ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 16ης Φεβρουαρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ένα από τα μέσα εξασφαλίσεως της ποιότητας του οίνου και της βελτιώσεώς του συνίσταται στον περιορισμό των ποσοτήτων οίνου που παράγονται ανά εκτάριο ( 1 ).
Στη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 823/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (στο εξής: κανονισμός ν. q. p. r. d.) ( 2 ), τονίζεται ότι, για να διατηρείται το ποιοτικό επίπεδο των οίνων και να αποφεύγονται οι υπερβολικές αποδόσεις που μπορούν να διαταράξουν την αγορά, θα πρέπει τα κράτη μέλη να καθορίσουν μέγιστη απόδοση ανά εκτάριο για κάθε οίνο ποιότητας.
Το άρθρο 11 του κανονισμού ορίζει,
—
στην παράγραφο 1, ότι για κάθε οίνο ποιότητας που παράγεται εντός καθορισμένων περιοχών (στο εξής: ν. q. p. r. d. ή απλώς οίνοι ποιότητας), το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθορίζει απόδοση ανά εκτάριο, που εκφράζεται σε ποσότητες σταφυλιών, γλεύκους σταφυλιών ή οίνου, και,
—
στην παράγραφο 2, ότι η υπέρβαση της αποδόσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1 επιφέρει την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως, για το σύνολο της παραγωγής, της διεκδικούμενης ονομασίας, εκτός από γενικές ή ειδικές παρεκκλίσεις που προβλέπουν τα κράτη μέλη υπό ορισμένους όρους.
2.
Οι διατάξεις αυτές είχαν ως συνέπεια την τροποποίηση του γερμανικού νόμου περί οίνου το 1989 και το 1990. Το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου ορίζει επί του παρόντος τα εξής:
—
στην παράγραφο 1, ότι οι κυβερνήσεις των ομοσπόνδων κρατών με αμπελουργικές περιοχές καθορίζουν την επιτρεπομένη απόδοση ανά εκτάριο και ότι η εν λόγω απόδοση ανά εκτάριο είναι η μέγιστη ποσότητα οίνου του οικείου έτους η οποία μπορεί να πωληθεί.
—
στην παράγραφο 2, ότι ο οίνος που παράγεται πέραν της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο (στο εξής: πλεονάζων οίνος) δεν μπορεί να πωληθεί παρά μόνο για συγκεκριμένους σκοπούς, για παράδειγμα ως χυμός σταφυλιών (όχι όμως ως οίνος ποιότητας ή ως επιτραπέζιος οίνος) και,
—
στην παράγραφο 3, ότι ο πλεονάζων οίνος μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αποθηκεύεται και να πωλείται, ως οίνος ποιότητας, σε μεταγενέστερη αμπελουργική περίοδο εντός των ορίων της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο για το οικείο έτος.
3.
Οι αρχές του ομοσπόνδου κράτους Ρηνανίας-Παλατινάτου είχαν καθορίσει την επιτρεπομένη απόδοση ανά εκτάριο σύμφωνα με τον νόμο περί οίνου ( 3 ). Ο Kuhn, αμπελουργός, ζήτησε το 1990 να του χορηγηθεί αριθμός ελέγχου για ορισμένη ποιότητα οίνου, πράγμα που του έδινε το δικαίωμα να διαθέσει τον οίνο αυτό στο εμπόριο ως οίνο ποιότητας ( 4 ).
Η διοίκηση του χορήγησε τον αριθμό ελέγχου που ζήτησε για τον οίνο που παρήχθη εντός των ορίων της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο, αλλά αρνήθηκε να του χορηγήσει τον εν λόγω αριθμό ελέγχου για την πλεονάζουσα ποσότητα. Ως λόγος της αρνήσεως προβλήθηκε η μη τήρηση των κανόνων του νόμου περί οίνων σχετικά με την επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση.
4.
Ο Kuhn άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Neustadt a. d. Weinstrasse προσφυγή κατά της διοικήσεως για να λάβει αριθμό ελέγχου και για την πλεονάζουσα ποσότητα οίνου.
Ο Kuhn δεν αμφισβητεί ότι οι αρχές εφάρμοσαν ορθώς το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου. Ισχυρίζεται τουναντίον ότι το άρθρο αυτό — εκτός του ότι δεν συμβιβάζεται προς το γερμανικό Σύνταγμα — αντιβαίνει σε ορισμένα σημεία προς το κοινοτικό δίκαιο, ήτοι προς το άρθρο 11 του κανονισμού ν. q. p. r. d..
5.
To διοικητικό δικαστήριο εκτιμά ότι μπορούν να διατυπωθούν αμφιβολίες ως προς το αν το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου συμβιβάζεται προς το άρθρο 11 του κανονισμού υπέβαλε επομένως στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ερωτά αν το άρθρο 11 του κανονισμού ν. q. p. r. d. έχει την έννοια ότι επιτρέπει να θεωρηθεί ότι το σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου είναι νόμιμο.
Το διοικητικό δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 11 του κανονισμού αποσκοπεί στη θέσπιση «συστήματος παραγωγής», ενώ η γερμανική ρύθμιση περιορίζεται στη θέσπιση «συστήματος εμπορίας». Παραπέμπει συναφώς σε τρία συγκεκριμένα σημεία ως προς τα οποία φαίνεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των δύο κατηγοριών κανόνων:
—
πρώτον, ο κανονισμός προβλέπει αποκλειστικά τη θέσπιση κανόνων για την επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση για τους οίνους ποιότητας, ενώ οι γερμανικοί κανόνες προβλέπουν επίσης τον καθορισμό της επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως για τον επιτραπέζιο οίνο,
—
δεύτερον, οι κοινοτικοί κανόνες προϋποθέτουν κατ' ανάγκην ότι η επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση καθορίζεται αποκλειστικά για εκτάσεις που πράγματι καλλιεργούνται, ενώ οι γερμανικοί κανόνες παρέχουν τη δυνατότητα εφαρμογής της επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως για μια εκμετάλλευση και στις καλλιεργήσιμες αλλά μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, και
—
τρίτον, υφίσταται διαφορά μεταξύ της «κυρώσεως» που προβλέπεται από τους κοινοτικούς κανόνες σε περίπτωση παραγωγής πλεονάζουσας ποσότητας και της εφαρμοστέας δυνάμει του νόμου περί οίνου «κυρώσεως».
6.
Εκπλήσσει ενδεχομένως, εκ πρώτης όψεως, το γεγονός ότι μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι, μεταξύ του άρθρου 11 του κανονισμού και του άρθρο 2α του νόμου περί οίνου, υφίσταται ασυμβίβαστο ικανό να επηρεάσει την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Πράγματι, φαίνεται ότι εν πάση περιπτώσει υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ των δύο αυτών κανόνων ως προς το σημείο που αμφισβητεί ο Kuhn στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, εφόσον οι δύο ρυθμίσεις έχουν ως συνέπεια ότι η πλεονάζουσα ποσότητα του παραχθέντος οίνου δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο ως οίνος ποιότητας.
Το διοικητικό πρωτοδικείο όμως ρητώς λέγει στη διάταξη περί παραπομπής ότι, κατ' αυτό, η διαπίστωση ασυμβίβαστου μεταξύ του άρθρου 2α του νόμου περί οίνου και του άρθρου 11 του κανονισμού έχει κατ' ανάγκην ως συνέπεια ότι η άρνηση χορηγήσεως αριθμού ελέγχου είναι παράνομη και ότι, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του Kuhn να του δοθεί αριθμός ελέγχου και για τον πλεονάζοντα οίνο. Το διοικητικό πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι:
—
δεν χορηγήθηκε ο αριθμός ελέγχου διότι επρόκειτο για πλεονάζοντα οίνο ο οποίος δεν μπορούσε να πωληθεί συνεπεία του άρθρου 2α του νόμου περί οίνου
και
—
η άρνηση αυτή είναι νόμιμη μόνον εφόσον οι κρίσιμοι γερμανικοί κανόνες συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο δεδομένου ότι οι εθνικοί κανόνες που δεν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο δεν τυγχάνουν εφαρμογής.
7.
Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι υφίσταται σε ορισμένο βαθμό ασυμβίβαστο μεταξύ του νόμου περί οίνου και του κοινοτικού κανονισμού, αλλά υπογράμμισε τουναντίον ότι εν προκειμένω το ασυμβίβαστο αυτό δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη μη εφαρμογή των γερμανικών κανόνων την οποία ζητεί ο Kuhn και εξετάζει σοβαρά το διοικητικό πρωτοδικείο. Στην ουσία, η Επιτροπή φρονεί ότι η διαπίστωση της μη εφαρμογής των γερμανικών κανόνων εν προκειμένω θα παρείχε στον Kuhn πλεονέκτημα το οποίο είναι αφ' εαυτού ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο.
8.
Παρά ταύτα, το κοινοτικό δίκαιο έχει προχωρήσει πολύ. Η παρούσα υπόθεση δεν παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία, όπως τόσο συχνά προηγουμένως, να εκθέσει την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και τη θεμελιώδη σημασία της τηρήσεως της αρχής αυτής εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων για ενιαία και αποτελεσματική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη. Το προδικαστικό ερώτημα δεν θα είχε τεθεί εάν το αιτούν δικαστήριο δεν γνώριζε την αρχή αυτή και τις συνέπειές της. Η παρούσα υπόθεση παρέχει τουναντίον στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί ως προς το αν υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας διάδικος δεν μπορεί να επικαλεστεί στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου διάταξη κανονισμού για να διαπιστωθεί η μη εφαρμογή αντιθέτου εθνικού κανόνα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, πρόκειται για ειδική περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος διάδικος θα μπορούσε, με την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής, να περιέλθει ενδεχομένως σε κατάσταση όπου ούτε η κοινοτική ρύθμιση ούτε οι κρίσιμοι εθνικοί κανόνες δεν θα εφαρμόζονταν, πράγμα το οποίο θα δημιουργούσε επομένως «νομικό κενό» το οποίο θα ήταν ενδεχομένως ασυμβίβαστο προς τον σκοπό των οικείων κοινοτικών κανόνων.
9.
Για τον λόγο αυτό, κατά τη γνώμη μου, το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα προϋποθέτει ότι πρέπει εκ προοιμίου να λυθεί το ζήτημα εάν ο Kuhn μπορεί να επικαλεστεί τον κρίσιμο εν προκειμένω κανόνα του κοινοτικού δικαίου ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου για να ισχυριστεί ότι η άρνηση χορηγήσεως αριθμού ελέγχου είναι παράνομη. Νομίζω ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί του ερωτήματος που του υποβλήθηκε μόνον εάν θεωρεί ότι εν προκειμένω ο Kuhn μπορεί να επικαλεστεί τον κανονισμό. Για να δοθεί απάντηση στο εν λόγω προκριματικό ερώτημα, πρέπει εν πάση περιπτώσει να είναι γνωστοί οι κρίσιμοι κανόνες και οι νομικές απόψεις που εκτίθενται στις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο όσον αφορά το προβαλλόμενο ασυμβίβαστο μεταξύ του κανονισμού και της γερμανικής ρυθμίσεως. Για τον λόγο αυτό θα ξεκινήσω εκθέτοντας ταύτα.
Το γεγονός ότι στη Γερμανία καθορίζεται επιτρεπόμενη ανά εκτάριο απόδοση και για τον επιτραπέζιο οίνο
10.
Ορθώς το διοικητικό πρωτοδικείο παρατηρεί ότι κατά το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου, η υποχρέωση καθορισμού επιτρεπομένων αποδόσεων ανά εκτάριο, η οποία επιβάλλεται στα ομόσπονδα κράτη, καλύπτει και οίνους εκτός του ν. q. p. r. d., ενώ το άρθρο 11 του κανονισμού ν. q. p. r. d. ορίζει απλώς ότι πρέπει να καθορίζεται επιτρεπόμενη ανά εκτάριο απόδοση για τον ν. q. p. r. d..
Δεδομένου ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει κανένα κανόνα σχετικά με την επιτρεπομένη απόδοση ανά εκτάριο, για τον επιτραπέζιο οίνο, μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι, λαμβανομένου υπόψη του εξαντλητικού χαρακτήρα του κοινοτικού δικαίου εν προκειμένω, τα κράτη μέλη δεν είναι αρμόδια να θεσπίζουν τέτοιους κανόνες.
Η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ωστόσο ότι στη Γερμανία συντρέχουν εντελώς ειδικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν το γεγονός ότι οι γερμανικοί κανόνες περί της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο εφαρμόζονται και στον επιτραπέζιο οίνο. Υπογραμμίζουν ότι όλοι οι τύποι οίνων στη Γερμανία αναγνωρίζονται ως κατάλληλοι για την παραγωγή ν. q. p. r. d. και ότι, επιπλέον, ορισμένοι επιτραπέζιοι οίνοι καταγωγής Γερμανίας μπορούν να χαρακτηριστούν ως Landwein και ότι το κοινοτικό δίκαιο ορίζει ρητώς ότι μπορούν να θεσπιστούν κανόνες σχετικοί με την επιτρεπομένη απόδοση ανά εκτάριο για το Landwein.
Ο υπολογισμός της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο (καλλιεργούμενη έκταση έναντι μη καλλιεργούμενης αλλά καλλιεργήσιμης εκτάσεως)
11.
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Για κάθε ν. q. p. r. d., το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθορίζει απόδοση ανά εκτάριο, που εκφράζεται σε ποσότητες σταφυλιών, γλεύκους σταφυλιών ή οίνου.
Στο παθορισμό αυτόν υπεισέρχονται ειδικότερα οι αποδόσεις που έχουν επιτευχθεί κατά τη διάρκεια των δέκα προηγουμένων ετών- λαμβάνονται όμως μόνον υπόψη οι τρυγητοί ικανοποιητικής ποιότητας που έγιναν στις αντιπροσωπευτικότερες εκτάσεις της καθορισμένης περιοχής.
Η απόδοση ανά εκτάριο μπορεί να καθορίζεται σε διαφορετικό επίπεδο για τον ίδιο ν. q. p. r. d., ανάλογα με:
—
την υποπεριοχή, την κοινότητα ή το τμήμα της κοινότητας,
—
την ή τις ποικιλίες αμπέλου,
απ' όπου προέρχονται τα χρησιμοποιούμενα σταφύλια.
Η απόδοση αυτή μπορεί να προσαρμόζεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.»
Ο νόμος περί του γερμανικοί οίνου δεν λαμβάνει ρητώς θέση ως προς το ζήτημα αν πρέπει να καθοριστεί μόνον επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις ή μπορούν να λαμβάνονται υπόψη και οι καλλιεργήσιμες αλλά μη πράγματι καλλιεργούμενες εκτάσεις. Εν πάση περιπτώσει, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου προκύπτει ότι η τελευταία αυτή δυνατότητα παρέχεται στα ομόσπονδα κράτη. Έγινε χρήση της δυνατότητας αυτής σε ορισμένες περιοχές του ομόσπονδου κράτους Ρηνανίας- Παλατινάτου, μεταξύ των οποίων η περιοχή στην οποία ευρίσκεται η εκμετάλλευση του Kuhn. Η σχετική προϋπόθεση συνίσταται ωστόσο στο ότι οι μη καλλιεργούμενες εκτάσεις οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν πλέον του 12 % της συνολικής εκτάσεως της επιχειρήσεως. Επιπλέον, στις περιοχές στις οποίες λαμβάνονται υπόψη οι μη καλλιεργούμενες εκτάσεις, η επιτρεπομένη απόδοση ανά εκτάριο μειώνεται κατά 3 % σε σχέση με την απόδοση ανά εκτάριο στις περιοχές όπου λαμβάνονται υπόψη μόνον οι καλλιεργούμενες εκτάσεις.
Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι μη καλλιεργούμενες εκτάσεις δύσκολα μπορεί να συμβιβαστεί με την αφορώσα την ποιότητα ρύθμιση του κανονισμού ν. q. p. r. d.. O Kuhn και η Επιτροπή συμφωνούν ως προς το σημείο αυτό. Υπογραμμίζουν ότι η έννοια της επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως πρέπει να προϋποθέτει ότι, για να καθοριστεί η απόδοση ανά εκτάριο, λαμβάνονται υπόψη μόνον οι εκτάσεις οι οποίες πράγματι καλλιεργούνται. Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το γεγονός ότι λαμβάνονται υπόψη μη καλλιεργούμενες εκτάσεις δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις, όχι μόνο μεταξύ των περιοχών στις οποίες είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω μη καλλιεργούμενες εκτάσεις και των περιοχών όπου δεν συμβαίνει αυτό, αλλά και διακρίσεις μεταξύ των εκμεταλλεύσεων εντός των πρώτων εκ των ανωτέρω αναφερθεισών περιοχών.
Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, ως προς το σημείο αυτό, οι γερμανικοί κανόνες δεν αντιβαίνουν προς το άρθρο 11 του κανονισμού, το οποίο δεν περιλαμβάνει κανένα ρητό κανόνα συναφώς. Υπογραμμίζει επιπλέον ότι ο γερμανικός κανόνας έχει συγκεκριμένο νόμιμο έρεισμα εφόσον συμβάλλει, σε ορισμένες ιδιαιτέρως πληγείσες περιοχές, στο να ενθαρρύνει τους αμπελουργούς να μη καλλιεργούν κατά τη διάρκεια ενός έτους ορισμένες εκτάσεις που επλήγησαν από την ασθένεια.
Η κύρωση σε περίπτωση υπερβάσεως της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο
12.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 11 ορίζει τα εξής:
«Η υπέρβαση της απόδοσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 επιφέρει την απαγόρευση της χρησιμοποίησης, για το σύνολο της παραγωγής, της διεκδικούμενης ονομασίας, εκτός από γενικές ή ειδικές παρεκκλίσεις που προβλέπουν τα κράτη μέλη υπό τους όρους που θεσπίζουν, κατά περίπτωση, ανάλογα με τις περιοχές παραγωγής. Οι όροι αυτοί αφορούν ιδίως τον προορισμό των οίνων ή των εν λόγω προϊόντων.»
Όπως προανέφερα, το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου ορίζει ότι η καθορισθείσα απόδοση ανά εκτάριο αντιπροσωπεύει τη μέγιστη ποσότητα οίνου του συγκεκριμένου έτους η οποία μπορεί να πωληθεί και ότι ο πλεονάζων οίνος μπορεί να πωληθεί μόνο για διαφορετικούς σκοπούς, οι οποίοι καθορίζονται ειδικά, όχι όμως ως επιτραπέζιος οίνος ή ως οίνος ποιότητας και ότι ο πλεονάζων οίνος μπορεί να αποθηκευθεί και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να πωληθεί ως οίνος ποιότητας σε μεταγενέστερες αμπελουργικές περιόδους, εντός των ορίων της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο που καθορίστηκε για το εν λόγω έτος.
13.
Το διοικητικό πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι ο νόμος περί οίνου δεν ορίζει ότι τα ομόσπονδα κράτη πρέπει να καθορίζουν απόδοση ανά εκτάριο, αλλά μόνον τις ποσότητες οι οποίες μπορούν να πωλούνται ετησίως ως οίνος ποιότητας και ότι, εκ του λόγου τούτου, η ρύθμιση αποτελεί πρωτίστως σύστημα εμπορίας. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, κατά τους γερμανικούς κανόνες, ένας αμπελουργός μπορεί να παράγει όση ποσότητα ανά εκτάριο επιθυμεί, χωρίς ο οίνος του να χάνει εκ του λόγου τούτου την ονομασία ν. q. p. r. d., πράγμα το οποίο ισχύει ακόμη και για τις πλεονάζουσες ποσότητες οι οποίες μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 2α, παράγραφος 3, του νόμου περί οίνου, να διατεθούν στο εμπόριο ως ν. q. p. r. d. σε μεταγενέστερη αμπελουργική περίοδο. Φρονεί ότι το σύστημα που θεσπίζει η γερμανική νομοθεσία απομακρύνεται από το σύστημα που καθορίζει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού και ότι η προβλεπόμενη από τον κανονισμό κύρωση είναι «πολύ αυστηρότερη» από την προβλεπόμενη από τον νόμο περί οίνου.
Κατ' ουσίαν, ο Kuhn και η Επιτροπή συμμερίζονται την άποψη του διοικητικού πρωτοδικείου και φρονούν ότι το γερμανικό σύστημα κυρώσεων αντιβαίνει προς το σύστημα που καθορίζει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού.
14.
Βεβαίως, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι οι δύο ρυθμίσεις προβλέπουν σε ορισμένο βαθμό διαφορετικές νομικές συνέπειες σε περίπτωση υπερβάσεως της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο. Παρατηρεί ωστόσο ότι οι δύο αυτές κατηγορίες κανόνων έχουν κατ' ουσίαν τον ίδιο σκοπό, ήτοι τον περιορισμό της παραγωγής ν. q. p. r. d. προκειμένου να εξασφαλίσουν την ποιότητά του και να τη βελτιώσουν και να αποφύγουν διαταραχές της αγοράς και ότι στην πραγματικότητα τα αποτελέσματα περιορισμού της παραγωγής που συνεπάγονται οι αντίστοιχες κυρώσεις δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Υπογραμμίζει ειδικά ότι, κατά τους κοινοτικούς κανόνες, τίποτε δεν εμποδίζει έναν αμπελουργό ο οποίος υπερβαίνει την επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση να πωλήσει το σύνολο της παραγωγής του ως επιτραπέζιο οίνο, ενώ ο Γερμανός αμπελουργός ο οποίος υπερβαίνει την επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση δεν έχει τη δυνατότητα να πωλήσει τον πλεονάζοντα οίνο ως επιτραπέζιο οίνο. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του πλεονάζοντος οίνου σε μεταγενέστερα έτη αποθηκεύοντας τον δεν έχει μεγάλη πρακτική σημασία λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων αποθηκεύσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, ισχυρίζεται ότι το γερμανικό σύστημα μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από τη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, να προβλέπουν γενικές παρεκκλίσεις.
Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή απαντά ότι η δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την πλήρη εγκατάλειψη της αρχής στην οποία στηρίζεται η προβλεπόμενη από τον κανονισμό κύρωση και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις πρέπει να έχουν νομικές συνέπειες οι οποίες μπορούν τουλάχιστον να εξομοιωθούν προς την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως της ενδείξεως ποιότητας για το σύνολο της συγκομιδής. Κατά την Επιτροπή, οι γερμανικοί κανόνες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές.
Σύστημα παραγωγής έναντι συστήματος εμπορίας
15.
Το διοικητικό πρωτοδικείο εκφράζει την άποψη ότι οι γερμανικοί κανόνες εισήγαγαν «σύστημα εμπορίας», ενώ ο κοινοτικός κανονισμός προβλέπει «σύστημα παραγωγής». Με τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Kuhn και η Επιτροπή εξέφρασαν τη συμφωνία τους ως προς το σημείο αυτό.
Νομίζω ότι δεν πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στην ορολογία αυτή. Μπορεί βεβαίως να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως το αν ενδείκνυται να δοθούν οι ανωτέρω χαρακτηρισμοί στα δύο συστήματα. Θα μπορούσε ενδεχομένως να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι εκφράζουν επαρκώς τις συγκεκριμένες διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων. Δεν μπορεί ωστόσο να μη ληφθεί υπόψη ότι ο σκοπός των δύο συστημάτων είναι να περιοριστεί η παραγωγή και ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο περιέχουν πραγματική απαγόρευση παραγωγής οίνου πέραν της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο — πράγμα βεβαίως το οποίο δεν αποκλείει τη δυνατότητα υπάρξεως σημαντικών διαφορών όσον αφορά την αποτελεσματικότητα με την οποία τα δύο συστήματα πραγματοποιούν τον κοινό σκοπό τους.
Τα όρια της δυνατότητας επικλήσεως της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου στις διάφορες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων
16.
Στην απόφαση του Simmenthai ( 5 ), το Δικαστήριο εξέθεσε τους λόγους της θεμελιώδους σημασίας της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου. «Η τυχόν αναγνώριση οποιωνδήποτε εννόμων αποτελεσμάτων σε εθνικές νομοθετικές πράξεις που υπεισέρχονται στον χώρο εντός του οποίου ασκείται η νομοθετική εξουσία της Κοινότητας, ή που κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο δεν συμβιβάζονται με διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, θα αναιρούσε τον δεσμευτικό χαρακτήρα υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί ανεπιφύλακτα και αμετάκλητα από τα κράτη μέλη δυνάμει της Συνθήκης και θα έθετε έτσι εν αμφιβόλω τις ίδιες τις βάσεις στις οποίες στηρίζεται η Κοινότητα» ( 6 ). Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο υπογράμμισε τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων και τον αποφασιστικό ρόλο τους στο πλαίσιο αυτό. «Κάθε εθνικός δικαστής που επιλαμβάνεται αρμοδίως μιας διαφοράς έχει την υποχρέωση να εφαρμόζει στο ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να προστατεύει τα δικαιώματα τα οποία αυτό απονέμει στους ιδιώτες, αφήνοντας ανεφάρμοστη κάθε ενδεχομένως αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, είτε προγενέστερη είτε μεταγενέστερη του κανόνα του κοινοτικού δικαίου» ( 7 ). «Δυνάμει της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις της Συνθήκης και οι άμεσα ισχύουσες πράξεις των κοινοτικών οργάνων έχουν ως αποτέλεσμα, (...) όχι μόνο να καθιστούν, με μόνη τη θέση τους σε ισχύ, αυτοδικαίως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της υφισταμένης εθνικής νομοθεσίας, αλλά και (...) να κωλύουν την έγκυρη έκδοση νέων εθνικών νομοθετικών πράξεων, κατά το μέτρο που οι πράξεις αυτές δεν συμβιβάζονται με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου» ( 8 ).
17.
Δεν αμφισβητείται ότι η διασφάλιση της αρχής της υπεροχής από τα εθνικά δικαστήρια συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό — όπως το υπογράμμισε επίσης ο Kuhn — στο να εξασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη τηρούν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Στην απόφαση του Van Gend & Loos ( 9 ), το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία των εθνικών δικαστηρίων συναφώς. Έκρινε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Ο περιορισμός μόνο στις διαδικασίες των άρθρων 169 και 170 [της Συνθήκης ΕΟΚ] των εγγυήσεων κατά παραβάσεως [των κοινοτικών τους υποχρεώσεων] εκ μέρους των κρατών μελών θα εξαφάνιζε κάθε άμεση δικαστική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των υπηκόων τους (...). Η επαγρύπνηση των ενδιαφερομένων ιδιωτών για την προστασία των δικαιωμάτων τους συνεπάγεται αποτελεσματικό έλεγχο, που προστίθεται σ' εκείνον τον οποίο εμπιστεύονται τα άρθρα 169 και 170 στην επιμέλεια της Επιτροπής και των κρατών μελών.»
18.
Είναι εντούτοις αποδεδειγμένο ότι στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, που μπορούν να κινήσουν διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει των άρθρων 169 και 170 της Συνθήκης ΕΟΚ, ανήκει η γενική αρμοδιότητα να προκαλέσουν τη διαπίστωση του αν τα κράτη μέλη τηρούν ή όχι τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Τέτοια γενική αρμοδιότητα δεν αναγνωρίζεται στους ιδιώτες. Η δυνατότητά τους να επικαλούνται τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου προς διαπίστωση του ότι εθνικοί κανόνες δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο, και επομένως ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής, περιορίζεται ποικιλοτρόπως.
Οι περιορισμοί αυτοί απορρέουν τόσο από το εθνικό δίκαιο όσο και από το κοινοτικό δίκαιο και θεμελιώνονται κατ' ουσίαν στο γεγονός ότι οι ιδιώτες πρέπει να έχουν άξιο προστασίας έννομο συμφέρον να επικαλεστούν τον επίμαχο κοινοτικό κανόνα και στο γεγονός ότι ο κανόνας αυτός πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις για να μπορεί να εφαρμοστεί από τον κοινοτικό δικαστή.
19.
Κατ' αρχήν, οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν μόνον τους κοινοτικούς κανόνες που έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Χαρακτηρίζονται ακριβώς από το γεγονός ότι μπορεί να γίνει επίκληση τους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να τους λάβει υπόψη για να θεμελιώσει την απόφαση του.
Τα κριτήρια που γίνονται γενικώς δεκτά για να αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα στους κοινοτικούς κανόνες αφορούν την ικανότητά τους να εφαρμοστούν απ' ευθείας από τους εθνικούς δικαστές, ακριβέστερα το ζήτημα αν οι κανόνες αυτοί είναι αρκούντως σαφείς και ανεπιφύλακτοι.
20.
Ο κοινοτικός κανόνας τον οποίο επικαλείται ο Kuhn στη διαφορά της κύριας δίκης είναι διάταξη κανονισμού. Αναφερόμενο στο άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω της φύσεως και της λειτουργίας του στο πλαίσιο του συστήματος των πηγών του κοινοτικού δικαίου, ο κανονισμός επάγεται άμεσα αποτελέσματα και μπορεί να γεννά υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν ( 10 ). Βεβαίως τούτο δεν σημαίνει ότι κάθε διάταξη κανονισμού μπορεί, βάσει του περιεχομένου της, να προβάλλεται ως πηγή δικαιωμάτων για τους ιδιώτες ( 11 ). Οι κανονισμοί μπορούν να περιλαμβάνουν διατάξεις οι οποίες απευθύνονται αποκλειστικά στα κράτη μέλη και τους επιβάλλουν την υποχρέωση να θεσπίζουν κανόνες ορισμένου περιεχομένου και, όπως θα εξετάσω κατωτέρω, ενδέχεται να υφίστανται διατάξεις οι οποίες, βάσει του σκοπού τους, δεν αποσκοπούν στο να παράσχουν στους ιδιώτες το δικαίωμα να τις επικαλεστούν προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής αντίθετος εθνικός κανόνας.
21.
Για τον λόγο αυτό, το γεγονός ότι ο κανόνας του οποίου γίνεται επίκληση εν προκειμένω απαντά σε κανονισμό δεν παρέχει τη δυνατότητα να δοθεί με απόλυτη βεβαιότητα απάντηση στο ερώτημα εάν ο Kuhn μπορεί να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή προκειμένου να διαπιστωθεί ότι ο εθνικός κανόνας αν τυγχάνει εφαρμογής.
Εξάλλου, είναι, κατά την άποψη μου, δύσκολο να βρεθεί στη σχετική με το άμεσο αποτέλεσμα των κοινοτικών κανόνων νομολογία του Δικαστηρίου η απάντηση στο ερώτημα αυτό υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως.
22.
Αυτό που χαρακτηρίζει τις συνθήκες αυτές είναι ότι
—
οι κοινοτικοί κανόνες των οποίων γίνεται επίκληση μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση προκειμένου να καθοριστεί εάν οι επίδικοι εθνικοί κανόνες αντιβαίνουν προς τους κοινοτικούς κανόνες, αλλά
—
οι κοινοτικοί κανόνες δεν μπορούν — ή δεν μπορούν κατ' ανάγκην — να εφαρμοστούν ως εναλλακτικοί κανόνες των ενδεχομένως αντιθέτων εθνικών κανόνων, εφόσον, βάσει του περιεχομένου τους, δεν καθορίζουν — ή δεν καθορίζουν με βεβαιότητα — δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι των ιδιωτών, την τήρηση των οποίων θα ήταν σε θέση να επιβάλουν τα εθνικά δικαστήρια.
Το ζήτημα είναι εάν, υπό τις συνθήκες αυτές, ένας ιδιώτης πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικαλείται κοινοτικούς κανόνες και την αρχή της υπεροχής με αποτέλεσμα ούτε οι αντίθετοι εθνικοί κανόνες (οι οποίοι θα καθίσταντο εκ του λόγου αυτού ανεφάρμοστοι) ούτε οι κοινοτικοί κανόνες να μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για τον καθορισμό της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη.
23.
Σε μία υπόθεση όπως η υπό κρίση, ο ιδιώτης επικαλείται κοινοτικό κανόνα για να του αναγνωριστεί δικαίωμα — ήτοι το δικαίωμα να διαφύγει της εφαρμογής υφισταμένου εθνικού κανόνα ο οποίος του επιβάλλει υποχρεώσεις. Ο κοινοτικός όμως κανόνας τον οποίο επικαλείται αποσκοπεί στη δημιουργία όχι δικαιωμάτων αλλ' αντιθέτως, υποχρεώσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση τίθεται το ερώτημα εάν το δικαίωμα των ιδιωτών να επικαλούνται κοινοτικούς κανόνες με το περιεχόμενο αυτό πρέπει να περιοριστεί στους κανόνες τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιήσει ο εθνικός δικαστής ως εναλλακτική νομική βάση για να μπορέσει να καθορίσει τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου.
Νομίζω ότι θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθεί μ[α τόσο γενική επιταγή η οποία επιφέρει προφανώς και σημαντικούς περιορισμούς στις δυνατότητες που παρέχονται στους ιδιώτες να επικαλούνται κοινοτικούς κανόνες προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής αντίθετοι εθνικοί κανόνες.
24.
Κατ' εμέ, ο περιορισμός των δυνατοτήτων αυτών, ο οποίος ενδείκνυται ενδεχομένως σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση υπόθεση, υλοποιείται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο με την επιβολή της προϋποθέσεως ότι οι ιδιώτες δικαιολογούν προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συμφέρον να επικαλούνται τον κανόνα.
25.
Νομίζω ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής και της Γερμανικής Κυβερνήσεως διαπνέονται από το ίδιο πνεύμα. Εμμένουν στο γεγονός ότι ο ιδιώτης δεν μπορεί να επικαλεστεί κοινοτικό κανόνα ο οποίος του επιβάλλει υποχρεώσεις για να προκαλέσει τη διαπίστωση ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής εθνικός κανόνας ο οποίος του επιβάλλει επίσης υποχρεώσεις και να δημιουργήσει με τον τρόπο αυτό «νομικό κενό» ασυμβίβαστο προς τον σκοπό που επιδιώκεται από τους δύο κανόνες.
26.
Ορισμένες πτυχές της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ratti ( 12 ) εκφράζουν προφανώς την (δια αντίληση. Κατά του Ratti ασκήθηκε ποινική δίωξη στην Ιταλία διότι είχε διαθέσει στο εμπόριο διαλύτες κατά παράβαση των ιταλικών κανόνων περί εμπορίας των προϊόντων αυτών. Ο Ratti ισχυρίστηκε ότι οι μέθοδοι εμπορίας ήταν σύμφωνοι προς τους κανόνες που θεσπίστηκαν με οδηγία του Συμβουλίου η οποία έπρεπε να είχε τεθεί σε εφαρμογή από την Ιταλία. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων τα εξής:
«(...) ένα εθνικό δικαστήριο, επιληφθέν από υποκείμενο δικαίου, το οποίο συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις μιας οδηγίας, αιτήσεως αποβλέπουσας στο να μη ληφθεί υπόψη εθνική διάταξη ασυμβίβαστη προς την εν λόγω οδηγία, η οποία δεν μεταφέρθηκε εντός των προθεσμιών στην εσωτερική έννομη τάξη παραβάτου κράτους, πρέπει να δεχθεί αυτή την αίτηση, αν η εν λόγω υποχρέωση είναι ανεπιφύλακτη και επαρκώς ακριβής
(...) ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εφαρμόσει τον εσωτερικό του νόμο — ακόμα κι αν συνοδεύεται από ποινικές κυρώσεις — που δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί προς την οδηγία, μετά την παρέλευση της ταχθείσας για την εφαρμογή της προθεσμίας, σε πρόσωπο το οποίο συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας» (σκέψεις 23 και 24). (η υπογράμμιση είναι δική μου).
Η απόφαση δεν διευκρινίζει ρητώς ποια θα ήταν η νομική κατάσταση εάν τα επίμαχα προϊόντα δεν είχαν διατεθεί στο εμπόριο σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας. Μπορεί ωστόσο βασίμως να θεωρηθεί ότι από το γεγονός ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι είχαν τηρηθεί οι κανόνες της οδηγίας συνάγεται ότι δεν απέκλεισε τουλάχιστον τη δυνατότητα, σε περίπτωση μη τηρήσεως, να μη γίνει δεκτό το δικαίωμα του Ratti να επικαλεστεί τους κανόνες της οδηγίας, έστω και αν οι κανόνες αυτοί ήσαν ανεπιφύλακτοι και αρκούντως σαφείς, και επίσης έστω και σε περίπτωση καταφανούς ασυμβίβαστου μεταξύ των κοινοτικών κανόνων και των ιταλικών κανόνων ( 13 ).
27.
Πριν εξετάσω εάν, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, ο Kuhn μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 11 του κανονισμού, είναι ενδεχομένως χρήσιμο να υπογραμμίσω ότι, κατά την άποψη μου, δεν θα υπήρχε στην πράξη αισθητός περιορισμός της δυνατότητας των εθνικών δικαστηρίων να επιβάλουν την τήρηση της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, εάν θεσπιζόταν η προϋπόθεση να έχουν οι ιδιώτες προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συμφέρον να επικαλεστούν τους κοινοτικούς κανόνες προκειμένου να προκαλέσουν τη διαπίστωση ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι εθνικοί κανόνες. Στις περιπτώσεις, σχετικώς ολιγάριθμες, κατά τις οποίες πρέπει να τεθεί συγκεκριμένα το ερώτημα εάν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, το Δικαστήριο πρέπει να ορίσει το ακριβές περιεχόμενο της λαμβανομένης υπόψη της πείρας που έχει αποκτηθεί κατά την αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων.
28.
Σε όλες τις συνήθεις περιπτώσεις, τα εθνικά δικαστήρια θα εξακολουθήσουν να έχουν την εξουσία επιβολής κυρώσεων όταν υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ των κοινοτικών κανόνων και των εθνικών κανόνων οσάκις θα είναι σε θέση να διαπιστώσουν την αντίφαση βάσει των επίμαχων κοινοτικών κανόνων. Εξαίρεση από μια τέτοια κύρωση πρέπει να προβλεφθεί μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θα αντέβαινε προς τον σκοπό του κοινοτικού κανόνα η δημιουργία νομικού κενού υπό την έννοια ότι οι υπήκοοι των κρατών μελών δεν υπόκεινται στις υποχρεώσεις τις οποίες αποσκοπούν από κοινού να τους επιβάλουν οι κοινοτικοί και εθνικοί κανόνες.
Έστω και αν, στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις, εξαφανίζεται η δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλούνται το κοινοτικό δίκαιο, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να διατηρηθεί εθνική νομική κατάσταση αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Τούτο σημαίνει απλώς και μόνον ότι οι διαφορές που αφορούν το ζήτημα κατά πόσον οι νομικές καταστάσεις αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να κρίνονται στο πλαίσιο των προσφυγών λόγω παραβάσεως του άρθρου 169 και του άρθρου 170 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εάν, στο πλαίσιο αυτό, μια απόφαση διαπιστώνει ότι ο επίμαχος εθνικός κανόνας αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, από το άρθρο 171 της Συνθήκης προκύπτει ότι το κράτος μέλος πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την απόφαση.
Μπορεί ο Kuhn να επικαλεστεί το άρθρο 11 του κανονισμού προκειμένου να διαπιστωθεί ότι to άρθρο 2α του γερμανικού νόμου περί οίνου δεν τυγχάνει εφαρμογής;
29.
Νομίζω ότι η εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση των απόψεων που εξέθεσα ανωτέρω οδηγεί στα ακόλουθα αποτελέσματα:
30.
Το υποτιθέμενο ασυμβίβαστο μεταξύ του γερμανικού κανόνα και του κοινοτικού κανόνα όσον αφορά το γεγονός ότι ο γερμανικός κανόνας προβλέπει και τον καθορισμό επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως για τον επιτραπέζιο oCvo και ότι επιτρέπει να ληφθούν υπόψη για την επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση και εκτάσεις οι οποίες δεν καλλιεργούνται, δεν μπορεί, κατ' εμέ, να προβληθεί από τον Kuhn στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου ως νομική βάση της διοικητικής πράξεως περί απορρίψεως της αιτήσεως του Kuhn να του χορηγηθεί αριθμός ελέγχου. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι γι' αυτό.
Πρώτον, δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς μια αντίφαση ως προς τα σημεία αυτά μεταξύ του κοινοτικού κανόνα και του γερμανικού κανόνα θα μπορούσε να είναι κρίσιμη σε σχέση με τις διατάξεις του νόμου περί οίνου βάσει του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση του Kuhn. Νομίζω άλλωστε ότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το διοικητικό πρωτοδικείο δεν θεωρεί ότι το ασυμβίβαστο μεταξύ του γερμανικού κανόνα και του κοινοτικού κανόνα ως προς τα δύο αυτά σημεία ασκεί άμεση επιρροή στην επίλυση της διαφοράς. Έχω την εντύπωση ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι δεν είναι βέβαιον ότι ο γερμανικός νόμος συνάδει προς τον κανονισμό ως προς τα σημεία αυτά για να στηρίξει ούτως ειπιείν την καθοριστική του αμφιβολία όσον αφορά το συμβιβαστό του κανόνα περί κυρώσεως του νόμου περί οίνου προς τον κανόνα του κοινοτικού κανονισμού.
Δεύτερον, νομίζω επιπλέον ότι εν πάση περιπτώσει ο Kuhn δεν δικαιολογεί, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συμφέρον να διαπιστωθεί ενδεχόμενο ασυμβίβαστο μεταξύ του κοινοτικού κανονισμού και των γερμανικών κανόνων ως προς τα δυο αυτά σημεία. Κατά την άποψη μου, ο Kuhn δεν απέδειξε ότι θα βρισκόταν σε διαφορετική νομική κατάσταση και, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της διαφοράς, καλύτερη, εάν οι κοινοτικοί κανόνες ετύγχαναν εφαρμογής στην περίπτωση του σύμφωνα με το περιεχόμενο που τους αποδίδει.
31.
Αναμφιβόλως η ουσία της διαφοράς έγκειται στην προβαλλόμενη αντίφαση μεταξύ του αφορώντος την κύρωση κανόνα του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού και του κανόνα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2α του γερμανικού νόμου περί οίνου. Η απόρριψη της αιτήσεως αριθμού ελέγχου που υπέβαλε ο Kuhn στηρίζεται στον κανόνα περί κυρώσεως του άρθρου 2α του νόμου περί οίνου.
32.
Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού κύρωση, είναι σκόπιμο να εξεταστεί μια πλευρά η οποία δεν εξετάστηκε στις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Πρέπει να εξεταστεί αν οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού — ήτοι η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως της ενδείξεως ποιότητας για το σύνολο της ποσότητας σε περίπτωση υπερβάσεως της επιτρεπομένης αποδόσεως ανά εκτάριο — έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Πρέπει να τεθεί το ερώτημα αν εναπόκειται στις εθνικές αρχές, και ως εκ τούτου, και στα εθνικά δικαστήρια, να εξασφαλίζουν απ' ευθείας την τήρηση της απαγορεύσεως αυτής βάσει της διατάξεως του κανονισμού. Νομίζω ότι το γερμανικό διοικητικό σύστημα παρέχει τη δυνατότητα επιβολής της απαγορεύσεως αυτής, εφόσον στη μη τήρηση του σχετικού με την επιτρεπομένη ανά εκτάριο απόδοση κανόνα πρέπει να επιβληθεί η κύρωση της αρνήσεως χορηγήσεως αριθμού έλεγχου, πράγμα που έχει ως συνέπεια ότι ο οίνος δεν μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο ως οίνος ποιότητας.
Το γεγονός ότι γίνεται δεκτό το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού κανόνα στον τομέα των κυρώσεων συνεπάγεται, κατ' εμέ, ότι ο Kuhn δεν μπορεί να επικαλεστεί τον κανόνα αυτό προκειμένου να διαπιστωθεί η ακυρότητα της αρνήσεως να του χορηγηθεί αριθμός ελέγχου, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω άρνηση στηρίζεται ευθέως στις διατάξεις του κανονισμού. Βεβαίως, οι γερμανικές αρχές φέρονται να έχουν εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 2, κατά τρόπο εν μέρει πλημμελή, εφόσον, εν αντιθέσει προς τον κανονισμό, ο Kuhn έλαβε αριθμό ελέγχου για τμήμα της παραγωγής του εντός των ορίων της επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως. Νομίζω όμως ότι το εν λόγω σφάλμα της γερμανικής διοικήσεως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ως συνέπεια να στερήσει τις διατάξεις του κανονισμού από το έννομο αποτέλεσμα που προβλέπεται όσον αφορά τον πλεονάζοντα οίνο.
33.
Δεν είναι ωστόσο βέβαιον ότι ο κανόνας του άρθρου 11, παράγραφος 2, που προβλέπει κάποια κύρωση, έχει άμεσο αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε ότι η διάταξη αυτή είχε άμεσο αποτέλεσμα, τούτο δε μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους. Το άμεσο αποτέλεσμα μπορεί ενδεχομένως να αποκλείεται λόγω της γενικής δυνατότητας που παρέχεται στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις από το ουσιαστικό περιεχόμενο του άρθρου 11, παράγραφος 2. Η επιβεβαίωση της ελλείψεως αμέσου αποτελέσματος της διατάξεως αυτής μπορεί ενδεχομένως να προκύπτει από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, περί της υποχρεώσεως των κρατών μελών να καθορίζουν τις επιτρεπόμενες ανά εκτάριο αποδόσεις δεν πληροί τις γενικές προϋποθέσεις για να παραγάγει άμεσο αποτέλεσμα, οπότε να μπορεί αφ' εαυτού να θεμελιώσει υποχρεώσεις για τους ιδιώτες ενώ η πλειονότητα των λοιπών διατάξεων του κανονισμού έχει παραπλήσιο περιεχόμενο, ήτοι προβλέπουν υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη να δημιουργήσουν, σε συγκεκριμένους τομείς, νομική κατάσταση λίγο ως πολύ σαφώς καθορισμένη. Περαιτέρω, η Επιτροπή προσκόμισε εν προκειμένω εξηγήσεις ως προς την κατάσταση από πλευράς δικαίου στα άλλα κράτη μέλη, από την οποία συνάγεται ότι τα κράτη αυτά έχουν θέσει σε εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, κατά τρόπον ο οποίος απομακρύνεται σε ορισμένο βαθμό από το ακριβές περιεχόμενο του κανόνα του άρθρου 11, παράγραφος 2, όσον αφορά τις κυρώσεις. Το γενονός αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να εκληφθεί ως η έκφραση της αδυναμίας της διατάξεως αυτής να παράγει άμεσο αποτέλεσμα.
34.
Νομίζω ωστόσο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποφανθεί ως προς το ζήτημα εάν μπορεί να διασφαλιστεί η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, ως διατάξεως που γεννά ευθέως υποχρεώσεις. Πράγματι, είναι, κατ' εμέ, δυνατή η διαπίστωση ότι εν πάση περιπτώσει θα αντέβαινε προς τον σκοπό της διατάξεως αυτής η δυνατότητα του Kuhn να επικαλεστεί ενδεχόμενη αντίφαση μεταξύ αυτής και του άρθρου 2α του γερμανικού νόμου περί οίνου, με μοναδική συνέπεια να διαπιστωθεί ότι ο νόμος αυτός δεν τυγχάνει εφαρμογής. Νομίζω ότι ο Kuhn δεν έχει προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συμφέρον το οποίο να του παρέχει τη δυνατότητα να προβάλει τον κοινοτικό κανόνα για να επιτύχει ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
35.
Συναφώς, η Επιτροπή εμμένει πολύ στο γεγονός ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού περιλαμβάνει διάταξη «αυστηρότερη» έναντι των αμπελουργών από τη διάταξη του άρθρου 2α του νόμου περί οίνου.
Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το στοιχείο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα κατά της δυνατότητας του Kuhn να επικαλεστεί τον κοινοτικό κανόνα.
Πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί εν προκειμένω ότι δύσκολα μπορεί να τεθεί ως προϋπόθεση, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να πληρούται ώστε να είναι δυνατόν να μην αναγνωριστεί σε ιδιώτη το δικαίωμα να επικαλεστεί κοινοτικό κανόνα, το να είναι μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου «αυστηρότερη» από τον εθνικό κανόνα.
Μπορεί στην πράξη να παρουσιαστούν περιπτώσεις κατά τις οποίες θα είναι δύσκολο να αποδειχθεί εάν η «πλέον αυστηρή κατάσταση» από την πλευρά του ενδιαφερομένου μέρους είναι η νομική κατάσταση που προβλέπεται από τον κοινοτικό κανόνα ή αυτή που προβλέπεται από τον εθνικό κανόνα. Επιπλέον, δεν μπορούν να αποκλειστούν περιπτώσεις κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο μέρος δεν έχει προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συμφέρον να επικαλεστεί κοινοτικό κανόνα προκειμένου να διαπιστωθεί ότι εθνικός κανόνας δεν τυγχάνει εφαρμογής, ακόμη και όταν ο κοινοτικός κανόνας είναι «λιγότερο αυστηρός» από τον εθνικό κανόνα.
36.
Κατά την άποψη μου, στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν έχει προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο συμφέρον να επικαλεστεί το άρθρο 11 του κανονισμού ν. q. p. r. d. προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 2α του γερμανικού νόμου περί οίνου το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα της απορρίψεως της αιτήσεως του να του χορηγηθεί αριθμός ελέγχου.
Κατ' εμέ, για να αιτιολογηθεί το αποτέλεσμα αυτό, το Δικαστήριο πρέπει κυρίως να υπογραμμίσει ότι θα ήταν καταφανώς ασυμβίβαστο προς τον σκοπό του κανονισμού να χρησιμοποιηθεί το άρθρο 11 για να δημιουργηθεί στη Γερμανία νομική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας, καθόσον δεν έχει εξοβελισθεί διαπιστωθείσα αντίφαση μεταξύ κοινοτικού κανόνα και του αντίστοιχου γερμανικού κανόνα με τροποποίηση της γερμανικής νομοθεσίας, ο οίνος θα μπορεί ελεύθερα να διατίθεται στο εμπόριο ως οίνος ποιότητας, έστω και αν πρόκειται για οίνο που παρήχθη καθ' υπέρβαση της επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως.
Υπάρχει συναφώς ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο είναι ίσως και το αποφασιστικό: δεν υφίσταται συγκεκριμένη αντίφαση μεταξύ του κανονισμού και του νόμου περί οίνου ως προς το σημείο που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, ήτοι ως προς το εάν πρέπει να χορηγηθεί στον Kuhn αριθμός ελέγχου για τον πλεονάζοντα οίνο του, οπότε να μπορεί να πωλείται ως οίνος ποιότητας. Τόσο ο κοινοτικός κανονισμός όσο και ο γερμανικός νόμος περί οίνου αποκλείουν τη δυνατότητα πωλήσεως του πλεονάζοντος οίνου ως οίνου ποιότητας.
Ως προς το εάν to Δικαστήριο εκτιμά ότι πρέπει να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που του υποβλήθηκε από το διοικητικό πρωτοδικείο
37.
Εάν το Δικαστήριο συμμερισθεί την άποψη μου, ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 11 του κανονισμού προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 2α του νόμου περί οίνου, νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να απαντήσει στο συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα που του υποβλήθηκε. Ο λόγος για τον οποίο ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί τον κοινοτικό κανόνα είναι ότι η εφαρμογή του εν λόγω κανόνα από το διοικητικό πρωτοδικείο θα κατέληγε εν προκειμένω σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τον σκοπό του κανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δεν θα παρουσίαζε καμία χρησιμότητα για το αιτούν δικαστήριο.
Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι ενδείκνυται να απαντήσει στα ερωτήματα του διοικητικού πρωτοδικείου, διευκρινίζω ότι μπορώ να συνταχθώ πλήρως με την ερμηνεία που έδωσε στο άρθρο 11η Επιτροπή.
Πρόταση
Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το Verwaltungsgericht Neustadt a. d. Weinstrasse την εξής απάντηση:
Ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 11 του κανονισμού 823/87, για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του γερμανικού νόμου περί οίνου στην οποία στηρίζεται η διοικητική πράξη περί αρνήσεως χορηγήσεως στον προσφεύγοντα αριθμού ελέγχου για τον οίνο τον οποίο παρήγαγε πέραν της επιτρεπομένης ανά εκτάριο αποδόσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Ο περιορισμός των ποσοτήτων οίνου που παράγονται ανά εκτάριο είναι αναμφισβήτητα αποφασιστικής σημασίας για την ποιότητα του οίνου. Τούτο υπογράμμισε ο Βρετανός κριτικός οίνων, ο Hugh Johnson, σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Time αριθ. 3 του 1993, σ. 42. Ζητήθηκε από τον Η. Johnson να αναπτύξει την παρατήρηση:
«απεί-λείται η ακεραιότητα της γερμανικής αμπελουργίας». Απάντησε ως εξής: «Βασικά, το σφάλμα για τους γερμανικούς οίνους ήταν η υπερπαραγωγή. Οι γερμανικοί οίνοι του 19ου αιώνα ήσαν ξηροί, αλλά επρόκειτο για οίνους παραγομένους στο πλαίσιο χαμηλού ποσοστού αποδόσεως. Ήσαν δυνατοί και είχαν άρωμα και μπορούσαν να παλαιωθούν σχεδόν επ' αόριστον, πράγμα το οποίο αποτελεί σημαντική ιδιότητα. Όταν όμως αρχίζετε ξαφνικά να παράγετε 200 εκατόλιτρα ανά εκτάριο, διερωτάσθε γιατί ο οίνος έχει τη γεύση νερού — πράγματι, είναι νερό —και γιατί δεν παλαιώνεται —τούτο συμβαίνει γιατί δεν έχει δομή (...)»
( 2 ) EE L 84, σ.59.
( 3
) Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι ανά εκτάριο αποδόσεις που έχουν σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης είναι οι ακόλουθες:
οίνος ποιότητας mit Prädikat (με ένδειξη)
80 hl
οίνος ποιότητας
105 hl
επιτραπέζιος οίνος
140 hl
( 4 ) O Kuhn είχε αμπελουργική έκταση που είχε υπολογιστεί σε 82445 m2 και είχε ήδη λάβει τον αριθμό ελέγχου για τις ακόλουθες ποσότητες:
οίνος ποιότητας mit Prädikat
23 850 l
= 29 813 m2
οίνος ποιότητας
27 011 l
= 25 725 m2
επιτραπέζιος οίνο;
17 538 l
= 26 813 m2
82 351 m2
Επομένως, υπολείπονταν 94 m2 (82445 m2 - 82351 m2).
Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αίτηση χορηγήσεως αριθμού ελέγχου για Ι 500 πρόσθετα λίτρα. 0 Kuhn έλαβε τον εν λόγω αριθμό ελέγχου μόνο για 75 λίτρα οίνου ποιότητας mit Prädikat που αντιστοιχούσε στην επιτρεπομένη απόδοση ανά εκτάριο για τα υπολειπόμενα 94 m2.
( 5 ) Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239).
( 6 ) Απόφαση Siminentlial, σκέψη 18.
( 7 ) Απόφαση Simmenüial, σκέψη 21.
( 8 ) Απόφαση Simmenthai, σκέψη 17.
( 9 ) Απόιραση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, o.861).
( 10 ) Απόφαση της 14η; Δεκεμβρίου 1971, 43/71, Polili (Συλλογή τόμο; 1969-1971, ο. 1077, σκέψη 9).
( 11 ) Βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1978, 31/78, Bussone (Συλλογή τόμος 1978, σ. 775), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 30 ότι «η άμεση ισχύς του κανονισμού απαιτεί όπως η θέση του σε ισχύ και η εφαρμογή του υπέρ ή εις βάρος των υποκειμένων δικαίου πραγματοποιούνται χωρίς κανένα μέτρο μεταφοράς του στο εσωτερικό δίκαιο». Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην απόφαση 74/76, Iannelli (Συλλογή τόμος 1977, ο. 143) όπου αναφέρονται τα εξής: «Το γεγονός ότι μία διάταξη κανονισμού ισχύει άμεσα (δυνάμει του άρθρου 189) δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι έχει άμεσο αποτέλεσμα: Αυτό συμβαίνει μόνον εάν η διάταξη συγκεντρώνει τα γνωστά κριτήρια, είναι δηλαδή σαφής και ανεπιφύλακτη και δεν απαιτεί για την εφαρμογή της καμιά άλλη πρόσθετη νομοθετική παρέμβαση».
( 12 ) Λποφααη της 5ΐ|ς ΑπηΛ(ου 1979, 148/78 (Συλλογή τόμο; 1979/I ,0.861).
( 13 ) Στις υποθέσεις C-46/90, Lagauche, C-69/91, Decoster, C-92/91, Taillandier και, C-93/91, Evrard, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί ζητήματος το οποίο είναι ανάλογο σε ορίτ σμένο βαθμό με το ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο συζητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση. Όπως είναι γνωστό, οι υποθέσεις αυτές αφορούν τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν στο Βέλγιο και στη Γαλλία κατά ορισμένων ατόμων σε μια σειρά περιπτώσεων διότι κατείχαν υλικό τηλεπικοινωνιών χωρίς το υλικό αυτό να έχει εγκριθεί από τις αρχές, όπως απαιτεί το εθνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο έκρινε προηγουμένως ότι οι εθνικοί κανόνες που προβλέπουν την έγκριση αυτού του είδους υλικού δεν είναι αφ' εαυτών ασυμβίβαστοι προς το κοινοτικό δίκαιο αλλά ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται στις τέσσερις υποθέσεις αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο καθόσον προϋποθέτουν ότι η έγκριοη δίδεται από οργανισμό ο οποίος παρεμβαίνει ο ίδιος στην αγορά ως επιχειρηματίας. Στις υποθέσεις αυτές το ζήτημα είναι αν οι κατηγορούμενοι μπορούν να επικαλεστούν το ασυμβίβαστο των βελγικών και γαλλικών κανόνων προς το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο ασυμβίβαστο θεμελιώνεται και περιορίζεται κατά τον τρόπο αυτό προκειμένου να διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας των εθνικών κανόνων στους οποίους στηρίζονται οι διώξεις. Ορισμένες σκέψεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στις προτάσεις του στην υπόθεση C-36/90, Lagauche και C-93/91, Evrard, που αναπτύχθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου 1992, θα μπορούσαν να ερμηνευθούν, οε ορισμένο βαθμό, υπό την έννοια ότι οι κατηγορούμενοι οι οποίοι δεν ζήτησαν την έγκριση δεν έχουν συμφέρον προστατευόμενο από το κοινοτικό δίκαιο να επικαλεστούν τους οικείους κοινοτικούς κανόνες για να προκαλέσουν τη διαπίστωση ότι η βελγική προϋπόθεση εγκρίσεως τύγχανε αφ' εαυτής εφαρμογής στην περίπτωση τους (βλ. τις παραγράφους 44 και 45 στις προτάσεις Lagauche και τις παραγράφους 17 και 18 στις προτάσεις Evrard).
Full & Egal Universal Law Academy