με τις μη ακυρωθείσες αποφάσεις της περίοδου 1986 έως 1988.
( 12 ) Υποθέσεις C-363/88 και C-364/88, Συλλογή 1992, σ. Ι-359.
( 13 ) Βλ. την παράγραφο 17 των προτάσεων αυτών. Στο τέλος της παραγράφου 19 ο γενικός εισαγγελέας δηλώνει: «Αντ(0ετα από την Επιτροπή, πιστεύω ότι το άρθρο 40, πρώτο εδάφιο, μπορεί να στηρίξει αγωγή αποζημιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας που προξένησε απόφαση, σύσταση ή σιωπηρή αρνητική απόφαση που δεν έχει ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα απ'ότι υποστηρίζει η Επιτροπή, η επιφύλαξη που περιέχεται στο άρθρο 40, πρώτο εδάφιο, σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 34, πρώτο εδάφιο, αφορά αποκλειστικά τη ζημία που έχουν προξενήσει οι ακυρωθείσες πράξεις που μνημονεύονται στο άρθρο 34. Όταν πρόκειται για πράξεις που δεν έχουν ακυρωθεί (πλην των πράξεων που εξομοιώνονται προς ακυρωθείσες), η επιφύλαξη αυτή δεν ισχύει και εφαρμόζεται πλήρως η διάταξη του άρθρου 40, πρώτο εδάφιο, για το οποίο μπορεί να ειπωθεί ότι αποτελεί, όσον αφορά τις υποθέσεις ΕΚΑΧ, τη γενική ρύθμιση περί ευθύνης της Κοινότητας».
( 14 ) Βλ. την παράγραφο 20 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Germen στην υπόθεση Finsider.
( 15 ) Βλ. την απόφαση της 9.6.1992, C-30/91 Ρ, Lestelle, Συλλογή 1992, σ. Ι-3755.
( 16 ) Βλ. τις παραγράφους 43 και επόμενες των προτάσεων, Συλλογή 1988, σ. 4329.
( 17 ) Στις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Biancarelii συνόψισε ως εξής τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου:
"Συνεχίζοντας πάγια νομολογία του και στηριζόμενο κυρίως στα άρθρα 3, 4 και 5 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ... το Δικαστήριο υπογράμμισε την ανάγκη αυστηρής τηρήσεως της αρχής της ισότητας που διατυπώνει το άρθρο 58 της Συνθήκης σε περίοδο κρίσεως, κατά την οποία, μέσω της εφαρμογής ενός συστήματος διοικητικής ρυθμίσεως, ο ποσοτικός ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων αίρεται στην πραγματικότητα και επικρατεί μια τεχνητή ισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως χάλυβα. Ήδη με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1961, Meroni και Σία κλπ κατά Ανωτάτης Αρχής (υποθέσεις 14/60, 16/60, 17/60, 20/60, 24/60, 26/60, 27/60 και 1/61, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 615), το Δικαστήριο έκρινε ότι “η Ανωτάτη Αρχή οφείλει να φροντίζει με ιδιαίτερη προσοχή ώστε να τηρείται σχολαστικά ανά πάσα στιγμή η αρχή της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών” για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ορθώς η Ανωτάτη Αρχή έδωσε προτεραιότητα στην αρχή της διανεμητικής δικαιοσύνης και όχι στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου. Εξάλλου με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1982 (υπόθεση Alpha Steel κατά Επιτροπής, 14/81, Συλλογή 1982, σ. 749) το Δικαστήριο δέχτηκε την ευχέρεια της Επιτροπής όσον αφορά τον καθορισμό της περιόδου αναφοράς, τόνισε όμως ότι η ευχέρεια αυτή δεν πρέπει να οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της κατανομής της συνολικής παραγωγής μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών επιχειρήσεων επί δικαίας βάσεως. Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1985 (υπόθεση Finsider κατά Επιτροπής, 63/84 και 147/84, Συλλογή 1985, σ. 2857) με την οποία το Δικαστήριο επέμεινε ιδιαίτερα στο κριτήριο της δίκαιης κατανομής των ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων της Κοινότητας, με την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1984 (υποθέσεις 140/82, 146/82, 221/82 και 226/82, Walzzstahl-Vereinigung και Thyssen Συλλογή 1984, σ. 951) και, τέλος με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 1988 (υπόθεση 236/86, Diliinger Hüttenwerke AG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 3761) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι “ο σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων είναι η κατανομή κατά τον δικαιότερο δυνατό τρόπο σε όλες τις επιχειρήσεις των περιορισμών της παραγωγής που καθιστά αναγκαίους η κρίση στον τομέα σιδήρου και χάλυ-βα”.
( 18 ) 14/81, Συλλογή 1982, σ. 749.
( 19 ) 317/82, Συλλογή 1983, σ. 2041.
Full & Egal Universal Law Academy