Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen (Βέλγιο), ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή του Βελγικού Δημοσίου κατά της επιχειρήσεως NV Suiker Export, υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"'Εχει το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, την έννοια ότι οφείλεται εισφορά λόγω εισαγωγής ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία δεν αμφισβητείται ότι τα συγκεκριμένα εμπορεύματα είναι εγχώριας καταγωγής και εκλάπησαν ενώ είχαν τεθεί, πριν εξαχθούν προς τρίτη χώρα, υπό το καθεστώς των εμπορευμάτων Τ1, ενόψει της χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής, εφόσον μάλιστα ο επιχειρηματίας από τον οποίο ζητείται η καταβολή εισφοράς λόγω εισαγωγής έχει ήδη αποδώσει τις επιστροφές λόγω εξαγωγής που είχε λάβει προηγουμένως;" (1)
'Οσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν οι διάδικοι με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο Δικαστήριο, παραπέμπω στην έκθεση του εισηγητή δικαστή.
Νομίζω ότι είναι προφανές ότι δεν οφείλεται καμία εισφορά λόγω εισαγωγής εμπορευμάτων καταγωγής κράτους μέλους τα οποία δεν εξήχθησαν. Η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού αποδεικνύεται, όπως υποστήριξε και η εναγομένη της κύριας δίκης, από το γεγονός ότι το καθεστώς της εισφοράς λόγω εισαγωγής ισχύει για την εισαγωγή εμπορευμάτων από τρίτες χώρες και αποβλέπει στην κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των τιμών της Κοινότητας και των χαμηλότερων τιμών που επικρατούν στη διεθνή αγορά (2).
'Οπως άλλωστε υποστηρίζει η Επιτροπή, η κατά την άποψή μου επιβαλλόμενη ερμηνεία αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι τα εμπορεύματα που "απετέλεσαν αντικείμενο τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής, για να χορηγηθούν επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τις τρίτες χώρες", κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 222/77, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί της
κοινοτικής διαμετακομίσεως (3), πρέπει να κυκλοφορούν σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, υπόκεινται δηλαδή στη δήλωση Τ1, όπως ακριβώς και τα εμπορεύματα που δεν κατάγονται από κράτη μέλη και δεν έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία (4). Ούτε πρέπει να αποδοθεί σημασία στο γεγονός ότι οι εθνικές τελωνειακές αρχές απαίτησαν, στο πλαίσιο της τελωνειακής διαδικασίας της τακτοποιήσεως και για λόγους τελωνειακής τεχνικής και μόνο, να δηλωθεί το επίμαχο εμπόρευμα κατά την εισαγωγή και να διατεθεί στην αγορά.
Πρόταση
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
"Το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, έχει την έννοια ότι δεν οφείλεται εισφορά λόγω εισαγωγής για τα εγχώριας καταγωγής προϊόντα που εκλάπησαν ενώ είχαν τεθεί, πριν εξαχθούν προς τρίτες χώρες, υπό το καθεστώς των εμπορευμάτων Τ1, ενόψει της χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής, εφόσον οι επιστροφές που χορηγήθηκαν για την εν λόγω εξαγωγή έχουν ήδη αποδοθεί."
PL/b
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Με τις παρατηρήσεις της η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3330/74 του Συμβουλίου έχει αντικατασταθεί από την ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 177, σ. 4), και ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως, αφού εν προκειμένω ζητήθηκε από την εναγομένη της κύριας δίκης, με έγγραφο της 19ης Ιουνίου 1986, να καταβάλει εισφορά λόγω εισαγωγής. Από τις παρατηρήσεις όμως που κατέθεσε το ενάγον της κύριας δίκης προκύπτει ότι η κλοπή του επίμαχου εμπορεύματος δηλώθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1978 και ότι η διασάφηση εισαγωγής που καταρτίστηκε μεταγενέστερα φέρει ημερομηνία 9 Ιανουαρίου 1979. Η ημερομηνία αυτή πρέπει να θεωρηθεί κρίσιμη εν προκειμένω και συνεπώς δεν υπάρχει λόγος αναδιατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος.
(2) Βλ. συναφώς την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3330/74, η οποία έχει ως εξής:
"εκτιμώντας ότι η πραγματοποίηση ενιαίας αγοράς ζάχαρης για την Κοινότητα συνεπάγεται πάντοτε, εκτός από ένα κοινό καθεστώς τιμών, την καθιέρωση ενός κοινού καθεστώτος συναλλαγών στα εξωτερικά σύνορα της Κοινότητος ότι ένα καθεστώς συναλλαγών παράλληλα με το σύστημα παρεμβάσεων που περιλαμβάνει ένα σύστημα εισφορών κατά την εισαγωγή και επιστροφών κατά την εξαγωγή τείνει εξ ίσου στη σταθεροποίηση της κοινοτικής αγοράς, ενώ αποφεύγεται, ιδίως, το ενδεχόμενο οι διακυμάνσεις των τιμών στη διεθνή αγορά να έχουν επίπτωση στις τιμές που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της Κοινότητος ότι συνεπώς πρέπει να προβλέπεται η επιβολή μιας εισφοράς κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες και η καταβολή μιας επιστροφής κατά την εξαγωγή προς τις ίδιες αυτές χώρες, που να τείνουν η μία, όπως και η άλλη, να καλύψουν τη διαφορά μεταξύ των τιμών που εφαρμόζονται στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της Κοινότητος, αν οι τιμές της διεθνούς αγοράς είναι χαμηλότερες από τις τιμές της Κοινότητος".
(3) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3.
(4) Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 222/77 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
"2. Κυκλοφορούν σύμφωνα με τη διαδικασία της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως:
α) (...)
β) τα εμπορεύματα που, αν και πληρούν τους όρους των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, απετέλεσαν παρά ταύτα αντικείμενο τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής, για να χορηγηθούν επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τις τρίτες χώρες στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής
γ) (...)"
Η διάταξη στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2719/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, για την τροποποίηση του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 542/69 περί της κοινοτικής διαμετακομίσεως ((ΕΕ 1962 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις), L 291, σ. 24)). Ο κανονισμός 542/69 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τον κανονισμό 222/77. Τα επίμαχα εμπορεύματα ενέπιπταν προηγουμένως στις διατάξεις περί της διαδικασίας της εσωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2719/72 προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη προστέθηκε "για λόγους διοικητικής φύσεως και για την αποφυγή απατών".
Full & Egal Universal Law Academy