Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Tα τρία προδικαστικά ερωτήματα που σας υπέβαλε το Hessischer Verwaltungsgerichtshof (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) αναφέρονται στην ερμηνεία αποφάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως, το οποίο συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, που υπογράφηκε στην 'Αγκυρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 (1) (στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως). Αφορούν, συγκεκριμένα, το αν ένας Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος εργάζεται ήδη πλέον των εννέα ετών στη Γερμανία έχει δικαίωμα διαμονής στη χώρα αυτή, καίτοι οι λόγοι για τους οποίους εισήλθε στο έδαφος του κράτους αυτού έχουν εκλείψει.
2. Η Συμφωνία Συνδέσεως, η οποία συνήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 238 της Συνθήκης, είναι η μόνη εξωτερική συμφωνία της Κοινότητας η οποία ρυθμίζει την ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας υπηκόων τρίτης χώρας (2).
3. Κατά το άρθρο 12 του τίτλου ΙΙ που αφορά τη μεταβατική φάση της συνδέσεως, "τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους".
4. Για τη θέσπιση των προϋποθέσεων πραγματοποιήσεως της μεταβατικής αυτής φάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν, στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες, ένα πρόσθετο πρωτόκολλο (3), το οποίο επισυνάφθηκε στη Συμφωνία και του οποίου το άρθρο 36 ορίζει ότι "η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας θα πραγματοποιηθεί σταδιακά, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 12 της Συμφωνίας, μεταξύ της λήξεως του δωδεκάτου και του εικοστού δευτέρου έτους μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω Συμφωνίας".
5. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως καθορίστηκαν με απόφαση του Συμβουλίου Συνδέσεως της 20ής Δεκεμβρίου 1976 (4), κατόπιν με την απόφαση 1/80, της 19ης Δεκεμβρίου 1980, "περί προωθήσεως της Συνδέσεως" (στο εξής: απόφαση), της οποίας το άρθρο 6, παράγραφος 1, βρίσκεται στο επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως. Το άρθρο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 1 ("Ζητήματα σχετικά με την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων") του κεφαλαίου ΙΙ ("Κοινωνικές Διατάξεις"), ορίζει τα εξής:
"1. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 περί της ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση των μελών της οικογενείας του, ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος απασχολείται στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους:
* έχει στο κράτος μέλος αυτό, μετά από ένα έτος νόμιμης απασχολήσεως, δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας στον ίδιο εργοδότη, εφόσον κατέχει θέση απασχολήσεως
* (...)
* έχει, εντός του κράτους αυτού μέλους, μετά από τέσσερα χρόνια νόμιμης απασχολήσεως, ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του.
2. (...)
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2 καθορίζονται με εθνικές ρυθμίσεις."
6. Τα προδικαστικά ερωτήματα που σας υποβλήθηκαν έχουν ως αφετηρία τα εξής πραγματικά περιστατικά. Ο Κus, ο οποίος γεννήθηκε το 1954, εισήλθε στη Γερμανία το 1980, όπου συνήψε γάμο, το 1981, με υπήκοο του κράτους αυτού. Στις 27 Απριλίου 1981, έλαβε άδεια διαμονής ως "σύζυγος Γερμανίδας υπηκόου". Η ισχύς της άδειας αυτής παρατάθηκε μέχρι τις 17 Αυγούστου 1983. Από την 1η Απριλίου 1982 εργάζεται έχοντας άδεια εργασίας εν ισχύι (5). Στις 17 Αυγούστου 1983, ζήτηση την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής για δύο έτη. Η απόφαση περί του διαζυγίου του έγινε τελεσίδικη στις 26 Απριλίου 1984. Στις 6 Αυγούστου 1984, ο δήμαρχος του Wiesbaden απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος περί παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής του, με το αιτιολογικό ότι λόγω του διαζυγίου εξέλιπε ο αρχικός σκοπός της διαμονής (ο γάμος).
7. Ο ενδιαφέρομενος άσκησε ένδικη προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, την προσωρινή αναστολή εκτελέσεως της οποίας διέταξε το Verwaltungsgericht Wiesbaden με απόφαση της 23ης Μαΐου 1985. Στις 30 Οκτωβρίου 1987, με απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου επί της ουσίας, ακυρώθηκε η απόφαση του δημάρχου και διατάχθηκε η παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής.
8. Ο Landeshauptstadt Wiesbaden (δήμος του Wiesbaden) άσκησε έφεση ενώπιον του Hessischer Verwaltungsgerichtshof, το οποίο, με διάταξη της 12ης Αυγούστου 1991, διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν δικαιούται αδείας διαμονής κατά το εθνικό δίκαιο (6). Διερωτώμενο ως προς την εφαρμογή της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως στη διαφορά, το δικαστήριο αυτό σας υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υπάρχουν στην έκθεση ακροατηρίου (7).
9. Δεν αμφισβητείται ότι: 1) η διάταξη του Verwaltungsgericht της 23ης Μαΐου 1985 ανέστειλε αναδρομικά την εκτέλεση της αποφάσεως του δημάρχου της 6ης Αυγούστου 1984, με αποτέλεσμα να αναβιώσει προσωρινώς το δικαίωμα διαμονής του ενδιαφερομένου, 2) βάσει του εν λόγω δικαιώματος διαμονής, ο προσφεύγων έλαβε έγκυρη άδεια εργασίας και άσκησε έμμισθη δραστηριότητα (8).
10. Πριν απαντήσω στα ερωτήματα επί της ουσίας, θα εξετάσω την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου * την οποία αμφισβητεί η Γερμανική Κυβέρνηση * προς ερμηνεία των διατάξεων της αποφάσεως.
11. 'Ηδη με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, 181/73, Haegemann (9), δεχθήκατε ότι η Συμφωνία που συνάπτεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 228 και 238 της Συνθήκης είναι, "όσον αφορά την Κοινότητα, πράξη κοινοτικού οργάνου, υπό την έννοια του άρθρου 177, πρώτη παράγραφος, περίπτωση β'", ότι "οι διατάξεις της Συμφωνίας αποτελούν, από της θέσεώς της εν ισχύι, αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής εννόμου τάξεως" και ότι, "στο πλαίσιο αυτής της εννόμου τάξεως, το Δικαστήριο είναι κατά συνέπεια αρμόδιο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας αυτής της Συμφωνίας" (10).
12. Με την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (11), στο πλαίσιο της οποίας σας ζητήθηκε να ερμηνεύσετε το άρθρο 6 της αποφάσεως, υπενθυμίσατε ότι, κατά παγία νομολογία, οι διατάξεις μιας συμφωνίας που συνάπτεται από το Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 228 και 238 της Συνθήκης ΕΟΚ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος, από της ενάρξεως της ισχύος της συμφωνίας αυτής, της κοινοτικής έννομης τάξης (12) και ότι, "λόγω της άμεσης σχέσεώς τους προς τη Συμφωνία που θέτουν σε εφαρμογή, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως αποτελούν όπως ακριβώς και η ίδια η Συμφωνία, από της ενάρξεως της ισχύος τους, αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης (...)" (13)
13. Εξ αυτών συνηγάγετε ότι, έχοντες αρμοδιότητα να αποφαίνεσθε, μέσω προδικαστικής αποφάσεως επί μιας συμφωνίας ως πράξεως Οργάνου της Κοινότητας, έχετε επίσης αρμοδιότητα να αποφαίνεσθε ως προς την ερμηνεία των αποφάσεων του συμβουλίου που έχει ιδρυθεί με τη συμφωνία και επιφορτιστεί με την εφαρμογή της (14).
14. Για να απεκδυθείτε της αρμοδιότητάς σας, η Γερμανική Κυβέρνηση σας ζητεί να απομακρυνθείτε από τη νομολογία αυτή και υποστηρίζει, πρώτον, ότι δεν μπορείτε να ερμηνεύετε τις αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως, το οποίο δεν είναι κοινοτικό 'Οργανο, αλλά όργανο συνδέσεως. 'Εχετε ήδη απορρίψει την επιχειρηματολογία αυτή με την προαναφερθείσα σκέψη 10 της αποφάσεως Sevince, και τούτο με αιτιολογία που διατηρεί την ισχύ της.
15. Η Γερμανική Κυβέρνηση στηρίζεται, δεύτερον, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της "Συμφωνίας της 12ης Σεπτεμβρίου 1963 περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και περί των διαδικασιών για την εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας" (15), κατά το οποίο, "σε περίπτωση που οι αποφάσεις και οι συστάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως εμπίπτουν σε τομέα, ο οποίος, βάσει της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητος, δεν είναι της αρμοδιότητος της τελευταίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής". Tούτο ισχύει για την απόφαση που αφορά τομέα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
16. Το άρθρο 6 της αποφάσεως αυτής, το μόνο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως προκύπτει από τον τίτλο του τμήματος 1 στο οποίο εντάσσεται.
17. 'Οσον αφορά τα άρθρα 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως και 36 του προσθέτου πρωτοκόλλου, προς εκτέλεση των οποίων θεσπίστηκε το προαναφερθέν άρθρο 6 της αποφάσεως, τονίσατε με την απόφαση Demirel (16) τα εξής:
"Πράγματι, όταν πρόκειται για συμφωνία συνδέσεως που δημιουργεί ιδιαίτερους και προνομιακούς δεσμούς με τρίτο κράτος που, τουλάχιστον εν μέρει, μετέχει του κοινοτικού συστήματος, το άρθρο 238 παρέχει κατ' ανάγκη στην Κοινότητα αρμοδιότητα να διασφαλίζει την τήρηση των δεσμεύσεων έναντι τρίτων κρατών σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη Συνθήκη. Από το γεγονός ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων αποτελεί, δυνάμει του άρθρου 48 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ, έναν από τους τομείς που καλύπτονται από τη Συνθήκη συνάγεται ότι οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί σ' αυτό τον τομέα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Κοινότητας βάσει του άρθρου 238." (17)
18. Η αρμοδιότητα των κρατών μελών, στον τομεα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, να θεσπίζουν τους αναγκαίους κανόνες εφαρμογής (18) δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της αποφάσεως από την κοινοτική έννομη τάξη. Με την απόφαση Demirel, το Δικαστήριο υπέμνησε, αναφερόμενο στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg (19), ότι
"τα κράτη μέλη, διασφαλίζοντας την τήρηση των δεσμεύσεων που πηγάζουν από συμφωνία που έχουν συνάψει τα κοινοτικά όργανα, εκπληρώνουν, στο πλαίσιο της κοινοτικής τάξεως, υποχρέωση έναντι της Κοινότητας, η οποία έχει αναλάβει την ευθύνη για την καλή εκτέλεση της συμφωνίας" (20)
και εξ αυτού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έχει πράγματι αρμοδιότητα να ερμηνεύσει τις διατάξεις της συμφωνίας και του πρωτοκόλλου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.
19. Κατά συνέπεια, όπως ανέφερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Sevince (21), το θέμα το οποίο αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως ουδόλως αποκλείει το να ανήκει η απόφαση αυτή στην κοινοτική έννομη τάξη και, επομένως, ούτε την αρμοδιότητά σας όσον αφορά την ερμηνεία της. Αυτή είναι, εξάλλου, όπως υπενθύμισα, η άποψη που δεχθήκατε (22).
20. Τέλος, δεν θα μακρηγορήσω όσον αφορά τον ισχυρισμό που στηρίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 25 της Συμφωνίας (23). 'Οπως επισήμανα ήδη με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Demirel (24),
"το άρθρο αυτό παρέχει αρμοδιότητα στο Συμβούλιο Συνδέσεως μόνο για την περίπτωση διακρατικών διαφορών σύμφωνα με μια διαδικασία που ήταν αναγκαίο να προβλεφθεί ρητώς, ώστε να διευθετούνται ενδεχόμενες διαφορές για τις οποίες το τρίτο κράτος δεν θα μπορούσε να προσφύγει στο Δικαστήριο".
21. Επομένως, η αρμοδιότητά σας είναι αναμφισβήτητη. Είναι πράγματι αποφασιστική η διαπίστωση ότι, με τη Συμφωνία Συνδέσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και η Κοινότητα, εξουσιοδότησαν το Συμβούλιο Συνδέσεως να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις (25). 'Οπως επισημαίνει ο P. Gilsdorf, από αυτό προκύπτει ότι "η Κοινότητα προέβλεψε τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων αυτών στην ίδια τη Συμφωνία. Από την άποψη αυτή, οι αποφάσεις αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμφωνίες συναφθείσες υπό απλοποιημένη μορφή" (26). Τα συμβαλλόμενα μέρη ανέθεσαν, κατά κάποιο τρόπο, στο Συμβούλιο Συνδέσεως την εφαρμογή των άρθρων 12 της Συμφωνίας και 36 του πρωτοκόλλου (27), εφόσον με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως υλοποιούνται, "ως προς συγκεκριμένα σημεία, τα προβλεπόμενα στη Συμφωνία προγράμματα (...)" (28). Η απόφαση συνδέεται με τους σκοπούς που θέτει το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως: θέτει σε εφαρμογή τις αρχές που θεσπίζει η διάταξη αυτή.
22. Θα εξετάσω τώρα το πρώτο ερώτημα.
23. Πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, για την ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας (απασχόληση στη νόμιμη αγορά εργασίας επί τέσσερα τουλάχιστον έτη) όταν η χρονική αυτή περίοδος συμπληρώθηκε μόνο βάσει εθνικής ρυθμίσεως η οποία επιτρέπει σε Τούρκο υπήκοο να διαμένει στη χώρα υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χορηγήσεως της αδείας διαμονής;
24. Ανήκει ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, στη νόμιμη αγορά εργασίας υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1; Βρίσκεται επομένως σε μια "σταθερή και όχι πρόσκαιρη κατάσταση στην αγορά εργασίας" (29);
25. Στην υπόθεση Sevince, η αίτηση παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής που υπέβαλε ο προσφεύγων της κυρίας δίκης είχε απορριφθεί. Η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως επέφερε αυτοδικαίως την αναστολή των αποτελεσμάτων της, βάσει του νόμου (άρθρο 38 του Vreemdelingenwet) και ο ενδιαφερόμενος μπόρεσε έτσι να λάβει άδεια εργασίας. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε από το δικαστήριο έξι έτη αργότερα. Για να λάβει νέα άδεια διαμονής ο Sevince επικαλέστηκε τα έτη απασχολήσεώς του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής.
26. 'Εχετε κρίνει ότι,
"(...) καίτοι το να έχει εργαστεί κάποιος νομίμως για ορισμένη περίοδο συνεπάγεται, μετά το τέλος της περιόδου αυτής, την αναγνώριση δικαιώματος διαμονής, είναι αδιανότητο ένας Τούρκος εργαζόμενος να μπορεί ο ίδιος να προκαλέσει την πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής και, κατά συνέπεια, να πετύχει να του αναγνωριστεί το δικαίωμα αυτό απλώς και μόνο διότι, καθώς οι εθνικές αρχές είχαν αρνηθεί να του χορηγήσουν άδεια διαμονής ισχύουσα κατά την περίοδο αυτή και ο εν λόγω εργαζόμενος είχε κάνει χρήση των ενδίκων μέσων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο κατά της αρνήσεως εκείνης, ίσχυσε υπέρ αυτού το ανασταλτικό αποτέλεσμα που συνπάγεται η ένδική προσφυγή του και, επομένως, του επετράπη προσωρινώς, μέχρι πέρατος της σχετικής δίκης, να διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος και να εργάζεται" (30).
27. Η κρίσιμη λέξη εν προκειμένω είναι η λέξη προσωρινώς.
28. Ο ολλανδικός νόμος, κατά τον οποίο η άσκηση προσφυγής συνεπάγεται αυτοδικαίως ανασταλτικό αποτέλεσμα, και ο γερμανικός νόμος, ο οποίος αναθέτει στον δικαστή τη μέριμνα να αποφασίσει την αναστολή των αποτελεσμάτων της απορριπτικής αποφάσεως, διαπνέονται από την ίδια αρχή: αποφυγή εκτελέσεως κατά τρόπο ανεπανόρθωτο προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία μπορεί να ακυρωθεί δικαστικώς ή, όπως ανέφερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Sevince, "αποφυγή επελεύσεως υπερβολικής ζημίας στην κατάσταση του ενδιαφερομένου πριν αυτή χαρακτηρισθεί δικαστικώς" (31).
29. Ο συντηρητικός χαρακτήρας αυτής της διατηρήσεως των δικαιωμάτων του Τούρκου υπηκόου δεν μπορεί "να σημαίνει ταυτόχρονα τη γένεση δικαιωμάτων που να επιβάλλουν οριστικά στο οικείο κράτος μέλος, ασχέτως του ποια θα είναι η έκβαση (της δίκης), τη διηνεκή παραμονή του εν λόγω υπηκόου στο έδαφός του" (32).
30. Εν αντιθέσει προς την Επιτροπή, δεν βλέπω διαφορά, ως προς τα αποτελέσματα, μεταξύ της εκ του νόμου αναστολής της απορριπτικής αποφάσεως και της δικαστικής αναστολής που ενεργεί αναδρομικά. Στις δύο περιπτώσεις, η αναστολή ισχύει μόνο για τη διάρκεια της προσφυγής και είναι επομένως κατ' ουσίαν προσωρινή και, στις δύο περιπτώσεις, έχει ως αποτέλεσμα να μπορέσει ο προσφεύγων να διαμείνει και να εργαστεί μόνο προσωρινώς.
31. Νομίζω ότι θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι "απασχολείται στη νόμιμη αγορά εργασίας" ο Τούρκος εργαζόμενος το δικαίωμα διαμονής του οποίου: 1) αμφισβητείται από τη διοίκηση (33) και 2) μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αποτελέσει εκ νέου αντικείμενο δικαστικής αποφάσεως (34).
32. Διαπιστώνεται ότι από την ημέρα της προσβαλλομένης αποφάσεως περί αρνήσεως παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής ο Τούρκος υπήκοος δεν βρίσκεται πλέον σε "σταθερή και όχι πρόσκαιρη κατάσταση στην αγορά εργασίας" η οποία να του επιτρέπει να επικαλεστεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση.
33. 'Απαξ και δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι απασχολήθηκε νομίμως επί τέσσερα έτη πριν από την εν λόγω απορριπτική απόφαση, ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης δεν μπορεί να επικαλεστεί υπέρ αυτού την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.
34. Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
35. Θα εξετάσω στη συνέχεια το δεύτερο ερώτημα.
36. O Kus εισήλθε στη γερμανική επικράτεια προκειμένου να συνάψει γάμο με Γερμανίδα υπήκοο. Με το διαζύγιό τους εξέλιπε ο αρχικός λόγος του δικαιώματος διαμονής του.
37. Πληροί ο Τούρκος υπήκοος, ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης, τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, για να επιτύχει την ανανέωση της αδείας εργασίας του εφόσον έχει εργαστεί ήδη δυόμισι έτη στον ίδιο εργοδότη κατά την ημερομηνία κατά την οποία η διοίκηση απορρίπτει την αίτησή του περί παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής;
38. Μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία ο ενδιαφερόμενος
* είχε άδεια διαμονής,
* ήταν κάτοχος αδείας εργασίας εν ισχύι,
* απασχολήθηκε νομίμως ήδη τουλάχιστον ένα έτος.
39. Κάτοχος αδείας εργασίας και αδείας διαμονής, ανήκε επομένως στη "νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους" κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1. Πληροί επιπλέον τις σχετικές με τις προθεσμίες προϋποθέσεις της πρώτης περιπτώσεως της διατάξεως αυτής.
40. Εμποδίζει η εξάλειψη του αρχικού λόγου του δικαιώματος διαμονής του προσφεύγοντος (το διαζύγιο είχε ως συνέπεια να απολέσει ο προσφεύγων το δικαίωμα αυτό βάσει της νομοθεσίας του κράτους υποδοχής) να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή του το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, και να επιτύχει ο προσφεύγων την ανανέωση της ισχύος της αδείας εργασίας του και της αδείας διαμονής του;
41. Κατά την ημέρα της διοικητικής αποφάσεως περί αρνήσεως παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής, ο Τούρκος υπήκοος, έστω και αν διατήρησε την απασχόλησή του στον ίδιο εργοδότη, δεν ανήκει πλέον στη νόμιμη αγορά εργασίας, εκτός εάν γίνει δεκτό ότι έγινε κάτοχος δικαιώματος διαμονής το οποίο στηρίζεται όχι στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, άπαξ και ο εν λόγω Τούρκος υπήκοος πληροί τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής: επαγγελματική δραστηριότητα τουλάχιστον ενός έτους στη νόμιμη αγορά εργασίας.
42. Στην περίπτωση αυτή, ο Τούρκος υπήκοος θα στήριζε το δικαίωμα διαμονής του στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως, επομένως στο κοινοτικό δίκαιο: η εξάλειψη του αρχικού λόγου του δικαιώματος διαμονής που στηριζόταν στην εθνική νομοθεσία δεν θα είχε συνέπειες στην ύπαρξη του ιδίου δικαιώματος στηριζομένου αυτή τη φορά στο κοινοτικό δίκαιο.
43. Ως κάτοχος δικαιώματος διαμονής βάσει του κοινοτικού δικαίου, θα έπρεπε, επομένως, να θεωρείται ότι βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης απασχολήσεως και θα μπορούσε να ζητήσει την ανανέωση της ισχύος της αδείας εργασίας του.
44. Αυτή όμως είναι ακριβώς η έννοια του πρώτου σκέλους του τρίτου ερωτήματος: συνεπάγεται το άρθρο 6, παράγραφος 1 * πρώτη ή τρίτη περίπτωση *, τη γένεση δικαιώματος διαμονής; Καθιστά δυνατή, εκτός από την παράταση της ισχύος της αδείας εργασίας, την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής; Επομένως, θα εξετάσω το ζήτημα αυτό πριν εκφέρω γνώμη επί της απαντήσεως που προσήκει στο δεύτερο ερώτημα.
45. Υπενθυμίζω ότι, όπως δεχθήκατε με την απόφαση Sevince, οι διατάξεις του άρθρου 6 περιορίζονται στη ρύθμιση της καταστάσεως των Τούρκων εργαζομένων όσον αφορά την απασχόληση, χωρίς να αναφέρονται στην κατάσταση αυτών από πλευράς δικαιώματος διαμονής (35).
46. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ακόμη ότι η αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας επιβάλλει να συνοδεύεται η χορήγηση αδείας εργασίας, μετά τη συμπλήρωση ορισμένης περιόδου νόμιμης απασχολήσεως, από την ύπαρξη, όσον αφορά τον ενδιαφερόμενο, δικαιώματος διαμονής (36).
47. Το αντικείμενο των κανόνων που θεσπίζει το Συμβούλιο Συνδέσεως πρέπει να είναι σαφώς οριοθετημένο: κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους υποδοχής, οι Τούρκοι υπήκοοι τους οποίους αφορούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως απέκτησαν δικαίωμα εισόδου στο έδαφος του κράτους αυτού (για παράδειγμα υπό την ιδιότητα του συζύγου υπηκόου του εν λόγω κράτους) (37). Μόνο λόγω της νομιμότητας της καταστάσεώς τους όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής κατέστη δυνατό να λάβουν άδεια εργασίας. Ανήκουν επομένως στη νόμιμη αγορά εργασίας. Σε ορισμένα κράτη μέλη, συγκεκριμένα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν χορηγείται άδεια εργασίας χωρίς άδεια διαμονής, η δε λήξη της ισχύος της δεύτερης συνεπάγεται τη λήξη της ισχύος της πρώτης (38). Στο στάδιο αυτό εφαρμόζεται μόνο το εθνικό δίκαιο.
48. 'Εγραφα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Sevince:
"(Oι θεσπιζόμενοι από το Συμβούλιο Συνδέσεως κανόνες) αποσκοπούν (...) όχι στη ρύθμιση των προϋποθέσεων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ της Τουρκίας και των κρατών μελών, ιδίως προς όφελος των Τούρκων υπηκόων, αλλ' απλώς στη διασφάλιση της θέσεως των Τούρκων εργαζομένων που έχουν ήδη νομίμως ενταχθεί στην αγορά ενός από τα κράτη μέλη (...)" (39)
49. Η εφαρμογή του άρθρου 6 της αποφάσεως θα καταστήσει δυνατή την ενίσχυση του νομικού καθεστώτος των Τούρκων εργαζομένων οι οποίοι εργάζονται ήδη επί ένα έτος τουλάχιστον (πρώτη περίπτωση) ή επί τρία έτη (δεύτερη περίπτωση) ή επί τέσσερα έτη (τρίτη περίπτωση) και είναι ήδη κάτοχοι, από πλευράς εσωτερικού δικαίου, αδείας εργασίας και δικαιώματος διαμονής, εάν αυτό απαιτείται, εφόσον έχουν ενταχθεί στη νόμιμη αγορά εργασίας (40).
50. Επιτρέπει στους Τούρκους υπηκόους η διαρκής τους απασχόληση σε μια ή περισσότερες θέσεις εργασίας να στηρίξουν στην απόφαση, επομένως στο κοινοτικό δίκαιο, δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας (άρθρο 6, πρώτη περίπτωση) ή δικαίωμα ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά εργασίας (άρθρο 6, τρίτη περίπτωση), το οποίο θα πρέπει να συνοδεύεται από δικαίωμα διαμονής το οποίο καθιστά δυνατή την εργασία;
51. Τα άρθρα 6 έως 8 της αποφάσεως ρυθμίζουν μόνο την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, η οποία προϋποθέτει, στην πλειονότητα των κρατών μελών, άδεια διαμονής.
52. 'Απαξ και το δικαίωμα εργασίας που προβλέπεται από τα άρθρα αυτά δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό παρά μόνο εφόσον συνοδεύεται από δικαίωμα διαμονής, πρέπει να συνεπάγεται δικαίωμα χορηγήσεως ή παρατάσεως της ισχύος της αδείας διαμονής. Με την απόφαση Sevince επομένως κρίνατε ότι
"(...) οι δύο αυτές πτυχές (η απασχόληση, αφενός, το δικαίωμα διαμονής, αφετέρου (41)) της προσωπικής καταστάσεως ενός Τούρκου εργαζομένου συνδέονται στενώς και ότι οι εν λόγω διατάξεις, αναγνωρίζοντας στον εργαζόμενο αυτό, μετά τη συμπλήρωση ορισμένης περιόδου νόμιμης απασχόλησης εντός κράτους μέλους, τη δυνατότητα προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του, συνεπάγονται κατ' ανάγκη * άλλως θα ήταν δυνατόν να στερείται οποιουδήποτε αποτελέσματος το δικαίωμα που οι διατάξεις αυτές αναγνωρίζουν στον Τούρκο εργαζόμενο * την ύπαρξη, όσον αφορά τον ενδιαφερόμενο, τουλάχιστον κατά το χρονικό αυτό σημείο, δικαιώματος διαμονής" (42).
53. Με την ίδια απόφαση κρίνατε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, έχει άμεσο αποτέλεσμα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητα (43).
54. Eπομένως, οι Τούρκοι υπήκοοι οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, αντλούν από τη διάταξη αυτή δικαίωμα διαμονής ευθέως στηριζόμενο στο κοινοτικό δίκαιο, διότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί προϋπόθεση είτε της ανανεώσεως της αδείας εργασίας είτε της ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα.
55. Αυτό το δικαίωμα διαμονής είναι επακριβώς οριοθετημένο. Στηριζόμενο στο κοινοτικό δίκαιο, έχει άμεσο αποτέλεσμα και επιβάλλεται στα κράτη μέλη. Επομένως, καίτοι τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίζουν τόσο την είσοδο στο έδαφός τους ενός Τούρκου υπηκόου όσο και τις προϋποθέσεις της πρώτης του απασχολήσεως * πρόσβαση και άσκηση *, δεν μπορούν να φθάσουν μέχρι του σημείου να τον στερήσουν, με μέτρα σχετιζόμενα με το δικαίωμα διαμονής, της ασκήσεως των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1.
56. Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα, οριοθετημένο κατά τον τρόπο αυτό, πρέπει να δοθεί θετική απάντηση.
57. Θα επανέλθω επομένως στο δεύτερο ερώτημα.
58. Η κατάσταση των Τούρκων υπηκόων όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής στα κράτη μέλη πρέπει να διακρίνεται σαφώς από την κατάσταση των κοινοτικών υπηκόων, αφενός, και από την κατάσταση των υπηκόων τρίτων κρατών, αφετέρου.
59. Δυνάμει του άρθρου 48 της Συνθήκης, οι εργαζόμενοι υπήκοοι των κρατών μελών έχουν δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και απολύτως ίσης μεταχειρίσεως με τους υπηκόους του κράτους υποδοχής. Eξ αυτού προκύπτει δικαίωμα εισόδου και διαμονής στα κράτη μέλη, το οποίο παρέχεται ευθέως από το κοινοτικό δίκαιο. Η χορήγηση τίτλου διαμονής έχει μόνο δηλωτικό χαρακτήρα, χωρίς οι εθνικές αρχές να διαθέτουν συναφώς διακριτική ευχέρεια.
60. Με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977, 8/77, Sagulo (44), κρίνατε με ιδιαίτερη σαφήνεια τα εξής:
"(...) Η έκδοση της ειδικής άδειας διαμονής που προβέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 68/360 ενεργεί μόνο διαπιστωτικώς και δεν μπορεί ως προς τους αλλοδαπούς, οι οποίοι έλκουν δικαιώματα από το άρθρο 48 της Συνθήκης ή από αντίστοιχες προς αυτό διατάξεις, να εξομοιωθεί με άδεια διαμονής, όπως αυτή που προβλέπεται γενικά για τους αλλοδαπούς και για τη χορήγηση της οποίας οι εθνικές υπηρεσίες διαθέτουν διακριτική εξουσία" (45).
61. Αντιθέτως, η ρύθμιση του δικαιώματος διαμονής των υπηκόων τρίτων κρατών στα κράτη μέλη εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των τελευταίων. Η λήξη της ισχύος της αδείας διαμονής που προβλέπεται για τους υπηκόους τρίτων χωρών (η οποία ενεργεί συστατικώς ως προς τα δικαιώματα) επιφέρει αυτομάτως την απόσβεση του δικαιώματος διαμονής του αλλοδαπού. Αντιθέτως, όταν λήγει η ισχύς της αδείας διαμονής κοινοτικού υπηκόου ο ενδιαφερόμενος "δεν έχει απλώς το αποδεικτικό έγγραφο του δικαιώματός του διαμονής που εξακολουθεί να υφίσταται αναλλοίωτο, αποδεικτικό έγγραφο για την παράταση ή εκ νέου έκδοση του οποίου έχει αξίωση" (46).
62. Η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της ΕΟΚ και της Τουρκίας δημιούργησε μια ενδιάμεση κατάσταση.
63. Στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, το άρθρο 12 προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
64. Οι Τούρκοι εργαζόμενοι δεν εξομοιώνονται προς τους κοινοτικούς υπηκόους: οι προϋποθέσεις εισόδου στο έδαφος ενός κράτους μέλους καθορίζονται μόνο από το εθνικό δίκαιο, το οποίο δεν επηρεάζεται από την απόφαση. Τουναντίον, το δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας και ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα συναρτάται αυστηρώς προς ορισμένο αριθμό προϋποθέσεων, ιδίως σχετικών με προθεσμία, που θέτει το άρθρο 6, παράγραφος 1. Το δικαίωμα διαμονής τους περιορίζεται στο έδαφος του κράτους υποδοχής στο οποίο εργάζονται. Τέλος, οι κανόνες του άρθρου αυτού εφαρμόζονται μόνο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.
65. Οι Τούρκοι εργαζόμενοι όμως δεν βρίσκονται πλέον στην κατάσταση των υπηκόων των άλλων τρίτων κρατών. Συγκεκριμένα έχουν έναντι αυτών προτεραιότητα όσον αφορά την πρόσληψη, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να αρνηθεί την ανανέωση της ισχύος της αδείας εργασίας του εργαζομένου ήδη επί ορισμένο χρόνο μόνο υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η απόφαση (47) και η έκδοση της αδείας διαμονής ενεργεί δηλωτικά και όχι συστατικά ως προς το δικαίωμα. Επομένως, ο εργαζόμενος αντλεί το δικαίωμα διαμονής του από το κοινοτικό δίκαιο και όχι από απόφαση του ενδιαφερομένου κράτους μέλους.
66. Το κράτος μέλος αυτό δεν θα μπορεί να αρνηθεί την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής για λόγο που στηρίζεται στο εσωτερικό δίκαιο και τον οποίο δεν προβλέπει η απόφαση, όπως είναι, συγκεκριμένα, το διαζύγιο, εφόσον ο αρχικός λόγος εισόδου στην επικράτεια ήταν η σύναψη γάμου με υπήκοο του οικείου κράτους μέλους.
67. Τούτο δίδει απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
68. Καταλήγω με δύο παρατηρήσεις.
69. Το καθεστώς του δικαιώματος διαμονής που ισχύει για τους Τούρκους υπηκόους έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Τα άρθρα 6 και 10 της αποφάσεως, εμπνεόμενα από το άρθρο 48 της Συνθήκης, δεν προβλέπουν όρια στην ελεύθερη κυκλοφορία που θεσπίζει το άρθρο 48, παράγραφος 4. Τέθηκε το ερώτημα αν το άρθρο 6 δεν επιτρέπει στους Τούρκους υπηκόους την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις του κράτους μέλους υποδοχής (...) καίτοι επισημάνθηκε ότι είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί το να βρίσκονται οι υπήκοοι τρίτου κράτους, έστω και συνδεομένου με την Κοινότητα, σε ευνοϊκότερη θέση από τους υπηκόους των κρατών μελών (48).
70. Το να υποστηριχθεί ότι η απόφαση 1/80 παρέχει στον Τούρκο υπήκοο, εκτός του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα διαμονής το οποίο πρέπει να αναγνωρίσει το κράτος μέλος με έγγραφο καθαρώς δηλωτικού χαρακτήρα καθιστά δυνατή
1) την υλοποίηση του δικαιώματος αδείας εργασίας το οποίο ο Τούρκος υπήκοος αντλεί από τη Συμφωνία Συνδέσεως,
2) δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του δικαιώματος αυτού, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα διαμονής, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, εφόσον τα κράτη μέλη δεν προσθέτουν νέες προϋποθέσεις που στερούν πρακτικής αποτελεσματικότητας την απόφαση, οι διατάξεις της οποίας, ως αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού δικαίου, υπερέχουν του εθνικού δικαίου (49).
71. Eπομένως, προτείνω να αποφανθείτε ως εξής:
"1) Ο Τούρκος μισθωτός, ο οποίος εργάστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ισχύει υπέρ αυτού αναστολή εκτελέσεως διοικητικής αποφάσεως περί αρνήσεως του δικαιώματος διαμονής, κατά της οποίας έχει ασκήσει προσφυγή που εκκρεμεί, δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να επικαλεστεί την περίοδο αυτή για να επιτύχει την υπέρ αυτού εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, περί προωθήσεως της συνδέσεως, της 19ης Δεκεμβρίου 1980.
2) Ο Τούρκος υπήκοος, ο οποίος έλαβε άδεια διαμονής στη Γερμανία για να συνάψει γάμο με Γερμανίδα υπήκοο, δεν μπορεί, μετά το διαζύγιό του, να τύχει αρνήσεως της ανανεώσεως της αδείας αυτής εφόσον, κατά την ημερομηνία που τη ζητεί, μπορεί να αποδείξει ότι εργάστηκε νομίμως επί ένα έτος κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της προαναφερθείσας αποφάσεως.
3) Ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη ή τρίτη περίπτωση, της προαναφερθείσας αποφάσεως μπορεί να επικαλεστεί άμεσα τις διατάξεις αυτές για να επιτύχει, εκτός της παρατάσεως της ισχύος της αδείας εργασίας, και την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) * Συμφωνία συναφθείσα εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 66/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48).
(2) * Βλ. Στάγγος, Π.: Les ressortissants d' Etats tiers au sein de l' ordre juridique communautaire , CDI, 1992, nοs 3-4, σ. 306, 307.
(3) * ΕΕ ειδ. έκδ. 11/002, σ. 149.
(4) * Απόφαση 2/76 η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο Τούρκος εργαζόμενος που απασχολείται νομίμως περισσότερα από πέντε έτη σε κράτος μέλος της Κοινότητας έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του.
(5) * Απόφαση του δικαστηρίου της κυρίας δίκης, σελίδα 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
(6) * 'Οπ.π., σελίδα 5 της γαλλικής μεταφράσεως.
(7) * Τίτλος ΙΙ, σημείο 10.
(8) * Απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, σελίδες 8 και 9 της γαλλικής μεταφράσεως.
(9) * Συλλογή τόμος 1974, σ. 245.
(10) * Σκέψεις 4 έως 6. Επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για τη Συμφωνία των Αθηνών της 9ης Ιουλίου 1961, συνιστώσας σύνδεση μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελλάδος, που συνήφθη εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 63/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1961 (JO 1963, 26, σ. 293).
(11) * Συλλογή 1990, σ. Ι-3461.
(12) * Σκέψη 8.
(13) * Σκέψη 9.
(14) * Σκέψη 10.
(15) * Απόφαση 64/737/ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 65).
(16) * Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86 (Συλλογή 1987, σ. 3719).
(17) * Σκέψη 9. 'Οπως ορθώς παρατηρήθηκε, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η ερμηνεία που δόθηκε στο άρθρο 238 παρέχει ρητή και σχεδόν γενική εξουσιοδότηση στην Κοινότητα να διαπραγματεύεται με τρίτα κράτη σε θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Στάγγος, Π.: όπ.π., σ. 327.
(18) * Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 3, της αποφάσεως.
(19) * Συλλογή 1982, σ. 3641.
(20) * Ανωτέρω, σκέψη 11.
(21) * Παράγραφος 7.
(22) * Βλ. ανωτέρω, παράγραφος 13.
(23) * 'Αλλωστε, ο εκπρόσωπος της Γερμανικής Κυβερνήσεως παραιτήθηκε από τον ισχυρισμό αυτό κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
(24) * Παράγραφος 15 των προτάσεών μου.
(25) * Βλ. άρθρο 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας.
(26) * Gilsdorf, P.: Τα όργανα που ιδρύονται με τις κοινοτικές συμφωνίες: νομικά αποτελέσματα των αποφάσεών τους , Revue du marche commun, n 357, σ. 328, παράγραφος 3, στοιχείο β'.
(27) * Το περιεχόμενο των οποίων έχει ουσιαστικώς προγραμματικό χαρακτήρα . Σκέψεις 23 της αποφάσεως Demirel και 21 της αποφάσεως Sevince.
(28) * Απόφαση Sevince, σκέψη 21.
(29) * 'Οπ.π., σκέψη 30.
(30) * Σκέψη 31, η υπογράμμιση είναι δική μου.
(31) * Παράγραφος 58 των προτάσεών μου.
(32) * Παράγραφος 59 βλ. επίσης παραγράφους 60 έως 62.
(33) * Ο δήμος του Wiesbaden άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Verwaltungsgericht.
(34) * Σημειώνω ότι η αποδοχή της αντίθετης λύσεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μπορεί ο αιτών άσυλο, ο οποίος απέκτησε το δικαίωμα εργασίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάσεως της αιτήσεώς του, να αποκτά, εκ μόνου του γεγονότος της εργασίας αυτής, το δικαίωμα αιτήσεως αδείας διαμονής.
(35) * Σκέψη 28.
(36) * Σκέψη 29.
(37) * Η αρμοδιότητα όσον αφορά την είσοδο και την αρχική διαμονή των υπηκόων τρίτων κρατών ανήκει στα κράτη μέλη.
(38) * Βλ. με την έννοια αυτή: Rittstieg: Aufenthaltsrechtliche Bedeutung des Assoziationsratbeschlusses 1/80 fuer tuerkische Staatsangehoerige , InfAuslR 1/91, σ. 1.
(39) * Παράγραφος 55 των προτάσεών μου.
(40) * Δεν αμφισβητείται ότι στην περίπτωση αυτή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διατηρεί τον έλεγχο επί των ρευμάτων μεταναστών εφόσον επετράπη στον Τούρκο υπήκοο να εισέλθει και να αποκτήσει δικαίωμα διαμονής στο ενδιαφορόμενο κράτος μέλος βάσει αποφάσεως που ελήφθη, κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, κυριαρχικώς από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Πρέπει να προσθέσω ότι το Συμβούλιο Συνδέσεως αποφασίζει με ομοφωνία (άρθρο 23 της Συμφωνίας Συνδέσεως) και ότι, κατά συνέπεια, όλα τα κράτη μέλη έχουν εγκρίνει τη ρύθμιση που θεσπίζει.
(41) * Η προσθήκη είναι δική μου.
(42) * Σκέψη 29 της αποφάσεως Sevince, με δική μου υπογράμμιση. Πρέπει να επισημάνω συναφώς ότι το άρθρο 13 της αποφάσεως 1/80 περιέχει ρήτρα διαφυλάξεως, κατά την οποία τα κράτη μέλη και η Τουρκία δεν μπορούν να θεσπίσουν νέους περιορισμούς σχετικά με τις προϋποθέσεις προσβάσεως στην απασχόληση των εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους που βρίσκονται νομίμως στο έδαφός τους, αντιστοίχως, όσον αφορά τη διαμονή και την απασχόληση (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επιπλέον, το άρθρο 38 του προσθέτου πρωτοκόλλου παρέχει στο Συμβούλιο Συνδέσεως αυτόνομο δικαίωμα εξετάσεως των ζητημάτων που αφορούν την παράταση της ισχύος των αδειών εργασίας και διαμονής.
(43) * Σημείο 26 της αποφάσεως Sevince.
(44) * Συλλογή τόμος 1977, σ. 441.
(45) * Σκέψη 8. Η παρατεθείσα οδηγία, της 15ης Οκτωβρίου 1968, αφορά την κατάργηση των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43). Βλ. επίσης, τελευταίως, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1991, C-363/89, Roux (Συλλογή 1991, σ. Ι-273, σκέψη 9), και της 5ης Μαρτίου 1991, C-376/89, Γιαγκουνίδης (Συλλογή 1991, σ. Ι-1069, σκέψεις 13 και 14).
(46) * Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην προαναφερθείσα υπόθεση Sagulo.
(47) * Βλ. ιδίως το άρθρο 14 της αποφάσεως.
(48) * Loercher: Die Rechte der tuerkischen Arbeitnehmer/Innen nach der Ratifizierung der Europaischen Sozialcharta durch die Tuerkei und dem Sevince-Urteil des Europaischen Gerichtshofs , EuZW 13/1991, σ. 395.
(49) * Βλ. συναφώς τη σκέψη 22 της αποφάσεως Sevince.
Full & Egal Universal Law Academy