Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α * Περιστατικά
1. Η αίτηση του Finanzgericht Hamburg για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία θα εξετάσουμε σήμερα, αφορά την επιστροφή λόγω εξαγωγής βιταμίνης C (αντισκορβουτικού οξέος) κατά τη διάκριση 29.38 V Γ του Κοινού Δασμολογίου (κωδικός ονοματολογίας 2936 27 00).
2. Το προϊόν αυτό αναφέρεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (1). Επομένως, μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή λόγω εξαγωγής του προϊόντος αυτού υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του εν λόγω κανονισμού. Η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής ορίζει, μεταξύ άλλων:
"Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή, στη φυσική κατάσταση ή υπό μορφή εμπορευμάτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία α', γ' και δ με βάση τις χρηματιστηριακές τιμές ή τις τιμές στη διεθνή αγορά για τα προϊόντα που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο, στοιχεία α' και γ', η διαφορά μεταξύ αυτών των τιμών και των τιμών μέσα στην Κοινότητα δύναται να καλύπτεται από μια επιστροφή κατά την εξαγωγή."
3. Στα κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού προϊόντα περιλαμβάνεται η λευκή ζάχαρη (διάκριση 1701 Α = κωδικός ονοματολογίας 1701 99 10). Το προϊόν αυτό εντάσσεται στην αρχή της διαδικασίας παρασκευής με την οποία η προσφεύγουσα της κύριας δίκης (στο εξής: προσφεύγουσα) λαμβάνει το εξαγόμενο αντισκορβουτικό οξυ.
4. Ο μηχανισμός για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής των εν λόγω προϊόντων, τα οποία λαμβάνονται κατ' αυτόν τον τρόπο από τη μεταποίηση προϊόντων τα οποία επίσης υπάγονται στην οικεία οργάνωση αγοράς * παραδείγματος χάρη της ζάχαρης * ορίζεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3035/80 (2). Ο μηχανισμός αυτός, τον οποίο αφορά η παρούσα διαφορά, περιλαμβάνει κατ' ουσία δύο διαδικασίες. Για ορισμένα "προϊόντα βάσεως", τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα Α του κανονισμού * μεταξύ των οποίων η λευκή ζάχαρη *, ορίζεται κατά το άρθρο 4 ένα ύψος επιστροφής, μάλιστα δε, κατά κανόνα, για κάθε μήνα (παράγραφος 1) σύμφωνα με τα κριτήρια των παραγράφων 2 έως 5 της διατάξεως αυτής. Ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται βάσει αυτού του ύψους η επιστροφή για τα πράγματι εξαγόμενα προϊόντα (που ονομάζονται "εμπορεύματα" * βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, εδάφιο 2 του κανονισμού) εκτίθεται στο άρθρο 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, του κανονισμού. Στο άρθρο 3 ορίζεται η εκάστοτε "ποσότητα καθενός από τα προϊόντα βάσεως που θα λαμβάνεται υπόψη". Εν προκειμένω, γίνεται διάκριση μεταξύ εμπορευμάτων του παραρτήματος Β (άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2) και των εμπορευμάτων του παραρτήματος Γ (παράγραφος 3 της διατάξεως αυτής). Η αρχή που ισχύει, οπωσδήποτε αμβλυμένη με την πρόβλεψη διαφόρων τρόπων, συνίσταται ως προς την περίπτωση του παραρτήματος Β στο ότι η υπολογιζόμενη "ποσότητα (...) είναι η πράγματι χρησιμοποιούμενη για την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος". Στην περίπτωση του παραρτήματος Γ, ο υπολογισμός περιέχεται ήδη * κατ' αποκοπή στο ίδιο το εν λόγω παράρτημα, οπότε το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού παραπέμπει απλώς στο παράρτημα αυτό.
5. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, θέτει με αυτή τη βάση τον ακόλουθο κανόνα:
"Το ύψος της επιστροφής που χορηγείται για την ποσότητα, η οποία καθορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 3, καθενός από τα προϊόντα βάσεως που εξάγονται με τη μορφή ενός και του αυτού εμπορεύματος, προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της εν λόγω ποσότητας με το ύψος της σχετικής επιστροφής για το προϊόν βάσεως το οποίο υπολογίζεται ανά μονάδα βάρους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4" (3).
6. Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 4 [όπως ισχύει βάσει του άρθρου 1, περίπτωση 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2223/86 (4) ήτοι παράγραφος 3 (με την αρχική διατύπωση του άρθρου)], στο οποίο αναφέρεται η διάταξη περί παραπομπής, ορίζει τα ακόλουθα:
"'Οταν χρησιμοποιούνται εμπορεύματα για την παρασκευή των εξαγομένων εμπορευμάτων, το ύψος επιστροφής που θα λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού που ισχύει για καθένα από τα προϊόντα βάσεως, για τα προϊόντα που προέρχονται από τη μεταποίηση αυτών ή για τα προϊόντα που εξομοιώνονται με μια από τις δύο αυτές κατηγορίες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή των εξαγομένων εμπορευμάτων, είναι το ύψος που εφαρμόζεται σε περίπτωση εξαγωγής του πρώτου εμπορεύματος, ως έχει" (5).
7. 'Οπως είπα, ο μηχανισμός αυτός ισχύει και για άλλες οργανώσεις αγοράς, ιδίως δε αυτή που ρυθμίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2727/75 (6) στον τομέα των σιτηρών, του οποίου το άρθρο 16 αποτελεί την παράλληλη διάταξη προς το προαναφερθέν άρθρο 19 της οργανώσεως αγοράς για τη ζάχαρη. Το παράρτημα Β του κανονισμού 2727/75, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 16, περιλαμβάνει εντούτοις το αντισκορβουτικό οξύ μόλις από της 28ης Ιανουαρίου 1989, δηλαδή όταν άρχισε να ισχύει ο τροποποιητικός κανονισμός (ΕΟΚ) 166/89 (7).
8. 'Οσον αφορά τώρα το αντισκορβουτικό οξύ που εξάγει η προσφεύγουσα από το 1984, η μέθοδος παρασκευής αποτελείται από τις ακόλουθες φάσεις:
λευκή ζάχαρη (σακχαρόζη (8)) * γλυκόζη * σορβιτόλη * αντισκορβουτικό οξύ.
9. Η μέθοδος αυτή παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι από τη σακχαρόζη λαμβάνεται καταρχάς γλυκόζη η οποία στη συνέχεια μεταποιείται σε σορβιτόλη, ενώ η "κλασσική" μέθοδος συνίσταται στην άμεση μετατροπή της σακχαρόζης σε σορβιτόλη.
10. 'Οπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας της κύριας δίκης, το καθού Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: καθού) χορήγησε αρχικά στην προσφεύγουσα για τις εξαγωγές του κατ' αυτόν τον τρόπο παραγόμενου προϊόντος επιστροφή λόγω εξαγωγής. Εντούτοις, από το 1987 (αίτηση της 21ης Αυγούστου 1987, εξαγωγή της 12ης Αυγούστου 1987) απέρριψε με απόφαση της 18ης Ιουλίου 1989 106 διαδοχικώς υποβληθείσες αιτήσεις επιστροφής.
11. Στη διάταξη περί παραπομπής επισημαίνεται ότι το καθού στηρίχθηκε καταρχάς στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 3035/80 και συνήγαγε το συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι τα εξαγόμενα εμπορεύματα παρασκευάζονται από σορβιτόλη, πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό της επιστροφής το ποσοστό που ισχύει για τη σορβιτόλη. Η επιστροφή για τη σορβιτόλη υπολογίζεται βάσει του παραρτήματος Γ του κανονισμού 3035/80. Το καθού αναφέρεται εν προκειμένω στην προστεθείσα με τον κανονισμό 2223/86 σημείωση 7 στο παράρτημα αυτό, η οποία έχει ως εξής:
"Η επιστροφή καθορίζεται ανάλογα με τις ποσότητες Δ-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) που λαμβάνεται από αμυλώδεις ύλες και Δ-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) που λαμβάνεται από σακχαρόζη, χρησιμοποιούμενες και υπολογιζόμενες με βάση τις ακόλουθες ποσότητες αραβοσίτου και λευκής ζάχαρης:
* 1,52 kg αραβοσίτου ανά 1 kg Δ-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) σε υδατικό διάλυμα, που λαμβάνεται από αμυλώδεις ουσίες,
* 0,74 kg λευκής ζάχαρης ανά 1 kg Δ-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) σε υδατικό διάλυμα, που λαμβάνεται από σακχαρόζη,
* 2,45 kg αραβοσίτου ανά 1 kg Δ-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) όχι σε υδατικό διάλυμα, που λαμβάνεται από αμυλώδεις ουσίες,
* 1,06 kg λευκής ζάχαρης ανά 1 kg Δ-γλυκιτόλης (σορβιτόλης) όχι σε υδατικό διάλυμα, που λαμβάνεται από σακχαρόζη" (9).
12. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι, πριν προστεθεί η σημείωση αυτή στο εν λόγω παράρτημα, οι συντελεστές μετατροπής που ίσχυαν για τη σορβιτόλη (τόσο του κεφαλαίου 29 όσο και του κεφαλαίου 38 του Κοινού Δασμολογίου) καθορίζονταν στο ίδιο το κείμενο του παραρτήματος. Οι ίδιοι συντελεστές, τουλάχιστον όσον αφορά τα είδη της σορβιτόλης που παρασκευάζονται από ζάχαρη, δεν υπέστησαν καμία τροποποίηση.
13. Το καθού θεωρεί ότι η γλυκόζη, που λαμβάνεται από τη σορβιτόλη, αποτελεί κατά την έννοια της σημειώσεως που παρατέθηκε αμυλώδες προϊόν, ανεξάρτητα από ποιο γεωργικό προϊόν έχει πράγματι παραχθεί. Εντούτοις, για τη γλυκόζη, η οποία δεν εμπίπτει στην κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης αλλά στην κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα των σιτηρών, δεν είχε καθοριστεί, κατά τον χρόνο των υπο κρίση περιστατικών, κανενός είδους επιστροφή. Επιστροφή χορηγείται εν προκειμένω μόλις από της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 166/89.
14. Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αρνητικής αποφάσεως. Το Finanzgericht Hamburg, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η προσφυγή, έχει ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία ορισμένων από τις αναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 3035/80. Κατά συνέπεια, υπέβαλε στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το ακόλουθο ερώτημα:
"'Εχει το άρθρο 2, τέταρτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 3, και το παράρτημα Γ, σημείωση 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3035/80 την έννοια ότι επιστροφή λόγω εξαγωγής για τη βιταμίνη C που παρασκευάζεται από σορβιτόλη μπορεί να χορηγείται βάσει του ύψους των επιστροφών που έχουν καθοριστεί για τη ζάχαρη, ακόμη και όταν η σορβιτόλη λαμβάνεται από γλυκόζη που λαμβάνεται από λευκή ζάχαρη;"
Β * Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
15. Ι. Διαπιστώνω, καταρχάς, ότι από τις διατάξεις που εκτίθενται στο προδικαστικό ερώτημα το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 3035/80 δεν εφαρμόζεται ως προς τον υπολογισμό της επιστροφής λόγω εξαγωγής στην παρούσα περίπτωση * που οριοθετείται στο ίδιο το ερώτημα *. Η διάταξη αυτή αφορά, όπως καταδεικνύεται με την έκφραση "χρησιμοποιούνται (...) για την παρασκευή" και από τον τρόπο υπολογισμού της επιστροφής που περιγράφεται στη διάταξη αυτή, την περίπτωση εξαγόμενου εμπορεύματος που έχει ληφθεί από τη μεταποίηση διαφόρων γεωργικών προϊόντων (βλ. την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού).
16. ΙΙ. Αντιθέτως, ανταποκρίνεται προς το προεκτεθέν σύστημα του κανονισμού να ληφθεί ως βάση, για την ανεύρεση μιας ρήτρας που ενδεχομένως θα μπορούσε να αποκλείσει την αξίωση επιστροφής, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, δεδομένου ότι το εξαχθέν προϊόν αναφέρεται στο παράρτημα Β του κανονισμού.
17. 1. Εν προκειμένω πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιομορφία της παρούσας περιπτώσεως που συνίσταται στο ότι το εξαγόμενο αντισκορβουτικό οξύ λαμβάνεται άμεσα από σορβιτόλη, ενώ το ίδιο το προϊόν βάσεως συνιστά την τελική φάση προηγουμένων φάσεων της μεταποιήσεως. 'Ομως, οι διάφορες εναλλακτικές δυνατότητες της παραγράφου 1 στηρίζονται στην "ποσότητα (...) πράγματι χρησιμοποιούμενη για την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος", ενώ κατά την παράγραφο 2, πρώτη φράση:
"θεωρούνται ότι πράγματι χρησιμοποιήθηκαν τα προϊόντα που έχουν χρησιμοποιηθεί ως έχουν κατά την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος" (10).
18. Από αυτό συνάγεται ότι από τη διάταξη περί υπολογισμού που πρέπει να εφαρμοστεί πρέπει να προκύπτουν δύο στοιχεία.
Πρώτον, η διάταξη πρέπει να παρέχει τον αριθμητικό σύνδεσμο μεταξύ του εξαγομένου προϊόντος και του εμπορεύματος που χρησιμοποιείται άμεσα για την παρασκευή του (άρα τη σορβιτόλη).
Δεύτερον, πρέπει να προκύπτει ο σύνδεσμος αυτός μεταξύ του τελευταίου αυτού εμπορεύματος και του προϊόντος βάσεως. Εν προκειμένω, πρέπει και πάλι να ληφθεί υπόψη η ιδιομορφία που συνίσταται στο ότι η σορβιτόλη αναφέρεται στο παράρτημα Γ του κανονισμού, οπότε * εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τον κανόνα της παραγράφου 3 * πρέπει να εφαρμόζονται οι αναφερόμενοι σ' αυτό κατ' αποκοπή συντελεστές μετατροπής.
19. 2. Θεωρώ ότι τη διάταξη αυτή αποτελεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού. Στο άρθρο αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων:
"Σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως
* ενός προϊόντος μη υπαγομένου στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, προερχομένου από τη μεταποίηση ενός προϊόντος που αναφέρεται υπό στοιχείο α' ή β',
(...)
αυτή η ποσότητα που θα καθορίζεται βάσει της ποσότητας του εν λόγω προϊόντος, η οποία πράγματι χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος, ισούται, για καθένα από τα εν λόγω προϊόντα βάσεως και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, με την ποσότητα που έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1".
20. α) Πλην των αμφιβολιών που εκφράζονται στη διάταξη περί παραπομπής, και στις οποίες θα επανέλθω κατωτέρω, η υπό κρίση περίπτωση εντάσσεται άνευ ετέρου στην οικονομία αυτού του κειμένου.
21. Ως προς τις προϋποθέσεις που τίθενται με την πρώτη περίπτωση της διατάξεως αυτού του άρθρου, πρέπει να θεωρηθεί ότι για την παρασκευή του εξαχθέντος εμπορεύματος χρησιμοποιήθηκε ένα προϊόν που δεν εμπίπτει στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, δηλαδή η σορβιτόλη. Το προϊόν αυτό ελήφθη εξάλλου μέσω μεταποιήσεως ενός προϊόντος βάσεως, επομένως ενός προϊόντος που αναφέρεται στο στοιχείο α' της ίδιας παραγράφου. 'Οπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, το συμπέρασμα αυτό δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι η ληφθείσα σορβιτόλη δεν προήλθε άμεσα από το προϊόν βάσεως.
22. Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης περιπτώσεως της παραγράφου αυτής, οπότε πρέπει να εξεταστεί σε δύο φάσεις η ποσότητα του προϊόντος βάσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη.
23. Πρώτον, αναφέρεται ότι η ποσότητα αυτή "θα καθορίζεται βάσει της ποσότητας του εν λόγω προϊόντος, η οποία πράγματι χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή του εξαγομένου εμπορεύματος". Επομένως, θα πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ποιες ποσότητες σορβιτόλης χρησιμοποιήθηκαν * συγκεκριμένα * για την παρασκευή των ποσοτήτων αντισκορβουτικού οξέος που εξήχθησαν.
24. Στη συνέχεια, η ποσότητα του προϊόντος βάσεως που πρέπει να υπολογιστεί επ' αυτής της βάσεως "ισούται (...) με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, με την ποσότητα που έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1". Η επιφύλαξη υπέρ της παραγράφου 3 αφορά * δεν βλέπω πως θα μπορούσε να ερμηνευθεί διαφορετικά * την περίπτωση κατά την οποία το χρησιμοποιούμενο (άμεσα) για την παρασκευή του εξαγόμενου εμπορεύματος προϊόν αναφέρεται στο παράρτημα Γ του κανονισμού και, επομένως, πρέπει να εφαρμόζονται οι αναφερόμενοι σ' αυτό τύποι μετατροπής. Δεδομένου ότι η σορβιτόλη περιλαμβάνεται στα προϊόντα αυτά, πρέπει να ακολουθηθεί αυτή η μέθοδος. Ο τύπος μετατροπής, ο οποίος παρέμεινε αμετάβλητος από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 3035/80, για τα παρασκευαζόμενα από ζάχαρη είδη σορβιτόλης των κεφαλαίων 29 και 38 του Κοινού Δασμολογίου προκύπτει, από της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2223/86, από την αναφερόμενη στο προδικαστικό ερώτημα σημείωση 7 του παραρτήματος αυτού, το κείμενο της οποίας έχω ήδη παραθέσει (11). Στη σημείωση αυτή ορίζεται ποιες ποσότητες λευκής ζάχαρης ανά χιλιόγραμμο σορβιτόλης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
25. β) Κατά την κατ' αυτή την έννοια οικονομία των εφαρμοστέων διατάξεων, οι διατάξεις αυτές δεν αντιτίθενται στο δικαίωμα της προσφεύγουσας για χορήγηση επιστροφής. Οι αμφιβολίες που διατύπωσε περί του αντιθέτου το καθού και το αιτούν δικαστήριο τελικά δεν ευσταθούν.
26. Η ιδιομορφία κατά την οποία η σορβιτόλη δεν λαμβάνεται άμεσα από το προϊόν βάσεως, αλλά λαμβάνεται κατά την ενδιάμεση βάση της παρασκευής γλυκόζης, θα μπορούσε να έχει διττώς σημασία για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Αφενός μεν, απαιτείται κατά τη διάταξη της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ' το χρησιμοποιούμενο προϊόν που δεν υπάγεται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (εν προκειμένω η σορβιτόλη) να λαμβάνεται "από τη μεταποίηση ενός προϊόντος που αναφέρεται υπό στοιχείο α' ή β" (εν προκειμένω του προϊόντος βάσεως), αφετέρου δε * και αυτό το σημείο αφορούν οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου * στην προαναφερθείσα σημείωση 7 πρόκειται για "ποσότητες Δ-Γλυκιτόλης (σορβιτόλης) που λαμβάνεται από σακχαρόζη". Στο ερώτημα, που προκύπτει ομοίως από τις δύο διατάξεις, δηλαδή αν η σορβιτόλη πρέπει να λαμβάνεται άμεσα από το προϊόν βάσεως χωρίς ενδιάμεσες φάσεις μεταποιήσεως, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί σαφώς αρνητική απάντηση.
27. Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι σε καμία από τις δύο διατάξεις δεν αναφέρεται ότι το προϊόν βάσεως πρέπει "πράγματι να χρησιμοποιείται" για την παρασκευή της σορβιτόλης. Επομένως, εξαρχής δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτη φράση, κατά το οποίο θεωρούνται ότι πράγματι χρησιμοποιήθηκαν μόνο τα προϊόντα τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί ως έχουν κατά την παρασκευή του (εξαγομένου) εμπορεύματος. Ομοίως, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν εφαρμόζεται * ούτε για τους σκοπούς της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ', ούτε για τους σκοπούς της σημειώσεως 7, του παραρτήματος Γ * το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη φράση, που αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως του Finanzgericht και έχει ως εξής:
"Εφόσον, σε μια από τις φάσεις παρασκευής του (εξαγομένου) εμπορεύματος το ίδιο προϊόν βάσεως μεταποιείται σε άλλο περισσότερο επεξεργασμένο προϊόν βάσεως που χρησιμοποιείται σε κάποια μεταγενέστερη φάση, μόνο το δεύτερο προϊόν βάσεως θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε πράγματι."
28. Ορθώς η Επιτροπή τόνισε ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία το προϊόν βάσεως δεν έχει μεταποιηθεί σε άλλο προϊόν βάσεως. Η γλυκόζη όμως δεν είναι προϊόν βάσεως κατά την έννοια του κανονισμού 3035/80.
29. Στη συνέχεια, το καταρχήν συμφέρον της Κοινότητας στην επιδότηση των εξαγωγών των προϊόντων που αναφέρονται στα παραρτήματα Β και Γ του κανονισμού 3035/80, τα οποία ως προϊόντα μεταποιήσεως εμπίπτουν στην ίδια κοινή οργάνωση αγοράς όπως το προϊόν βάσεως, δεν επηρεάζεται από τον αριθμό ή τη φύση των προϊόντων τα οποία προκύπτουν κατά τη διαδικασία μεταποιήσεως ως ενδιάμεσα προϊόντα που δεν προορίζονται για την αγορά. Αντιθέτως, παραμένει η εξαγωγή, σύμφωνα με την αντίληψη των κοινών οργανώσεων αγοράς * η οποία αποτελεί συνάρτηση των συνθηκών του ανταγωνισμού με προϊόντα της παγκόσμιας αγοράς τα οποία παράγονται από (φθηνότερα) προϊόντα της παγκόσμιας αγοράς * εξαγωγή των προϊόντων βάσεως "υπό μορφή" μεταποιημένων προϊόντων (βλ. π.χ. το άρθρο 19 του κανονισμού 1785/81). 'Οταν ο παραγωγός επιλέγει μια ασυνήθη μέθοδο, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει για τον λόγον αυτόν να χορηγείται η επιστροφή λόγω εξαγωγής, αλλά μόνον ότι είναι δυνατό να προκληθούν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα του προβλεπόμενου τρόπου υπολογισμού, ζητήματος επί του οποίου θα επανέλθω.
30. Εδώ θα αναφερθώ απλώς στο γεγονός ότι η γλυκόζη αποτελεί κατά το παράρτημα Α του κανονισμού 2727/75 προϊόν της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών. Κατά τη γνώμη μου, η ιδιομορφία αυτή δεν προσδίδει στην εξαγωγή τον χαρακτήρα εξαγωγής σιτηρών (ή αμύλου σιτηρών) υπό άλλη μορφή, αλλά παραμένει εξαγωγή ζάχαρης (η οποία έχει μετατραπεί, κατά το παράρτημα Ι του κανονισμού 1785/81 σε άλλα προϊόντα για τα οποία προβλέπεται η χορήγηση επιστροφής).
31. 3. Βεβαίως, χωρίς επακριβέστερη γνώση των συγκεκριμένων χημικών δεδομένων δεν μπορώ να πω θετικά αν σε σχέση με την ιδιαίτερη διαδικασία που επέλεξε η προσφεύγουσα ο τύπος υπολογισμού που αναφέρεται στην ανωτέρω σημείωση 7 καταλήγει σε ορθά αποτελέσματα. Εντούτοις, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι τα αποτελέσματα περιέχουν σφάλματα, ούτε δε και το καθού φαίνεται να υποστηρίζει κάτι τέτοιο.
32. Αλλά ακόμη και αν βάσει του υπολογισμού που αναφέρεται στη σημείωση 7 προέκυπταν εσφαλμένα αποτελέσματα λόγω της ιδιομορφίας της μεθόδου παρασκευής, αυτό δεν θα συνεπήγετο ότι δεν θα πρέπει καταρχήν να χορηγηθεί επιστροφή λόγω εξαγωγής. Αντιθέτως, θα μπορούσε το πολύ να θεωρηθεί ότι πρέπει να ερμηνευθεί συσταλτικά η παραπομπή του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ' στην παράγραφο 3 και κατ' αυτόν τον τρόπο στην προαναφερθείσα σημείωση. Στην περίπτωση αυτή, καθοριστική θα ήταν τότε η ποσότητα των προϊόντων βάσεως "που έχει αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1" (βλ. άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ', πρώτη φράση στο τέλος).
33. 4. 'Οσον αφορά τη διατύπωση της απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα, δεν θα πρέπει να αναφέρεται το μνημονευόμενο στο ερώτημα αυτό άρθρο 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 3035/80, επειδή δεν είναι εφαρμοστέο και, επομένως, τα συμπεράσματα που συνάγονται ως προς το δικαίωμα επιστροφής δεν στηρίζονται στην ερμηνεία του.
Γ * Πρόταση
34. Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω να δοθεί στο ερώτημα του Finanzgericht Hamburg η ακόλουθη απάντηση:
"Το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3035/80, σε συνδυασμό με τη σημείωση 7, του παραρτήματος Γ, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2223/86 στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3035/80, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο δικαίωμα για τη χορήγηση επιστροφής λόγω εξαγωγής βιταμίνης C (αντισκορβουτικού οξέος) που παράγεται από σορβιτόλη βάσει του ύψους επιστροφής που ισχύει για τη ζάχαρη, όταν η σορβιτόλη λαμβάνεται από γλυκόζη που η ίδια παρασκευάζεται από λευκή ζάχαρη."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) * Κανονισμός του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 177, σ. 4) μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2306/88 (ΕΕ L 201, σ. 65) το παράρτημα Ι του κανονισμού 1785/81 δεν αναφέρει πλέον χωριστά το αντισκορβουτικό οξύ αλλά παραπέμπει συνολικά στο κεφάλαιο 29 του Κοινού Δασμολογίου.
(2) * Κανονισμός του Συμβουλίου της 11ης Νοεμβρίου 1980, περί καθορισμού των γενικών κανόνων που αφορούν τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/031, σ. 195).
(3) * Γερμανικό κείμενο κατόπιν διορθώσεως που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 322 της 11.11.1981, σ. 42.
(4) * Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1986, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3035/80 περί καθορισμού των γενικών κανόνων που αφορούν τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης (ΕΕ L 194, σ. 1).
(5) * Γερμανικό κείμενο κατόπιν διορθώσεως που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ L 322 της 11.11.1981, σ. 42.
(6) * Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), ο οποίος στο μεταξύ αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1766/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 181, σ. 21).
(7) * Κανονισμός της Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 1989, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 20, σ. 16).
(8) * Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α, του κανονισμού 1785/81.
(9) * Γερμανικό κείμενο κατόπιν διορθώσεως που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ 1986, L 272, σ. 35.
(10) * Δική μου η υπογράμμιση.
(11) * Βλ. ανωτέρω, σημείο 11.
Full & Egal Universal Law Academy