ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 20ής Ιανουαρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Εισαγωγή
1.
Αντικείμενο των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-259/91, C-331/91 και C-332/91 είναι τα ίδια προβλήματα που απασχόλησαν το Δικαστήριο στην υπόθεση 33/88, Alluè κ.λπ. ( 1 ): συγκεκριμένα, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 28, παράγραφος 3, του Decreto del Presidente della Repubblica (διατάγματος του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας) υπ' αριθ. 382, της 11ης Ιουλίου 1980 ( 2 ), το οποίο προβλέπει χρονικούς περιορισμούς για τις σχέσεις εργασίας των λεκτόρων ξένων γλωσσών στα ιταλικά πανεπιστήμια, συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.
2.
Η αίτηση στην υπόθεση C-259/91 υποβλήθηκε μάλιστα από τον Pretore της Βενετίας στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς όπως και η αίτηση στην υπόθεση 33/88, σκοπός της δε είναι η άρση των εναπομενουσών αμφιβολιών. Οι δύο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε ο Pretore της Πάρμας (υποθέσεις C-331/91 και C-332/91) αφορούν και αυτές τα ίδια εριζόμενα ζητήματα.
3.
Το άρθρο 28, εδάφιο 3, του ΠΔ 382/1980 έχει ως εξής:
«Η ισχύς των συμβάσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν μπορεί να παραταθεί πέραν του ακαδημαϊκού έτους για το οποίο συνάφθηκαν οι συμβάσεις μπορούν να ανανεώνονται κατ' έτος επί πέντε κατ' ανώτατο όριο έτη.»
4.
Η διάταξη αυτή θέτει επομένως δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, οι συμβάσεις αυτές επιτρέπεται να συνάπτονται για ένα μόνο ακαδημαϊκό έτος και, δεύτερον, προβλέπεται ορισμένος ανώτατος χρονικός περιορισμός για την ανανέωση τους. Η δεύτερη προϋπόθεση έχει ήδη κριθεί ανίσχυρη με απόφαση του ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου ( 3 ).
5.
Με την απόφαση 33/88 το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής (σημείο 2 του διατακτικού):
«Αντίκειται προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ η εφαρμογή διατάξεως του εθνικού δικαίου που επιβάλλει όριο στη διάρκεια της σχέσεως εργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων και των λεκτόρων ξένων γλωσσών, ενώ τέτοιο όριο δεν ισχύει, κατ' αρχήν, για τους λοιπούς εργαζομένους.»
6.
Το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων που έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο και των οποίων η διατύπωση είναι διαφορετική είναι το ίδιο, και συγκεκριμένα το ζήτημα αν, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση 33/88, αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο και η διάταξη του άρθρου 28, εδάφιο 3, του ΠΔ 382/1980 περί ετησίας ισχύος των συμβάσεων.
7.
Όσον αφορά τη λεπτομερή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, το νομικό πλαίσιο των διαφορών, τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων, θα ήθελα να παραπέμψω στην έκθεση ακροατηρίου.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
8.
Με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση 33/88 εξέτασα, κατά την ανάπτυξη της συλλογιστικής μου, αμφότερα τα όρια που θέτει το άρθρο 28, εδάφιο 3, του ΠΔ 382/1980. Το αντικειμενικό αυτό συμπέρασμα συνάγεται από τα σημεία 17 και 18 των προτάσεων μου, πράγμα που άλλωστε έγινε ορθώς κατανοητό από τις ενάγουσες της κύρίας δίκης. Για τον λόγο αυτό, θα ήθελα να παραπέμψω στις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση 33/88, ακόμη και προς το σκοπό της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα που εκκρεμούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου.
9.
Ούτε από το διατακτικό ούτε από το σκεπτικό της αποφάσεως 33/88 μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα αν η απόφαση αφορά τον ένα από τους δύο ή και τους δύο χρονικούς περιορισμούς που θέτει το άρθρο 28, εδάφιο 3, του ΠΔ 382/1980. Το γεγονός ότι στην κρίση του Δικαστηρίου είχαν υποβληθεί όλες οι διατάξεις του άρθρου 28 του ΠΔ 382/1980 και το γεγονός ότι τόνισα ακόμα με τις προτάσεις μου ότι το άρθρο 28, εδάφιο 3, θέτει ρητό περιορισμό επιτρέπουν τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι και το Δικαστήριο εξέτασε αμφότερους τους χρονικούς αυτούς περιορισμούς. Συναφώς το Δικαστήριο δεν χαρακτήρισε ρητά σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο ούτε την ετήσια ισχύ των συμβάσεων ούτε το ανώτατο όριο για την ανανέωση τους. Η διατύπωση πάντως της σκέψεως 17 της αποφάσεως δημιουργεί ορισμένες αμφιβολίες. Στη σκέψη αυτή αναφέρονται τα εξής:
«Τέλος, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η επίμαχη διάταξη δικαιολογείται επίσης από την ανάγκη περιορισμού του αριθμού των λεκτόρων ξένων γλωσσών σε συνάρτηση προς τις ανάγκες του πανεπιστημίου, οι οποίες εξαρτώνται από την προσέλευση των φοιτητών στον οικείο κλάδο. Πρέπει, πάντως, να παρατηρηθεί ότι αυτός ο στόχος της καλής διαχειρίσεως μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα, και ιδίως με την απαγόρευση της ανανεώσεως των συμβάσεων των λεκτόρων που δεν είναι απαραίτητοι, σύμφωνα με το άρθρο 28, τρίτο εδάφιο, του ΠΔ.»
10.
Η επιχειρηματολογία αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ετήσια ισχύς των συμβάσεων δεν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο.
11.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής, προδικάζοντας το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξω, να πω ότι η γνώμη μου είναι ότι η σύναψη με τους λέκτορες ξένων γλωσσών μόνο συμβάσεων ετήσιας ισχύος, την οποία επιτάσσει η προαναφερθείσα νομοθετική πράξη, αντιβαίνει προς την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ και óτι η επιβολή της νομικής αυτής υποχρεώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο ούτε βάσει της σκέψεως 17 της αποφάσεως 33/88.
12.
Η διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας, και ειδικότερα η προφορική διαδικασία, έδωσε την ευκαιρία εμβαθύνσεως της εξετάσεως των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η εκτίμηση αυτή. Στην υπόθεση 33/88 το Δικαστήριο θεώρησε, βάσει των στοιχείων που είχαν προσκομιστεί ενώπιόν του, ότι δεν υπάρχει στα πανεπιστήμια καμία κατηγορία εργαζομένων που θα μπορούσε να συγκριθεί προς τους λέκτορες και που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως γνώμονας για τη διαπίστωση της δυσμενούς διακρίσεως, οπότε το Δικαστήριο σύγκρινε τους όρους προσλήψεως των λεκτόρων ξένων γλωσσών προς τις διατάξεις που ισχύουν γενικά για τους εργαζομένους ( 4 ).
13.
Από τη σύγκριση αυτή διαπιστώνεται ότι άνιση μεταχείριση των λεκτόρων ξένων γλωσσών αποτελεί και ο όρος περί ανωτάτης διάρκειας των συμβάσεων εργασίας τους επί ένα μόνο ακαδημαϊκό έτος, επειδή οι σχέσεις εργασίας στο πλαίσιο της ιταλικής έννομης τάξεως συνάπτονται, κατά κανόνα, για αόριστο χρόνο. Εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτό επιτρέπονται μόνο όταν συντρέχουν ορισμένες ρητά προβλεπόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις.
14.
Από τους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν οι ενδιαφερόμενοι συνάγεται επίσης ότι σκοπός της πανεπιστημιακής μεταρρυθμίσεως του 1980, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε επίσης η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 28 του ΠΔ 382/1980, ήταν, μεταξύ άλλων, η εξάλειψη της αβεβαιότητας στις εργασιακές σχέσεις και η υλοποίηση της αρχής της σταθερότητας της εργασιακής σχέσεως και στα πανεπιστήμια.
15.
Όπως εξέθεσε η συνήγορος των εναγουσών στην προφορική διαδικασία, το γεγονός ότι οι εργασιακές σχέσεις των λεκτόρων ξένων γλωσσών διέπονται από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αποτελεί ήδη μια πρώτη άνιση μεταχείριση τους, η οποία όμως δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Ομοίως, η υποχρεωτική ισχύς των συμβάσεων για ένα μόνο έτος αποτελεί δυσμενή διάκριση έναντι των λοιπών εργαζομένων, με τους οποίους η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου επιτρέπεται κατ' εξαίρεση και μόνο. Τέλος, πατά την εκπρόσωπο των εναγουσών, στο γενικό εργατικό δίκαιο προβλέπεται νομοθετικώς η δυνατότητα χαρακτηρισμού των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να αποφεύγονται οι καταχρήσεις δικαιώματος, ενώ στην περίπτωση των λεκτόρων ξένων γλωσσών δεν ισχύει η δυνατότητα αυτή.
16.
Οι δύο τελευταίες αυτές μορφές άνισης μεταχειρίσεως θα έπρεπε να θεωρηθούν ως απαγορευόμενες από το κοινοτικό δίκαιο διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αν η ρύθμιση των όρων προσλήψεως των λεκτόρων ξένων γλωσσών συνιστούσε πράγματι άνιση μεταχείριση διακινουμένων εργαζομένων και δεν μπορούσαν να προβληθούν ευλόγως αντικειμενικοί λόγοι προς δικαιολόγηση της.
17.
Όσον αφορά το πρώτο από τα δύο αυτά κριτήρια, το Δικαστήριο, στηριζόμενο στην πάγια νομολογία του, εξέθεσε στην απόφαση 33/88 τα εξής:
«Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ειδική έκφραση της οποίας αποτελεί το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης, απαγορεύει όχι μόνο τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως η οποία, στηριζόμενη σε άλλα κριτήρια διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (...).
Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι το όριο που θεσπίζεται από την εν λόγω νομοθεσία για τη διάρκεια της ασκήσεως των καθηκόντων του λέκτορα ξένης γλώσσας σε πανεπιστήμιο, μολονότι εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του οικείου εργαζομένου, αφορά κυρίως τους εργαζομένους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Πράγματι, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που προσκόμισε η Ιταλική Κυβέρνηση, μόνο το 25 % των λεκτόρων ξένων γλωσσών έχει ιταλική ιθαγένεια» ( 5 ).
18.
Οι διαπιστώσεις αυτές ισχύουν αυτούσιες και για τον περιορισμό της ισχύος των εργασιακών σχέσεων σε ένα έτος. Κατά την προφορική διαδικασία της παρούσας υποθέσεως αναφέρθηκε ότι το ποσοστό των λεκτόρων ξένων γλωσσών που δεν έχει ιταλική ιθαγένεια ανέρχεται στο 64 %, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι ορισμένοι από τους λέκτορες έχουν αποκτήσει, κυρίως λόγω συνάψεως γάμου, την ιταλική ιθαγένεια.
19.
Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αναλογία των αλλοδαπών υπηκόων είναι μικρότερη, παραμένει το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των λεκτόρων ξένων γλωσσών έχει άλλη ιθαγένεια, πλην της ιταλικής, και συνεπώς το στοιχείο «λέκτορες με ξένη μητρική γλώσσα» ( 6 ) αποτελεί στοιχείο που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα όπως μια προφανής διάκριση.
20.
Αν συνεπώς θεωρηθεί ότι πρόκειται για έμμεση διάκριση, απομένει να εξεταστεί το ζήτημα αν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την άνιση μεταχείριση.
21.
Το επιχείρημα που επαναλαμβάνει συνεχώς η Ιταλική Κυβέρνηση υπέρ της διατηρήσεως της ρυθμίσεως περί συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι έτσι καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση των υφισταμένων αναγκών. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η δυνατότητα προσαρμογής του αριθμού των προσλαμβανομένων λεκτόρων ξένων γλωσσών προς τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των μαθημάτων γλώσσας δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με κανένα άλλο τρόπο.
22.
Αν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αναπτύχθηκαν κατά την προφορική διαδικασία σχετικά με τις δυνατότητες καταγγελίας που προβλέπει το ιταλικό εργατικό δίκαιο και σχετικά με τις διατάξεις περί προστασίας των εργαζομένων από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η καταγγελία αποτελεί ένα πολύ δύσχρηστο μέσο ρυθμίσεως της καλύψεως των αναγκών. Κατόπιν όμως όλων όσων αναφέρθηκαν επίσης κατά την προφορική διαδικασία, πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι ο αριθμός των λεκτόρων ξένων γλωσσών βαίνει συνεχώς αυξανόμενος. Επιπλέον, κατά το παρελθόν οι συμβάσεις των λεκτόρων ξένων γλωσσών ανανεώνονταν πάντοτε, πράγμα που αποτελεί όντως επιχείρημα κατά της ανάγκης υπάρξεως της δυνατότητας προσαρμογής προς τις εκπαιδευτικές ανάγκες μέσω της απολύσεως των λεκτόρων ξένων γλωσσών. Τέλος, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν κατά την προφορική διαδικασία, ο αριθμός λεκτόρων στα ιταλικά πανεπιστήμια είναι πολύ μεγάλος σε σύγκριση με τα πανεπιστήμια των άλλων κρατών μελών. Στα ιταλικά πανεπιστήμια η σχέση καθηγητών προς λέκτορες είναι, κατά μέσο όρο, 1 προς 10.
23.
Βάσει όλων των ανωτέρω στοιχείων διαπιστώνεται ότι οι ανάγκες των πανεπιστημίων για λέκτορες ξένων γλωσσών είναι μόνιμες και μάλιστα βαίνουν αυξάνουσες και όχι μειούμενες. Συνεπώς, τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι με τους λέκτορες ξένων γλωσσών δεν συνάπτεται κατά κανόνα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
24.
Ο υποχρεωτικός περιορισμός της διάρκειας ισχύος της συμβάσεως σε ένα έτος είναι, κατά την άποψή μου, αδικαιολόγητος και δυσανάλογος, ακόμη και αν αναγνωριστεί ότι πρέπει να υπάρχουν κάποια περιθώρια ελαστικότητας. Για την αντιμετώπιση ενδεχομένων διακυμάνσεων των αναγκών θα αρκούσε πλήρως η σύναψη λιγότερων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Για τη σύναψη των συμβάσεων αυτών θα ίσχυαν οι προϋποθέσεις που ισχύουν και στο γενικό εργατικό δίκαιο για τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η αναφορά στα ασκούμενα καθήκοντα των λεκτόρων ξένων γλωσσών προς στήριξη της επιβολής χρονικού περιορισμού στη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως δεν αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, επαρκή λόγο για τη δικαιολόγηση της συνάψεως συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου.
25.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη μου, από τα ακόλουθα στοιχεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο κατά την προφορική διαδικασία, το ιταλικό γενικό εργατικό δίκαιο προβλέπει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού μιας συμβάσεως ορισμένου χρόνου ως συμβάσεως αορίστου χρόνου, η δυνατότητα όμως αυτή δεν ισχύει για τις συμβάσεις εργασίας των λεκτόρων ξένων γλωσσών. Κατά τη νομολογία των ανωτάτων ιταλικών δικαστηρίων, αλλά και κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη περί δυνατότητας παρατάσεως της ισχύος των συμβάσεων μέχρι έξι έτη κατ' ανώτατο όριο είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη. Αν η διάταξη περί ετησίας ισχύος των συμβάσεων δεν ήταν και αυτή άκυρη, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι να μπορεί να ανανεώνεται συνεχώς η σύμβαση, πράγμα που σε τελική ανάλυση παγιώνει την αβεβαιότητα της εργασιακής σχέσεως. Τούτο θα αντέβαινε προς την αρχή της σταθερότητας της εργασιακής σχέσεως.
26.
Αυτή η διαμόρφωση της εργασιακής σχέσεως αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, εξ ορισμού κατάχρηση δικαιώματος, και μάλιστα δεν υπάρχει καν η δυνατότητα χαρακτηρισμού της συμβάσεως αυτής ως συμβάσεως αορίστου χρόνου. Για τους λόγους αυτούς φρονώ ότι η κατάργηση και μόνο της διατάξεως περί της εξαετίας ως μεγίστης διάρκειας των συμβάσεων των λεκτόρων ξένων γλωσσών δεν αρκεί για την εξάλειψη των αντιβαινουσών προς το κοινοτικό δίκαιο δυσμενών διακρίσεων, αλλά πρέπει να συνδυαστεί με την κατάργηση της υποχρεωτικής ισχύος των συμβάσεων επί ένα μόνο έτος.
27.
Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει την ετήσια ισχύ των συμβάσεων, αναφέρεται επίσης στο γεγονός ότι οι συμβάσεις προσλήψεως λεκτόρων ξένων γλωσσών εξαρτάται από τα διαθέσιμα κονδύλια. Το επιχείρημα αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί, αφού η αρχή της υπάρξεως διαθέσιμων κονδυλίων ισχύει κατ' αρχήν για όλες τις δημόσιες θέσεις. Το ότι στην ειδική περίπτωση των λεκτόρων ξένων γλωσσών οι εργασιακές σχέσεις διαμορφώνονται ως σχέσεις ιδιωτικού δικαίου δεν αναιρεί το γεγονός ότι το πανεπιστήμιο ως εργοδότης αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
28.
Κατόπιν της συγκρίσεως των λεκτόρων ξένων γλωσσών με την κατάσταση των εργαζομένων εν γένει στην Ιταλία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο υποχρεωτικός περιορισμός της ισχύος των συμβάσεων εργασίας σε ένα έτος αποτελεί δυσμενή διάκριση που αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο και απαγορεύεται από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
29.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρθηκε εκ νέου, κατά την παρούσα διαδικασία, στους συμβασιούχους καθηγητές ως συγκρίσιμη κατηγορία εργαζομένων στον τομέα των πανεπιστημίων. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, οι συμβάσεις εργασίας των συμβασιούχων καθηγητών αυτών συνάπτονται επίσης για ορισμένο χρόνο και η μεγίστη ισχύς τους δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 3 έτη. Μετά την τριετία η οικεία θέση πρέπει να καταληφθεί από εργαζόμενο με σταθερή σχέση εργασίας.
30.
Οι ενδιαφερόμενοι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν κατά πόσον η επαγγελματική κατηγορία των συμβασιούχων καθηγητών αποτελεί την κατηγορία με την οποία πρέπει να γίνει η σύγκριση. Ως επιχείρημα κατά της εξετάσεως των όρων των συμβάσεων των εργαζομένων αυτών προς διαπίστωση της άνισης μεταχειρίσεως αναφέρθηκε ότι οι συμβασιούχοι καθηγητές απασχολούνται, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τους λέκτορες ξένων γλωσσών, ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες και όχι ως μισθωτοί. Οι συμβασιούχοι καθηγητές μπορούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της συμβάσεως τους, ενώ οι λέκτορες ξένων γλωσσών δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή. Νομίζω ότι το κριτήριο αυτό αποτελεί ουσιώδες κριτήριο διακρίσεως, το οποίο δεν επιτρέπει τη σύγκριση των δύο αυτών επαγγελματικών κατηγοριών.
31.
Η κατάργηση της διατάξεως περί μεγίστης διάρκειας απασχολήσεως αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, έναν επιπλέον λόγο για τον οποίο δεν μπορούν να συγκριθούν οι συνθήκες απασχολήσεως. Η ρύθμιση ότι κατόπιν της τριετούς απασχολήσεως συμβασιούχου καθηγητή η οικεία θέση πρέπει να πληρωθεί με εργαζόμενο του οποίου η σχέση εργασίας να είναι σταθερή μπορεί επίσης να χαρακτηρισθεί ως εφαρμογή της γενικής αρχής ότι η σχέση εργασίας πρέπει να είναι σταθερή, ακόμη και αν η εφαρμογή της αρχής αυτής στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποβαίνει οπωσδήποτε υπέρ του ενδιαφερομένου συμβασιούχου καθηγητή. Η απεριόριστη ανανέωση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ενός εργαζομένου επιτείνει τις διαφορές που εμφανίζει η κατάσταση του έναντι της καταστάσεως του συμβασιούχου καθηγητή.
32.
Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η διάταξη του άρθρου 28, τρίτο εδάφιο, του ΠΔ 382/1980 περί ετήσιας ισχύος των συμβάσεων εργασίας των λεκτόρων ξένων γλωσσών αποτελεί επίσης απαγορευμένη διάκριση, υπό την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Η αναγκαία προσαρμογή προς τις ανάγκες μπορεί να επιτυγχάνεται με τη σύναψη ολιγάριθμων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις και σύμφωνα με τους κανόνες που επικρατούν στην έννομη τάξη των κρατών μελών. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εντάσσεται και η σκέψη 17 της αποφάσεως 33/88, όπου γίνεται λόγος για τη μη ανανέωση των συμβάσεων των υπεράριθμων λεκτόρων.
Γ — Πρόταση
33.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων προτείνω να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα η ακόλουθη απάντηση:
Μια ρύθμιση σαν τη ρύθμιση του άρθρου 28, τρίτο εδάφιο, του ΠΔ 382/1980 αντίκειται προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, ακόμη και κατά το μέρος κατά το οποίο περιορίζει την ισχύ των συμβάσεων προσλήψεως λεκτόρων ξένων γλωσσών σε ένα έτος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 1989 στην υπόθεση 33/88, Alluè κ.λπ. κατά Università degli studi di Venezia (Συλλογή 1989, σ. 1591).
( 2 ) GURI (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας), αριθ. φύλλου 209 της 31ης Ιουλίου 1980.
( 3 ) Απόφαση του Corte costituzionale της Ιταλίας της 9ης/23ης Φεβρουαρίου 1989.
( 4 ) Σκέψη 10 της αποφάσεως.
( 5 ) Βλ. οκίψεις 11 και 12 της αποφάαεως, όπ.π.
( 6 ) Βλ. (άρθρο 28, πρώτο εδάφιο, του ΠΔ 382/1980.
Full & Egal Universal Law Academy