Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι παρούσες υποθέσεις έχουν ως κύριο αντικείμενο το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη μεταπώληση σε τιμή κάτω του κόστους. Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικών δικών κατά των Keck και Mithouard υπευθύνων αντιστοίχως μιας υπεραγοράς στο Mundolsheim και μιας στο Geispolheim, όσον αφορά την πώληση ορισμένων προϊόντων. Οι κατηγορούμενοι προβάλλουν ενώπιον του Tribunal de grande instance de Strasbourg, έβδομο ποινικό τμήμα (στο εξής: αιτούν δικαστήριο), τον ισχυρισμό ότι η εν προκειμένω προβλεπόμενη από τον νόμο απαγόρευση, η οποία διαλαμβάνεται στο άρθρο 1 του νόμου περί δημοσίων οικονομικών 63-628 της 2ας Ιουλίου 1963, όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 32 της Ordonnance 86-1243 της 1ης Δεκεμβρίου 1986 (1), είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, περί του ελευθέρου ανταγωνισμού και περί της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Αυτό ώθησε το αιτούν δικαστήριο, στο πλαίσιο των δύο υποθέσεων, να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
"Συμβιβάζεται η απαγόρευση της μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους, που θεσπίζει το άρθρο 32 της Ordonnance 86-1243 της 1ης Δεκεμβρίου 1986 στη Γαλλία, με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων, του ελεύθερου ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που θέτει η Συνθήκη της 25ης Μαρτίου 1957 περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και ειδικότερα τα άρθρα 3 και 7 της εν λόγω Συνθήκης, δεδομένου ότι η γαλλική νομοθεσία είναι πράγματι ικανή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό:
α) αφενός, καθότι απαγορεύει μόνο τη μεταπώληση σε τιμή κάτω του κόστους και εξαιρεί του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως τον κατασκευαστή, ο οποίος είναι ελεύθερος να πωλήσει στην αγορά το προϊόν που κατασκευάζει, μεταποιεί ή βελτιώνει έστω και σε πολύ μικρό βαθμό, σε τιμή χαμηλότερη της τιμής κόστους;
β) αφετέρου, καθότι νοθεύει, ιδίως σε παραμεθόριες περιοχές, τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφόρων επιχειρηματιών, αναλόγως της ιθαγενείας και του τόπου εγκαταστάσεώς τους;"
2. Θα ήθελα κατ' αρχάς να διευκρινίσω ορισμένα σημεία όσον αφορά τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης βάσει των οποίων πρέπει να εξετασθεί η επίμαχη γαλλική νομοθεσία. Ακριβώς όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι οι διατάξεις και οι αρχές της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω. Η σχέση μεταξύ των κανόνων αυτών και της προκειμένης περιπτώσεως είναι τελείως έμμεση και υποθετική: πρόκειται για δύο υπεραγορές εγκατεστημένες στη Γαλλία (βεβαίως πολύ κοντά στα γερμανικά σύνορα) και δεν προκύπτει ούτε από τη δικογραφία ούτε από τις παρατηρήσεις των κατηγορουμένων της κύριας δίκης κανένα πραγματικό στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί η δυνατότητα εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων.
Μπορώ επίσης να περιοριστώ σε μια σύντομη παρατήρηση όσον αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης, στο οποίο αναφέρεται ρητά το αιτούν δικαστήριο: η διάταξη αυτή απαγορεύει αποκλειστικά και μόνο τις διακρίσεις λόγω της ιθαγενείας των επιχειρηματιών (2). Δεδομένου ότι η επίμαχη γαλλική νομοθεσία δεν κάνει άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω της ιθαγενείας ή του τόπου εγκαταστάσεως των επιχειρήσεων επί των οποίων εφαρμόζεται, το άρθρο 7 δεν έχει εφαρμογή. Πρέπει να προστεθεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως επιβεβαιώσει ότι το άρθρο 7 δεν παραβιάζεται από το γεγονός καi μόνο ότι άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν λιγότερο αυστηρές διατάξεις και ότι τούτο θίγει την ανταγωνιστική θέση των επιχειρηματιών που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους σε σύγκριση με τους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη (3).
Όσον αφορά το ζήτημα αν εφαρμόζονται οι σχετικοί με τον ανταγωνισμό κανόνες του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 85 και 86 της Συνθήκης, αρκεί και εν προκειμένω να παραπέμψω στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία οι διατάξεις αυτές αφορούν αποκλειστικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη (4). Βέβαια, το Δικαστήριο προσθέτει ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν ή να διατηρούν σε ισχύ μέτρα που μπορούν να εκμηδενίσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων του ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις και, εν προκειμένω, το Δικαστήριο αναφέρεται κυρίως στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος είτε επιβάλλει είτε ευνοεί, με νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, τη σύναψη συμπράξεων που αντιβαίνουν στο άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα των συμπράξεων αυτών, είτε αίρει τον κρατικό χαρακτήρα της δικής του ρυθμίσεως, αναθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την εν προκειμένω ευθύνη λήψεως αποφάσεων (5). Εν πάσει περιπτώσει, δεν τίθεται τέτοιο θέμα στην παρούσα υπόθεση.
Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, φαίνεται ότι η επίμαχη γαλλική νομοθεσία πρέπει να εξετασθεί μόνο από την άποψη της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων: πράγματι, πρόκειται για μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αφορά την πώληση προϊόντων. Αν και το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν κατονομάζεται ρητώς από το αιτούν δικαστήριο, από τα υποβληθέντα ερωτήματα προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του τη διάταξη αυτή προκειμένου να παράσχει τη δυνατότητα στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν συμβιβάζεται η γαλλική νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο.
3. Συνεπώς, το πρώτο από τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορά το ζήτημα αν η προβλεπόμενη από τον νόμο απαγόρευση της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η γαλλική διάταξη η οποία επιβάλλει την απαγόρευση εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα. Εξάλλου, η διάταξη αυτή δεν αφαιρεί από ένα αλλοδαπό προϊόν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που μπορεί να έχει συνεπεία του χαμηλότερου κόστους και δεν καθορίζει ανώτατη τιμή η οποία να καθιστά αδύνατη την εμπορία εντός Γαλλίας ενός εισαγομένου προϊόντος (του οποίου η τιμή είναι ήδη υψηλότερη λόγω των εξόδων μεταφοράς και συσκευασίας). Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η άποψή της αυτή επιβεβαιώνεται από την απόφαση Van Tiggele, του 1978, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"(...) οι εθνικές διατάξεις που απαγορεύουν αδιακρίτως τη λιανική πώληση εγχωρίων προϊόντων και εισαγομένων προϊόντων σε τιμές χαμηλότερες από την τιμή αγοράς, την οποία κατέβαλε ο λιανοπωλητής, δεν είναι δυνατό να παράγουν επιβλαβή αποτελέσματα για τη διάθεση μόνο των εισαγομένων προϊόντων και, επομένως, να αποτελούν μέτρα αποτελέσματος ισοδυνάμου με ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών" (6).
4. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη συλλογιστική αυτή. Πράγματι, δεν αποκλείεται, κατά την γνώμη μου, η προβλεπόμενη από τον νόμο απαγόρευση μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους να μπορεί να παρακωλύσει "άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει" το ενδοκοινοτικό εμπόριο, υπό την έννοια της αποφάσεως Dassonville. Τούτο καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η πώληση σε τιμή κάτω του κόστους αποτελεί μέθοδο προωθήσεως των πωλήσεων και ότι, από της αποφάσεως Ooshoek * επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για εθνικό μέτρο το οποίο απαγόρευε την προσφορά ορισμένων δώρων σε είδος κατά την πώληση * το Δικαστήριο διαμόρφωσε παγία νομολογία η οποία ορίζει ότι:
"Νομοθεσία που περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένες μορφές διαφημίσεως και ορισμένα μέσα προωθήσεως των πωλήσεων, καίτοι δεν επηρεάζει αμέσως τις εισαγωγές, είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο τους διότι επηρεάζει τις δυνατότητες εμπορίας των εισαγομένων προϊόντων. Το γεγονός ότι ένας συγκεκριμένος επιχειρηματίας αναγκάζεται είτε να ακολουθήσει διαφορετικά συστήματα διαφημίσεως ή προωθήσεως των πωλήσεων αναλόγως των συγκεκριμένων κρατών μελών είτε να εγκαταλείψει ένα σύστημα που θεωρεί ιδιαιτέρως αποτελεσματικό, είναι δυνατό να αποτελέσει εμπόδιο στις εισαγωγές ακόμα και αν η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα" (7).
Δεν μπορεί βεβαίως να γίνεται επίκληση της αποφάσεως Van Tiggele σε αντίκρουση της νομολογίας αυτής, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση προηγείται των αποφάσεων του Δικαστηρίου Cassis de Dijon και Oosthoek, πράγμα το οποίο μειώνει σημαντικά ή ακόμη και εκμηδενίζει την αξία της ως νομολογιακού προηγουμένου (8).
5. Προκειμένου να είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 30, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, επί εθνικής ρυθμίσεως, απαιτείται βεβαίως να υπάρχει κάποιος σύνδεσμος της ρυθμίσεως με το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Εν προκειμένω, νομίζω ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η ύπαρξη του συνδέσμου αυτού. Η επίμαχη ρύθμιση δεν προβλέπει βεβαίως απαγόρευση πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους σε επίπεδο κατασκευαστή. Τούτο σημαίνει ότι οι κατασκευαστές από άλλα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα, αν επιθυμούν να θέσουν σε κυκλοφορία το προϊόν τους στη γαλλική αγορά, να πωλούν σε τιμές κάτω του κόστους στη Γαλλία ή οπουδήποτε αλλού σε μεταπωλητές οι οποίοι, κατόπιν, θα μπορούν να μεταπωλούν το προϊόν στη Γαλλία σε τιμή μειωμένη κατά πολύ (η οποία όμως θα υπερβαίνει την δική τους τιμή κόστους). Ωστόσο, ακόμη και μια τόσο περιορισμένη απαγόρευση, όπως η απαγόρευση πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παρακώλυση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο μεταπωλητής, χωρίς τη βοήθεια του αλλοδαπού παραγωγού (υπό τη μορφή πωλήσεως σε τιμή πολύ χαμηλή ή ακόμη και κάτω του κόστους), θα ήθελε να διεξαγάγει διαφημιστική εκστρατεία για την καθιέρωση του προϊόντος του στη γαλλική αγορά, πωλώντας σε τιμή κάτω του κόστους. Το ίδιο αποτέλεσμα παρακωλύσεως (δυνάμει) προκύπτει όταν ο εισαγωγέας προϊόντος καταγωγής άλλου κράτους μέλους πρέπει να ανταγωνιστεί εντός Γαλλίας έναν ημεδαπό κατασκευαστή ο οποίος μπορεί να πωλήσει σε τιμή κάτω του κόστους το ανταγωνιστικό προϊόν του, ενώ αυτό δεν είναι δυνατό για τον εισαγωγέα * μεταπωλητή.
Από τα παραδείγματα αυτά προκύπτει ότι, ακόμη και αν δεν εφαρμόζεται σε επίπεδο κατασκευαστών, το επίμαχο εθνικό μέτρο απαγορεύσεως, μπορεί πάντως να παρακωλύει "άμεσα ή έμμεσα, πράγματι η δυνάμει" το ενδοκοινοτικό εμπόριο (9).
6. Εφόσον γίνεται δεκτό ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει κατ' αρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30, πρέπει να εξετασθεί αν τα εμπόδια (πραγματικά ή δυνητικά) στο ενδοκοινοτικό εμπόριο τα οποία συνεπάγεται πρέπει παρά ταύτα να γίνουν αποδεκτά κατ' εφαρμογήν του κριτηρίου της αποφάσεως "Cassis de Dijon". Συγκεκριμένα, η πώληση σε τιμή κάτω του κόστους δεν αποτελεί αντικείμενο ενδοκοινοτικής ρυθμίσεως και ρυθμίζεται διαφορετικά ανάλογα με τα κράτη μέλη. Επιπλέον, η γαλλική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα.
Κατά το κριτήριο της αποφάσεως "Cassis de Dijon", τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτά παρά μόνο στο μέτρο που η σχετική εθνική νομοθεσία αποσκοπεί στην ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών που δικαιολογούνται από πλευράς κοινοτικού δικαίου και, επιπλέον, στο μέτρο που είναι η νομοθεσία αυτή αναγκαία για τον επιδιωκόμενο σκοπό και ανάλογη προς αυτόν (10). Εναπόκειται πρώτα στο εθνικό δικαστήριο (και, ενώπιον του Δικαστηρίου, στην κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους) να προσδιορίσει ποιοι είναι οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η σχετική εθνική νομοθεσία και εάν, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, οι σκοποί αυτοί δικαιολογούνται από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Σε περίπτωση αμφιβολίας, το Δικαστήριο μπορεί να του παράσχει διευκρινίσεις επί του τελευταίου αυτού σημείου.
7. Όσον αφορά τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω εθνική νομοθεσία, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, στις δύο υποθέσεις, ότι "εκ πρώτης όψεως, η απαγόρευση της μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους που θεσπίζει ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να φαίνεται απολύτως δικαιολογημένη για λόγους προστασίας των καταναλωτών και διατηρήσεως υγιούς και θεμιτού ανταγωνισμού". Η Γαλλική Κυβέρνηση, με τις παρατηρήσεις τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, διευκρινίζει το σημείο αυτό. Συνδέει προπάντων την απαγόρευση της μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους με την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και εμμέσως μόνο, μέσω της διατηρήσεως θεμιτού ανταγωνισμού, με την προστασία του καταναλωτή (11). Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η νομοθεσία έχει σκοπό να καταπολεμήσει μια πρακτική αθεμίτου ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, κατά την κυβέρνηση αυτή, η μεταπώληση σε τιμή κάτω του κόστους μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να κατακτήσει ένας έμπορος την αγορά και να αιχμαλωτίσει τεχνητά μια πελατεία και, μόλις πετύχει τον σκοπό αυτό, να πωλεί τα εν λόγω προϊόντα στην κανονική ή ακόμη και σε υψηλότερη τιμή. Μια τέτοια πρακτική, προσθέτει η Γαλλική Κυβέρνηση, είναι επιβλαβής και για τα συμφέροντα των καταναλωτών, διότι η ζημία την οποία υφίσταται ο παραγωγός για ορισμένα είδη αντισταθμίζεται κατ' ανάγκη από μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους από άλλα προϊόντα.
8. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η υπό κρίση εθνική νομοθεσία υπαγορεύεται από δύο από τις επιτακτικές ανάγκες τις οποίες αναγνωρίζει με τη νομολογία του το Δικαστήριο, δηλαδή την προστασία της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών (12). Το ζήτημα που τίθεται επομένως έγκειται στο αν η εθνική νομοθεσία την οποία αφορά η παρούσα υπόθεση είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου και αν, ενόψει των εμποδίων που συνεπάγεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν υπάρχει καμία άλλη εναλλακτική λύση η οποία να συνεπάγεται λιγότερα εμπόδια στις συναλλαγές.
Όσον αφορά τον στόχο της διατηρήσεως της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών, η Γαλλική Κυβέρνηση έχει ιδίως προ οφθαλμών την περίπτωση εμπόρου ο οποίος, είτε μεμονωμένα είτε συμπράττοντας με άλλο έμπορο, προσπαθεί να εξοβελίσει από την αγορά έναν ανταγωνιστή του προβαίνοντας σε πωλήσεις σε τιμή κάτω του κόστους. Κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, η άποψη αυτή ώθησε τον δικηγόρο της Γαλλικής Κυβερνήσεως να κάνει διάκριση μεταξύ της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους, ως τεχνικής, και άλλων μεθόδων προωθήσεως των πωλήσεων ή μεθόδων πωλήσεων που απαντούν σε άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπως η πρόσθετη παροχή που συνοδεύει το προϊόν (απόφαση Oosthoek), η πώληση διά της κατ' οίκον επισκέψεως (απόφαση Buet), η γνωστοποίηση, σε μια ειδική προσφορά, της διάρκειας της προσφοράς και της προηγούμενης τιμής πωλήσεως (απόφαση GB-Inno-BM) και η πώληση δι' αλληλογραφίας (απόφαση Delattre). Στο μέτρο που η εθνική ρύθμιση περί πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους αφορά τέτοιου είδους πρακτικές, νομίζω ότι αυτή είναι πράγματι κατάλληλη και αναγκαία για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών. Εξάλλου, μπορεί ενδεχομένως να εμποδίσει την νόθευση του ανταγωνισμού, στόχος που επίσης συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Πάντως, όσον αφορά τους δύο αυτούς στόχους, απατείται η σχετική νομοθεσία να επιδιώκει τους στόχους αυτούς με επαρκή σαφήνεια.
Επομένως, υποθέτω ότι, όσον αφορά και τον δεύτερο από τους προαναφερθέντες στόχους, δηλαδή την προστασία των καταναλωτών, το κράτος μέλος θέλει, μέσω της απαγορεύσεως της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους, να θέσει υπό έλεγχο ορισμένους τρόπους εμπορίας "με τη μέθοδο του κράχτη", όπως η τεχνική με την οποία οι πελάτες προσελκύονται μέσω προϊόντων πωλουμένων σε τιμή κάτω του κόστους ή με εξαιρετικά μικρό περιθώριο κέρδους, προκειμένου να παρασυρθούν, αφού θα έχουν πλέον εισέλθει στον χώρο πωλήσεων, να αγοράσουν και άλλα προϊόντα τα οποία, προκειμένου να αντισταθμιστεί η ζημία από την πώληση του πρώτου προϊόντος, προσφέρονται προς πώληση σε πιο υψηλή τιμή. Και σε μια τέτοια περίπτωση, η απαγόρευση της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους μπορεί να είναι κατάλληλη και απαραίτητη, στο επίπεδο όμως του λιανικού εμπορίου, για την πραγματοποίηση στόχου τον οποίο επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση πρέπει να είναι επαρκώς σαφής, ώστε να πλήττει μόνο τις πρακτικές αυτές.
9. Συνεπώς, διόλου δεν αποκλείεται, εφόσον η απαγόρευση πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους είναι διατυπωμένη με επαρκή σαφήνεια, να καθίσταται αναγκαία για την πραγματοποίηση των, δικαιολογημένων από πλευράς κοινοτικού δικαίου, στόχων της προστασίας της εντιμότητας των εμπορικών συναλλαγών και, συνάμα, της διατηρήσεως ανόθευτου ανταγωνισμού και/ή της προστασίας του καταναλωτή.
Πάντως, το πρόβλημα μιας γενικώς διατυπωμένης απαγορεύσεως, όπως η απαγόρευση την οποία διαλαμβάνει η επίμαχη εθνική νομοθεσία, ακόμη και αν δεν εφαρμόζεται σε επίπεδο κατασκευαστών, έγκειται στο ότι η χρησιμοποίηση της μη επιτρεπόμενης μεθόδου προωθήσεως των πωλήσεων αποκλείεται και σε περιπτώσεις οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αθέμιτες και δυσμενείς για τον ανταγωνισμό ή τον καταναλωτή. Θεωρώ πράγματι ότι τέτοιου είδους περιπτώσεις μπορεί κάλλιστα να προκύψουν. Όπως και η Επιτροπή, έχω κατά νου εν προκειμένω την περίπτωση στην οποία η μέθοδος της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους χρησιμοποιείται για τη θέση σε κυκλοφορία ενός νέου προϊόντος στην αγορά ή δεισδύσεως σε μια νέα αγορά, ενώ μπορεί να προκύψουν και άλλες περιπτώσεις. Θα αναφέρω μόνο την πώληση σε τιμή κάτω του κόστους με σκοπό τη ρευστοποίηση υπερβολικά μεγάλου αποθέματος εμπορευμάτων (13). Επειδή η γενικώς διατυπωμένη απαγόρευση της πωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους καλύπτει και τέτοιου είδους καταστάσεις, υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των στόχων τους οποίους επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο.
10. Καταλήγω συνεπώς στο συμπέρασμα ότι η γενική απαγόρευση της μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους δεν ανταποκρίνεται στο κριτήριο της αναγκαιότητας και ότι υπάρχει εναλλακτική λύση η οποία συνεπάγεται λιγότερα εμπόδια, δηλαδή η συγκεκριμενοποίηση της απαγορεύσεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις προαναφερθείσες επιτακτικές ανάγκες, οι οποίες δικαιολογούνται από το κοινοτικό δίκαιο.
Πρόταση
11. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ως εξής:
Η προβλεπόμενη από τον νόμο απαγόρευση της μεταπωλήσεως σε τιμή κάτω του κόστους, η οποία λόγω της γενικότητάς της αφορά και καταστάσεις που δεν υπάγονται στην έννοια μιας (ή περισσοτέρων) από τις επιτακτικές, κατά το κοινοτικό δίκαιο, ανάγκες, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) * Ως προς το κείμενο της διατάξεως αυτής παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
(2) * Βλ. την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978, 31/78, Busone (Συλλογή τόμος 1978, σ. 775, σκέψεις 38 έως 40), και την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 155/80, Oebel (Συλλογή 1981, σ. 1993, σκέψη 7).
(3) * Βλ. ήδη την απόφαση της 3ης Ιουνίου 1979, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 185/78 έως 204/78, Van Dam (Συλλογή τόμος 1979, σ. 143, σκέψη 10), την απόφαση Oebel, σκέψεις 9 και 10, και την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1983, 126/82, Smit (Συλλογή 1983, σ. 73, σκέψη 27).
(4) * Το γεγονός ότι, υπό πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις, η πώληση σε τιμή κάτω του κόστους μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1991, C-62/86, Akzo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. Ι-3454), με την οποία, στις σκέψεις 69 έως 72, το Δικαστήριο υποδεικνύει τα εφαρμοστέα επί του θέματος κριτήρια.
(5) * Βλ. την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1987, 311/85, Vereniging van Vlaamse Reisbureaus (Συλλογή 1987, σ. 3801, σκέψεις 23 και 24), την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 267/86, Van Eycke (Συλλογή 1988, σ. 4769, σκέψη 16), την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, 332/89, Marchandise (Συλλογή 1991, σ. Ι-1027, σκέψη 22).
(6) * Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1978, 82/77 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 15, σκέψη 16).
(7) * Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81, Oοsthoek (Συλλογή 1982, σ. 4575, σκέψη 15) ως προς πρόσφατες περιπτώσεις εφαρμογής βλ. μεταξύ άλλων, την απόφαση της 16ης Μαΐου 1989, 382/87, Buet (Συλλογή 1989, σ. 1235, σκέψεις 7 και 8), την απόφαση της 7ης Μαρτίου 1990, C-362/88, GB-Inno-BM (Συλλογή 1990, σ. Ι-667, σκέψη 7), την απόφαση της 21ης Μαΐου 1991, C-369/88, Delattre (Συλλογή 1991, σ. Ι-1487, σκέψη 50), την απόφαση της 30ής Απριλίου 1991, C-239/90, Boscher (Συλλογή 1991, σ. Ι-2023, σκέψη 14), την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, Aragonesa (Συλλογή 1991, σ. Ι-4151, σκέψη 10).
(8) * Εξάλλου, η απόφαση Van Tiggele αφορούσε μία άλλη προβληματική, δηλαδή το ζήτημα αν η κανονιστική ρύθμιση περί κατώτατης τιμής συμβιβαζόταν με το άρθρο 30.
(9) * Η νομολογία του Δικαστηρίου εκδηλώνει βεβαίως μία τάση να μην θεωρεί τις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις των οποίων το πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στην πώληση προϊόντων στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ: ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις βλ. εν προκειμένω, μεταξύ άλλων, την απόφαση Oebel (ρύθμιση του ωραρίου παραδόσεως άρτου στους μεμονωμένους αγοραστές και στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως), την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1982, 75/81, Blesgen (Συλλογή 1982, σ. 1211) (απαγόρευση δια νόμου της πωλήσεως προς επί τόπου κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών ορισμένης περιεκτικότητας σε οινόπνευμα), και την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, C-23/89, Quietlynn (Συλλογή 1990, σ. Ι-3059) (απαγόρευση της λιανικής πωλήσεως, χωρίς άδεια, πορνογραφικών ειδών). Ωστόσο, εν προκειμένω, η εθνική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται και στο επίπεδο της μεταπωλήσεως, δηλαδή της εισαγωγής και του χονδρικού εμπορίου.
(10) * Αυτό αποτελεί πάγια νομολογία από της εκδόσεως της αποφάσεως της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 8).
(11) * Βλ. το σημείο 8 των παρατηρήσεων της Γαλλικής Κυβερνήσεως, το οποίο αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζεται η απαγόρευση με τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης.
(12) * Οι λόγοι αυτοί έχουν ήδη αναφερθεί από το Δικαστήριο στην απόφαση Cassis de Dijon : απόφαση Rewe, σκέψη 8.
(13) * Δεν είναι βέβαιο ότι η περίπτωση αυτή καλύπτεται πλήρως από τις εξαιρέσεις τις οποίες προβλέπει το γαλλικό μέτρο απαγορεύσεως και συγκεκριμένα το άρθρο 1, παράγραφος ΙΙ, του νόμου της 2ας Ιουλίου 1963, όπως την πώληση προϊόντων που υπόκεινται σε φθορά, τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της παύσεως ή της μεταβολής εμπορικής δραστηριότητας, την πώληση προϊόντων εποχιακού χαρακτήρα ή συνδεομένων με τον συρμό και προϊόντων που είναι τεχνολογικώς ξεπερασμένα.
Full & Egal Universal Law Academy