Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. H Eπιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Ιρλανδίας, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η νομοθεσία και η διοικητική πρακτική της χώρας αυτής, όσον αφορά τις εισαγωγές σπέρματος ζώων από άλλα κράτη μέλη, είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο.
Οι κρίσιμοι ιρλανδικοί κανόνες υπάρχουν σε έναν νόμο του 1947 [Live Stock (Artificial Insemination) Act]. O νόμος ορίζει συγκεκριμένα ότι για τις εισαγωγές σπέρματος ζώων για τις οποίες ισχύει ο νόμος αυτός απαιτείται άδεια, η χορήγηση της οποίας μπορεί να εξαρτηθεί από προϋποθέσεις. Οι διατάξεις του νόμου αυτού συμπληρώνονται από μια κανονιστική απόφαση του 1948 για τα βοοειδή και μια ανάλογη κανονιστική απόφαση του 1965 για τα χοιροειδή. Οι κανονιστικές αυτές αποφάσεις ορίζουν συγκεκριμένα ότι η διανομή και η πώληση σπέρματος ταύρου ή κάπρου υπόκεινται σε άδεια και ότι για τη γονιμοποίηση με εισαγόμενο σπέρμα απαιτείται άδεια του Υπουργού. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, τουλάχιστον μέχρι πριν από μερικά χρόνια, το σπέρμα μπορούσε να εισαχθεί μόνο για να χρησιμοποιηθεί σε εννέα εγκεκριμένα κέντρα τεχνητής γονιμοποιήσεως και ότι οι άδειες χορηγούνταν υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η θεώρηση, από αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο, του πιστοποιητικού εξαγωγής που συνοδεύει το εισαγόμενο σπέρμα και η υποχρέωση θέσεως του εν λόγω σπέρματος επί ένα μήνα σε καραντίνα.
2. Τα αιτήματα της Επιτροπής περιλαμβάνουν δύο σκέλη. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, πρώτον, να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, "εξαρτώντας όλες τις εισαγωγές σπέρματος από την κατοχή αδείας" (1), παρέβη το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το δεύτερο σκέλος των αιτημάτων αφορά τους "περιορισμούς στην εισαγωγή σπέρματος ζώων", τους οποίους η Επιτροπή κρίνει ασυμβίβαστους προς την οδηγία 77/504/ΕΟΚ του Συμβουλίου και προς την απόφαση 88/124/ΕΟΚ της Επιτροπής (βλ. κατωτέρω).
Αναμφιβόλως η Επιτροπή ορθώς φρονεί ότι οι σχετικοί ιρλανδικοί κανόνες συνιστούν παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης. Τούτο ουδόλως αμφισβητείται από την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η οποία αναγνώρισε την ανάγκη θεσπίσεως νέων κανόνων περί καταργήσεως του συστήματος αδειών εισαγωγής και αντικαταστάσεώς του από σύστημα πιστοποιητικών σύμφωνο με τις ισχύουσες στον τομέα αυτό οδηγίες και αποφάσεις.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ωστόσο ότι, ήδη προ της καταθέσεως της προσφυγής λόγω παραβάσεως, είχε προσαρμόσει τη διοικητική πρακτική της στις επιταγές του κοινοτικού δικαίου. Οι αιτήσεις αδείας εισαγωγής διεκπεραιώνονται εντός ολίγων ημερών οι χορηγούμενες άδειες ισχύουν για έξι μήνες και το σύστημα θέσεως σε καραντίνα που ίσχυε προηγουμένως έχει ήδη καταργηθεί από το 1987. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επιπλέον ότι η προϋπόθεση αδείας δεν είναι καθαυτή αντίθετη προς τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες.
3. Τα αιτήματα της Επιτροπής μου δημιουργούν ορισμένα προβλήματα, τα οποία είναι μάλλον τυπικής φύσεως.
Πρώτον, τα δύο σκέλη των αιτημάτων αυτών αφορούν γενικώς την εισαγωγή σπέρματος ζώων. Εντούτοις, τόσο από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όσο και από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι τα αιτήματα αυτά πρέπει να περιοριστούν στο σπέρμα του ταύρου και του κάπρου (2).
Το δεύτερο πρόβλημα, το οποίο είναι σημαντικότερο, συνίσταται στο ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 1983, 161/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (3), προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητούσε τότε την αρμοδιότητα των γαλλικών αρχών να εξαρτούν τις εισαγωγές σπέρματος προοριζόμενου για την τεχνητή γονιμοποίηση βοοειδών από άδειες εισαγωγής, καθόσον δεν εξαρτούσαν το εισαγόμενο σπέρμα από όρους περισσότερο περιοριστικούς από αυτούς που ισχύουν για το σπέρμα που παράγεται εντός της εθνικής επικρατείας. Τούτο οφείλεται προφανώς στο ότι η προϋπόθεση αδείας μπορούσε να δικαιολογηθεί από κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς λόγους. Εν τούτοις, η Επιτροπή ορθώς επισήμανε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως ότι, έκτοτε, έχει εκδοθεί μια σειρά οδηγιών και αποφάσεων προκειμένου να εναρμονιστούν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι εθνικές νομοθεσίες και που στηρίζονται στους λόγους αυτούς. Η Επιτροπή παρέθεσε ωστόσο μόνο τα κείμενα που αφορούν τα βοοειδή.
4. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, καμιά δυσκολία να γίνει δεκτό, όσον αφορά το σπέρμα του ταύρου, ότι η διατήρηση συστήματος αδειών, όπως το ισχύον στην Ιρλανδία, αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο.
'Ομως, μπορεί να διατυπωθούν ορισμένες αμφιβολίες ως προς το αν συμβαίνει το ίδιο για το σπέρμα του κάπρου. Δεδομένου ότι το άρθρο 30 αποκλείει κατ' αρχήν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που απαιτούν, έστω και τελείως τυπικά, άδειες εισαγωγής ή κάθε άλλη παρόμοια διαδικασία και ότι τέτοια συστήματα επιτρέπονται μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 36, στην Ιρλανδική Κυβέρνηση εναπόκειται να αποδείξει ότι το σύστημα αδειών εισαγωγής όσον αφορά το σπέρμα του κάπρου δικαιολογείται από λόγους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς (4). Νομίζω ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε επαρκώς ότι υπάρχει λόγος διαφορετικής μεταχειρίσεως του σπέρματος του κάπρου και του ταύρου. Αντιθέτως, όπως ανέφερα, η Ιρλανδική Κυβέρνηση άφησε να εννοηθεί ότι αναγνωρίζει ότι η ιρλανδική νομοθεσία πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να θεσπιστεί σύστημα πιστοποιητικών. Επομένως, μπορεί να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το ισχύον σύστημα αδειών εισαγωγής δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 30 και όσον αφορά το σπέρμα του κάπρου, έστω και αν η εναρμόνιση την οποία επικαλείται η Επιτροπή αφορά μόνο τα βοοειδή και όχι τα χοιροειδή.
5. Το τρίτο πρόβλημα που μου δημιουργεί το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής αφορά το δεύτερο σκέλος των αιτημάτων της, ήτοι τους περιορισμούς στην εισαγωγή σπέρματος ζώων, οι οποίοι, κατά την Επιτροπή, δεν συμβιβάζονται προς την οδηγία 77/504 και την απόφαση 88/124 (5). Εκ προοιμίου αναφέρω ότι θεωρώ ορθότερο να αναγνωριστεί ότι ενδεχόμενοι περιορισμοί που συνδέονται με τις άδειες εισαγωγής δεν συμβιβάζονται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης και όχι προς τις διατάξεις οδηγιών ή αποφάσεων που αποσκοπούν στην άρση της δυνατότητας των κρατών μελών να επικαλούνται το άρθρο 36 της Συνθήκης (6).
Δεν αντιλαμβάνομαι άλλωστε ποιοι είναι οι περιορισμοί στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή στο σκέλος αυτό των αιτημάτων της. 'Οπως ανέφερα, η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, ήδη προ της ασκήσεως της προσφυγής, είχε αρχίσει να διαμορφώνει το σύστημα των αδειών σύμφωνα προς τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες. Βεβαίως, το επιχείρημα αυτό δεν στηρίχθηκε σε αποδείξεις, πλην όμως ούτε η Επιτροπή απέδειξε ότι είναι αβάσιμο. Νομίζω ότι είναι δύσκολο επ' αυτής της βάσεως να κριθεί αν η ισχύουσα διοικητική πρακτική στην Ιρλανδία αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένου ότι το βάρος της αποδείξεως εμπίπτει στην Επιτροπή, αμφιβάλλω αν είναι δυνατό να αναγνωρισθεί ότι στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαχειρίσεως του συστήματος αδειών υφίστανται περιοριστικά μέτρα που δεν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.
Τουναντίον * και τούτο έχει στην πραγματικότητα μεγαλύτερη σημασία από αυτό που μόλις ανέφερα *, συμφωνώ με την Επιτροπή ως προς το ότι το σύστημα των αδειών εισαγωγής στην Ιρλανδία αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο διότι στηρίζεται σε νομοθεσία η οποία επιτρέπει στον υπουργό να καθορίζει προϋποθέσεις χορηγήσεως αδειών εισαγωγής χωρίς να διευκρινίζει ποιες είναι οι επιβαλλόμενες προϋποθέσεις. Το γεγονός αυτό είναι ιδιαίτερα επίψογο, ιδίως σε περίπτωση όπου έχει αποδειχθεί ότι, στο πλαίσιο της προηγουμένης διοικητικής πρακτικής, μια σειρά προϋποθέσεων ήταν σαφώς αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αποτελεί ιδιαίτερη ανάγκη να γνωστοποιηθεί δεσμευτικώς και σαφώς στους ενδιαφερομένους μεταβολή της πρακτικής. Η υφιστάμενη στην Ιρλανδία νομική κατάσταση, όπως την παρουσιάζει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, είναι καθαυτή αντίθετη προς το άρθρο 30, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να λάβουν επαρκώς γνώση αυτής, πράγμα το οποίο συνεπάγεται πραγματικό περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (βλ. συναφώς την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1986, 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1986, σ. 2945, σκέψη 13).
Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών όσον αφορά τα αιτήματα της Επιτροπής, φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή κατά το σημαντικότερο μέρος η προσφυγή της Επιτροπής.
Προτάσεις
6. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, διατηρώντας σε ισχύ ένα γενικό σύστημα αδειών εισαγωγής που εφαρμόζεται στις εισαγωγές σπέρματος ταύρου και κάπρου και μη καθορίζοντας δεσμευτικώς και σαφώς τις προϋποθέσεις εισαγωγής των εμπορευμάτων αυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Φρονώ επιπλέον ότι η Ιρλανδία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * Στο σκέλος αυτό των αιτημάτων της, η Επιτροπή αναφέρει επίσης ότι η προϋπόθεση αδείας συνιστά παράβαση των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 827/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς για ορισμένα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 95), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72). Οι επίμαχες διατάξεις περιλαμβάνουν απαγόρευση ανάλογη με αυτή του άρθρου 30 της Συνθήκης. Νομίζω ότι η παραπομπή που γίνεται με τα αιτήματα στους δύο αυτούς κανονισμούς χωριστά είναι περιττή. Και οι δύο κανονισμοί εκδόθηκαν πριν το 1970 και, δεδομένου ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης απέκτησε απευθείας εφαρμογή στην έννομη τάξη των κρατών μελών το 1970, η απαγόρευση περιορισμών του ενδοκοινοτικού εμπορίου που περιέχεται στους δύο κανονισμούς και αντιστοιχεί στην απαγόρευση του άρθρου 30 είχε αυτόνομα νομικά αποτελέσματα. Μετά το 1970, αυτόνομη απαγόρευση στους κανονισμούς δεν είναι πλέον αναγκαία και, εξάλλου, δεν επαναλαμβάνεται πλέον στους κανονισμούς που εκδόθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή. 'Αλλωστε, η Επιτροπή δεν εξήγησε γιατί, παράλληλα με τον πρώτο κανονισμό, ο οποίος αφορά άμεσα το σπέρμα των ζώων, παρέπεμψε και στον δέυτερο κανονισμό που αφορά την οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος.
(2) * Βλ. την παράγραφο 11 της αιτιολογημένης γνώμης, η οποία είναι σαφέστερη ως προς αυτό το σημείο και στην οποία αναφέρονται τα εξής: Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή αφορά μόνο το σπέρμα ταύρου και κάπρου (...)
(3) * Συλλογή 1983, σ. 2079.
(4) * Βλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 203, σκέψη 9 επ.).
(5) * Οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977, περί των ζώων αναπαραγωγής του βοείου είδους καθαρόαιμου γένους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 58), και απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Ιανουαρίου 1988, για την κατάρτιση των υποδειγμάτων και τον καθορισμό των στοιχείων που πρέπει να αναφέρονται στα γενεαλογικά πιστοποιητικά για το σπέρμα και τα γονιμοποιημένα ωάρια των βοοειδών αναπαραγωγής καθαράς φυλής (ΕΕ L 62, σ. 32).
(6) Φαίνεται άλλωστε δύσκολο να γίνουν κατανοητά, ως προς το σημείο αυτό, τα αιτήματα της Επιτροπής, τα οποία, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους, αφορούν τους περιορισμούς στην εισαγωγή σπέρματος, είτε το σπέρμα αυτό προέρχεται από ταύρο είτε από κάπρο ή από άλλα ζώα, ενώ τα κείμενα προς τα οποία αντίκεινται οι περιορισμοί αυτοί είναι μια οδηγία και μια απόφαση που αφορούν μόνο τα βοοειδή.
Full & Egal Universal Law Academy