ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 25ης Μαΐου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Είναι μια εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται σε μια περιφέρεια κράτους μέλους και υποβάλλει την εισαγωγή και τη διάθεση στο εμπόριο νωπού κρέατος στο έδαφος ενός δήμου σε υποχρεωτικό υγειονομικό έλεγχο και στην καταβολή τελών, ασχέτως καταγωγής του προϊόντος, συμβατή με την ισχύουσα στον οικείο τομέα κοινοτική νομοθεσία;
2.
Τούτο είναι, κατ' ουσίαν, το κύριο ερώτημα που έχει υποβάλει ο πρόεδρος του Tribunale di Genova στο πλαίσιο των τριών υποθέσεων Ligur Carni Sri (C-277/91), Ponente SpA (C-318/91) και Genova Carni Sri (C-319/91).
3.
Το βασιλικό διάταγμα 3298, της 20ής Δεκεμβρίου 1928, σχετικά με την έγκριση του κανονισμού για τον υγειονομικό έλεγχο των κρεάτων ( 1 ) ορίζει στο άρθρο του 40:
«η εισαγωγή σε δήμο νωπού κρέατος προς εμπορία όταν η σφαγή έχει γίνει σε άλλο μέρος, προοριζομένου για τις δημόσιες αγορές και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις επιτρέπεται μόνον εφόσον το εν λόγω κρέας:
α)
φέρει το σήμα υγειονομικού ελέγχου (σφραγίδα) του δήμου καταγωγής
β)
συνοδεύεται από πιστοποιητικό εκδοθέν από τις δημοτικές αρχές (...) με δήλωση δημοτικού κτηνιάτρου βεβαιούσα ότι το κρέας (...) προέρχεται από ζώο απολύτως υγιές και σφαγέν σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες
γ)
έχει υποβληθεί σε νέο έλεγχο από τον κτηνίατρο του δήμου προορισμού» ( 2 ).
4.
Ο περιφερειακός νόμος 31 της 22ας Αυγούστου 1989 της περιφέρειας της Λιγυρίας, σχετικά με «διατάξεις όσον αφορά την καταβολή των τελών που οφείλονται από τους ιδιώτες που προσφεύγουν στις υπηρεσίες του κτηνιάτρου της unità sanitaria locale (τοπικής υγειονομικής μονάδας)» ( 3 ) προβλέπει ότι για τις υγειονομικές επιθεωρήσεις και ελέγχους που διενεργούνται υπό την επιμέλεια των τοπικών υγειονομικών μονάδων (στο εξής: USL) πρέπει να καταβάλλονται τέλη.
5.
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και ερμηνεύονται από τις περιφερειακές διοικητικές αρχές της Λιγυρίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εισαγωγές νωπού κρέατος στην περιφέρεια αυτή να υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:
—
μπορεί να διατίθεται στην αγορά του δήμου προορισμού μόνο το κρέας που έχει υποβληθεί σε κτηνιατρικό έλεγχο κατά την άφιξη του ελλείψει τέτοιου ελέγχου, το κρέας δεν μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο.
—
αυτός ο υποχρεωτικός πρόσθετος έλεγχος διενεργείται από την USL του δήμου προορισμού
—
για τον έλεγχο αυτό πρέπει να καταβάλλεται τέλος ( 4 ).
6.
Ας μου επιτραπεί, ευθύς εξαρχής, να επισημάνω τα δύο χαρακτηριστικά της νομοθεσίας αυτής: η εν λόγω νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο επί των εισαγομένων από τα άλλα κράτη μέλη νωπών κρεάτων όσο και επ' αυτών που προέρχονται από άλλες ιταλικές περιφέρειες. Προβλέπει υγειονομικό έλεγχο όχι κατά τη διέλευση των εθνικών συνόρων αλλά εντός του δήμου προορισμού.
7.
Εξάλλου, το κρέας που διατίθεται στο εμπόριο επί του εδάφους του Δήμου της La Spezia πρέπει υποχρεωτικώς να διέρχεται από τις υπηρεσίας του CO. GE. SE. MA (συνεταιρισμός διαχειρίσεως των υπηρεσιών σφαγής ζώων του Δήμου της La Spezia) στον οποίο έχει ανατεθεί κατ' αποκλειστικότητα από τις δημοτικές αρχές το έργο της φορτώσεως, εκφορτώσεως και μεταφοράς νωπού κρέατος.
8.
Οι τρεις αιτούσες στις κύριες δίκες είναι ιταλικές εταιρίες που εισάγουν κρέας προελεύσεως άλλων κρατών μελών της Κοινότητας. Δεν αμφισβητείται ότι το κρέας αυτό συνοδεύεται κανονικώς από πιστοποιητικό καταλληλότητας καταρτισμένο, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, από επίσημο κτηνίατρο της χώρας αποστολής.
9.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1990-1991, οι Ligur Carni και Genova Carni, αφενός, και η Ponente SpA, αφετέρου, κατέβαλαν, αντιστοίχως, στην USL αριθ. XV της Γένοβας και στην USL Spezzino αριθ. XIX σημαντικά ποσά ως τέλη επιθεωρήσεως. Επιπλέον, η Ponente οφείλει να καταβάλει 70511609 λιρέτες στον CO. GE. SE. MA, έστω και αν, σύμφωνα με τον εισαγωγέα, ο εν λόγω συνεταιρισμός, ουδόλως συμμετέσχε στη διανομή του εμπορεύματος πράγμα το οποίο ο ίδιος αμφισβητεί.
10.
Οι αιτούσες των κυρίων δικών ζητούν από τον πρόεδρο του tribunale di Genova την επιστροφή των ποσών που έχουν καταβάλει στις USL (και στον CO. GE. SE. ΜΑ όσον αφορά την Ponente) για τον λόγο ότι τα ποσά αυτά αποτελούν «φορολογικές επιβαρύνσεις» υπαγορευόμενες από τις οδηγίες 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων ( 5 ), 83/90/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1983 ( 6 ), 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989 ( 7 ) και 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990 ( 8 ).
11.
O πρόεδρος του tribunale di Genova υποβάλλει, κατ' ουσίαν, έξι ερωτήματα ( 9 ) τα οποία μπορούν να αναδιατυπωθούν ως εξής; δοθέντος ότι τα δύο τελευταία αφορούν μόνον την υπόθεση C-318/91 Ponente SpA,
—
είναι ένα τέτοιο σύστημα ελέγχου αντίθετο προς τις προπαρατεθείσες οδηγίες, κατά το μέτρο που το σύστημα αυτό επιβάλλει (συστηματικούς και δαπανηρούς) υγειονομικούς ελέγχους επί του κρέατος κατά τη μεταφορά του και κατά τον χρόνο της αφίξεώς του στον δήμο προορισμού; (ερωτήματα 1 και 2).
—
Αποτελούν οι επιθεωρήσεις αυτές μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς απαγορευομένους από το άρθρο 30; Μπορούν τα μέτρα αυτά να δικαιολογηθούν από το άρθρο 36; (ερώτημα 3).
—
Πρέπει το κόστος τέτοιων συστηματικών ελέγχων, δοθέντος ότι αυτοί βαρύνουν τον εισαγωγέα, να θεωρηθεί ως αντιπαροχή για υπηρεσίες παρεχόμενες σ' αυτόν κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου; (ερώτημα 4).
—
Είναι η υποχρέωση που επιβάλλεται σ' έναν επιχειρηματία σχετικά με την καταβολή σε επιχείρηση, έστω κι αν ο εν λόγω επιχειρηματίας δεν χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της, του ποσού που αντιστοιχεί στην τιμή των υπηρεσιών που η επιχείρηση αυτή παρέχει στο πλαίσιο της κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεως σ' αυτήν από τον δήμο του έργου της φορτοεκφορτώσεως και μεταφοράς των εμπορευμάτων, αντίθετη προς τα άρθρα 30, 52 και 59 της Συνθήκης; (ερωτήματα 5 και 6).
12.
Ας μου επιτραπεί να θίξω ένα προκαταρκτικό ζήτημα: η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δοθέντος ότι η απόφαση του προέδρου του tribunale di Genova πρόκειται να εκδοθεί, στο πλαίσιο μιας συνοπτικής διαδικασίας γνωστής ως «διαδικασίας εκδόσεως διαταγής», βάσει μόνον των ισχυρισμών του αιτούντος και χωρίς να έχει προηγηθεί συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, επομένως χωρίς να έχει τηρηθεί η αρχή της κατ' αντιμωλία δίκης ( 10 ).
13.
Στην υπόθεση Politi ( 11 ), το Δικαστήριο, στο οποίο είχε υποβληθεί σχετικό ερώτημα από το tribunale di Torino στο πλαίσιο επίσης μιας «διαδικασίας διαταγής πληρωμής», έκρινε ότι η έλλειψη του κατ' αντιμωλία χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής δεν εμπόδιζε το Δικαστήριο να επιληφθεί της υποθέσεως εφόσον
«αρκεί η διαπίστωση ότι ο πρόεδρος του tribunale di Torino ασκεί δικαστικό, κατά την έννοια του άρθρου 177, λειτούργημα και ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου κρίθηκε από αυτόν αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεως του, ενώ ουδόλως οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ανέκυψε το ερώτημα» ( 12 ).
14.
Έκτοτε, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει καταστεί πάγια ( 13 ). Κατά συνέπεια, το παραδεκτό της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν τίθεται εν αμφίβολία.
15.
Πριν ασχοληθώ με τα κυρίως ειπείν προδικαστικά ερωτήματα, επιβάλλεται μια προκαταρκτική παρατήρηση.
16.
Θεωρείται δεδομένο, όπως προκύπτει, κατά την άποιμή μου, από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου και τις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως ( 14 ), ότι ο ιταλικός εθνικός νόμος για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ δεν είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1928 και του περιφερειακού νόμου της Λιγυρίας αριθ. 31 της 22ας Αυγούστου 1989.
17.
Τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα έχουν σχέση με το συμβατό προς τις οδηγίες 64/433/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ και 90/425/ΕΟΚ της ισχύουσας στην περιφέρεια της Λιγυρίας νομοθεσίας και πρακτικής όσον αφορά τις υγειονομικές επιθεωρήσεις και τον έλεγχο των εμπορευμάτων, αφενός, όταν αυτά είναι υπό διαμετακόμιση, και, αφετέρου, κατά τον χρόνο της εισαγωγι']ς τους στον δήμο προορισμού.
18.
Θα ήθελα, πρώτον, να επισημάνω ότι η εθνική νομοθεσία (το βασιλικό διάταγμα αρώ. 3298 της 20ής Δεκεμβρίου 1928 και ο περιφερειακός νόμος της 22ας Αυγούστου 1989) θεσπίστηκαν πριν από την 31 Δεκεμβρίου 1991, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των προπαρατεθεισών οδηγιών 89/662/ΕΟΚ ( 15 ) και 90/425/ΕΟΚ ( 16 ). Δεύτερον, οι διαφορές της κύριας δίκης ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας αυτής ( 17 ). Τέλος, το αντικείμενο της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ είναι άσχετο προς τις εκκρεμείς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποθέσεις.
19.
Από τα ανοπέρω προκύπτει ότι η ερμηνεία που θα μπορούσε να δώσει το Δικαστήριο στις οδηγίες αυτές ουδεμία θα επρόκειτο να έχει επίπτωση όσον αφορά την εφαρμογή επί των επίμαχων εν προκειμένω διατάξεων της εξεταζόμενης εθνικής νομοθεσίας ( 18 ).
20.
Τί συμβαίνει όμως όσον αφορά την οδηγία 64/433/ΕΟΚ;
21.
Η οδηγία αυτή, όπως τροποποιήθηκε με την προπαρατεθείσα οδηγία 83/90/ΕΟΚ, σκοπεί στην εξάλειψη, στον τομέα του ενδοκοινοτικού εμπορίου νωπού κρέατος, των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις υγειονομικής φύσεως προδιαγραφές και ελέγχους ώστε να καθίσταται δυνατή η ελεύθερη κυκλοφορία του σχετικού προϊόντος υπό συνθήκες ανάλογες προς αυτές της εσωτερικής αγοράς ( 19 ). Η εν λόγω οδηγία δεν περιορίζεται στην καθιέρωση ομοιόμορφων υγειονομικών όρων σχετικά με την επεξεργασία του νωπού κρέατος στα σφαγεία και στα εργαστήρια, αλλ' αφορά και την εναποθήκευση και μεταφορά ( 20 ). Κατ' ουσίαν επιβάλλει υποχρεώσεις στα κράτη μέλη εξαγωγής. Στηρίζεται στην αρχή της ισοδυναμίας των υγειονομικής φύσεως εγγυήσεων που απαιτούνται στο σύνολο της Κοινότητας ( 21 ) ο υγειονομικός έλεγχος που διενεργείται στο κράτος καταγωγής — έλεγχος για τον οποίο χορηγείται πιστοποιητικό καταλληλότητας ( 22 ) — ισχύει για όλη τη διάρκεια της μεταφοράς, επομένως μέχρι τον τόπο προορισμού ( 23 ). Το κράτος μέλος εισαγωγής μπορεί να ελέγξει αν ολόκληρη η αποστολή νωπού κρέατος συνοδεύεται από το πιστοποιητικό καταλληλότητας ( 24 ).
22.
Με την απόφαση του της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Simmenthai ( 25 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«(το εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικών ελέγχων) έχει ως σκοπό να μεταθέσει τον έλεγχο προς το κράτος μέλος αποστολής και να αντικαταστήσει έτσι τα συστηματικά μέτρα προστασίας στα σύνορα με ενιαίο σύστημα ώστε να καταστήσει περιττούς τους πολλαπλούς μεθοριακούς ελέγχους, αφήνοντας συγχρόνως στο κράτος περιορισμού τη δυνατότητα να μεριμνά ώστε να παρέχονται πράγματι οι εγγυήσεις που απορρέουν από το σύστημα ελέγχων το οποίο εναρμονίστηκε κατά τον τρόπο αυτό» ( 26 ).
23.
Βεβαίως το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ ( 27 ) επιφυλάσσει στο κράτος προορισμού την δυνατότητα, σε περίπτωση nov υπάρχει σοβαρή υπόνοια πλημμελειών, να προβαίνει, κατά τρόπο μη δημιουργούντα δυσμενείς διακρίσεις, στη διενέργεια ελέγχων για να εξακριβώνει την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας. Οι έλεγχοι αυτοί δεν πρέπει να προκαλούν υπερβολική καθυστέρηση κατά τη μεταφορά ή τη διάθεση στην αγορά των εμπορευμάτων ή καθυστέρηση δυνάμενη να επηρεάσει την ποιότητα των κρεάτων.
24.
Σχετικά με την ίδια ακριβώς οδηγία, το Δικαστήριο έκρινε, πριν καν τη θέσπιση του νέου άρθρου της 10 με την οδηγία 83/90/ΕΟΚ, ότι είναι δυνατοί, στα σύνορα του κράτους εισαγωγής σποραδικοί μόνον έλεγχοι, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν πολλαπλασιάζονται σε σημείο που να συνιστούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 28 ).
25.
Με την οδηγία 83/643/ΕΟΚ ( 29 ), το Συμβούλιο καθιέρωσε την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των ελέγχων από τα κράτη μέλη ( 30 ) και γενίκευσε στη μεταφορά των μη εισέτι εχόντων υποβληθεί σε ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις εμπορευμάτων το σύστημα που η οδηγία 64/433/ΕΟΚ είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή σχετικά με το νωπό κρέας. Η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ είναι, εν προκειμένω, ιδιαίτερα διαφωτιστική:
«(...) για να επιτευχθεί καλύτερη κυκλοφορία των μέσων μεταφοράς κατά τις μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, είναι επιθυμητό να συγκεντρωθούν οι διάφοροι έλεγχοι στον ίδιο τόπο και κατά προτίμηση στον τόπο αναχώρησης ή προορισμού των εμπορευμάτων» ( 31 ).
26.
Σύμφωνα με την οδηγία αυτή, ο έλεγχος που έχει διενεργηθεί από κράτος μέλος και αναγνωριστεί απ' όλα τα άλλα κράτη μέλη αποκλείει οποιοδήποτε άλλον έλεγχο εκτός του δειγματοληπτικού ( 32 ).
27.
Τέλος, για την πλήρη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των περί ων ο λόγος εμπορευμάτων, οι διενεργηθέντες στη χώρα αποστολής έλεγχοι ισχύουν καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής και, ιδίως, κατά τη διέλευση των συνόρων ( 33 ).
28.
Μ' αυτό ακριβώς το σύστημα, το οποίο θεσπίστηκε με την οδηγία 64/433/ΕΟΚ, πρέπει να συγκριθεί η περιγραφόμενη από το αιτούν δικαστήριο εθνική ρύθμιση: οι έλεγχοι στον δήμο προορισμού είναι υποχρεωτικοί, συστηματικοί, μονίμου χαρακτήρα, και αποτελούν την προϋπόθεση για τη διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο εντός του εν λόγω δήμου. Επιπλέον, δεν είναι δυνατή η διάθεση στο εμπόριο χωρίς προηγούμενη καταβολή τελών «ανεξελέγκτως» καθορισμένων από τη δημόσια αρχή ( 34 ). Όπως προανέφερα, η νομοθεσία αυτή παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: οι υγειονομικοί έλεγχοι διενεργούνται όχι κατά τη διέλευση των συνόρων αλλά στο εσωτερικό του κράτους μέλους προορισμού.
29.
Η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των ελέγχων από τα κράτη μέλη απαγορεύει τον συμπληρωματικό έλεγχο, ασχέτως του τόπου στον οποίο γίνεται. Δυνάμει της αρχής της ισοδυναμίας των υγειονομικής φύσεως εγγυήσεων, ο διενεργούμενος από τη χώρα αποστολής έλεγχος υποκαθιστά οποιονδήποτε άλλον, ασχέτως του αν αυτός διενεργείται στα σύνορα ή στο εσωτερικό της χώρας προορισμού. Μια τέτοια αρχή οικονομίας, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος έλεγχος ισχύει για όλα τα κράτη μέλη, θα καταστρατηγούνταν απολύτως αν αυτό που απαγορεύεται στα σύνορα επιτρεπόταν πέραν αυτών. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρήσω ότι, όταν ο δήμος προορισμού διαθέτει λιμένα, υφίσταται σύμπτωση μεταξύ της διελεύσεως των συνόρων και της εισόδου στο έδαφος του δήμου που έχει καθιερώσει υγειονομικό έλεγχο «κατά την άφιξη». Επομένως, ο έλεγχος αυτός γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις κατά τη διέλευση των συνόρων.
30.
Κατά συνέπεια, η οδηγία 64/433/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει οποιονδήποτε συστηματικό υγειονομικό έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας προορισμού, ασχέτως του αν το εμπόρευμα είναι υπό μεταφορά ή έχει φθάσει στον προορισμό του.
31.
Τα αιτήματα των αιτουσών στις κύριες δίκες εταιριών στρέφονται — όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ — κατά των USL αριθ. XV της Γένοβας (υποθέσεις C-277/91 και C-319/91) και USL αριθ. XIX της La Spezia (υπόθεση C-318/91).
32.
Μπορούν όμως οι αιτούσες στις κύριες δίκες να επικαλεστούν την οδηγία αυτή κατά τέτοιων οργανισμών;
33.
Όπως είναι γνωστό, η οδηγία παράγει άμεσο αποτέλεσμα μόνον εφόσον
1)
το κράτος μέλος την έχει μεταφέρει στο εσωτερικό του δίκαιο εντός των ταχθεισών προθεσμιών,
2)
οι διατάξεις της είναι αρκούντως σαφείς, ακριβείς και ανεπιφύλακτες,
3)
γίνεται επίκληση των διατάξεων αυτών κατά του κράτους ή μιας από τις υποδιαιρέσεις του.
34.
Ας πάρουμε καθένα ξεχωριστά τα τρία αυτά σημεία.
35.
Οι οδηγίες 64/433/ΕΟΚ και 83/90/ΕΟΚ μεταφέρθηκαν στο ιταλικό δίκαιο, αντίστοιχα, με τον νόμο 1073 της 29ης Νοεμβρίου 1971 ( 35 ) και την υπουργική απόφαση της 15ης Μαρτίου 1985 ( 36 ).
36.
Ωστόσο, όπως προανέφερα, παρά τη μεταφορά αυτή, εξακολουθούν πάντα να υφίστανται διατάξεις προβλέπουσες συστηματικούς ελέγχους.
37.
Όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει, η ατελής μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο παράγει αποτελέσματα ÍÔLa με αυτά της μη μεταφοράς:
«σε κάθε περίπτωση που οι διατάξεις μιας οδηγίας είναι, από άποψη περιεχομένου, απαλλαγμένες αιρέσεων και επαρκώς ακριβείς, οι ιδιώτες μπορούν να τις επικαλούνται έναντι του κράτους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, είτε όταν το κράτος αυτό παραλείπει να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο, είτε όταν προβαίνει σε πλημμελή μεταφορά της εν λόγω οδηγίας» ( 37 ).
38.
Εξάλλου, το Δικαστήριο απαιτεί
«κάθε κράτος μέλος να εκτελεί τις (...) οδηγίες κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις σαφήνειας και ασφάλειας της εννόμου καταστάσεως που επιδιώκεται με τις οδηγίες» ( 38 ).
39.
Η ασκούσα εν προκειμένω επιρροή διάταξη της οδηγίας είναι το άρθρο 10, παράγραφος 2, το οποίο, το υπενθυμίζω, απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε επιθεωρήσεις προκειμένου να ελέγχουν την τήρηση επιταγών της οδηγίας εκτός «σε περίπτωση που υπάρχει σοβαρή υπόνοια αντικανονικότητας». Σιωπηρώς, αλλά κατά τρόπο μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, επιβάλλεται στα κράτη μέλη μια υποχρέωση αποχής από εκτέλεση συγκεκριμένης πράξεως. Τους απαγορεύεται να προβαίνουν σε συστηματικούς ελέγχους. Η διάταξη αυτή είναι αρκούντως ακριβής ώστε να μπορεί ένας ιδιώτης να την επικαλείται κατά του κράτους το οποίο γενικεύει τέτοιους ελέγχους.
40.
Τέλος, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της νομολογίας του Δικαστηρίου, ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί το αποτέλεσμα μιας σαφούς, ακριβούς και ανεπιφύλακτης διατάξεως μιας οδηγίας, η οποία έχει μεταφερθεί μόνον στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο μη ορθό έναντι κράτους μέλους ή δημοσίας αρχής και όχι έναντι ιδιώτη ( 39 ).
41.
Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι
«(...) μεταξύ των φορέων έναντι των οποίων είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών που μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα περιλαμβάνεται ένας οργανισμός στον οποίο, ασχέτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί δυνάμει πράξεως της δημοσίας αρχής η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία της αρχής αυτής και ο οποίος έχει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες» ( 40 ).
42.
Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειτο ο προσδιορισμός του εάν οι USL της Λιγυρίας αποτελούν υποκείμενα δικαίου πληρούντα τα κριτήρια που έχουν τεθεί με την απόφαση Foster ( 41 ), ώστε να είναι δυνατή η κατ' αυτών επίκληση των διατάξεων μιας οδηγίας ( 42 ).
43.
Όσον αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο νωπού κρέατος, με την οδηγία 64/433/ΕΟΚ θεσπίστηκε, όπως έχω προαναφέρει, ένα εναρμονισμένο σύστημα υγειονομικών ελέγχων ( 43 ).
44.
Πρέπει, κατά συνέπεια, μια κανονιστική ρύθμιση που έχει θεσπιστεί στον τομέα αυτό, από κράτος μέλος ή περιφέρεια του κράτους αυτού, να εξεταστεί από πλευράς των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ;
45.
Η νομολογία του Δικαστηρίου έχει καταστεί πάγια όσον αφορά το ζήτημα αυτό ( 44 )
«(...) όταν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 100 της Συνθήκης, κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν την εναρμόνιση μέτρων που είναι αναγκαία, μεταξύ άλλων, για να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων και προβλέπουν κοινοτικές διαδικασίες για τον έλεγχο της τηρήσεως τους, δεν δικαιολογείται πλέον η επίκληση του άρθρου 36, αφού πρέπει η διενέργεια των ενδεδειγμένων ελέγχων και η λήψη των μέτρων προστασίας να εντάσσονται πλέον στο πλαίσιο που χαράσσεται από την οδηγία περί εναρμονίσείος (...).
Το εν λόγω σύστημα υγειονομικού ελέγχου, το οποίο είναι εναρμονισμένο σε κοινοτικό επίπεδο και βασίζεται στον πλήρη έλεγχο του εμπορεύματος στο κράτος αποστολής, αντικαθιστά τον έλεγχο του κράτους προορισμού και πρέπει να καθιστά δυνατή την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων τα οποία αφορά υπό συνθήκες ανάλογες προς αυτές της εσωτερικής αγοράς» ( 45 ).
46.
Εξ αυτού έπεται ότι, ενόιμει των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα, το τρίτο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου.
47.
Εμποδίζει το κοινοτικό δίκαιο την είσπραξη τελών για συστηματικές εκ μέρους των κτηνιατρικών υπηρεσιών επιθεωρήσεις αναλόγων με αυτά που προβλέπονται από τα άρθρα 1 επ. του νόμου της περιφέρειας της Λιγυρίας αριθ. 31 της 22ας Αυγούστου 1989 ( 46 ) Τούτο αποτελεί το αντικείμενο του τετάρτου ερωτήματος.
48.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του από τις USL εισπράττεται μια κατ' αποκοπήν εισφορά (άρθρο 3, παράγραφος 2) για τις υπηρεσίες που αυτές παρέχουν όπως είναι, οι επιθεωρήσεις, οι υγειονομικοί έλεγχοι και η χορήγηση πιστοποιητικών εμπορίας.
49.
Εφόσον οι διενεργούμενοι από τους οργανισμούς αυτούς έλεγχοι είναι αντίθετοι προς την οδηγία 64/483/ΕΟΚ, τα τέλη που εισπράττονται για τους έλεγχους αυτούς είναι επίσης αντίθετα προς την οδηγία αυτή, και τούτο κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
50.
Τέτοια τέλη θα ήταν επίσης αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο έστω και αν εισπράττονταν επ' ευκαιρία δειγματοληπτικών ελέγχων.
51.
Ο νόμιμος πράγματι χαρακτήρας, από πλευράς της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ, ενός δειγματοληπτικού ελέγχου στον τόπο προορισμού δεν δικαιολογεί οπωσδήποτε, την είσπραξη, για τον σκοπό αυτό, τέλους από τον εισαγωγέα, έστω και αν η οδηγία σιωπά επί του ζητήματος αυτού.
52.
Όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου Simmenthai ( 47 ), που αφορούσε κυρίως την ερμηνεία της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ, αποτελούν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς οι οικονομικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται για λόγους υγειονομικού ελέγχου επί των προϊόντων κατά τη διέλευση τους από τα σύνορα. Τούτο ακριβώς συμβαίνει και όταν το τέλος αυτό δεν εισπράττεται υπέρ του κράτους ( 48 ).
53.
Το αντίθετο θα συνέβαινε αν οι χρηματικές επιβαρύνσεις αποτελούσαν μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών τελών το οποίο πλήττει συστηματικούς, σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια, εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα ( 49 ).
54.
Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι η υπό εξέταση ρύθμιση θα μπορούσε να συνιστά δυσμενή διάκριση για τα εισαγόμενα προϊόντα: το νωπό κρέας που προέρχεται από σφαγείο ενός δήμου και διατίθεται στο εμπόριο εντός της ίδιας πόλεως θα αποτελέσει το αντικείμενο ενός και μόνον υγειονομικού ελέγχου: το ζώο δεν έχει «σφαγεί σε άλλο μέρος» κατά την έννοια του προπαρατεθέντος βασιλικού διατάγματος αριθ. 3298 και, επομένως, δεν θα αποτελέσει το αντικείμενο εισπράξεως τελών στον δήμο προορισμού.
55.
Επιπλέον, οι διενεργούμενοι στον εν λόγω δήμο έλεγχοι θίγουν όλα τα εισαγόμενα προϊόντα και έχουν το ίδιο αποτέλεσμα όπως ο διενεργούμενος στα σύνορα έλεγχος, λαμβανομένου άλλωστε υπόψη ότι είναι δυνατό οι δύο έλεγχοι να συμπίπτουν όταν ο δήμος προορισμού είναι λιμένας.
56.
Τέλος, το γεγονός ότι τα τέλη αυτά πλήττουν όχι μόνον το εισαγόμενο από άλλο κράτος μέλος εμπόρευμα αλλά και το εμπόρευμα που εισάγεται στον εν λόγω δήμο από άλλο τμήμα του οικείου κράτους δεν σημαίνει ότι τα τέλη αυτά παύουν να αποτελούν επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος.
57.
Πράγματι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό κατά την εισαγωγή μια επιβάρυνση που επιβάλλεται στα σύνορα μιας περιφέρειας λόγω της εισαγωγής προϊόντων σε περιφέρεια κράτους μέλους επισημαίνοντια ότι η επιβάρυνση αυτή συνιστά
«εμπόδιο τουλάχιστον εξίσου σοβαρό για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων όσο και μια επιβάρυνση που εισπράττεται στα εθνικά σύνορα λόγω της εισαγωγής προϊόντων στο σύνολο του εδάφους κράτους μέλους» ( 50 ).
58.
Θα ήταν ομοίως παράδοξο να μην κηρυχθεί ασυμβίβαστη με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης μια εθνική ρύθμιση για τον λόγο και μόνον ότι θίγει επίσης τα εγχώρια προϊόντα που προέρχονται από άλλα τμήματα του εν λόγω κράτους μέλους.
59.
Η είσπραξη τελών για υγειονομικούς ελέγχους στον τόπο προορισμού επιτρέπεται μόνον εφόσον τέτοια τέλη αποτελούν την αντιπαροχή για παρασχεθείσα στον επιχειρηματία υπηρεσία ( 51 ).
60.
KÓTL τέτοιο όμως δεν συμβαίνει όταν πρόκειται για
«δραστηριότητα της κρατικής διοικήσεως, η οποία αποβλέπει στη διατήρηση συστήματος υγειονομικού ελέγχου προς το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να λογιστεί ως υπηρεσία που παρέχεται στον εισαγωγέα, ικανή να δικαιολογήσει την είσπραξη χρηματικής επιβαρύνσεως ως ανταλλάγματος (...) ναι μεν δικαιολογούνται ακόμη μέχρι του τέλους της μεταβατικής περιόδου οι υγειονομικοί έλεγχοι, τα έξοδα όμως που προκαλούνται από τους ελέγχους αυτούς πρέπει να τα υφίσταται το κοινωνικό σύνολο το οποίο ωφελείται από την ελεύθερη κυκλοφορία των κοινοτικών εμπορευμάτων» ( 52 ).
61.
Τέλος, στο πλαίσιο της υποθέσεως Ponente, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε δύο επιπλέον προδικαστικά ερωτήματα σχετικά, ειδικότερα, με το μονοπώλιο του CO. GE. SE. MA.
62.
Το πρώτο (ερώτημα 5) αφορά το ζήτημα αν αντίκειται προς τα άρθρα 30, 52 και 59 της Συνθήκης εσωτερική ρύθμιση η οποία απαγορεύει σε επιχείρηση που εισάγει εμπορεύματα να προβαίνει η ίδια, στο έδαφος ενός δήμου του κράτους εισαγωγής, στη φορτοεκφόρτωση και παράδοση αυτών με δικά της μέσα.
63.
Το δεύτερο (ερώτημα 6) αφορά το συμβατό με τα ίδια άρθρα μιας διοικητικής πρακτικής σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις εισαγωγών μπορούν να προβαίνουν οι ίδιες στη μεταφορά και στην παράδοση του εμπορεύματος σε τμήμα του εθνικού εδάφους μόνον εφόσον καταβάλλουν, ακόμα και στην περίπτωση αυτή, στην έχουσα, κατ' αποκλειστικότητα, ανατεθεί το σχετικό έργο επιχείρηση ποσό το οποίο, όπως είναι επόμενο, αντιστοιχεί σε «υπηρεσίες που ούτε έχουν παρασχεθεί ούτε έχουν εκτελεστεί» ( 53 ).
64.
Θα εξετάσω τα δύο αυτά ερωτήματα μαζί.
65.
Μια επιχείρηση, στην οποία έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί το σχετικό έργο, διαθέτει το μονοπώλιο της φορτοεκφορτώσεως και μεταφοράς κρέατος στο έδαφος ενός δήμου.
66.
Πρόκειται επομένως για επιχείρηση απολαύουσα αποκλειστικών κατά την έννοια του άρθρου 90 της Συνθήκης δικαιωμάτων.
67.
Καίτοι μια τέτοια κατάσταση είναι παραπλήσια προς αυτήν της υποθέσεως Merci ( 54 ), δεν μπορεί ωστόσο να εξομοιωθεί προς αυτήν: ουδόλως είναι βέβαιον εδώ ότι εφαρμόζεται το άρθρο 86 της Συνθήκης. Πράγματι, δεν είναι διαπιστωμένο ότι η αγορά στην οποία αναφέρεται αυτή η κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση από τον δήμο καλύπτει σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς ( 55 ). Βάσει των στοιχείων που διαθέτει το Δικαστήριο, δεν πρόκειται πολλώ μάλλον για ένα σύνολο δημοτικών μονοπωλίων που έχουν παραχωρηθεί στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων των οποίων οι δραστηριότητες έχουν συνέπειες επί της εισαγωγής εμπορευμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη ( 56 ). Αν είχε διαπιστωθεί ότι τέτοιες κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεις αποτελούν γενικευμένο φαινόμενο στο έδαφος κράτους μέλους, στο αιτούν δικαστήριο θα εναπέκειτο να συναγάγει, ενόψει των άρθρων 86 και 90, τις συνέπειες ως προς το αν επηρεαζόταν σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς.
68.
Η εν λόγω κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση — και η συνακόλουθη απαγόρευση εκτελέσεως μεταφοράς στις επιχειρήσεις που εισάγουν κρέας στο έδαφος του δήμου — παρουσιάζεται υπό όλως διαφορετικό πρίσμα εξεταζόμενη στο πλαίσιο του άρθρου 30..
69.
Όπως είναι γνωστό, ύστερα από τις 31 Δεκεμβρίου 1969, καταληκτική ημερομηνία της μεταβατικής περιόδου, το άρθρο αυτό παράγει άμεσα αποτελέσματα και γεννά από μόνο του, υπέρ των ιδιωτών, δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν ( 57 ).
70.
Η απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές ισχύει για κάθε είδος εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
71.
Μπορεί παρ' όλ' αυτά να τύχει εφαρμογής το άρθρο 30 σε μια κατάσταση η οποία θα παρουσίαζε τα ακόλουθα τέσσερα χαρακτηριστικά;
1)
το απαγορευτικό μέτρο εφαρμόζεται αδιακρίτως,
2)
ισχύει μόνο για το έδαφος ενός δήμου,
3)
επηρεάζει ανεπαίσθητα το ενδοκοινοτικό εμπόριο,
4)
γίνεται επίκληση της προστασίας της υγείας των ανθρώπων προς δικαιολόγηση αυτής της κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεως.
72.
Θα εξετάσω τα τέσσερα αυτά σημεία.
73.
Ένα εσωτερικό μέτρο, έστω και αν εφαρμόζεται αδιακρίτως και πλήττει τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη προϊόντα, είναι αντίθετο προς το άρθρο 30 εφόσον έχει περιοριστικά αποτελέσματα στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ιδίως όταν τα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη καθίστανται περισσότερο ακριβά και δυσεύρετα ( 58 ).
74.
Η απαγόρευση που πλήττει τους εισαγωγείς κρέατος στο έδαφος ενός δήμου τους υποχρεώνει να προσφεύγουν σε μεταφορέα για μεταφορά που θα μπορούσαν οι ίδιοι να πραγματοποιήσουν, πράγμα που μπορεί να συνεπάγεται αύξηση τιμής. Είναι δυνατόν μάλιστα η απαγόρευση αυτή να ωθεί, στην πράξη, τους εισαγωγείς να πραγματοποιούν οι ίδιοι τη μεταφορά κατόπιν καταβολής «διοδίου» καταβαλλομένου χωρίς να υφίσταται αντιπαροχή εκ μέρους αυτού στον οποίο έχει κατ' αποκλειστικότητα ανατεθεί το σχετικό έργο. Τούτο σημαίνει ότι ο εισαγωγέας βαρύνεται με το κόστος μεταφοράς στο οποίο προστίθεται και η αμοιβή του προς ον η κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση.
75.
Καίτοι δεν επηρεάζει κατ' άμεσο τρόπο τις εισαγωγές, μια τέτοια ρύθμιση είναι ικανή να περιορίσει τον όγκο τους λόγω της αυξήσεως του κόστους μεταφοράς που συνεπάγεται. Δημιουργείται, επομένως, μια ακαμψία της αγοράς και ένα εμπόδιο στο εμπόριο εμπίπτον στο πεδίο του άρθρου 30.
76.
Μια ρύθμιση η οποία ισχύει σε τμήμα μόνο του εδάφους κράτους μέλους είναι δυνατό να είναι αντίθετη προς το άρθρο αυτό.
77.
Η αρχή αυτή επικυρώθηκε πανηγυρικώς με την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía ( 59 )
«(...) όταν έχει περιορισμένο τοπικό πεδίο εφαρμογής, επειδή ισχύει μόνο σε τμήμα της εθνικής επικράτειας, δεν μπορεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του ως μέτρου που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, κατά την έννοια των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με τη δικαιολογία ότι πλήττει τόσο τις πωλήσεις των προϊόντων που προέρχονται από άλλα τμήματα της εθνικής επικράτειας όσο και τις πωλήσεις των προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Επομένως, για να χαρακτηριστεί το μέτρο αυτό ως μέτρο που οδηγεί σε διακρίσεις ή προστατευτισμό, δεν είναι αναγκαίο να έχει ως αποτέλεσμα να ευνοεί όλα τα εγχώρια προϊόντα ή να πλήττει μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα και καθόλου τα εγχώρια» ( 60 ).
78.
Ας μου επιτραπεί να επισημάνω εν τω μεταξύ στο παράδοξο φαινόμενο που θα προέκυπτε αν γινόταν αποδεκτή μια ρύθμιση που θα περιόριζε το εμπόριο, εφαρμοζόμενη rationc loci, μόνο στο επίπεδο ενός δήμου ή μιας περιφέρειας, ενώ η ρύθμιση αυτή απαγορεύεται σε εθνικό επίπεδο. Πράγματι, τί θα συνέβαινε αν όλες οι περιφέρειες ή οι δήμοι ενός κράτους μέλους θέσπιζαν την ίδια ρύθμιση;
79.
Τέλος, μια σχετική με τις μεταφορές ρύθμιση επηρεάζει κατά λίαν άμεσο τρόπο τις συνθήκες εμπορίας των προϊόντων εντός της Κοινότητας. Εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει, αποδεκτός οποιοσδήποτε περιορισμός, έστω και ελάχιστος, στο εμπόριο. Δεν συντρέχει περίπτωση να τύχει εφαρμογής, στον τομέα αυτό, η θεωρία «de minimis». Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1984, Prantl ( 61 ), δεν χρειάζεται «να μπορούν τα μέτρα αυτά να επηρεάσουν αισθητά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές». Σύμφωνα με την απόφαση της 18ης Μαΐου 1993, Yves Rocher ( 62 ),
«(...) κατ' εξαίρεση των κανόνων που απλώς και μόνον εικάζεται ότι έχουν επιπτώσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν διακρίνει τα μέτρα που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό αναλόγως της εντάσεως των επιπτώσεων που έχουν στις συναλλαγές εντός της Κοινότητας» ( 63 ).
80.
Σύμφωνα με τον CO. GE. SE. MA ( 64 ), σκοπός του ανατεθέντος σ' αυτόν από τις δημοτικές αρχές κατ' αποκλειστικότητα έργου είναι η προστασία και μόνον της υγείας των πολιτών.
81.
Ας μου επιτραπεί να διατηρήσω αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη ενός τέτοιου σκοπού, επομένως και της ανάγκης για μια τέτοια κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση, εφόσον, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, έχει γίνει δεκτό ότι το έργο αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί και από τον ίδιο τον εισαγωγέα υπό τον όρον ότι αυτός θα καταβάλει στη διαθέτουσα την αποκλειστικότητα επιχείρηση ποσό το οποίο, όπως είναι φυσικό, δεν αντιστοιχεί σε παρεχόμενες υπηρεσίες.
82.
Θα ήθελα εξάλλου να επισημάνω ότι δεν έχει γίνει μνεία καμιάς σχετικής με τη δημόσια υγεία περιστάσεις η οποία να δικαιολογεί την απαγόρευση στους εισαγωγείς να προβαίνουν οι ίδιοι στην φορτοεκφόρτωση του νωπού κρέατος στο έδαφος ενός δήμου. Αντιθέτως, θα ήταν θεμιτό να εκφραστούν αμφιβολίες, ενόψει των επιτακτικών αναγκών της δημόσιας υγείας, σχετικά με τη σκοπιμότητα ενός μέτρου το οποίο επιβάλλει μεταφορτώσεις εμπορευμάτων.
83.
Μια κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση του σχετικού έργου, η οποία θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα την επιβάρυνση των εισαγωγέων με πρόσθετο χρηματικό ποσό άσχετο, με την προστασία της υγείας, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτική ανάγκη.
84.
Ας προσθέσω ότι, καίτοι, πράγματι, το νωπό κρέας πρέπει να διατίθεται στο εμπόριο επί του εδάφους ενός δήμου υπό συνθήκες συμβάλλουσες στην προστασία της υγείας των ανθρώπων, η υπό εξέταση απαγόρευση υπερβαίνει, εν πάση περιπτώσει, το μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού ( 65 ).
85.
Είναι η απαγόρευση στον εισαγωγέα εμπορευμάτων να προβαίνει ο ίδιος, στο έδαφος ενός δήμου, στην φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων αυτών αντίθετη και προς το άρθρο 52 της Συνθήκης;
86
Καίτοι οι κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεις ορισμένων έργων από ιδιωτικές επιχειρήσεις σε άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως συμβαίνει με τις συμβάσεις προμηθείας μπύρας ( 66 ), εμπίπτουν αναμφιβόλως στους κανόνες ανταγωνισμού μια ανάθεση που γίνεται από δημόσια αρχή, εν προκειμένω δημοτική αρχή, εμπίπτει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 52.
87.
Θα μπορούσαν ευλόγως να εκφραστούν αμφιβολίες σχετικά με το συμβατό με το άρθρο αυτό μιας τέτοιας κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεως. Επιβάλλεται ωστόσο, να επικεντρώσω, εν προκειμένω, την προσοχή μου στην πραγματική κατάσταση προκειμένου να εξακριβωθεί αν τούτο δικαιολογείται απ ó κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας που να αρκεί για να είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου αυτού.
88.
Η ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου εκδικαζομένη διαφορά θέτει αντιμέτωπους τον προν ον η κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση (τον CO. GE. SE. ΜΑ) και μια ιταλική επιχείρηση η οποία εισάγει κρέατα από τη Βόρεια Ευρώπη.
89.
Ενόι1>ει της ιθαγένειας της, αν η εταιρία αυτή σκόπευε να εγκατασταθεί στη La Spezia ως εισαγωγέας, θα επρόκειτο για μια καθαρώς εσωτερική κατάσταση.
90.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 52 μόνον αν μια διεπόμενη από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους επιχείρηση στερούνταν του δικαιώματος να ασκήσει την δραστηριότητα που κατ' αποκλειστικότητα ασκεί η επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί, επί του εδάφους του αναθέσαντος δήμου το σχετικό έργο. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
91.
Κατόπιν τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει στοιχείου αλλοδαπότητας, το άρθρο 52 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση διαφορά.
92.
Τί συμβαίνει όμως όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 59;
93.
Οφείλω να παρατηρήσω ότι η παροχή υπηρεσιών που αποτελεί εν προκειμένω το αντικείμενο περιορισμού αφορά τον τομέα των μεταφορών και, κατά συνέπεια, εμπίπτει όχι στο άρθρο 59 αλλά στο άρθρο 61 της Συνθήκης.
94.
Η ελευθερία παροχής υπηρεσιών δεν προβάλλεται εδώ από τον προσφέροντα αυτές: οι αιτούσες στις κύριες δίκες επιχειρήσεις δεν έχουν την έδρα τους σε άλλα κράτη μέλη και επιδιώκουν να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να παρέχουν, στο έδαφος του δήμου, τις σχετικές με μεταφορές υπηρεσίες που αποτελούν και το αντικείμενο του κατ' αποκλειστικότητα ανατεθέντος έργου. Ούτε, πολλώ μάλλον, επιδιώκουν να τους δοθεί η δυνατότητα να αναλάβουν οι ίδιες την παροχή της υπηρεσίας αυτής. Για τους προαναφερθέντες λόγους, μια τέτοια κατάσταση δεν εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο.
95.
Θα μπορούσε να γίνει επίκληση μόνον του άρθρου 61 αν οι εισάγουσες κρέας ιταλικές επιχειρήσεις επιδίωκαν, ως αποδέκτες υπηρεσιών, να προσφύγουν, στο έδαφος τον κατ' αποκλειστικότητα αναθέσαντος το σχετικό έργο δήμου, στις υπηρεσίες μεταφορέα υπηκόου άλλου κράτους μέλους. Πράγματι, λόγω της κατ' αποκλειστικότητα αναθέσεως του επίμαχου έργου, οι οικείες επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να επιλέγουν ελευθέρως αυτόν που θα τους παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες.
96.
Η ελευθερία παροχής υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών προϋποθέτει την κατάργηση κάθε δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγενείας του ή του ότι είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό όπου παρέχεται η υπηρεσία.
97.
Είναι γνωστό ότι στον τομέα αυτό δεν έχει εισέτι πλήρως διασφαλιστεί η ελευθερία. Αποτελεί το αντικείμενο ενός μεταβατικού cabotage, εν αναμονή θεσπίσεως οριστικού καθεστώτος.
98.
Θα υπενθυμίσω εν προκειμένω ότι με την απόφαση του της 22ας Μαΐου 1985, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( 67 ), το Δικαστήριο διαπίστωσε την παράλειψη του Συμβουλίου το οποίο δεν διασφάλισε την ελευθερία παροχής υπηρεσιών στον τομέα των διεθνών μεταφορών ούτε καθόρισε τους όρους υπό τους οποίους θα γίνονται δεκτοί οι μεταφορείς που δεν κατοικούν σε κράτος μέλος όσον αφορά τις εσωτερικές εντός αυτού του κράτους μεταφορές.
99.
Με την απόφαση του της 7ης Νοεμβρίου 1991, Pinaud Wieger ( 68 ), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η ελευθέρωση των δραστηριοτήτων οδικού cabotage μπορούσε να γίνει προοδευτικώς.
100.
Εξ αυτού έπεται ότι οι μεταφορείς που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και στους οποίους έχει παρασχεθεί η άδεια να ασκούν σχετικές με μεταφορά δραστηριότητες μόνο σ' αυτό το κράτος δεν μπορούν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση, με βάση τα άρθρα 59 έως 61, σ' αυτές τις δραστηριότητες στο εσωτερικό άλλου κράτους.
101.
Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4059/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους γίνονται δεκτοί στις εθνικές οδικές εμπορευματικές μεταφορές σ' ένα κράτος μέλος μεταφορείς μη εγκατεστημένοι σ' αυτό ( 69 ) δεν επιτρέπει σε οποιονδήποτε κοινοτικό οδικό μεταφορέα εμπορευμάτων να πραγματοποιεί εσωτερικές μεταφορές εμπορευμάτων εντός άλλου κράτους μέλους παρά μόνο στο πλαίσιο κοινοτικής ποσοστώσεως cabotage.
102.
Επομένως, το άρθρο 61 δεν παρέχει σε μια επιχείρηση εισαγωγών κανένα δικαίωμα το οποίο να μπορεί αυτή να επικαλεστεί απ' ευθείας.
103.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
1)
α)
Η οδηγία 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 83/90/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1983, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αντίθετη προς την οδηγία αυτή μια εθνική ρύθμιση καθώς και μια εσωτερική πρακτική κράτους μέλους με τις οποίες επιβάλλεται όπως το εισαγόμενο νωπό κρέας, το οποίο έχει ήδη υποβληθεί, εντός του κράτους μέλους εξαγωγής, στους απαιτούμενους από την εν λόγω οδηγία υγειονομικούς ελέγχους αποτελέσει το αντικείμενο, εντός του κράτους εισαγωγής, υγειονομικών επιθεωρήσεων και συστηματικών υγειονομικών ελέγχων των οποίων το κόστος βαρύνει τους εισαγωγείς 1) κατά τη διαμετακόμιση του προϊόντος επί του εδάφους ενός δήμου και/ή 2) κατά τον χρόνο της εισαγωγής στον δήμο προορισμού.
β)
Ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί απ' ευθείας μια τέτοια απαγόρευση κατά οργανισμού στον οποίο, όπως το εθνικό δικαστήριο θεωρεί, έχει ανατεθεί, με πράξη της δημόσιας αρχής ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος που έχει αυτή περιβληθεί, το έργο της παροχής, υπό τον έλεγχο της αρχής αυτής, υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος και ο οποίος διαθέτει, προς τούτο εξουσίες υπερβολικές σε σχέση με τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.
2)
Ενόψει της δοθείσας στα δύο πρώτα ερωτήματα απαντήσεως, το τρίτο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου.
3)
Αντίκειται τόσο στα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και στην οδηγία 64/433/ΕΟΚ η είσπραξη τελών για συστηματικούς υγειονομικούς ελέγχους νωπού κρέατος προερχομένου από άλλο κράτος μέλος διενεργούμενους από τις υγειονομικές υπηρεσίες εντός των δήμων διαμετακομίσεως ή των δήμων προορισμού του κράτους μέλους εισαγωγής.
4)
α)
Αντίκειται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ένα εθνικό μέτρο ή μια εσωτερική διοικητική πρακτική με την οποία απαγορεύεται, στο έδαφος ενός δήμου, σε επιχείρηση η οποία εισάγει εκεί εμπορεύματα να πραγματοποιεί η ίδια τη φορτοεκφόρτωση και παράδοση των εμπορευμάτων ή της επιτρέπεται να πραγματοποιεί η CÔLa τις ενέργειες αυτές μόνον εφόσον θα καταβάλλει τέλη, χωρίς αντιπαροχή, σε σχετικό φορέα στον οποίο έχει ανατεθεί κατ' αποκλειστικότητα από τον εν λόγω δήμο το σχετικό έργο.
β)
Το άρθρο 52 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται σε μια καθαρώς εσωτερική ενός κράτους μέλους κατάσταση όπως αυτή όπου υπήκοος του κράτους αυτού αμφισβητεί μια κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση έργου που έχει γίνει από το δήμο του κράτους αυτού στο έδαφος του εν λόγω δήμου.
γ)
Το άρθρο 61 της Συνθήκης δεν παρέχει δικαιώματα που ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί απ' ευθείας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) GURI αριθ. 36 της 12ης Φεβρουαρίου 1929.
( 2 ) Υπόμνημα της Επιτροπής, σ. 3 και 4 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 3 ) Επίσημη Δελτίο της περιφέρειας της Λιγυρίας, αριθ. 15 της 6ης Σεπτεμβρίου 1989, πρώτο μέρος, σ. 1439.
( 4 ) Σε περίπτωση μη προηγουμένης καταβολής του τέλους, οι TYM αρνούνται, όπως προκύπτει, να διενεργήσουν τον υγειονομικό έλεγχο. Βλ. την εγκύκλιο της υγειονομικής υπηρεσίας της περιφέρειας της Λιγυρίας, αριθ. 27303/3062, της 29ης Νοεμβρίου 1990, που είναι συνημμένη στις παρατηρήσεις της Επιτροπής.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έκδ., 03/01, ο. 129.
( 6 ) Οδηγία περί τροποποιήσεως της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ L 59, σ. 10).
( 7 ) Οδηγία σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13).
( 8 ) Οδηγία σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29).
( 9 ) Η ακριβής τους διατύπωση περιλαμβάνεται στην παράγραφο 14 της εκθέσεως ακροατηρίου.
( 10 ) Παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως στις υποθέσεις C-318/91 και C-319/91, ο. 2 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 11 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971 (43/71, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1077).
( 12 ) Σκέψη 5, η υπογράμμιση είναι δική μου. Ο ίδιος ισχυρισμός προεβλήθη σΐο πλαίσιο της υποθέσεως 84/71, Marimcx (απόφαση της 7ης Μαρτίου 1972, Συλλογή τόμος 1972-1973, ο. 27) από την Ιταλική Κυβέρνηση η οποία, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δήλωσε ότι επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου.
( 13 ) Βλ. την απόφαση της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini, σκέψη 8 (Συλλογή 1988, σ. 2041). Βλ. επίσης τις προτάσεις του ομιλούντος στην υπόθεση Corbiau, παράγραφοι 8 έως 10 (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, C-29/92, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
( 14 ) Σ 4 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 15 ) Βλ. άρθρο 22.
( 16 ) Βλ. άρθρο 26.
( 17 ) Η Ligur Carni ζητεί την επιστροφή των τελών που καταβλήθηααν μεταξύ Ιανουαρίου 1990 και Ιουνίου 1991. II Genova Carni ζητεί niv επιστροφή των δααμών που καταβλήθηααν μεταξύ Φεβρουαρίου 1989 και Σεπτεμβρίου 1991.
( 18 ) Όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα των οδηγιών πριν από την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς τους, βλ. την απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, 148/78, Ralli, συγκεκριμένα ακέψη 43 (Συλλογή τόμος 1979 Ι, ο. 861).
( 19 ) Βλ., ιδίως, την τρίτη αιτιολογική οκέψη της οδηγίας 64/433/Π0Κ και την πρώτη αιτιολογική οκέψη της οδηγίας 83/90/ΕΟΚ.
( 20 ) Βλ. την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1983, υποθέσεις 2 έως 4/82, Delnai:, σκέψη 14 (Συλλογή 1983, 0.2973).
( 21 ) Βλ. τη σκέψη 34 της αποφάσεως της 15ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 35/76, Sinimcnlhal (Συλλογή τόμος 1976. α 683).
( 22 ) Αρθρο 3, στοιχείο ζ', της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ.
( 23 ) Βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ.
( 24 ) Άρθρο 10, παράγραφος 1, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 1, της οδηγίας 83/90/ΕΟΚ.
( 25 ) Προπαρατεθεισα απόφαση, βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 21.
( 26 ) Σκέψη 35.
( 27 ) Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της οδηγίας 83/90/ΕΟΚ.
( 28 ) Βλ. σκέψη 38 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Simmcnlhal καθώς και σκέψεις 12 και 13 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Dclhaize.
( 29 ) Οδηγία 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (EE L359, σ. 8).
( 30 ) Βλ. άρθρο 3.
( 31 ) Η υπογράμμιση είναι δική μου, βλ. επίσης το άρθρο 2 της οδηγίας.
( 32 ) Άρθρο 2.
( 33 ) Ηλ. τις σκέψεις Μ και Π της αποφάσεως Dclhai/c: «οι έλεγχοι που διενεργούνται οτη χώρα αποστολής αφορούν επίοης τη μεταφορά των κρεάτων και πουλερικών και, κατά ουνέπεια, εκτείνονται οτην κατάσταση από άποψη συντήρησης των ανωτέρω κρεάτων καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής, δηλαδή συγκεκριμένα κατά τη διέλευση των συνόρων» (σκέψη 17, η υπογράμμιση είναι δική μου).
( 34 ) Βλ. το κείμενο του δευτέρου ερωτήματος.
( 35 ) GURI αριθ. 319 της 18ης Δεκεμβρίου 1971.
( 36 ) GURI αριθ. 68 της 20ής Μαρτίου 1985, σ. 2153, όπως τροποποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 312/91, GURI 233 της 4ης Οκτωβρίου 1991.
( 37 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, υπόθεση 103/88, Fralelli Costanzo, σκέψη 29 (Συλλογή 1989, σ. 1839), η υπογράμμιση είναι δική μου.
( 38 ) Απόφαση της 6ης Μαΐου 1980, υπόθεση 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 11 (Συλλογή τόμος 1980/11, σ. 99).
( 39 ) Βλ. την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 152/84, Marshall, σκέψη 48 (Συλλογή 1986, σ. 723), και την απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88, ΕΚΑΧ κατά Bussoli, σκέψη 23 (Συλλογή 1990, σ. I-495).
( 40 ) Λπόψααη της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89. Foslcr, οκέψη 20 (Συλλογή 1990,0.I-3313).
( 41 ) Η προπαρατεθείσα απόφαση, βλ. την ανωτέρω υπαοημείωοη 40.
( 42 ) Βλ. τις προπαρατεθείαες αποφαοεις Foster και Marshall αντιστοίχως, σκέψεις 15 και 50.
( 43 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαοη Dclliai/ű, οκέψη 11.
( 44 ) Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεοη 190/87, Obcrkrcisiiircklor des Kreises Borken ν..λπ. κατά Moomiann (Συλλογή 1988, o. 4689).
( 45 ) Σκέψεις 10 και 11.
( 46 ) Έγγραφο υπ' αριθ. 5 που είναι συνημμένο στις παρατηρήσεις της Ligur Carni.
( 47 ) Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 41.
( 48 ) Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, υπόθεση 46/76, Bauhuis, σκέψη 10 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 1).
( 49 ) Βλ. την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, υπόθεση 251/78, Denkavit, σκέψη 30 (Συλλογή τόμος 1979/Π, σ. 619).
( 50 ) Απόφαση τΐ[5 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Ugros, σκέψη 16 (Συλλογή 1992, ο. 4625).
( 51 ) Βλ. σκέψη 10 της αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1976, 87/75, Druciani (Συλλογή τομο; 1976, ο. 57).
( 52 ) Η ίδια απόφαση, σκέψη 10.
( 53 ) Θα επιμείνω στον τρόπο διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος και δεν πρόκειται να εκφέρω την αποψή μου υχετικά με το ζήτημα αν ο CO. GE. SE. ΜΛ εισέπραξε πραγματι ποσό έναντι μη παρααχεθειοών ούτε εκτελεοθειυών υπηρεσιών, και τούτο έστω και αν η οχετική συζήτηση μόνο εν μέρει κάλυψε το ζήτημα αυτό. Πράγματι, μια τέτοια πτυχή του ζητήματος εμπίπτει στην κυριαρχική εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου.
( 54 ) Αποφαοη της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5889).
( 55 ) Η CÖLa απόφαση, σκέψη 15.
( 56 ) Βλ. την απόφαση της 4ης Μαΐου 1988, 30/87, Bodson (Συλλογή 1988, σ. 2479).
( 57 ) Απόφαση Denkavit, σκέψη 3, βλ. την ανωτέρω υποσημείωση 49. Βλ., επίσης την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 314 έως 316/81 και. 83/82, Watcrkeyn (Συλλογή 1982, σ.4337, και την απόφαση Merci, σκέψη 23, που έχω προαναφέρει στην ανωτέρω υποσημείωση 54).
( 58 ) Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση Merci, οκέψη 22, που ¿χω πηοαναφέοΗΐ οτην ανωτέηω υποιιημείωυη 54.
( 59 ) Απόφαση C-1/90 και C-176/U0 (Συλλογή 1991, ο. I-4151).
( 60 ) Σκέψη 24.
( 61 ) Απόφαση 16/83 (Συλλογή 1984, σ. 1299).
( 62 ) Απόφααη C-126/91, που δεν έχει. δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή.
( 63 ) ΣκΕψη 21.
( 64 ) Παρατηρήσεις, σ. 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 65 ) Βλ., επί του σημείου αυτού, τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 17 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 66 ) Ηλ. τις οποφαοΕίς της 12ης ÄEüelißiifou 1967, 23/67, Brasserie de iloccht (Συλλογή τομος 1965-1968, o. 631) και της 28ης ΦΕΡοοικιρίου 1991, C-234/89, Ληληιίτης (ϊυλλογή 1991. ο. I-935).
( 67 ) Απόφαση 13/83 (Συλλογή 1983, α 1513).
( 68 ) Απόφαση C-17/90 (Συλλογή 1991, σ. I-5253, σκέψη 12).
( 69 ) ΕΕ L 390, σ. 3. Κανονισμός που ακυρώθηκε από την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1992, C-65/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-4593). Παρ' όλα αυτά, τα αποτελέσματα του κανονισμού αυτού διατηρήθηκαν έως ότου το Συμβούλιο, κατόπιν κανονικής γνωμοδοτήσεως του Κοινοβουλίου θέσπισε νέα, εν προκειμένω, ρύθμιση.
Full & Egal Universal Law Academy