ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 3ης Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στις παρούσες υποθέσεις το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ως προς το πατά πόσον η Επιτροπή προσέδωσε νομίμως αναδρομική ισχύ σ' έναν κανονισμό.
Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο των υποθέσεων περιγράφεται στην έκθεση ακροατηρίου, στην οποία παραπέμπω. Όσο για την πρόταση μου επί του ερωτήματος που έχει υποβληθεί, έχει ως ακολούθως.
2.
Στις 19 Μαρτίου 1986 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/86, περί καθιερώσεως ενός φόρου στο μετουσιωμένο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη προελεύσεως Ισπανίας ( 1 ). Οι λόγοι της επιβολής αυτού του ειδικού φόρου κατά την εξαγωγή αναφέρονται στο προοίμιο του κανονισμού ως εξής:
«επτιμώντας
ότι σημαντικές ποσότητες αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη εισήχθησαν στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986, αφού πρώτα μετουσιώθηκαν σύμφωνα με τις ισπανικές προδιαγραφές και σε τιμές χαμηλότερες του επιπέδου της κοινοτικής παρεμβάσεως
ότι, προκειμένου να αποφευχθεί αυτό το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη να επανε-ξαχθεί προς τα άλλα κράτη μέλη εφαρμόζοντας εξισωτικά ποσά προσχωρήσεως μηδέν ή προς τρίτες χώρες επωφελούμενο επιστροφής, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ως μεταβατικό μέτρο ένας φόρος κατά την εξαγωγή που θα καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της τιμής του εισαγόμενου προϊόντος και του επιπέδου της τιμής παρεμβάσεως στα άλλα κράτη μέλη».
Συνεπώς, ο κανονισμός 805/86 αφορούσε μια σαφώς οριοθετημένη κατηγορία προϊόντων δηλαδή το μετουσιωμένο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που είχε εισαχθεί στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986 ( 2 ).
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι:
—
η 1η Μαρτίου 1986 ήταν η ημερομηνία κατά την οποία οι σχετικές με την προσαρμογή της γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας τέθηκαν σε ισχύ,
—
το διεπόμενο από τον κανονισμό γάλα σε σκόνη είχε περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες κατώτερη του 1,5 %,
—
η εξαγωγή του μετουσιωμένου αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη προς άλλα κράτη μέλη δεν υπέκειτο στην καταβολή εξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως» και
—
ο ειδικός φόρος πατά την εξαγωγή που επιβλήθηκε με τον κανονισμό ανήρχετο σε 100 ECU ανά 100 kg, δηλαδή στην κατά προσέγγιση διαφορά μεταξύ της τιμής των εισαγομένων προϊόντων και της τιμής παρεμβάσεως στην Κοινότητα.
3.
Η Επιτροπή τον Φεβρουάριο 1987 διαπίστωσε ότι
—
σημαντικές ποσότητες μετουσιωμένου γάλακτος σε σκόνη, ισπανικής προελεύσεως, είχαν διατεθεί στην αγορά της Γερμανίας και της Ολλανδίας σε πολύ χαμηλές τιμές
—
επρόκειτο περί προϊόντων που θα διεί-ποντο από τον κανονισμό 805/86, αν δεν τους είχαν προστεθεί λιπαρές ουσίες, με αποτέλεσμα να μην αποτελούν πλέον αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη υπό την έννοια του κανονισμού 805/86 και
—
η προσθήκη των λιπαρών ουσιών έγινε με τον μοναδικό σκοπό να μην καταβληθεί κατά την εξαγωγή ο προβλεπόμενος στον κανονισμό 805/86 φόρος, αλλά να καταβληθεί μόνον το αισθητώς κατώτερο εξισωτικό ποσό «προσχωρήσεως», που εφαρμόζεται στο «γάλα σε σκόνη που δεν αποτελεί μετουσιωμένο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη».
4.
Η Επιτροπή υπέβαλε στη συνέχεια ένα σχέδιο κανονισμού στην επιτροπή διαχειρίσεως γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Αυτό το σχέδιο, που εγκρίθηκε από την επιτροπή διαχειρίσεως στις 12 Φεβρουαρίου, περιελάμβανε δύο τροποποιήσεις του κανονισμού 805/86. Η λέξη «αποκορυφωμένο» διαγράφηκε και αποφασίστηκε τα προϊόντα που φορολογούνται βάσει του κανονισμού, μετά την τροποποίηση του, να μην υπόκεινται συγχρόνως στην καταβολή εξισωτικού ποσού «προσχωρήσεως».
Η Επιτροπή υιοθέτησε αυτό το σχέδιο στις 16 Μαρτίου 1987 και ο κανονισμός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 17 Μαρτίου 1987 με τον αριθμό 744/87 ( 3 ). Ο κανονισμός όριζε ότι τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως του και ότι θα έχει εφαρμογή από τις 12 Φεβρουαρίου 1987.
5.
Οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών είναι δύο ισπανικές εταιρίες που εμπορεύονται γάλα σε σκόνη. Μεταξύ της 12ης Φεβρουαρίου και της 16ης Μαρτίου εξήγαγαν στη Γερμανία αντίστοιχα 207 και 120 τόνους γάλακτος σε σκόνη, των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες, σύμφωνα με τη δικογραφία, ανήρχετο σε 12 και 18 % αντίστοιχα. Οι εταιρίες υποστήριξαν ότι είναι τεχνικώς αδύνατον και οικονομικώς παράλογο να προστεθούν λιπαρές ουσίες σε αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες κατώτερης του 1,5 %, προκειμένου να ληφθεί ένα προϊόν περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες τουλάχιστον 12 %. Κατά τη γνώμη μου, αυτές οι επισημάνσεις μπορούν να εκληφθούν μόνον ως ισχυρισμοί των εταιριών ότι τα προϊόντα που εξήγαγαν δεν διέπονται από τον κανονισμό 805/86 υπό την αρχική του διατύπωση. Στη συνέχεια, θα επανέλθω όσον αφορά τη σημασία αυτού του σημείου.
Οι εταιρίες υποστήριξαν ότι δεν ήσαν υποχρεωμένες να καταβάλουν τον οριζόμενο από τον κανονισμό 805/86 φόρο κατά την εξαγωγή, δεδομένου ότι είναι παράνομο να προσδοθεί αναδρομική ισχύς σε τροποποιητικό κανονισμό. Υποστήριξαν ότι ο τροποποιητικός κανονισμός δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος, όσον αφορά την αναδρομική ισχύ του και ότι, εξάλλου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναδρομική ισχύ των κανόνων δικαίου.
6.
Στις παρούσες υποθέσεις, δεν είναι δυνατόν να σχηματιστεί γνώμη επί του ζητήματος του κύρους του τροποποιητικού κανονισμού, αν δεν καθοριστεί, ευθύς εξαρχής, το περιεχόμενο της τροποποιήσεως ή, με άλλα λόγια, αν δεν καθοριστούν τα προϊόντα που επλήγησαν από τον ειδικό φόρο κατά την εξαγωγή, μετά την τροποποίηση του κανονισμού.
7.
Υπάρχουν δύο δυνατές ερμηνείες του τροποποιητικού κανονισμού.
Κατά την πρώτη, ο τροποποιητικός κανονισμός απλώς επεξέτεινε την καθιέρωση του φόρου κατά την εξαγωγή στα προϊόντα που εξαρχής διείποντο από τον κανονισμό 805/86, δηλαδή στο μετουσιωμένο αποκορυφωμένο γάλα. σε σκόνη που είχε εξαχθεί στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986, δεδομένου ότι αργότερα εμπλουτίστηκε με λιπαρές ουσίες και έπαυσε πλέον να αποτελεί αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη.
Κατά τη δεύτερη ερμηνεία, ο τροποποιητικός κανονισμός επεξέτεινε την εφαρμογή του φόρου κατά την εξαγωγή σε κάθε μετουσιωμένο γάλα σε σκόνη, οποιαδήποτε και αν ήταν η περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες κατά την εισαγωγή του στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986.
8.
Από τις εν προκειμένω παρατηρήσεις της Επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι θεωρεί ως ορθή την πρώτη από τις δύο δυνατές ερμηνείες. Μεταξύ πολυαρίθμων παραδειγμάτων, είναι δυνατόν να παρατεθεί ο ακόλουθος ισχυρισμός, αντλούμενος από τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, κατά τον οποίο η τροποποίηση αποφασίστηκε:
«με τον αποκλειστικό σκοπό να αποκατασταθεί η επιδιωκόμενη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/86 ισορροπία που είχε διαταραχθεί από τις προαναφερόμενες εμπορικές μεθοδεύσεις, οι οποίες επέτρεψαν να αποφεύγεται δολίως ο φόρος και να προσπορίζεται στους αυτουργούς τους αντικανονικό και αδικαιολόγητο όφελος (...)» ( 4 ).
Ωστόσο, ενδέχεται οι ισπανικές αρχές, όταν εφάρμοσαν τον τροποποιημένο κανονισμό, να χρησιμοποίησαν τη δεύτερη ερμηνεία, η οποία είναι ευρύτερη. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η κατάσταση των πραγμάτων, αν — όπως υποστηρίζουν οι δύο εταιρίες — τα εξαχθέντα προϊόντα δεν έχουν εμπλουτισθεί με λιπαρές ουσίες, δηλαδή αν πρόκειται περί προϊόντων που δεν διείποντο από τον αρχικό κανονισμό.
9.
Δεν είναι εύκολο να καθοριστεί ποια από τις δύο ερμηνείες είναι ορθή. Ωστόσο, εκ πρώτης όψεως η επιλογή φαίνεται απλή. Αν το όργανο που εξέδωσε μια δυσμενή για τους ιδιώτες πράξη φρονεί ότι η πράξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενώς, δηλαδή υπέρ των ιδιωτών, και αν το ίδιο όργανο κατόρθωσε να προβάλει, προς στήριξη αυτής της ερμηνείας, πειστική επιχειρηματολογία, αντλούμενη από τον σκοπό της πράξεως, φαίνεται, χωρίς αμφιβολία, ότι πρέπει να επιλεγεί αυτή η ερμηνεία. Ωστόσο, εν προκειμένω, η δυσκολία οφείλεται στο γεγονός ότι η διατύπωση της τροποποιήσεως — ο όρος «αποκορυφωμένο» που περιείχετο στον αρχικό κανονισμό απλούστατα διαγράφηκε — δύσκολα μπορεί να συμβιβαστεί με τη συσταλτική ερμηνεία.
10.
Χρειάζεται καλή θέληση για να κατανοηθούν οι αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου, υπό την έννοια ότι ο κανονισμός επεδίωκε αποκλειστικώς να εμποδίσει την παράκαμψη του αρχικού κανονισμού διά της προσθήκης λιπαρών ουσιών στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που είχε εισαχθεί στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986 ( 5 ).
Εντούτοις, φρονώ ότι ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί όπως έχει υποδείξει η Επιτροπή. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι κοινοτικοί κανονισμοί πρέπει να ερμηνεύονται βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου ( 6 ). Η ερμηνεία της Επιτροπής συνεπάγεται ότι ο τροποποιητικός κανονισμός δεν επιβάλλει στους ιδιώτες επιβαρύνσεις υπερβαίνουσες τον επιδιωκόμενο από τον φόρο κατά την εξαγωγή σκοπό, που συνίστατο στο να εμποδιστεί η κερδοσκοπία. Κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν υποδηλοί ότι υπήρξε οποιαδήποτε ανάγκη επεκτάσεως της εφαρμογής του φόρου κατά την εξαγωγή σε κάθε μετουσιωμένο γάλα σε σκόνη, εκτός του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που είχε εισαχθεί στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986 και στη συνέχεια είχε εμπλουτιστεί με λιπαρές ουσίες, με σκοπό τη φοροαποφυγή. Πουθενά στη δικογραφία δεν αναφέρεται ότι αυτού του είδους το γάλα σε σκόνη έχει καταστεί πηγή προβλημάτων. Κατά τη γνώμη μου, ο τροποποιητικός κανονισμός θα έπρεπε να θεωρηθεί αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας και κατά συνέπεια ανίσχυρος, αν έπρεπε να ερμηνευθεί οπωσδήποτε υπό την έννοια ότι επεξέτεινε την εφαρμογή του φόρου κατά την εξαγωγή σε κάθε μετουσιωμένο γάλα σε σκόνη που είχε εισαχθεί στην Ισπανία πριν από την 1η Μαρτίου 1986.
Υπό τις συνθήκες αυτές, μου φαίνεται ορθό και βάσιμο να γίνει δεκτή η ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή, κατά την οποία ο τροποποιητικός κανονισμός απλώς επεξέτεινε την εφαρμογή του φόρου κατά την εξαγωγή στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που διείπετο από τον αρχικό κανονισμό και στη συνέχεια εμπλουτίστηκε με λιπαρές ουσίες.
11.
Τούτο, σε κάθε περίπτωση, έχει δύο σημαντικές συνέπειες για τις παρούσες υποθέσεις.
Πρώτον, ο ειδικός φόρος κατά την εξαγωγή δεν αφορά τις επίμαχες στις κύριες δίκες εξαγωγικές δραστηριότητες, αν τα εξαχθέντα προϊόντα δεν διείποντο αρχικώς από τον κανονισμό 805/86, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών.
Δεύτερον, η νομιμότητα του τροποποιητικού κανονισμού πρέπει να κριθεί λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι αφορούσε μόνο ορισμένη ομάδα προϊόντων που είχαν ήδη υποβληθεί στον φόρο κατά την εξαγωγή και σκόπευε αποκλειστικώς να εμποδίσει τους επιχειρηματίες να αποφεύγουν κατά χονδροειδή και πασιφανή τρόπο την υποχρέωση καταβολής αυτού του ειδικού φόρου κατά την εξαγωγή, που είχε εισαχθεί για να ανακόψει τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες.
12.
Σ' αυτό το πλαίσιο, φρονώ ότι έχουν πληρωθεί οι γενικές συνθήκες που θεωρούνται από το Δικαστήριο ως προϋποθέσεις της δυνατότητας προσδόσεως, κατ' εξαίρεση, αναδρομικής ισχύος σε μια πράξη και που συνίστανται στο ότι ο σκοπός της πράξεως επιβάλλει την αναδρομικότητα και στο ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων έχει τύχει του δέοντος σεβασμού ( 7 ).
Δεδομένου ότι ο σκοπός του κανονισμού ήταν να εμποδίσει, κατά τον ταχύτερο και αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο, σοβαρά περιστατικά κερδοσκοπίας, φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν να προβληθούν αντιρρήσεις κατά της απόψεως της Επιτροπής ότι ο σκοπός αυτός επέβαλε να προσδοθεί αναδρομική ισχύς στον τροποποιητικό κανονισμό ( 8 ).
Κατά τη γνώμη μου, πρέπει επίσης να συνταχθώ με την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, δεν τίθεται θέμα προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών. Συντάσσομαι με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, κατά τον οποίο:
«ουδόλως πλήττεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων, για τον απλούστατο λόγο ότι πρόκειται περί περιπτώσεως όπου δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών.
(...) Βέβαια, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/86 αφορά το αποκορυφωμένο γάλα, αλλά δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο, δεδομένου ότι το προϊόν σ' αυτή την κατάσταση είχε εισαχθεί. Αν το ίδιο προϊόν εμπλουτίστηκε με λιπαρές ουσίες, δεδομένου ότι “salvis verbis legis, sententiam eius circunvenir”, κανείς δεν μπορεί να αξιώσει ότι ο νομοθέτης, μόλις ειδοποιηθεί, δεν θα αποκαταστήσει αμέσως το status quo ante, θέτοντας τέλος σ' αυτήν την κατάσταση, όπως επίσης κανείς επιχειρηματίας δεν μπορεί να ελπίζει ότι ο δικαστής θα θέσει υπό την προστασία του τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες, που οι αυτουργοί τους κατέστησαν δυνατές εκμεταλλευόμενοι το γράμμα του νόμου» ( 9 ).
Συνεπώς, νομίμως η Επιτροπή όρισε ότι ο κανονισμός θα εφαρμόζεται από τις 12 Φεβρουαρίου, ημερομηνία που, αφενός, αποτελούσε την ημερομηνία εγκρίσεως του σχεδίου του κανονισμού από την επιτροπή διαχειρίσεως και, αφετέρου, δεν απείχε από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η Επιτροπή έλαβε γνώση της υπάρξεως δοσοληψιών που έπρεπε να χαρακτηριστούν ως καταστρατηγούσες τον κανονισμό 805/86.
13.
Αντίθετα, μου φαίνεται ότι είναι δυσκολότερο να κατανοήσω γιατί η Επιτροπή δεν εξέδωσε τον κανονισμό πριν από τις 16 Μαρτίου. Η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε πειστικώς αυτή την καθυστέρηση, το ζήτημα δε της σημασίας που πρέπει να αποδοθεί, όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου, σε μια τέτοια καθυστέρηση, είναι, κατά τη γνώμη μου, λίαν δυσεπίλυτο. Προφανώς, δεν αρκεί η επισήμανση της Επιτροπής ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες κατά πάσα πιθανότητα γνώριζαν το γεγονός ότι ένα σχέδιο κανονισμού είχε υποβληθεί στην επιτροπή διαχειρίσεως και είχε εγκριθεί από αυτήν. Υπό άλλες περιστάσεις, θα ήταν φυσιολογικό να κριθεί ότι η καθυστερημένη έκδοση μιας δυσμενούς πράξεως υποχρεωτικώς συνεπάγεται την αδυναμία αναγνωρίσεως αναδρομικής ισχύος, στην οποία η πράξη αυτή αποβλέπει. Ωστόσο, εν προκειμένω, δεν νομίζω ότι η καθυστέρηση πρέπει να έχει μια τέτοια συνέπεια. Τούτο οφείλεται στον ιδιαίτερο σκοπό αυτού του κανονισμού, που συνίσταται στο να εμποδίσει την εκ νέου καταστρατήγηση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως από τους επιχειρηματίες, οι οποίοι ήδη είχαν επιχειρήσει να κερδοσκοπήσουν, εκμεταλλευόμενοι τα προβλέψιμα «κενά» των γεωργικών κανονισμών της Κοινότητας.
14.
Εν προκειμένω, φρονώ, συνεπώς, ότι ο κανονισμός, άπαξ και ερμηνευθεί σύμφωνα με τον στόχο του, πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το Δικαστήριο για την αναγνώριση αναδρομικής ισχύος μιας πράξεως.
15.
Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να κρίνεται λαμβανομένου υπόψη του νομικού και πραγματικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η επίμαχη πράξη ( 10 ). Οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών ισχυρίστηκαν ότι στις περιπτώσεις αναδρομικότητας η απαίτηση της αιτιολογήσεως είναι αυστηρότερη και κυρίως ότι η αιτιολογία πρέπει να περιέχει στοιχεία δικαιολογούντα την αναδρομική ισχύ.
Είναι αυτονόητο ότι η πράξη στην οποία προσδίδεται αναδρομική ισχύς πρέπει να περιέχει αιτιολογία που εξηγεί για ποιον λόγο κρίθηκε αναγκαίο να εισαχθεί μια παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα περί της ισχύος των νομικών πράξεων ratione temporis. Ωστόσο, το περιεχόμενο και η επιτακτι-κότητα της απαιτήσεως περί αιτιολογήσεως πρέπει οπωσδήποτε να εξαρτηθούν, εν προκειμένω, από τα συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία προσιδιάζουν σε κάθε περίπτωση.
16.
Το προοίμιο περιλαμβάνει την ακόλουθη αιτιολογία:
«εκτιμώντας ότι, προκειμένου να αποφευχθεί οι ποσότητες του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που εισάγονται στην Ισπανία και μετουσιώνονται σύμφωνα με τις ισπανικές προδιαγραφές πριν από την 1η Μαρτίου 1986, να επανεξάγονται με μη κανονικές ευνοϊκές συνθήκες, καθιερώθηκε φόρος κατά την εξαγωγή του προϊόντος αυτού με τον κανονισμό(ΕΟΚ) 805/86 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3956/86 ότι πρέπει, για τους ίδιους λόγους, να επεκταθεί η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στο γάλα σε σκόνη, ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα του σε λιπαρές ουσίες (...)
ότι, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάπτυξη κερδοσκοπικών κινήσεων για το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εφαρμοστούν επειγόντως οι σχετικές διατάξεις αυτού».
Είναι δυνατόν να διερωτηθούμε αν η Επιτροπή πέτυχε να δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα των λόγων που επέβαλαν την έκδοση του τροποποιητικού κανονισμού. Κατά τη γνώμη μου, όμως, αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι η αιτιολογία είναι επαρκής. Οι ενδιαφερόμενοι, εν προκειμένω, επιχειρηματίες, βασιζόμενοι στις αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου, στη γνώση του αρχικού κανονισμού και στα περιστατικά που προκάλεσαν την έκδοση του τελευταίου κανονισμού, ουδόλως δυσκολεύθηκαν να κατανοήσουν τον λόγο υπάρξεως του τροποποιητικού κανονισμού. Επιπλέον δε, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες, δηλαδή αυτοί που ενδεχομένως είχαν εμπλουτίσει το γάλα, δεν ήταν δυνατόν να δυσκολευθούν να κατανοήσουν γιατί η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να προσδώσει αναδρομική ισχύ στον κανονισμό. Η δεύτερη από τις προαναφερόμενες αιτιολογικές σκέψεις αρκεί για να κατανοήσουν τον λόγο της αναδρομικότητας ( 11 ).
17.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα ερωτήματα:
«Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο ικανό να πλήξει το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 744/87.»
( *1 ) Γλώσοα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) ΕΕ L 75, ο. 15.
( 2 ) Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2 του κανονισμού, ο επιχειρηματίας φέρει το βάρος αποδείξεως ότι δεν πρόκειται περί εισαγομένου αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη αλλά περί γάλακτος που έχει παραχθεί στην Ισπανία.
( 3 ) ΕΕ L 75, σ. 14.
( 4 ) Βλ. το σημείο 2.4 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
( 5 ) Η αιτιολογική έκθεση του κανονισμού περιλαμβάνει τις ακόλουθες σκέψεις:
«εκτιμώντας ότι, προκειμένου να αποφευχθεί οι ποσότητες του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που εισάγονται στην Ισπανία και μετουσιώνονται σύμφωνα με τις ισπανικές προδιαγραφές πριν από την 1η Μαρτίου 1986, να επανεξά-γονται με μη κανονικές ευνοϊκές συνθήκες, καθιερώθηκε φόρος κατά την εξαγωγή του προϊόντος αυτού με τον κανονισμό(ΕΟΚ) 805/86 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (EOK) 3956/86 ότι πρέπει, για τους ίδιους λόγους, να επεκταθεί η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού στο γάλα σε σκόνη, ανεξάρτητα από την περιεκτικότητα του σε λιπαρές ουσίες (...)
ότι, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάπτυξη κερδοσκοπικών κινήσεων για το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κανονισμού, πρέπει να εφαρμοστούν επειγόντως οι σχετικές διατάξεις αυτού».
( 6 ) Βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1991, C-90/90 και C-91/90, Neu (Συλλογή 1991, σ. I-3617), και της 21ης Μαρτίου 1991, C-314/89, Rauh (Συλλογή 1991, σ. I-1647).
( 7 ) Βλ-, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηοίου της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispollom (Συλλογή 1991, σ. I-3695, σκέψη 17), της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Rcke (Συλλογή τομος 1979/1, ο. 55, σκέψη 20), και 99/78, Decker (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 81, σκέψη 8). Μπορώ να αναφερθώ ιδιαιτέρως στην απόφαση που εκδόθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1990 στην υπόθεση C-337/88, Società agricola fattoria alimentan (Συλλογή 1990, o. I-1), όπου ο σκοπός της προσδόσεως αναδρομικής ισχύος στην επίμαχη πράξη συνίστατο, όπως στις παρούσες υποθέσεις, στο να εμποδιστούν κερδοσκοπικές κινήσεις στο πλαίσιο των μεταβατικών καθεστώτων που ίσχυαν κατά την προσχώρηση νέων κρατών μελών.
( 8 ) Η Επιτροπή στο σημείο 5 των γραπτών παρατηρήσεων της είχε εκφραστεί ως εξής:
Με άλλα λόγια, για να αποκατασταθεί η αποτελεσματικότητα του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/86, η οποία έχει τρωΟεί λόγω των μεθοδεύσεων που καταστρατηγούσαν τις διατάξεις του, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 744/87 έπρεπε να προβλέπει την αναδρομική ισχύ του, η οποία όμως είναι τυπική και όχι ουσιαστική, δεδομένου ότι ο προορισμός τη; συνίστατο απλώς στο να επιτύχει την πραγματοποίηση του σκοπού του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/86, χωρίς να διακοπεί η συνέχεια. Αν εξετάσουμε τον επιγενόμενο κανονισμό υπό το φως αυτής της διευκρινίσεως, θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι δεν αντιμετωπίζουμε μια περίπτωση «αυθεντικής» αναδρομικότητας αλλά μια περίπτωση, κατά την οποία μια διάταξη κατέστη αναγκαία για να αποκαταστήσει και ως εκ τούτου να διαφυλάξει στο διηνεκές την αποτελεσματικότητα του παρακα-μπτόμενου κανόνα δικαίου.
( 9 ) Βλ. το σημείο 6 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
( 10 ) Βλ. κυρίως τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 24ης Ιανουαρίου 1991, C-27/90, Société industrielle de transformation des produits agricoles (Συλλογή 1991, σ. I-133), και της 25ης Οκτωβρίου 1978,125/77, Koninklijke Schollen-Honig και De Verenigde Zetmeelbedrijven «De Bijenkorf» (Συλλογή τόμος 1978, σ. 625).
( 11 ) Εν προκειμένω, υπήρξαν αμφιβολίες ως προς το αν το ζήτημα της αναδρομικότητας του τροποποιητικού κανονισμού υποβλήθηκε στην επιτροπή διαχειρίσεως. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαβεβαίωσε ότι το ζήτημα αυτό όντως υποβλήθηκε στην επιτροπή διαχειρίσεως, φρονώ ότι δεν συντρέχει λόγος εμβαθύνσεως ο' αυτό το σημείο.
Full & Egal Universal Law Academy