Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Εισαγωγή
1. Η παρούσα προσφυγή κατά παραβάσεως κράτους μέλους εντάσσεται στα πλαίσια του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας που θέσπισε η έκτη οδηγία (1), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η εισαγωγή (υπό την έννοια της φυσικής εισόδου ενός αγαθού στο έδαφος ενός κράτους) από άλλο κράτος μέλος είχε ακόμη τον χαρακτήρα γενεσιουργού γεγονότος του φόρου (2). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Κυβέρνηση ότι θέσπισε με το άρθρο 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα και έθεσε σε εφαρμογή σύστημα κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως της νομοθεσίας περί ΦΠΑ κατά την εισαγωγή, το οποίο από ορισμένες απόψεις είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
"Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατάσχεση του αντικειμένου της απάτης, κατάσχεση των μεταφορικών μέσων, κατάσχεση των αντικειμένων που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγκάλυψη της απάτης και πρόστιμο το οποίο κυμαίνεται από το ισάξιο μέχρι το διπλάσιο της αξίας του αντικειμένου της απάτης, κάθε πράξη λαθρεμπορίας καθώς και κάθε εισαγωγή ή εξαγωγή χωρίς την υποβολή διασαφήσεως, οσάκις οι παραβάσεις αυτές αφορούν εμπορεύματα ανήκοντα στην κατηγορία εκείνων που απαγορεύονται ή επί των οποίων επιβάλλεται υψηλός φόρος κατά την έννοια του παρόντος κώδικα.
Οι παραβάσεις που αφορούν μη απαγορευμένα εμπορεύματα, των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει τα 5 000 γαλλικά φράγκα (FF), τιμωρούνται με πρόστιμο ίσο με την αξία των εν λόγω εμπορευμάτων."
2. 'Εναυσμα για την πρωτοβουλία της Επιτροπής υπήρξε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως αυτής, στα πλαίσια της οποίας το Cour d' appel d' Amiens, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό, επέβαλε στην Yetta Patron, Βελγίδα υπήκοο, πρόστιμο 20 000 FF και επιπλέον διέταξε την κατάσχεση του ταξινομημένου στο Βέλγιο αυτοκινήτου της. Συγκεκριμένα, κατά την απόφαση αυτή (3), η Patron εισήγαγε το 1983 το αυτοκίνητό της στη Γαλλία, όπου είχε τότε την κατοικία της, χωρίς να υποβάλει την απαιτούμενη διασάφηση. Το γεγονός αυτό τιμωρείται κατά το άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα, διότι το εισαχθέν αυτοκίνητο υπέκειτο σε ΦΠΑ με συντελεστή 33 % και θεωρούνταν επομένως υποκείμενο σε "φορολογία με υψηλό συντελεστή" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
3. Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει δύο αιτιάσεις πηγάζουσες από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4. Η πρώτη αιτίαση πηγάζει από το γεγονός ότι οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί ΦΠΑ για τις συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας δεν υπάγονται στο άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα, αλλά σε ειδικό σύστημα κυρώσεων. Για τα χαρακτηριστικά του συστήματος αυτού, όπως προκύπτουν από τις εθνικές διατάξεις που παρουσίασε το καθού κράτος μέλος, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου (4).
5. Η Επιτροπή φρονεί συναφώς ότι το άρθρο 414 είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 95 της Συνθήκης, με το αιτιολογικό ότι παραβιάζει την αρχή της αποφάσεως Drexl (5). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"Είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 95 της Συνθήκης η εθνική νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει αυστηρότερες κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεων περί επιβολής ΦΠΑ κατά την εισαγωγή από ό,τι για τις παραβάσεις των διατάξεων περί ΦΠΑ λόγω μεταβιβάσεως αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον η διαφοροποίηση αυτή είναι δυσανάλογη σε σχέση με την ανομοιότητα των δύο κατηγοριών παραβάσεων."
6. Με τη δεύτερη αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στο άρθρο 414 ότι δεν περιέχει καμιά διάταξη διασφαλίζουσα την εφαρμογή των αρχών που αναπτύχθηκαν με την απόφαση Schul (6). Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Patron, το ποσό του ΦΠΑ που καταβλήθηκε στο κράτος μέλος εξαγωγής έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του προστίμου βάσει του οφειλομένου ΦΠΑ.
7. Με την απάντησή της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επιβληθείσα κύρωση στη συγκεκριμένη περίπτωση της Patron ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τον οφειλόμενο ΦΠΑ. Εξάλλου, η Patron αμφισβήτησε ότι ήταν κάτοικος Γαλλίας. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, για τα πρόσωπα που έχουν διπλή κατοικία, πρέπει να συνεκτιμώνται πολλά στοιχεία προκειμένου να καθοριστεί το κράτος μέλος στο οποίο το αυτοκίνητο που τους ανήκει πρέπει να καταχωρηθεί και να καταβληθούν οι αναλογούντες φόροι. Η Επιτροπή αναφέρεται συναφώς στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 83/182 (7) καθώς και στην απόφαση Ryborg (8).
8. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
* να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας βάσει του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα νομοθεικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, οι οποίες τιμωρούν τις παραβάσεις της νομοθεσίας περί ΦΠΑ που επιβάλλεται κατά την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος αυστηρότερα σε σχέση με τις κυρώσεις που προβλέπονται για τις παραβάσεις της νομοθεσίας περί ΦΠΑ που επιβάλλεται επί των εξ επαχθούς αιτίας συναλλαγών στο εσωτερικό της χώρας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης
* να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο
* να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
* να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
9. Θεωρεί τις αιτιάσεις της Επιτροπής ως στερούμενες βάσεως και φρονεί επιπλέον ότι ορισμένοι ισχυρισμοί της απαντήσεως προβάλλονται πολύ καθυστερημένα.
B * Eκτίμηση
Ι * Ως προς την αιτίαση κατά την οποία το άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα παραβιάζει την αρχή της αποφάσεως Drexl
10. Προκειμένου να εκτιμηθεί ορθώς η αιτίαση αυτή, πρέπει καταρχάς να διατυπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις όσον αφορά την αρχή που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της αποφάσεως Drexl, προτού καθοριστεί το ακριβές περιεχόμενο της μομφής που προσάπτει η Επιτροπή στη Γαλλική Δημοκρατία.
11. 1. Στην υπόθεση Drexl, το Δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα δύο συστημάτων κυρώσεων * τα οποία προβλέπονταν αντιστοίχως για τις παραβάσεις που διαπράττονται κατά τις εισαγωγές και για τις παραβάσεις που διαπράττονται στα πλαίσια συναλλαγών στο εσωτερικό της χώρας * των οποίων οι λεπτομέρειες εφαρμογής διέφεραν όσον αφορά τη φύση και τη βαρύτητα των κυρώσεων (9). 'Οπως και στην προκειμένη περίπτωση και για τα αγαθά που "υπόκεινται σε υψηλό φορολογικό συντελεστή", το ισχύον καθεστώς επί των διαπραττομένων κατά τις εισαγωγές παραβάσεων απέρρεε από τις διατάξεις περί λαθρεμπορίας.
12. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, το Δικαστήριο αναγκάστηκε να συνδυάσει τις δύο αρχές: αφενός, την αρχή ότι οι ποινικές κυρώσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (10) και, αφετέρου, την αρχή του άρθρου 95 της Συνθήκης περί ουδετερότητας των εσωτερικών φόρων σε σχέση με τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
13. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορισμένες διαφορές στα συστήματα κυρώσεων μπορεί να είναι θεμιτές (σκέψη 22 της αποφάσεως).
"(...) οι δύο αυτές κατηγορίες παραβάσεων διαφέρουν σε πολλά σημεία, τα οποία αφορούν τόσο την αντικειμενική υπόσταση της παραβάσεως όσο και τις δυσχέρειες που παρουσιάζει η διαπίστωσή της. Πράγματι, ο ΦΠΑ κατά την εισαγωγή επιβάλλεται λόγω απλώς της υλικής εισόδου του αγαθού στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους και όχι λόγω μιας συναλλαγής. Αποτέλεσμα των διαφορών αυτών είναι ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν την υποχρέωση να θεσπίζουν το ίδιο ακριβώς σύστημα και για τις δύο κατηγορίες παραβάσεων."
14. Το Δικαστήριο εντούτοις έκρινε ότι η ανομοιότητα των δύο αυτών κατηγοριών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογήσει τη δυσανάλογη διαφορά ως προς την αυστηρότητα των κυρώσεων που προβλέπονται για καθεμιά από αυτές (11).
15. Το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλείπεται στα κράτη μέλη έχει επομένως δύο βασικά χαρακτηριστικά. Αφενός, όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός του ΦΠΑ, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν για τις παραβάσεις που διαπράττονται κατά την εισαγωγή διαφορετικό σύστημα κυρώσεων, ήτοι σύστημα το οποίο συνδέεται με τις διατάξεις περί λαθρεμπορίας (υπό την έννοια της απάτης όσον αφορά τους φόρους που επιβάλλονται επί των εισαγομένων). Αφετέρου, όπως οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί ΦΠΑ που διαπράττονται κατά την εισαγωγή είναι κατά κανόνα δυσκολότερο να αποκαλυφθούν από ό,τι οι διαπραττόμενες στα πλαίσια συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας, τα κράτη μέλη έχουν κατά συνέπεια το δικαίωμα να κλιμακώνουν την αυστηρότητα των κυρώσεων.
16. Σε σχέση επίσης με τη αυστηρότητα των κυρώσεων το Δικαστήριο οριοθέτησε το περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών όσον αφορά το δικαίωμά τους να νομοθετούν σε θέματα ποινικού δικαίου (12). Ο περιορισμός αυτός απαγορεύει στα κράτη μέλη να παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τη φορολόγηση, αφενός, των πράξεων που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας και, αφετέρου, των εισαγωγών, προβλέποντας για τις εισαγωγές κυρώσεις τέτοιας αυστηρότητας που η διαφορά των κυρώσεων δεν θα αντικατόπτριζε πλέον την ανομοιότητα των δύο κατηγοριών παραβάσεων: συγκεκριμένα, σε μια τέτοια περίπτωση, η μεγαλύτερη αυστηρότητα των εφαρμοζομένων επί των εισαγωγών κυρώσεων θα φαινόταν πλέον όχι μόνον ως αντίδραση στις μεγαλύτερες δυσχέρειες εντοπισμού των παραβάσεων αυτών, αλλά και ως απαράδεκτο εμπόδιο στις εισαγωγές (τουλάχιστον εν μέρει).
17. Εξάλλου, το Δικαστήριο, στο αιτιολογικό της αποφάσεως (13), παρέσχε διευκρινίσεις ως προς την απαγόρευση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη αναφέροντας ότι πρέπει να πρόκειται για "προφανείς δυσαναλογίες στην αυστηρότητα των κυρώσεων (...)".
Κατά τη γνώμη μου, η κατ' αυτόν τον τρόπο αποσαφήνιση της απαγορεύσεως δεν προκύπτει από τη στάθμιση μεταξύ του συμφέροντος των κρατών μελών να προασπίσουν την ελευθερία τους να νομοθετούν στον τομέα του ποινικού δικαίου και του συμφέροντος της Κοινότητας να προστατεύει τις θεμελιώδεις ελευθερίες και να επιτύχει την απρόσκοπτη λειτουργία του κοινού συστήματος του φόρου προστιθεμένης αξίας (14). Εξηγείται μάλλον από το γεγονός ότι η "δυσαναλογία" αυτού του είδους δεν μπορεί κατά γενικό κανόνα να αμφισβητηθεί με μαθηματική ακρίβεια. Επιτρέψτε μου να σας το αποδείξω με τη βοήθεια των εξής ερωτημάτων:
* Ποια είναι η σημασία της διαφοράς μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβάσεων όσον αφορά τη δυνατότητα εντοπισμού τους;
* Ποια σημασία πρέπει να αποδοθεί στη διαφορά αυτή κατά τον προσδιορισμό των κυρώσεων;
* Επομένως, μέχρι ποίου σημείου μπορούν να εξικνούνται οι αποκλίσεις των κυρώσεων ως προς τη φύση και τη σπουδαιότητα, ώστε να μην είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις διαφορές μεταξύ των δύο κατηγοριών παραβάσεων;
18. Το έργο της διαπιστώσεως της υπάρξεως ή μη δυσαναλογίας μπορεί να καθίσταται ακόμη δυσκολότερο οσάκις, όπως στην προκειμένη περίπτωση και όπως στην υπόθεση Drexl, τα συστήματα κυρώσεων δεν είναι δομημένα κατά τον ίδιο τρόπο.
19. Εκκινώντας από τις σκέψεις αυτές, μπορώ εν τέλει να καθορίσω με ποιο τρόπο πρέπει να προβώ στη σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών συστημάτων κυρώσεων, προκειμένου να διαπιστώσω την ύπαρξη ή μη δυσαναλογίας υπό την ανωτέρω έννοια. Η διευκρίνιση αυτή έχει επίσης τη σημασία της όσον αφορά την εκτίμηση της συγκεκριμένης αιτιάσεως της Επιτροπής.
20. Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα εν λόγω συστήματα κυρώσεων δεν είναι δομημένα κατά τον ίδιο τρόπο. Επομένως, η σύγκριση πρέπει να ενσωματώσει όλα τα βασικά στοιχεία των δύο συστημάτων, αντιπαραβάλλοντας, στο μέτρο του δυνατού και του αναγκαίου, συγκρίσιμους παράγοντες (κανονική ποινή και επαυξήσεις της ποινής, κυρώσεις για τις απόπειρες, καθεστώς για τις ασήμαντες παραβάσεις, παρεπόμενες ποινές [κατάσχεση] κ.λπ.). Οσάκις οι αποκλίσεις είναι ιδιαίτερα κραυγαλέες, ιδίως μεταξύ ποινών στερητικών της ελευθερίας ή χρηματικών ποινών επιβαλλομένων κατά γενικό κανόνα, πρέπει να αρκεί η αναφορά στο γεγονός αυτό (15). Διαφορετικά, πρέπει να γίνει στάθμιση του συνόλου των προμνησθέντων στοιχείων (16).
21. 2. Αφού καθoρίστηκε το εφαρμοστέο κατά τη νομολογία Drexl κριτήριο, μπορώ να περάσω στην οριοθέτηση της αιτιάσεως την οποία η Επιτροπή στηρίζει στη νομολογία αυτή.
22. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή βάλλει αποκλειστικώς κατά του μέτρου της κατασχέσεως που προβλέπει το άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα, αντίστοιχο του οποίου δεν υπάρχει στις κυρώσεις που επιβάλλονται επί πράξεων που συνάπτονται στο εσωτερικό της χώρας. Αυτή η ερμηνεία της αιτιάσεως προκύπτει από την όμοια διατύπωση της οχλήσεως (17), της αιτιολογημένης γνώμης (18) και του δικογράφου της προσφυγής (19). Είναι όμως αληθές ότι η επιχειρηματολογία που περιέχεται στην απάντηση θα μπορούσε να εγείρει αμφιβολίες ως προς το βάσιμό της. Ορισμένες από τις σκέψεις που αναπτύσσονται εκεί θα μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η Επιτροπή αμφισβητεί ολόκληρο το σύστημα που προβλέπεται στο άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα, με το αιτιολογικό ότι προβλέπει αυστηρότερες κυρώσεις από το σύστημα που ισχύει σε περίπτωση παραβάσεων διαπραττομένων στα πλαίσια συναλλαγών πραγματοποιουμένων στο εσωτερικό της χώρας (20). Aνεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή περιορίστηκε να διαπιστώσει μια δυσαναλογία υπ' αυτήν τη σφαιρική έννοια, χωρίς να παράσχει άλλη διευκρίνιση, εξειδίκευσε επιπλέον με την απάντησή της σε ερώτηση του Δικαστηρίου ότι:
"Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή αμφισβητεί τη δυνατότητα του καθού η προσφυγή κράτος μέλος να επιβάλει, στα πλαίσια του ελέγχου της αποδόσεως του ΦΠΑ κατά την εισαγωγή από άλλα κράτη μέλη, την κατάσχεση των εισαγομένων εμπορευμάτων, ενώ τέτοιες ποινές δεν υφίστανται στα πλαίσια του καθεστώτος των κυρώσεων επί παραβάσεων της νομοθεσίας περί ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας" (21).
23. Επειδή η απειλή κατασχέσεως δεν έχει κοινό μέτρο με τις κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση παραδόσεων αγαθών στο εσωτερικό της χώρας, η ύπαρξή της θα δημιουργούσε προφανή δυσαναλογία μεταξύ των κυρώσεων που προβλέπονται για τις δύο κατηγορίες παραβάσεων (22).
24. Η Επιτροπή διευκρινίζει ακόμη ότι
"δεν θέλησε να αμφισβητήσει, γενικώς, την ενδεχόμενη διαφορετική μεταχείριση, ως προς τις κυρώσεις, την οποία επιφυλάσσει η Γαλλία ανάλογα με το αν οι παραβάσεις διαπράττονται κατά την εισαγωγή ή στο εσωτερικό της χώρας, καίτοι μια τέτοια διαφορά δεν δικαιολογείται μόνον από το γεγονός ότι η παράβαση συνδέεται μάλλον με εισαγωγή παρά με εσωτερική παράδοση" (23).
25. Τέλος, καίτοι δέχεται ότι οι κυρώσεις μπορούν να κλιμακώνονται προκειμένου να αντιμετωπίζεται η ποικιλία των παραβάσεων και η δυσχέρεια εντοπισμού ορισμένων εξ αυτών, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ωστόσο τίποτε δεν δικαιολογεί τη διατήρηση, στην εσωτερική αγορά, δύο συστημάτων κυρώσεων τελείως ανεξάρτητων μεταξύ τους, τα οποία οδηγούν σε πλήρως διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το αν η παράβαση διαπράττεται κατά την εισαγωγή από άλλα κράτη μέλη ή στο εσωτερικό της χώρας (24).
26. Συνολικά, αυτά τα στοιχεία της απαντήσεως στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο επιβεβαιώνουν αυτό που ήταν ήδη εμφανές στο δικόγραφο της προσφυγής και στα έγγραφα της διοικητικής διαδικασίας, ήτοι ότι η Επιτροπή βάλλει (μόνον) κατά της δυνατότητας κατασχέσεως που προβλέπει το άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα, καίτοι είναι πρόδηλον ότι και μόνον η ύπαρξη δύο χωριστών συστημάτων κυρώσεων αρκεί ήδη να φέρει την καθού σε δύσκολη θέση.
27. 3. Στο σημείο αυτό, πρέπει να εξεταστεί η αιτίαση όπως καθορίζεται υπό το φως των αρχών της νομολογίας Drexl, όπως αυτές έχουν εκτεθεί προηγουμένως (25).
28. Κατά τη γνώμη μου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις ως άνω σκέψεις μου (26) όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών συστημάτων κυρώσεων, δεν αρκεί σε καμιά περίπτωση να βεβαιώνεται η ύπαρξη αποκλίσεως για ένα δεδομένο στοιχείο. Αντιθέτως, μια δυσανάλογη διαφορά κατά την έννοια της νομολογίας Drexl μπορεί κατά γενικό κανόνα να διαπιστωθεί μόνον μετά σφαιρική σύγκριση των δύο συστημάτων. Υπ' αυτό το πρίσμα, η αιτίαση της Επιτροπής δεν πληροί, λόγω της ίδιας της φύσεώς της, το κριτήριο που καθορίζει η προπαρατεθείσα νομολογία.
29. Εντούτοις, επιβάλλεται άλλη προσέγγιση αν η Επιτροπή είχε συγκρίνει μεταξύ τους τα άλλα στοιχεία των δύο συστημάτων κυρώσεων προκειμένου να καθορίσει * μη λαμβανομένης υπόψη της κυρώσεως της κατασχέσεως * αν τα δύο συστήματα είναι κατ' ουσίαν αναλόγου αυστηρότητας (27). Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε επομένως να προσδιοριστεί αν η σύγκριση στην οποία προέβη η Επιτροπή ήταν ορθή ως προς τη μεθοδολογία και το αποτέλεσμά της και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η κύρωση της κατασχέσεως δημιουργεί (προφανή) δυσαναλογία στον βαθμό που προβλέπεται μόνον για την περίπτωση εισαγωγής.
30. Eντούτοις, το δικόγραφο της προσφυγής δεν περιέχει ούτε καν σκελετό επιχειρηματολογίας προκειμένου να γίνει σύγκριση υπό την ανωτέρω έννοια. Συναφώς, είναι σημαντικό ότι οι διατάξεις περί των επιβαλλομένων κυρώσεων σε περίπτωση συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και η αναφορά στο άρθρο 350 του τελωνειακού κώδικα και στην διοικητική πρακτική που ακολουθείται στον τομέα αυτό, μου έγιναν γνωστά με το υπόμνημα αντικρούσεως.
31. Το μόνο απόσπασμα του δικογράφου της προσφυγής που μπορεί να θεωρηθεί ως σχέδιο υπό την ανωτέρω έννοια είναι το εξής:
"Το να εφαρμόζεται κατά σύστημα η ποινική νομοθεσία, με την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται για τους δασμούς, σε κάθε περίπτωση φοροδιαφυγής του ΦΠΑ κατά την εισαγωγή, ενώ η αποφυγή της καταβολής του εσωτερικού ΦΠΑ τιμωρείται λιγότερο αυστηρά, σημαίνει ότι αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στη διάβαση των ενδοκοινοτικών συνόρων, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά" (28).
32. Ωστόσο, αυτή η δήλωση της Επιτροπής παραμένει αόριστη και δεν αναφέρει σε ποιο βαθμό η εκτίμηση αυτή έχει εφαρμογή επί της γαλλικής νομοθεσίας. Εξάλλου, η διαπίστωση δεν είναι καινοφανής, διότι από την προσεκτικότερη εξέτασή της προκύπτει ότι το προπαρατεθέν κείμενο αποτελεί αυτολεξεί παράθεση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα M. Darmon στην υπόθεση Drexl και, επομένως, αναφέρεται στην επίδικη τότε ιταλική νομοθεσία (29).
33. Στο μέτρο που το υπόμνημα αντικρούσεως περιέχει συγκριτικά στοιχεία των δύο συστημάτων κυρώσεων (30), τα θεωρώ απλή απάντηση στην επιχειρηματολογία που αναπτύσσει το κράτος μέλος στο δικό του υπόμνημα αντικρούσεως. Κατά τα λοιπά, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας, στην Επιτροπή εναπόκειται να αναφέρει, σε κάθε προσφυγή που κατατίθεται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις ακριβείς αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί καθώς και, τουλάχιστον συνοπτική, έκθεση των νομικών και πραγματικών ισχυρισμών επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις αυτές (31). Κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας η διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης είναι δυνατή μόνον υπό τις παρατιθέμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, οι οποίες όμως δεν πληρούνται εν προκειμένω. Τέλος, σύμφωνα με την προεκτιθέμενη απάντησή της στην ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο, η Επιτροπή δεν έχει την πρόθεση να προβεί σε εμπεριστατωμένη σύγκριση των δύο συστημάτων. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η εξέταση του σημείου αυτού θα οδηγούσε στην εξέταση της εγκυρότητας των επιχειρημάτων που προβάλλει το καθού κράτος μέλος προς υπεράσπισή του αντί να εκτιμηθεί το βάσιμο της αιτιάσεως της Επιτροπής.
34. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα αντίκειται στην αρχή που υιοθέτησε η απόφαση Drexl.
II * Ως προς τη μομφή η οποία προσάπτεται στο άρθρο 414 ότι δεν περιέχει διάταξη που εγγυάται την εφαρμογή των αρχών που διατυπώθηκαν στην απόφαση Schul στον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σε περίπτωση παραβάσεως που διαπράττεται κατά την εισαγωγή αγαθών από ιδιώτες
35. Η αιτίαση αυτή * εφόσον θεωρηθεί παραδεκτή (32) * μου φαίνεται ότι στερείται βάσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εκκινεί από τον συλλογισμό ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 414 του τελωνειακού κώδικα πρόστιμο καθορίζεται σε συνάρτηση με το ύψος του μη καταβληθέντος κατά την εισαγωγή ΦΠΑ. Ο συλλογισμός αυτός όμως, όπως ορθώς το επισήμανε το καθού κράτος μέλος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, το ύψος του εν λόγω προστίμου κυμαίνεται μεταξύ του ισαξίου και του διπλασίου της αξίας του "αντικειμένου της απάτης" επομένως, είναι συνάρτηση της αξίας του εισαγομένου αγαθού και όχι του ποσού του οφειλομένου ΦΠΑ.
ΙΙΙ. Ως προς την αιτίαση κατά την οποία η επιβληθείσα κύρωση στη συγκεκριμένη περίπτωση της κ. Patron είναι δυσανάλογη σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό του φόρου.
36. Η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν προβλήθηκε ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε με το δικόγραφο της προσφυγής και επιπλέον δεν συνδέεται με τα αιτήματα της προσφυγής.
37. Για τυπικούς λόγους, επισημαίνω ακόμη ότι η αιτίαση αυτή δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να νοηθεί ως απλή διεύρυνση της πρώτης αιτιάσεως. Η αιτίαση θεμελιώνεται (όπως τα αιτήματα της προσφυγής) σε σύγκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων επιβολής κυρώσεων και ανάγεται κατ' ουσίαν στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (της οποίας ειδική έκφανση αποτελεί το άρθρο 95). Αντιθέτως, η παρούσα αιτίαση συνίσταται στη σύγκριση της βαρύτητας της φορολογικής παραβάσεως (εκφραζομένης με το ποσό του μη καταβληθέντος φόρου) με τη βαρύτητα της κυρώσεως, πράγμα που καταλήγει σε εξέταση της αιτιάσεως σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας.
ΙV * Ως προς την αιτίαση περί του τόπου κατοικίας της κ. Patron
38. Δεδομένου ότι η αιτίαση αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά με το υπόμνημα αντικρούσεως (33), πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους με την προηγούμενη αιτίαση.
Γ * Πρόταση
39. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο
* να απορρίψει την προσφυγή
* να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * 'Εκτη οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/01, σ. 49).
(2) * Βλ. τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2, σημείο 2, και του άρθρου 7 της πρώτης εκδόσεως της οδηγίας. Η τροποποιητική οδηγία 91/680/ΕΟΚ της 16ης Δεκεμβρίου 1991 (ΕΕ L 376 της 31ης Δεκεμβρίου 1991, σ. 1) εισήγαγε από την 1η Ιανουαρίου 1993 νέο σύστημα, το οποίο στηρίζεται όχι πλέον στην ενδοκοινοτική εισαγωγή, αλλά στην ενδοκοινοτική εξ επαχθούς αιτίας απόκτηση αγαθών στο εσωτερικό της χώρας (βλ. άρθρο 28α, όπως διατυπώθηκε με προπαρατεθείσα οδηγία 91/680).
(3) * Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1986 βλ. το παράρτημα στο υπόμνημα ανταπαντήσεως. Το Cour de cassation επικύρωσε την απόφαση αυτή στις 15 Φεβρουαρίου 1988.
(4) * Βλ. σημείο Ι.α'.
(5) * Aπόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 299/86, Ποινική δίωξη κατά Rainer Drexl, Συλλογή 1988, σ. 1213.
(6) * Απόφαση της 5ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 15/81, Schul, Συλλογή 1982, σ. 1409, επιβεβαιωθείσα τελευταία με τις αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στις υποθέσεις C-120/88, C-119/89 και C-159/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-621, Ι-641 και Ι-691.
(7) * Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, σχετικά με τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων, ΕΕ L 105 της 23.4.1983, σ. 59.
(8) * Απόφαση της 23ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-297/89, Ryborg, Συλλογή 1991, σ. Ι-1943.
(9) * Βλ. σημείο Ι 1, στοιχείο β', της εκθέσεως ακροατηρίου για την υπόθεση αυτή.
(10) * Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 203/80, Ποινική διαδικασία κατά Casati, Συλλογή 1981, σ. 2595, σκέψη 27 απόφαση στην υπόθεση Drexl, όπ. π., σκέψη 17.
(11) * Σκέψεις 23 και 25 του αιτιολογικού και σημείο 2 του διατακτικού.
(12) * Βλ. το χωρίο που παρατίθεται στο σημείο 5 καθώς και το σημείο 15 των προτάσεων αυτών.
(13) * Βλ. σκέψη 23 της αποφάσεως.
(14) * Η διευκρίνιση ότι πρέπει να πρόκειται για προφανή δυσαναλογία δεν διαλαμβάνεται στο διατακτικό της αποφάσεως.
(15) * 'Ετσι, το Δικαστήριο αποφάνθηκε στην απόφαση Drexl (σκέψη 23) ότι
τέτοια δυσαναλογία υπάρχει όταν η κύρωση που προβλέπεται στην περίπτωση των εισαγωγών συνίσταται κατά γενικό κανόνα σε ποινή φυλακίσεως και στην κατάσχεση του εμπορεύματος δυνάμει των διατάξεων περί καταστολής του λαθρεμπορίου, ενώ στην περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων περί ΦΠΑ σχετικά με τις εσωτερικές συναλλαγές δεν προβλέπονται ή δεν επιβάλλονται γενικά ανάλογες κυρώσεις.
Πρέπει εντούτοις να τονιστεί ότι η άποψη κατά την οποία η κύρωση που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία για τις παραβάσεις που διαπράττονται κατά τις εισαγωγές περιλαμβάνει κατά γενικό κανόνα ποινές φυλακίσεως δεν είναι σύμφωνη με την πραγματικότητα: βλ. το άρθρο 292 του διατάγματος 43 (έκθεση ακροατηρίου, Συλλογή 1988, σ. 1214, στη σελίδα 1215) και την απόφαση του Corte suprema di Cassazione της 21ης Φεβρουαρίου 1989, Cassazione penale 1989, αριθ. 1345, σ. 1547, στη σελίδα 1550.
(16) * Η περίπτωση αυτή επεξηγείται με ιδιαίτερη σαφήνεια με την απόφαση του Corte suprema di Cassazione της 21ης Φεβρουαρίου 1989 (βλ. την προηγούμενη σημείωση) καθώς και με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1988 που εξέδωσε το παραπέμπον δικαστήριο στην υπόθεση Drexl, το Corte d' appello της Genua, με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή: Cassazione penale 1989, αριθ. 1367, σ. 1568.
(17) * Βλ. σ. 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο.
(18) * Βλ. σ. 2, πρώτο εδάφιο, σ. 3, πρώτο εδάφιο και σ. 4, δεύτερο εδάφιο.
(19) * Βλ. σ. 3 στο σημείο 1, δεύτερο εδάφιο και σ. 5, τελευταίο εδάφιο.
(20) * Βλ. σ. 4, προτελευταίο εδάφιο, σ. 7, προτελευταίο εδάφιο, και σ. 10, πρώτο εδάφιο, in fine.
(21) * Βλ. σ. 2 της απαντήσεως της 9ης Δεκεμβρίου 1992, στο σημείο 1., πρώτο εδάφιο η υπογράμμιση δική μου.
(22) * Βλ. τα δύο τελευταία εδάφια στη σ. 2 της απαντήσεως.
(23) * Βλ. σ. 3 της απαντήσεως, στο πρώτο εδάφιο η υπογράμμιση δική μου.
(24) * Βλ. σ. 3 της απαντήσεως, τελευταίο εδάφιο.
(25) * Βλ. ανωτέρω, σημεία 12 επ.
(26) * Βλ. ανωτέρω, σημεία 20 επ.
(27) * Καθώς και αν το καθεστώς που εφαρμόζεται επί των εισαγωγών είναι ακόμη πιο αυστηρό από το άλλο.
(28) * Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 8, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη φράση.
(29) * Βλ. σημείο 15 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα M. Darmon, Συλλογή 1988, σ. 1222, στη σ. 1225.
(30) * Βλ. ανωτέρω, στη σημείωση 20.
(31) * Πάγια νομολογία: βλ. παραδείγματος χάριν την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-52/90, Eπιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1992, σ. Ι-2187, σκέψη 17.
(32) * Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο της διαφοράς στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 169 περιορίζεται ιδίως στις αιτιάσεις που προβάλλονται στα αιτήματα της προσφυγής (βλ. παραδείγματος χάριν την απόφαση της 7ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1992, σ. Ι-2407, σκέψη 9). Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωσή τους, τα αιτήματα της προσφυγής αναφέρονται εν προκειμένω μόνον στην πρώτη αιτίαση.
(33) * Το δικόγραφο της προσφυγής μνημονεύει βεβαίως (στη σ. 4, τρίτο εδάφιο) ότι η Patron εισήγαγε το αυτοκίνητό της προσωρινώς . Δεν προκύπτει ωστόσο από πουθενά ότι η Επιτροπή ήθελε να αποφανθεί το Δικαστήριο και επί του ζητήματος αυτού.
Full & Egal Universal Law Academy