ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 26ης Νοεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση το Hoge Raad ζήτησε την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του σημείου 2, στοιχείο α', του τίτλου Ι, του παραρτήματος VI, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας [όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983· ΕΕ 1983, L 230, σ. 6].
2.
Ο αναιρεσίβλητος της κύριας δίκης, ο Α. de Wit, είναι Ολλανδός υπήκοος γεννηθείς στις 10 Ιουνίου 1920. Κατοικούσε στην Ολλανδία μέχρι τις 20 Νοεμβρίου 1945, οπότε ανέλαβε υπηρεσία ως πολιτικός υπάλληλος στο ολλανδικό Υπουργείο Πολέμου και τοποθετήθηκε στη Γερμανία. Στις 27 Οκτωβρίου 1947 διεγράφη επισήμως από το δημοτολόγιο της πόλεως στην οποία κατοικούσε πριν στην Ολλανδία. Κατόπιν μετατέθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων και το έτος 1950 τοποθετήθηκε στη Νότια Αφρική. Κατά τα επόμενα 28 έτη υπηρέτησε στη Διπλωματική Υπηρεσία της Ολλανδίας, όπως δε προκύπτει από έγγραφο περιεχόμενο στη δικογραφία του Hoge Raad, υπηρέτησε σε διάφορες άλλες χώρες, συγκεκριμένα δε: στη Νότια Αφρική(1950-1959), στις Ηνωμένες Πολιτείες (1959-1963), στην Ινδονησία (1963-1965), στην Αυστραλία (1965-1969), στο Χογκ-Κογκ (1969-1972), στην Ινδία (1972-1975) και στον Ισημερινό (1976-1977). Την 1η Αυγούστου 1978 υπέβαλε την παραίτηση του και εγκαταστάθηκε στην Ιρλανδία. Στις 10 Ιουνίου 1985 συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του και έλαβε σύνταξη βάσει του Algemene Ouderdomswet (νόμου περί γενικής ασφαλίσεως γήρατος, στο εξής: AOW).
3.
Ο νόμος αυτός, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1957, προβλέπει ότι όποιος συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του δικαιούται πλήρους συντάξεως εάν ήταν ασφαλισμένος επί 50 έτη, μεταξύ του 15ου και του 65ου έτους της ηλικίας του. Ασφαλισμένοι είναι α) οι μόνιμοι κάτοικοι, και β) οι μη μόνιμοι κάτοικοι οι οποίοι υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος λόγω μισθωτής δραστηριότητας που ασκούν στην Ολλανδία. Η πλήρης σύνταξη μειώνεται κατά 2 % για κάθε έτος κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος δεν ήταν ασφαλισμένος (άρθρο 13, παράγραφος 1, του AOW).
4.
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του AOW προέβλεπε αρχικώς ότι Ολλανδός υπήκοος, ο οποίος κατοικεί στο εξωτερικό και μισθοδοτείται από το Δημόσιο λόγω προσφερόμενης στο εξωτερικό υπηρεσίας είναι, επίσης, ασφαλισμένος. Την 1η Ιανουαρίου 1965 η διάταξη αυτή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του AOW, το οποίο προβλέπει ότι:
«Ολλανδός υπήκοος, ο οποίος εργάζεται υπέρ νομικού προσώπου του ολλανδικού δημοσίου δικαίου και κατοικεί εκτός του Βασιλείου (...) θεωρείται, επίσης, ως έχων την κατοικία του εντός του Βασιλείου».
5.
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, καταργήθηκε, επίσης, από 1ης Απριλίου 1985. Από της ημερομηνίας αυτής, Ολλανδός υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο εξωτερικό και εργάζεται υπέρ νομικού προσώπου του ολλανδικού δημοσίου δικαίου θεωρείται, και πάλι, ασφαλισμένος. Το αποτέλεσμα των τριών αυτών διαδοχικών ρυθμίσεων δεν φαίνεται να είναι διαφορετικό, όπως δε προκύπτει εξ αυτών ο de Wit ήταν ασφαλισμένος κατά το καθεστώς του AOW από 1ης Ιανουαρίου 1957 μέχρι της παραιτήσεως του το 1978.
6.
Προβλήματα σχετικά με την κατάσταση του de Wit δημιουργούνται ως προς την περίοδο πριν από την έναρξη της ισχύος του AOW, την 1η Ιανουαρίου 1957. Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε όσους δεν είχαν συμπληρώσει την ηλικία των δεκαπέντε ετών κατά την εν λόγω ημερομηνία να λάβουν πλήρη σύνταξη κατά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους, τα άρθρα 55 και 56 του AOW προβλέπουν ορισμένες μεταβατικές διατάξεις. Κατά τις διατάξεις αυτές τα έτη μεταξύ της συμπληρώσεως του 15ου έτους της ηλικίας ενός προσώπου και της 1ης Ιανουαρίου 1957 μπορούν να θεωρηθούν ως περίοδοι ασφαλίσεως υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό είχε την κατοικία του στην Ολλανδία, στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Aruba κατά τη διάρκεια περιόδου έξι ετών μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του και ότι κατοικεί στην Ολλανδία κατά τον χρόνο προβολής της αξιώσεως του για σύνταξη. Ο de Wit δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις αυτές, καθόσον από της ηλικίας των 58 ετών έχει την κατοικία του στην Ιρλανδία.
7.
Εάν δεν ληφθεί υπόψη το κοινοτικό δίκαιο, ο de Wit δεν μπορεί προφανώς να λάβει σύνταξη για την περίοδο πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957. Το ζήτημα, συνεπώς, είναι αν ο κανονισμός 1408/71 μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση του, ως προς την περίοδο αυτή. Στο παράρτημα VI, τίτλος Ι (Κάτω Χώρες), σημείο 2, στοιχείο α', του κανονισμού, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2332/89 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1989 (ΕΕ L 224, σ. 1), ορίζεται ότι:
«Η μείωση που αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1 του AOW δεν εφαρμόζεται στα ημερολογιακά έτη ή σε τμήματα ημερολογιακών ετών πριν από την 1η Ιανοαυρίου 1957 πατά τη διάρκεια των οποίων ο δικαιούχος ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που του επιτρέπουν να επιτύχει εξομοίωση των ετών αυτών με τις περιόδους ασφαλίσεως, κατοικούσε στις Κάτω Χώρες μεταξύ του 15ου και του 65ου έτους της ηλικίας του ή κατά τη διάρκεια των οποίων, ενώ κατοικούσε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, άσκησε μισθωτή δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου στη χώρα αυτή.»
Στο σημείο 2, στοιχείο ε', ορίζεται ότι:
«Τα στοιχεία α', β', γ', και δ' εφαρμόζονται μόνον εάν ο δικαιούχος κατοικούσε επί έξι έτη στο έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών μετά την ηλικία των 59 ετών συμπληρωμένων και εφόσον κατοικεί στο έδαφος ενός από αυτά τα κράτη μέλη.»
8.
Βάσει αυτής της διατάξεως, ο αρμόδιος φορέας (η Sociale Verzekeringsbank, στο εξής: SVB) είχε την πρόθεση να αναγνωρίσει τον de Wit ως ασφαλισμένο από τις 10 Ιουνίου 1935 (ημερομηνία συμπληρώσεως του 15ου έτους της ηλικίας του) έως τις 27 Οκτωβρίου 1947. Προέβαλε, όμως, άρνηση αναγνωρίσεως του de Wit ως ασφαλισμένου για την περίοδο από 27 Οκτωβρίου 1947 έως 1ης Ιανουαρίου 1957, ή για την περίοδο από 1ης Αυγούστου 1978 έως 10ης Ιουνίου 1985, επειδή δεν κατοικούσε στην Ολλανδία κατά την περίοδο αυτή. Κατά συνέπεια, η σύνταξη του καθορίστηκε στο 68 % της πλήρους συντάξεως (δηλαδή 100 % μείον 32 % για τα δεκαέξι έτη κατά τα οποία δεν ήταν ασφαλισμένος).
9.
Δεν αμφισβητείται, προφανώς, ότι η SVB δικαίως μείωσε τη σύνταξη του de Wit λαμβάνοντας υπόψη τη δεύτερη περίοδο μη ασφαλίσεως (δηλαδή την περίοδο από 1ης Αυγούστου 1978 έως 10ης Ιουνίου 1985, περίοδο πατά την οποία είχε την κατοικία του στην Ιρλανδία μετά την αποχώρηση του από την υπηρεσία). Η μεταξύ των διαδίκων διαφορά είναι αν η SVB μπορούσε να μειώσει τη σύνταξη του de Wit για την περίοδο από 27 Οκτωβρίου 1947 έως 1ης Ιανουαρίου 1957, κατά την οποία βρισκόταν στην υπηρεσία της Ολλανδικής Κυβερνήσεως στη Γερμανία και τη Νότια Αφρική.
10.
Ο de Wit προσέφυγε κατά της αποφάσεως της SVB ενώπιον του Raad van Beroep, το οποίο απέρριψε την προσφυγή του. Άσκησε κατόπιν έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι όσον αφορά την εφαρμογή του παραρτήματος VI, τίτλος Ι, σημείο 2, στοιχείο α', του κανονισμού 1408/71, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πλασματική κατοικία που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 4, του AOW (το οποίο καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1985), κατά την οποία Ολλανδός υπήκοος ο οποίος κατοικεί εκτός του Βασιλείου και εργάζεται υπέρ νομικού προσώπου του ολλανδικού δημοσίου δικαίου θεωρείται ως κάτοικων εντός των Κάτω Χωρών. Συνεπώς, ως προς την περίοδο αυτήν, ο de Wit πρέπει να θεωρηθεί ως έχων την κατοικία του στις Κάτω Χώρες. Η SVB άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad, το οποίο υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η φράση “κατοικούσε στο έδαφος των Κάτω Χωρών” ή “κατοικούσε στις Κάτω Χώρες”, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα VI, τίτλος Ι, σημείο 2, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 (όπως αυτός ίσχυε μέχρι 1ης Απριλίου 1985 ή όπως τροποποιήθηκε από 1ης Απριλίου 1985), την έννοια ότι αναφέρεται αποκλειστικώς στην πραγματική κατοικία στο έδαφος των Κάτω Χωρών ή στις Κάτω Χώρες Ολλανδού υπηκόου ο οποίος κατοικεί εκτός του Βασιλείου και εργάζεται σε νομικό πρόσωπο ολλανδικού δημοσίου δικαίου ή μήπως περιλαμβάνει και την πλασματική κατοικία του στο έδαφος των Κάτω Χωρών ή στις Κάτω Χώρες, υπό την έννοια κατά την οποία οι δυο αυτές εναλλακτικές περιπτώσεις ρυθμίζονται με το (πρώην) άρθρο 3, παράγραφος 4, του AOW;»
11.
Καταρχάς, φαίνεται παράδοξο να πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός 1408/71 προκειμένου να καθοριστεί αν η περίοδος κατοικίας του de Wit σε τρίτη χώρα (τη Νότια Αφρική), πριν από την ίδρυση της Κοινότητας, μπορεί ή όχι να επηρεάσει τη σύνταξη του. Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για την περίοδο που ο de Wit κατοικούσε στη Γερμανία πριν από την ίδρυση της Κοινότητας. Το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που προβλέπουν τα άρθρα 48 επ. της Συνθήκης. Βεβαίως, ο κανονισμός 1408/71 θεσπίστηκε ακριβώς για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 51 της Συνθήκης.
12.
Ωστόσο, υπάρχει ένας βάσιμος λόγος για τον οποίον ο κανονισμός 1408/71 πρέπει να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση. Εάν ο de Wit είχε την κατοικία του στις Κάτω Χώρες κατά τη διάρκεια λαμβανομένης υπόψη ασφαλιστικώς περιόδου έξι ετών μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του, τα έτη πριν από την 1η Ιανουαρίου 1957 θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ασφαλισμένη περίοδος, κατά το άρθρο 55 του AOW, και θα μπορούσε να λάβει σύνταξη για τα έτη αυτά βάσει των διατάξεων της εθνικής μόνο νομοθεσίας, χωρίς προσφυγή στο κοινοτικό δίκαιο. Ο λόγος για τον οποίο απώλεσε το ευεργέτημα των μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 55 και 56 του AOW είναι ότι κατοίκησε στην Ιρλανδία μετά το 59ο έτος της ηλικίας του. Ο σκοπός, όμως, της διατάξεως του σημείου 2, στοιχείο α', του τίτλου Ι, του παραρτήματος VI είναι να περιορίσει το ενδεχόμενο μη χορηγήσεως του ευεργετήματος αυτών των διατάξεων σε κάποιο πρόσωπο επειδή κατοίκησε σε άλλο κράτος μέλος, εκτός των Κάτω Χωρών, μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του. Αυτόν ακριβώς τον σκοπό βεβαιώνει το σημείο 2, στοιχείο ε', κατά το οποίο η διάταξη του σημείου 2, στοιχείο α', εφαρμόζεται μόνον εάν ο δικαιούχος κατοικούσε, μετά την ηλικία των 59 ετών, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και εφόσον κατοικεί στο έδαφος ενός από αυτά τα κράτη μέλη. Στην υπόθεση 284/84, Spruyt (Συλλογή 1986, σ. 685), το Δικαστήριο υπογράμμισε, στη σκέψη 22, ότι σκοπός της διατάξεως του σημείου 2, στοιχείο α' είναι «η άρση των κωλυμάτων που θα μπορούσαν να προκύψουν από το άρθρο 43 (σημερινό 55) του AOW για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων τα οποία, αφού κατοίκησαν και εργάστηκαν στις Κάτω Χώρες, επιθυμούν να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος».
13.
Η συνέπεια των σχετικών διατάξεων του τίτλου Ι, του παραρτήματος VI είναι ότι οι Κάτω Χώρες έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν τη σύνταξη ενός προσώπου, για τις προγενέστερες του 1957 περιόδους, επειδή το πρόσωπο αυτό δεν κατοίκησε στις Κάτω Χώρες για περίοδο έξι ετών μετά τη συμπλήρωση του 59ου έτους της ηλικίας του· εάν, όμως, το πρόσωπο αυτό κατοίκησε σε άλλο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της εξαετούς αυτής περιόδου, τότε η σύνταξη του μπορεί να μειωθεί μόνο για τις προγενέστερες του 1957 περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν είχε επαρκή σύνδεσμο με τις Κάτω Χώρες. Ο επιλεγείς σύνδεσμος είναι η κατοικία στις Κάτω Χώρες ή η απασχόληση στις Κάτω Χώρες, μολονότι η κατοικία βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα της μειώσεως της συντάξεως ενός προσώπου σε περίπτωση ελλείψεως επαρκούς συνδέσμου με τις Κάτω Χώρες στην απόφαση του επί της υποθέσεως C-293/88, Winter-Lutzins (Συλλογή 1990, σ. I-1623).
14.
Η SVB, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απορρίπτουν την άποψη ότι ο όρος «κατοικία», όπως χρησιμοποιείται στο σημείο 2, στοιχείο α', πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου. Συμφωνούν ότι ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνευθεί ως αυτοτελής όρος του κοινοτικού δικαίου, δεν συμφωνούν όμως ως προς το ποια είναι η ορθή ερμηνεία του. Η SVB και η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι περιορίζεται στην πραγματική κατοικία εντός του εδάφους των Κάτω Χωρών και ότι δεν μπορεί να επεκταθεί στην πλασματική κατοικία, στην περίπτωση π.χ. ενός διπλωματικού υπαλλήλου ο οποίος τοποθετείται σε ξένη χώρα. Συνεπώς, δεδομένης της φυσικής παρουσίας του de Wit στη Γερμανία και στη Νότια Αφρική κατά τα έτη 1947 έως 1957, δεν μπορεί να είχε την κατοικία του στις Κάτω Χώρες κατά την περίοδο αυτή, έστω και αν η παρουσία του στις χώρες αυτές οφειλόταν αποκλειστικά στο γεγονός ότι είχε διοριστεί εκεί από την Ολλανδική Κυβέρνηση, στην υπηρεσία της οποίας εξακολούθησε να παραμένει. Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όταν υπάρχει ένας αρκετά ισχυρός σύνδεσμος μεταξύ ενός ορισμένου προσώπου και των Κάτω Χωρών, τότε πρέπει να θεωρείται ότι το πρόσωπο αυτό κατοικεί στις Κάτω Χώρες κατά την έννοια της διατάξεως του σημείου 2, στοιχείο α'. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση προσώπου το οποίο τοποθετείται στο εξωτερικό από την Ολλανδική Κυβέρνηση εξακολουθώντας, όμως, να υπάγεται στην ολλανδική νομοθεσία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κοινωνική ασφάλιση.
15.
Όταν ο de Wit κλήθηκε να καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις, απάντησε ότι αδυνατούσε να το πράξει διότι δεν καταλάβαινε τίποτε από την ερμηνεία των νόμων και κανονιστικών διατάξεων στους οποίους αναφερόταν η απόφαση περί παραπομπής. Όσοι από εμάς βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους δυσνόητους βυζαντινισμούς του κανονισμού 1408/71, θα αισθανθούν ασφαλώς συμπάθεια γι' αυτόν. Παρά την αδυναμία κατανοήσεως που δήλωσε ο de Wit προέβαλε σειρά πειστικών επιχειρημάτων προς στήριξη της απόψεως ότι έπρεπε να θεωρηθεί κάτοικος των Κάτω Χωρών για την περίοδο 1947 έως 1957:
—
Πρώτον, τόνισε ότι δεν μετέβη στη Γερμανία εκουσίως, αλλά ότι τοποθετήθηκε εκεί από το ολλανδικό Υπουργείο Πολέμου.
—
Δεύτερον, τόσο το Υπουργείο Πολέμου, όσο και κατόπιν το Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων, τον θεώρησαν πάντοτε κάτοικο των Κάτω Χωρών.
—
Τρίτον, δεν μπορούσε να αποκτήσει την ιδιότητα του μονίμου κατοίκου της Γερμανίας το 1947 (και επομένως δεν μπορούσε να παραιτηθεί από την ιδιότητα του μονίμου κατοίκου των Κάτω Χωρών), καθόσον δεν επιτρεπόταν σε κανέναν αλλοδαπό να εγκατασταθεί στην κατεχόμενη Γερμανία.
—
Τέταρτον, δυνάμει της Συνθήκης της Βιέννης (προφανώς, δυνάμει της Συνθήκης της Βιέννης, του 1961, περί Διπλωματικών Σχέσεων) εθεωρείτο πάντοτε ως κάτοικων και εργαζόμενος στις Κάτω Χώρες.
16.
Είναι σαφές, κατά τη γνώμη μου, ότι ο όρος «κατοικία» του παραρτήματος VI, τίτλος Ι, σημείο 2, στοιχείο α', δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατ' αναφορά προς το εθνικό δίκαιο. Η κατοικία αποτελεί μία από τις έννοιες κλειδιά του κανονισμού 1408/71 και, επομένως, προς διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας, πρέπει να της προσδοθεί αυτοτελές κοινοτικό εννοιολογικό περιεχόμενο που δεν θα μπορεί να περιορίζεται ή να επεκτείνεται με βάση το εθνικό δίκαιο. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ένα μερικό ορισμό του όρου αυτού δίνει ο ίδιος ο κανονισμός 1408/71 (βλ. άρθρο 1, στοιχείο η'), ο οποίος δυστυχώς δεν εξυπηρετεί τίποτα στην παρούσα υπόθεση. Βεβαίως, το παράρτημα VI εξυπηρετεί προφανώς διαφορετική λειτουργία σε σχέση με τη συνολική οικονομία της διατάξεως, υπάρχουν όμως αρκετά ισχυροί λόγοι για την ερμηνεία του όρου «κατοικία», όπως αυτός χρησιμοποιείται στο εν λόγω παράρτημα, κατά τρόπο αυτοτελή. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, αν ο όρος αυτός ερμηνευθεί με βάση το εθνικό δίκαιο, υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί κάποιος κάτοικος περισσοτέρων του ενός κράτους μέλους ή κανενός κράτους μέλους.
17.
Ως προς την ορθή ερμηνεία του όρου αυτού, διαφωνώ απολύτως με την άποψη που υποστήριξε η Ολλανδική Κυβέρνηση και η SVB, ότι ο όρος «κατοικία» υπονοεί μόνο τη φυσική παρουσία στις Κάτω Χώρες. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε μια μάλλον απλουστευτική αντίληψη κατά την οποία οι όροι που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθέτημα έχουν απλώς τη γραμματική ερμηνεία που τους προσδίδεται στην καθημερινή γλώσσα. Υπάρχουν, όμως, πολλοί όροι στους οποίους πρέπει να δίδεται ερμηνεία ευρύτερη, λιγότερο προσδεδεμένη στο γράμμα, ανάλογα με το νομικό πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται. Ο όρος «κατοικία» αποτελεί παράδειγμα. Υπάρχουν προφανώς περιστάσεις υπό τις οποίες θα έπρεπε να θεωρείται κάποιος, από νομικής απόψεως, κάτοικος μιας χώρας, μολονότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του βρίσκεται φυσικώς σε άλλη χώρα. Ένα παράδειγμα που έρχεται στη μνήμη μου είναι η περίπτωση του στρατιώτη που υπηρετεί στο εξωτερικό είτε σε περίπτωση πολέμου είτε κατά την ειρηνική περίοδο. Μπορεί να περνάει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο εξωτερικό και πολύ λίγο χρόνο στη χώρα του. Ωστόσο, από νομικής απόψεως θεωρείται συνήθως κάτοικος αυτής της χώρας και όχι κάτοικος εξωτερικού. Καταβάλλει φόρο εισοδήματος και εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στη χώρα καταγωγής του· ψηφίζει στη χώρα αυτή· οφείλει να είναι πιστός στη χώρα αυτή η οποία έχει αναλάβει τη διασφάλιση των όρων της κοινωνικής του ευημερίας· σε περίπτωση ασθενείας ή αναπηρίας τον αναλαμβάνει το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως της χώρας του· όταν δε, λαμβάνει τη σύνταξη του, δικαιούται συντάξεως στη δική του χώρα και όχι στις χώρες στις οποίες υπηρέτησε. Συνεπώς, δεν είναι οπωσδήποτε συνώνυμη με τη φυσική παρουσία σε ορισμένο έδαφος.
18.
Νομίζω ότι ανάλογα επιχειρήματα μπορούν να προβληθούν σχετικά με την περίπτωση υπαλλήλου του ολλανδικού Υπουργείου Πολέμου, ο οποίος τοποθετήθηκε στη Γερμανία, στις δυνάμεις κατοχής μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ασφαλώς, εξακολούθησε να καταβάλλει τον ολλανδικό φόρο εισοδήματος και να υπάγεται στο ισχύον τότε στις Κάτω Χώρες σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Διατήρησε τα περισσότερα από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την κατοικία στις Κάτω Χώρες και απέκτησε λίγα μόνον από τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνδέονται με την κατοικία στη Γερμανία. Όπως ο στρατιώτης, εξακολούθησε de jure να είναι κάτοικος Κάτω Χωρών, έστω και αν de facto ζούσε στη Γερμανία μεταβαίνοντας ίσως μόνο για σύντομες περιόδους αδείας στην Ολλανδία. Κατά τη γνώμη μου, ο de Wit ορθώς υποστηρίζει ότι, πράγματι, δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι υπήρξε κάτοικος Γερμανίας κατά την περίοδο αυτή.
19.
Τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα μπορούν να προβληθούν και για την περίοδο υπηρεσίας του de Wit στη Νότια Αφρική. Βεβαίως, η απάντηση εξαρτάται από την ακριβή κατάσταση του κατά την περίοδο αυτή. Ωστόσο, είτε είχε τη διπλωματική ιδιότητα είτε (υπό ορισμένες προϋποθέσεις) ήταν μέλος του διοικητικού ή τεχνικού προσωπικού, ή ακόμα του προσωπικού υπηρεσίας, προφανώς δεν είχε την υποχρέωση καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και καταβολής φόρου εισοδήματος στη Νότια Αφρική. Αυτή, πάντως, είναι η κατάσταση που προκύπτει από τα άρθρα 33, 34 και 37 της Συνθήκης της Βιέννης, του 1961, περί διπλωματικών σχέσεων, η οποία δεν είχε ακόμα τεθεί σε ισχύ κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, αλλά η οποία εκφράζει, ως προς τα ζητήματα αυτά, το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Εάν ο de Wit ήταν απαλλαγμένος από τις υποχρεώσεις αυτές στη Νότια Αφρική ενώ κατέβαλλε φόρο εισοδήματος και κοινωνικές εισφορές στις Κάτω Χώρες, θα ήταν παράλογο — και ιδιαίτερα άδικο — να υποστηριχθεί ότι δεν ήταν κάτοικος Κάτω Χωρών, από πλευράς κοινωνικής ασφαλίσεως, και ότι η ολλανδική του σύνταξη θα έπρεπε να μειωθεί αναλόγως. Εάν αντιθέτως η κατάσταση του στη Νότια Αφρική ήταν διαφορετική και αντιμετωπιζόταν όχι ως μέλος της διπλωματικής κοινότητας, αλλά ως κανονικός κάτοικος της Νότιας Αφρικής, από πλευράς φορολογικής υποχρεώσεως και κοινωνικής ασφαλίσεως, τότε θα ήταν προφανώς δυσκολότερο να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κάτοικος των Κάτω Χωρών.
20.
Βεβαίως, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να προβούν στις αναγκαίες εξακριβώσεις των πραγματικών περιστατικών που αφορούν την κατάσταση του de Wit στη Νότια Αφρική κατά την περίοδο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1957. Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστούν δύο σημεία. Πρώτον, κατά τη διάρκεια της 28ούς υπηρεσίας του στην ολλανδική διπλωματική υπηρεσία ο de Wit υπηρέτησε σε επτά χώρες σε πέντε διαφορετικές ηπείρους. Είναι μάλλον απίθανο να απέκτησε σε κάποια από τις χώρες αυτές την ιδιότητα του μονίμου κατοίκου. Δεύτερον, στη δικογραφία του εθνικού δικαστηρίου περιέχεται έγγραφο της 16ης Αυγούστου 1979 με το οποίο το ολλανδικό Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων πληροφορεί την SVB ότι από 1ης Σεπτεμβρίου 1950 έως 31ης Ιουλίου 1978 ο de Wit ήταν υπάλληλος της εξωτερικής υπηρεσίας και χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό και ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ήταν υποχρεωτικώς ασφαλισμένος, δυνάμει της σχετικής ολλανδικής νομοθεσίας και ειδικότερα του AOW. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως αμφισβήτησε την ακρίβεια της πληροφορίας αυτής, υποστηρίζοντας ότι ο de Wit δεν μπορούσε να έχει ασφαλιστεί για παροχές γήρατος δυνάμει του AOW πριν ο νόμος αυτός τεθεί σε ισχύ το 1957. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αν ο de Wit κατέβαλλε συνταξιοδοτικές εισφορές πριν το 1957. Αντιθέτως, το ζήτημα είναι αν η Ολλανδική Κυβέρνηση τον αντιμετώπιζε ως κάτοικο Κάτω Χωρών, ειδικότερα ως προς τον φόρο εισοδήματος και την κοινωνική ασφάλιση. Το ζήτημα με άλλες λέξεις είναι αν η Ολλανδική Κυβέρνηση, επιβάλλοντας φόρο στον μισθό του και υπάγοντας τον στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, προέβαλε δικαιώματα έναντι αυτού και αποδέχθηκε ευθύνες απέναντι του τις οποίες τα κράτη ασκούν συνήθως μόνον έναντι των μονίμων κατοίκων τους. Εάν αυτό αληθεύει τότε ο de Wit πρέπει να θεωρηθεί κάτοικος των Κάτω Χωρών στο πλαίσιο εφαρμογής Tilg εν λόγω διατάξεως.
21.
Πράγματι, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετα συμπεράσματα: θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί αυθαίρετο το συμπέρασμα ότι το συνταξιοδοτικό δικαίωμα υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων εξαρτάται από το αν είχε υπηρετήσει στην αλλοδαπή ή είχε παραμείνει στις Κάτω Χώρες κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων της σταδιοδρομίας του.
Πρόταση
22.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Hoge Raad:
«Το σημείο 2, στοιχείο α', του τίτλου Ι, του παραρτήματος VI, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (όπως ίσχυε μέχρι την 1η Απριλίου 1985 και όπως τροποποιήθηκε από 1ης Απριλίου 1985) έχει την έννοια ότι η μείωση που προβλέπει δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως προς ημερολογιακά έτη ή τμήματα ημερολογιακών ετών προγενέστερων της 1ης Ιανουαρίου 1957 κατά τη διάρκεια των οποίων ο ενδιαφερόμενος βρισκόταν στην υπηρεσία της Κυβερνήσεως εκτός του εδάφους των Κάτω Χωρών και κατά τη διάρκεια των οποίων εξακολουθούσε να υπάγεται στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως.»
( *1 ) Γλώσοα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy