ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 13ης Οκτωβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Προεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Αφορμή για το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Finanzgericht Hamburg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) αποτέλεσαν κοινοτικοί κανόνες σκοπός των οποίων είναι η επίλυση των προβλημάτων που δημιουργούνται λόγω των πλεονασμάτων στον τομέα του βοείου κρέατος, με περιορισμό της ποσότητας εμπορευμάτων που προσφέρονται στην κοινή αγορά.
Πρόκειται για κανόνες σχετικούς με επιστροφές κατά την εξαγωγή και με ενισχύσεις στην ιδιωτική αποθεματοποίηση.
Οι εφαρμοστέοι κανόνες σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980 ( 1 ) που προβλέπει τη δυνατότητα προκαταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή, εάν «τα εμπορεύματα τεθούν υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως (...) για να εξαχθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας». Οι σχετικοί με την προθεσμία αυτή κανόνες καθορίζονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1980, περί των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την προκαταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή και των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα γεωργικά προϊόντα ( 2 ), κατά το οποίο «η προθεσμία κατά τη διάρκεια της οποίας τα (...) εμπορεύματα μπορούν να παραμένουν υπό τελωνειακό καθεστώς (...) είναι έξι μήνες (...)», υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα εξάγονται εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία εξέρχονται του τελωνειακού καθεστώτος της αποταμιεύσεως.
Οι εφαρμοστέοι κανόνες σχετικά με την ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση που προκαθορίζεται ορίζουν ότι η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη σύναψη συμβάσεως μεταξύ του διενεργούντος την αποθεματοποίηση και του εκμεταλλευομένου τον αποθηκευτικό χώρο. Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2267/84 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1984, για την πρόβλεψη χορήγησης ενίσχυσης που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή στην ιδιωτική αποθεματοποίηση σφαγίων, ημιμορίων σφαγίου, οπισθίων και εμπροσθιων τεταρτημορίων στον τομέα του βοείου κρέατος ( 3 ), ορίζει τα ακόλουθα:
«1.
Η διάρκεια αποθεματοποίησης είναι 9, 10, 11 ή 12 μήνες, κατ' επιλογή του διενεργούντος την αποθεματοποίηση. Ο διενεργών την αποθεματοποίηση αναφέρει την προτίμηση του κατά την υποβολή της αίτησης (...)
2.
Το δικαίωμα καταβολής της ενίσχυσης παρέχεται μόνο αν το σύνολο του κρέατος παραμένει σε απόθεμα ολόκληρη την περίοδο της αποθεματοποίησης.»
Αρχικά απαγορευόταν η παράλληλη υπαγωγή των εμπορευμάτων και, στα δύο συστήματα, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1091/80 της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 1980, περί λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος ( 4 ), όπως προβλεπόταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2629/80 της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 1980, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1091/80 ( 5 ). Το σύστημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2267/84, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του οποίου ορίζει τα ακόλουθα:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1091/80, τα προϊόντα που καλύπτονται από σύμβαση ιδιωτικής αποθεματοποίησης μπορούν ταυτόχρονα να τεθούν υπό το σύστημα που καθορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80.»
Παράλληλα, το άρθρο 6, παράγραφος 2, προβλέπει το εξής:
«Στην περίπτωση αυτή, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80, η χρονική περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο αυτό ανέρχεται σε 12 μήνες.»
2.
Η εταιρία Annuss GmbH & Co. KG (στο εξής: Annuss) ζήτησε, τον Νοέμβριο του 1984, την εφαρμογή και των δύο συστημάτων. Παρτίδες βοείου κρέατος τέθηκαν υπό τελωνειακό καθεστώς μεταξύ της 8ης και 16ης Νομεβρίου για χρονική περίοδο η οποία, κατά τη σύμβαση που συνήφθη με τον εκμεταλλευόμενο τον αποθηκευτικό χώρο, έπρεπε να είναι 12 μήνες.
Προβλήματα ανέκυψαν όταν η Annuss θέλησε να αποσύρει τα εμπορεύματα από την αποθήκη υπό τελωνειακό έλεγχο. Η χορήγηση της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση εξηρτάτο από την πάροδο της περιόδου αποθεματοποιήσεως που είχε καθοριστεί στη συμφωνία σε 12 μήνες, δηλαδή τα εμπορεύματα δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τους τελωνειακούς αποθηκευτικούς χώρους παρά μόνο μετά τη λήξη της προαναφερθείσας περιόδου, ενώ η προκαταβολή της επιστροφής λόγω εξαγωγής προϋπέθετε ότι τα εμπορεύματα εγκαταλείπουν τους τελωνειακούς αποθηκευτικούς χώρους το αργότερο μέχρι τη λήξη της περιόδου των 12 μηνών που προβλεπόταν στο πλαίσιο του συστήματος αυτού.
Επομένως, για να μπορούν οι επιχειρηματίες να κάνουν χρήση και των δύο συστημάτων ενισχύσεως, έπρεπε οι δύο αυτές περίοδοι να αρχίζουν από την ίδια ημερομηνία.
Τούτο όμως δεν συνέβαινε, κατά την άποτ|ιη των γερμανικών τελωνειακών αρχών.
Οι αρχές αυτές θεώρησαν ότι:
—
η περίοδος των 12 μηνών σε περίπτωση προκαταβολής των επιστροφών λόγω εξαγωγής αρχίζει την ημέρα κατά την οποία η διοίκηση των τελωνείων δέχεται τη «δήλωση πληρωμής» (βλ. το άρθρο 11, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 798/80 ( 6 )), και
—
η περίοδος των 12 μηνών σε περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεως στην αποθεματοποίηση αρχίζει την επομένη της ημέρας λήξεως των ενεργειών αποθεματοποιήσεως (βλ. άρθρο 8 του κανονισμού 1091/80 ( 7 )).
Συνεπώς, η διαφορά μεταξύ των δύο κανόνων συνεπαγόταν ότι η σχετική περίοδος σε περίπτωση χορηγήσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση άρχιζε αργότερα από την περίοδο που αφορά την προκαταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή, λόγω του ότι ενέργειες αποθεματοποιήσεως διαρκούσαν πολλές ημέρες ( 8 ).
Δεν αμφισβητείται ότι εν προκειμένω υφίσταται υπέρβαση κατά τρεις ημέρες της περιόδου που προβλεπόταν στο πλαίσιο του συστήματος επιστροφής κατά την εξαγωγή εφόσον η περίοδος αυτή άρχισε την ημέρα που έγινε δεκτή η «δήλωση πληρωμής».
Η ανωτέρω διαπιστωθείσα υπέρβαση της σχετικής περιόδου οδήγησε τις τελωνειακές αρχές να ζητήσουν, ύστερα από τη θέσπιση νέων κανόνων το 1987, την οριστική απόδοση ποσού περίπου 21000 γερμανικών μάρκων ( 9 ).
Η εταιρία Annuss προσέφυγε κατά των τελωνειακών αρχών, προβάλλουσα το παράνομο της αποδόσεως της επιστροφής διότι οι οριζόμενοι στον κανονισμό 2267/84 κανόνες, οι οποίοι προέβλεπαν τη δυνατότητα ταυτόχρονης εφαρμογής των δύο συστημάτων παροχής ενισχύσεων, έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα χρονικά σημεία ενάρξεως των δύο περιόδων έπρεπε να είναι επίσης τα ίδια.
3.
Το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2267/84 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80, η περίοδος αποθεματοποιήσεως δεν λήγει πριν από την προθεσμία την οποία ο εξαγωγέας πρέπει να τηρήσει στο πλαίσιο της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση που του χορηγήθηκε;»
Παράλληλα προς την υποβολή του εν λόγω ερωτήματος το Finanzgericht προέβη στις ακόλουθες παρατηρήσεις:
«Ο εξαγωγέας αντιμετωπίζει (...) δυσχέρειες σε περίπτωση που θέλει να εξαντλήσει την περίοδο αποθεματοποιήσεως που του χορηγείται από τις διατάξεις περί ενισχύσεως. Επιπλέον, είναι σαφές, όπως προκύπτει από την προκειμένη διαφορά, ότι και μια έμπειρη και εξοικειωμένη με το δίκαιο ευσυνείδητη επιχείρηση μπορεί εύκολα να παραβλέψει τη διαφορετική διάρκεια των οικείων προθεσμιών. Το πρόβλημα αυτό καθίσταται ακόμη μεγαλύτερο λόγω του ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2267/84 δημιουργεί την εντύπωση εξομοιώσεως της περιόδου αποθεματοποιήσεως στο πλαίσιο των διατάξεων περί ενισχύσεως και εκείνης που προβλέπεται στο πλαίσιο των διατάξεων περί επιστροφών κατά την εξαγωγή.
Δεν πρέπει να υπάρχουν σπουδαία συμφέροντα που να απαιτούν αυτή τη διαφορετική λήξη των δύο προθεσμιών. Μάλλον φαίνεται ότι η ρύθμιση πρέπει απλώς να αποδοθεί στο γεγονός ότι ο συντάκτης του κανονισμού δεν είχε προβλέψει τις δυσχέρειες κατά την εφαρμογή της, τις οποίες προσπαθεί τώρα με το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3445/90 (ΕΕ 1990, L 333, σ. 30) να λάβει υπόψη του.»
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα και κάνει μνεία, μεταξύ άλλων, του γεγονότος ότι η Annuss θα μπορούσε να τηρήσει χωρίς δυσκολία τις σχετικές προθεσμίες με βάση τους ισχύοντες κανόνες. Αφενός, η Annuss μπορούσε να περιοριστεί μόνο στη σύναψη συμβάσεως ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως για περίοδο 11 μηνών. Εξάλλου, η Annuss μπορούσε να κάνει χρήση της δυνατότητας μειώσεως της συμφωνηθείσας στη σύμβαση διάρκειας της αποθεματοποιήσεως που της παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2267/84 στο πλαίσιο των νέων κανόνων σχετικά με την παράλληλη ισχύ των δύο συστημάτων ενισχύσεως ( 10 ).
4.
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2267/84 πρέπει να ερμηνευθεί με αφετηρία το γράμμα του. Στη διάταξη αυτή γίνεται απλώς διαπίστωση του γεγονότος ότι η περίοδος των έξι μηνών, η οποία ισχύει κανονικά σε περίπτωση προκαταβολής των επιστροφών λόγω εξαγωγής, παρατείνεται σε 12 μήνες σε περίπτωση παράλληλης εφαρμογής των δύο συστημάτων ενισχύσεως. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή δεν μεταβάλλει ρητά το χρονικό σημείο που αποτελεί την αφετηρία για τον υπολογισμό αυτής της περιόδου των 12 μηνών.
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει σιωπηρή μεταβολή του χρονικού σημείου ενάρξεως της περιόδου παρά μόνον αν από τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η διάταξη αυτή ή από άλλα ερμηνευτικά στοιχεία προκύπτει ότι τα δύο συστήματα ενισχύσεως πρέπει να μπορούν να εφαρμόζονται πλήρως κατά τη διάρκεια της περιόδου των 12 μηνών που ισχύει για την ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση.
Οι νέοι κανόνες σχετικά με την παράλληλη εφαρμογή των δύο συστημάτων ενισχύσεως αιτιολογούνται ως εξής στο προοίμιο του κανονισμού 2267/84:
«Λόγω των συνθηκών που κατ' εξαίρεση χαρακτηρίζουν την αγορά βοείου κρέατος και για να ενθαρρυνθούν οι επιχειρηματίες όσον αφορά την ιδιωτική αποθεματοποίηση, πρέπει να προβλεφθεί, για ορισμένο χρονικό διάστημα, τα προϊόντα που βρίσκονται υπό ιδιωτική αποθεματοποίηση να δύνανται να υπαχθούν στο σύστημα που καθορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80 (...) Όσον αφορά τις χρονικές περιόδους αποθεματοποίησης, πρέπει να προβλεφθεί παρέκκλιση από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80 (...) όσον αφορά τη χρονική διάρκεια κατά την οποία τα προϊόντα μπορεί να παραμένουν υπό το σύστημα που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 565/80.»
Επομένως, οι νέες διατάξεις έχουν ως σκοπό να ενθαρρύνουν τους επιχειρηματίες να προβαίνουν σε ιδιωτική αποθεματοποίηση. Προς τούτο παρέχεται η δυνατότητα στους επιχειρηματίες να λάβουν ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση και για τα εμπορεύματα που προορίζονται προς εξαγωγή και για τα οποία χορηγείται προκαταβολή των επιστροφών. Με την ίδια ευκαιρία εναρμονίζονται οι σχετικές περίοδοι, καθόσον η εξάμηνη περίοδος στο πλαίσιο του συστήματος της ενισχύσεως προς εξαγωγή παρατείνεται, ειδικά στην περίπτωση αυτή, σε δώδεκα μήνες.
Θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό αυτό να ερμηνευθεί το άρθρο 6, παράγραφος 2, υπό την έννοια ότι η περίοδος των 12 μηνών που προβλέπει το σύστημα της ενισχύσεως στην εξαγωγή πρέπει να λήγει προ της περιόδου των 12 μηνών που προβλέπεται από το σύστημα της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση. Από τους μεταγενέστερους κανονισμούς σχετικά με την παράλληλη εφαρμογή των δύο συστημάτων ενισχύσεως, οι οποίοι προέβλεπαν ρητά για τα έτη 1986 και μετέπειτα τη δυνατότητα πλήρους παράλληλης εφαρμογής των δύο συστημάτων, συνάγεται επίσης, κατά την άποψη μου, ότι το αποτέλεσμα αυτό επιδιώχθηκε με τη θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 6, παράγραφος 2 ( 11 ). Τα προοίμια των κανονισμών αυτών δεν περιλαμβάνουν καμία αιτιολογία σχετικά με τις γενόμενες τροποποιήσεις. Περιορίζονται, όσον αφορά τις διατάξεις που έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση, στην επανάληψη της προαναφερθείσας αιτιολογικής αναφοράς του κανονισμού του 1984.
Κατά τα λοιπά, δύσκολα μπορώ να αντιληφθώ ποια είναι τα σημαντικά κοινοτικά συμφέροντα τα οποία υποτίθεται ότι υπαγορεύουν, στην παρούσα κατάσταση, αυστηρή τήρηση των διατάξεων σχετικά με τον καθορισμό του συνήθους χρονικού σημείου της αφετηρίας της περιόδου όσον αφορά το σύστημα χορηγήσεως ενισχύσεων κατά την εξαγωγή.
Η διάταξη του άρθρου 7 του κανονισμού 2267/84, η οποία παρέχει τη δυνατότητα μειώσεως της διάρκειας της ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως, δεν συνηγορεί κατά της ερμηνείας του άρθρου 6, παράγραφος 2, την οποία προτείνω. Η διάταξη αυτή δεν θεσπίστηκε προς επίλυση του προβλήματος που συνδέεται με τη διαφορετική έναρξη των οικείων δωδεκάμηνων περιόδων. Σκοπός της θεσπίσεώς της είναι η ισχύουσα για την ιδιωτική αποθεματοποίηση δωδεκάμηνη περίοδος να μην έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των επιχειρηματιών που εξασφάλισαν δυνατότητα εξαγωγής πριν τη λήξη της δωδεκάμηνης περιόδου να προβούν στην εξαγωγή όταν το επιθυμεί ο αντισυμβαλλόμενος τους.
Ενόψει των προηγούμενων παρατηρήσεων θεωρώ ότι είναι εύλογο, στο πλαίσιο μιας τελολογικής ερμηνείας, να γίνει δεκτό ότι η περίοδος των δώδεκα μηνών στο πλαίσιο του συστήματος χορηγήσεως ενισχύσεων κατά την εξαγωγή να λήγει ταυτόχρονα με την αντίστοιχη περίοδο στο πλαίσιο του συστήματος χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση.
Συμπέρασμα
5.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα του Finanzgericht Hamburg:
«Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2267/84 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατά παράκκλιση από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 798/80, η περίοδος αποθεματοποιήσεως δεν λήγει προ της προθεσμίας την οποία υποχρεούται να τηρήσει ο εξαγωγέας στο πλαίσιο της ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση που του χορηγήθηκε.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) EE ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 86.
( 3 ) EE L 208, σ. 31.
( 4 ) ΕE ειδ. έχδ. 03/028, σ. 132.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έχδ. 03/031, α 33.
( 6 ) Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 798/80,
δήλωση πληρωμής είναι, η δήλωση με την οποία ο εξαγωγέας εκδηλώνει την επιθυμία του να υποβάλει τα προϊόντα ή τα εμπορεύματα στο τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης, να τα εξαγάγει μετά την εναποθήκευση και να συμπληρώσει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της επιστροφής.
( 7 ) Το άρθρο 8 του κανονισμού 1091/80, όπως τροποποίηθηκεμε το άρθρο 7 του κανονισμού 2826/82 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1982, περί προβλέψεως χορηγήσεως ενισχύσεως που προκαθορίζεται κατ' αποκοπή στην ιδιωτική αποθεματοποίηση οπισθίων τεταρτημορίων στον τομέα του βοείου κρέατος και περί δευτέρας τροποποίησεως του κανονισμού (BOK) 1091/80 (EE L 297, σ. 18), ορίζει:
«(...)
2.
Η πρώτη ημέρα της περιόδου αποθεματοποιήσεως είναι η επομένη της ημέρας λήξεως των ενεργειών της αποθεματοποιήσεως.
3.
Οι εργασίες εξόδου από τα αποθέματα μπορούν να αρχίσουν την επομένη της τελευταίας ημέρας της περιόδου της συμβατικής αποθεματοποιήσεως».
( 8 ) Για τη χορήγηση ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση
απαιτείται η αποθήκευση μιας ελάχιστης ποσότητας εμπορευμάτων. Επειδή η ελάχιστη αυτή ποσότητα καθορίστηκε σε υψηλά επίπεδα, ol ενέργειες αποθεματοποιήσεως διαρκούν συνήθως μερικές ημέρες.
( 9 ) Οι εφαρμοστέοι στην περίπτωση αυτή κανόνες περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1). Το άρθρο 33, σε συνδυασμό προς το άρθρο 51, ορίζει ότι το προς απόδοση ποσό υπολογίζεται ως ακολούθως:
«Εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, η επιστροφή μειώνεται κατ' αρχήν κατά 15 %. Η υπόλοιπη επιστροφή μειώνεται εξάλλου κατά 2 % ανά ημέρα υπέρβασης της προθεσμίας. Αυτό δε το ποσό της μειώσεως της επιστροφής αυξάνεται κατά 20 %.»
( 10 ) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζει:
«Κατά τη λήξη περιόδου αποθεματοποίησης δύο μηνών, ο συμβαλλόμενος μπορεί να αποσύρει από τον χώρο αποθήκευσης το σύνολο ή μέρος της ποσότητας κρέατος που καλύπτεται από τη σύμβαση, αλλά τουλάχιστον 10 τόνους και υπό τον όρο ότι εντός εξήντα ημερών από την ημέρα που η ποοδτητα αυτή εξέρχεται από τον χώρο αποθήκευσης εγκαταλείπει το έδαφος της Κοινότητας (...)»
Το ποσό της ενισχύσεως μειώνεται ανάλογα, σύμφωνα προς τα οριζόμενα οτον κανονισμό.
( 11 ) Το άρθρο 4, παράγραφος 5, πρώτη περίπτωση, του κανονισμοί (ΕΟΚ) 3445/90 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1990, περί λεπτομερών κανόνων για τη χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος (ΕΕ L 333, σ. 30), περί του οποίου κάνει μνεία το Finanzgericht Hamburg, ορίζει ότι η προθεσμία που προβλέπεται στο πλαίσιο του συστήματος χορηγήσεως ενισχύσεων κατά την εξαγωγή σε περίπτωση παράλληλης εφαρμογής του συστήματος χορηγήσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση αυξάνεται «έτσι ώστε να καλύπτεται η μέγιστη περίοδος της συμβατικής αποθεματοποίησης, προσαυξημένη κατά ένα μήνα». Η δεύτερη περίπτωση της διατάξεως αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την ταυτόχρονη έναρξη των εργασιών θέσης σε απόθεμα και υπαγωγή στο σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80. Στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ιδιωτικής αποθεματοποίησης συνάπτεται γι ποσότητα αποτελούμενη από πολλές μεμονωμένες παρτίδες που τίθενται σε απόθεμα σε διαφορετικές ημερομηνίες, [για] κάθε μία από τις μεμονωμένες παρτίδες μπορεί να γίνει ιδιαίτερη δήλωση πληρωμής (...)»
Ανάλογοι κανόνες είχαν ήδη προβλεφθεί στους κανονισμούς οι οποίοι, κατά τη διάρκεια των ετών 1986 έως 1989, παρείχαν τη δυνατότητα παράλληλης υπαγωγής στα δύο συστήματα ενισχύσεως- βλ. το άρθρο 6 των κανονισμών (ΕΟΚ)
—
2651/86 (ΕΕ L 241, σ. 14)
—
2437/87 (ΕΕ L 225, σ. 13)
—
2675/88 (ΕΕ L 239, σ. 20), και
—
2965/89 (ΕΕ L 281, σ. 103).
Full & Egal Universal Law Academy