ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
W. VAN GERVEN
της 10ης Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση του γερμανικού Finanzgericht München προς το Δικαστήριο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση επί του περιεχομένου των άρθρων 366 και 368 της Πράξης για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών ( 1 ) (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 449/86 ( 2 ), και του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 (στο εξής: πρωτόκολλο) της Συμφωνίας Συνεργασίας που υπογράφηκε στο Βελιγράδι στις 2 Απριλίου 1980 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (στο εξής: Συμφωνία), η οποία επικυρώθηκε από την Κοινότητα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 314/83 ( 3 ).
Τα υποβληθέντα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Gebr. Weis (προσφεύγουσα της κύριας δίκης, στο εξής: Weis) και του Hauptzollamt Würzburg (καθού της κύριας δίκης, στο εξής: Hauptzollamt).
Το ιστορικό της υποθέσεως
2.
Κατά τη διάρκεια των ετών 1986 και 1987, η Weis απέστειλε στην τότε Γιουγκοσλαβία υφάσματα από την Πορτογαλία μέσω του Zollamt Aschaffenburg, στο πλαίσιο εξουσιοδοτήσεως προς τελειοποίηση που της είχε χορηγηθεί. Στη χώρα αυτή τα υφάσματα μεταποιήθηκαν σε ανδρικά ενδύματα και κατόπιν εισήλθαν εκ νέου στην Κοινότητα, επίσης μέσω του Zollamt Aschaffenburg (στο εξής: Zollamt).
Κατά τον εκτελωνισμό στη Γερμανία των μη μεταποιημένων πορτογαλικών εμπορευμάτων, υποβάλλονταν κάθε φορά στο Zollamt προς επικύρωση πιστοποιητικά κυκλοφορίας εμπορευμάτων εκδοθέντα από την Weis. Κατά την επανεισαγωγή στη Γερμανία των εμπορευμάτων που είχαν μεταποιηθεί στη Γιουγκοσλαβία, το Zollamt αναγνώριζε κάθε φορά πιστοποιητικά κυκλοφορίας εμπορευμάτων συμπληρωμένα από τις γιουγκοσλαβικές αρχές ως απόδειξη της καταγωγής και έτσι δεν τους επιβαλλόταν κανένας δασμός.
Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποίησε η Oberfinanzdirektion Nürnberg, το Hauptzollamt αποφάσισε, με διορθωτική απόφαση, να προβεί στην είσπραξη δασμών. Κατά της αποφάσεως αυτής η Weis άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht München, το οποίο υπέβαλε προς το Δικαστήριο δύο προδικαστικά ερωτήματα. Για μια εκτενέστερη έκθεση των περιστατικών και για μια πλήρη απόδοση του κείμενου των προδικαστικών ερωτημάτων, παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
3.
Αναφερόμενο στα άρθρα 366 και 368 της Πράξεως Προσχωρήσεως και στο άρθρο 1 του κανονισμού 449/86, το Finanzgericht ερωτά αν έπρεπε κατά το 1986 τα εν λόγω εμπορεύματα εκ Πορτογαλίας να θεωρηθούν, στο μεταξύ Γερμανίας και Γιουγκοσλαβίας εμπόριο, ως εμπορεύματα κοινοτικής καταγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της Συμφωνίας. Το Finanzgericht επιθυμεί επίσης να γνωρίζει κατά πόσο η απάντηση σε αυτό το ερώτημα επηρεάζεται από το αν τα εν λόγω εμπορεύματα κυκλοφορούσαν ή όχι ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας υπό την προηγούμενη σύνθεση της ( 4 ).
4.
Κατά το άρθρο 15 της Συμφωνίας, καταρχήν δεν επιβάλλεται δασμός επί «προϊόντων καταγωγής Γιουγκοσλαβίας», τα οποία εισάγονται στην Κοινότητα ( 5 ). Από το άρθρο 1, παράγραφος 1, τελευταία πρόταση, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της Συμφωνίας (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 30 της Συμφωνίας) προκύπτει ότι ως «προϊόντα καταγωγής Γιουγκοσλαβίας» κατά την έννοια του άρθρου 15 θεωρούνται επίσης «προϊόντα κοινοτικής καταγωγής» ( 6 ) υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποστεί «επαρκή» μεταποίηση ή επεξεργασία στη Γιουγκοσλαβία ( 7 ).
5.
Το ότι τα επίδικα πορτογαλικά προϊόντα υπέστησαν επαρκή μεταποίηση στη Γιουγκοσλαβία δεν αμφισβητείται. Το ερώτημα όμως είναι αν τα προϊόντα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «προϊόντα κοινοτικής καταγωγής». Το Hauptzollamt, υποστηριζόμενο συναφώς και από τις έγγραφες παρατηρήσεις της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρεί πως όχι. Ναι μεν η Πορτογαλία είναι από 1ης Ιανουαρίου 1986 μέλος της Κοινότητας ( 8 ), αλλά για μια μεταβατική περίοδο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 στα πορτογαλικά προϊόντα επιβάλλονται ορισμένοι δασμοί στο εσωτερικό της Κοινότητας. Σύμφωνα με το Hauptzollamt και την Επιτροπή ( 9 ), κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τα πορτογαλικά προϊόντα δεν μπορούσαν ακόμη να θεωρούνται ως «προϊόντα κοινοτικής καταγωγής» — και επομένως εξομοιούμενα προς τα γιουγκοσλαβικά κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της Συμφωνίας —, οπότε το άρθρο 15 της Συμφωνίας δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή.
6.
Είναι αναντίρρητο ότι η Πορτογαλία από την 1η Ιανουαρίου 1986 είναι πλήρες μέλος της Κοινότητας και ότι, γι' αυτόν τον λόγο, τα πορτογαλικά προϊόντα πρέπει από την ημερομηνία αυτή να θεωρούνται κατ' αρχήν ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής. Η διαπίστωση ότι στα πορτογαλικά προϊόντα το 1986 επιβάλλονταν ακόμη ορισμένοι δασμοί στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν αρκεί για να συμπεράνουμε ότι δεν επρόκειτο για προϊόντα κοινοτικής καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της Συμφωνίας. Αυτή η υποχρέωση προς καταβολή δασμών μεταξύ των προ-σχωρούντων και των άλλων κρατών μελών της Κοινότητας είναι πράγματι εσωτερική υπόθεση, η οποία δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων χωρών. Ως προς μια τρίτη χώρα όπως η Γιουγκοσλαβία, η Πορτογαλία από την 1η Ιανουαρίου 1986 ήταν πλήρες μέλος της Κοινότητας και, γι' αυτόν τον λόγο, τα προϊόντα της από την ημερομηνία αυτή έπρεπε να θεωρούνται ως «προϊόντα κοινοτικής καταγωγής» ( 10 ).
7.
Κατά της απόψεως αυτής η Επιτροπή αντιτείνει ότι το πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας δεν επεκτάθηκε αυτομάτως και επί της Πορτογαλίας κατά την προσχώρηση της χώρας αυτής στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1986. Το επιχείρημα αυτό — το οποίο έχασε μεγάλο μέρος από την αποδεικτική του δύναμη για την Επιτροπή στην απάντηση της σε πρόσθετο ερώτημα του Δικαστηρίου — μου φαίνεται ότι βρίσκεται σε αντίθεση προς τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 61 και 54, παράγραφος 2, της Συμφωνίας.
Κατά το άρθρο 61, η Συμφωνία «εφαρμόζεται επί των εδαφών όπου έχει εφαρμογή η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την ανωτέρω Συνθήκη (...)». Όταν η Κοινότητα διευρύνεται, οπότε η εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ διευρύνεται και επί του εδάφους των νέων κρατών μελών υπό τις αναφερόμενες στην Πράξη Προσχωρήσεως προϋποθέσεις, στα νέα αυτά κράτη μέλη έχει ως εκ τούτου εφαρμογή και η ίδια η Συμφωνία. Αυτό εξάλλου αναγνωρίζεται ρητά στα άρθρα 366, παράγραφος 1, και 368 της Πράξεως Προσχωρήσεως, τα οποία προβλέπουν ότι η Πορτογαλία όφειλε να εφαρμόζει τη Συμφωνία από 1ης Ιανουαρίου 1986, έστω και υπό την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 368 της Πράξεως Προσχωρήσεως που ορίζει τις περιπτώσεις όπου «για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση» της Κοινότητας ή της Πορτογαλικής Δημοκρατίας δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία με τρίτη χώρα περί μεταβατικών διατάξεων.
Η αρχή που περιέχεται στο άρθρο 61 της Συμφωνίας επιβεβαιώνεται από το άρθρο 54, παράγραφος 2, της Συμφωνίας, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση προσχωρήσεως τρίτου κράτους στην Κοινότητα, διεξάγονται οι κατάλληλες διαβουλεύσεις στα πλαίσια του συμβουλίου συνεργασίας, προκειμένου να καταστεί δυνατό να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των συμβαλλομένων μερών που ορίζονται στην παρούσα Συμφωνία» ( 11 ).
Μου φαίνεται ότι αυτή η διάταξη της Συμφωνίας σαφώς αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι η Πορτογαλία μετά την προσχώρηση της αποτελεί πλήρες μέλος της Κοινότητας: πράγματι, το άρθρο 54, παράγραφος 2, δεν απαιτείται να προβλέπει κάποια διαδικασία διαβουλεύσεων εφόσον, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, η προσχώρηση ενός τρίτου κράτους στην Κοινότητα ουδόλως επηρεάζει το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της Συμφωνίας.
8.
Κατά της απόψεως που αναπτύχθηκε εδώ θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι η αναγνώριση στα πορτογαλικά προϊόντα της ιδιότητας των «προϊόντων κοινοτικής καταγωγής» στις σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία θα είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί αυτομάτως η ελεύθερη πρόσβαση προϊόντων καταγωγής πρώην τρίτων χωρών, εν προκειμένω της Πορτογαλίας, στη Γιουγκοσλαβία. Αυτό όμως είναι αναληθές, δεδομένου ότι η Γιουγκοσλαβία, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, της Συμφωνίας, δεν είναι υποχρεωμένη να επιτρέψει την ελεύθερη πρόσβαση προϊόντων από την Κοινότητα αλλά, αντιθέτως, στο πλαίσιο του προαναφερθέντος άρθρου 54, παράγραφος 2, της Συμφωνίας μπορεί να προβεί σε διαβουλεύσεις με την Κοινότητα. Εάν υπήρχε η σχετική βούληση, θα ήταν δυνατό να συμφωνηθούν επίσης μεταβατικές διατάξεις στο πλαίσιο του άρθρου 367 της Συμφωνίας.
Αντιθέτως, κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, πορτογαλικά προϊόντα τα οποία, όπως εν προκειμένω, υφίστανται μεταποίηση σε επαρκή βαθμό στη Γιουγκοσλαβία, μπορούν βάσει του άρθρου 15 της Συμφωνίας να επανεισαχθούν αδασμολόγητα στην Κοινότητα. Αυτό πάντως μου φαίνεται σύμφωνο προς τους στόχους της Συμφωνίας η οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2, αποσκοπεί να συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Γιουγκοσλαβίας. «Στον εμπορικό τομέα, σκοπός της παρούσας Συμφωνίας είναι η προώθηση του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, (...) προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες προσβάσεως των γιουγκοσλαβικών προϊόντων στις αγορές της Κοινότητας» ( 12 ). Η ανωτέρω υποστηριχθείσα άποψη ευθυγραμμίζεται πλήρως προς τη διάταξη αυτή. Όντως, όταν και τα πορτογαλικά προϊόντα, μετά την τελική τους επεξεργασία στη Γιουγκοσλαβία, συνυπολογίζονται για τη δασμολογική απαλλαγή κατά την (επα-νεισαγωγή τους στην Κοινότητα, αυτό είναι ευνοϊκό για την οικονομία της Γιουγκοσλαβίας, όπου η μεταποίηση ή επεξεργασία των προϊόντων αυτών δημιουργεί πρόσθετες θέσεις εργασίας και πρόσθετα έσοδα.
9.
Βάσει τόσο του γράμματος όσο και του σκοπού της Συμφωνίας ( 13 ), καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι το 1986 τα πορτογαλικά προϊόντα έπρεπε να θεωρούνται ως «προϊόντα κοινοτικής καταγωγής» κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της Συμφωνίας. Δεν πρέπει εξάλλου να αποδίδεται σημασία στο γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά μετά την αποστολή τους από την Πορτογαλία προς τη Γερμανία δεν κυκλοφορούσαν πλέον ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας υπό την προηγούμενη σύνθεση της, δεδομένου ότι η ιδιότητα των «προϊόντων κοινοτικής καταγωγής» συνήχθη ανωτέρω από άλλους παράγοντες ( 14 ).
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
10.
Το Finanzgericht με το δεύτερο ερώτημά του επιθυμεί να γνωρίσει αν ένας επιχειρηματίας όπως η Weis όφειλε να είχε διαγνώσει το σφάλμα των γερμανικών τελωνειακών αρχών να απαλλάξουν τα προϊόντα της Weis από την καταβολή δασμών. Κατά την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος εξέφρασα ήδη την άποψη μου ότι οι επίδικες δασμολογικές απαλλαγές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως σφάλμα (βλ. ανωτέρω, παράγραφοι 6 επ.). Για την περίπτωση πάντως που το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά επ' αυτού, θα ήθελα να εξετάσω και το δεύτερο ερώτημα του Finanzgericht.
11.
Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί απάντηση υπό το φως του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979 ( 15 ). Το άρθρο 5, παράγραφος 2, θέτει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές μπορούν να απόσχουν από την είσπραξη αδικαιολογήτως μη καταβληθέντων τελών εισαγωγής ( 16 ): η μη είσπραξη των δασμών αυτών αρχικώς πρέπει να οφείλεται σε σφάλμα των αρμοδίων αρχών, ο υπόχρεος πρέπει να έχει ενεργήσει με καλή πίστη — πράγμα που σημαίνει να μην ήταν σε θέση να διαγνώσει το σφάλμα των τελωνειακών αρχών — και να έχει τηρήσει όλα τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες διατάξεις περί τελωνειακών διασαφήσεων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό σημαίνει ότι ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να τύχει δασμολογικής απαλλαγής όταν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις ( 17 ).
12.
Το Finanzgericht ζητεί από το Δικαστήριο ερμηνεία της δεύτερης προϋποθέσεως. Σχετικώς προς αυτή την προϋπόθεση το Δικαστήριο, στην υπόθεση Foto-Frost, έκρινε ότι ο υπόχρεος προς καταβολή δασμού πρέπει να θεωρείται ότι ενήργησε με καλή πίστη εφόσον «ως προς το θέμα αυτό οι ειδικευμένοι δικαστές» — και στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο για γερμανικό Finanzgericht — «έκριναν ότι ήταν πολύ αμφίβολο αν οφείλονταν δασμοί για εισαγωγές όπως εκείνες για τις οποίες γίνεται λόγος εν προκειμένω» ( 18 ). Κατά το Δικαστήριο, αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν «ανάλογες πράξεις είχαν διενεργηθεί και προηγουμένως με δασμολογική απαλλαγή» ( 19 ).
Από την αιτιολογία του υπό κρίση εν προκειμένω προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι και το Finanzgericht München διατηρεί έντονες αμφιβολίες ως προς το αν η Weis οφείλει τους επιδίκους δασμούς. Επιπλέον, από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Finanzgericht προκύπτει ότι οι γερμανικές τελωνειακές αρχές απάλλαξαν κατ' επανάληψη από δασμούς συναλλαγές της Weis πριν προβούν σε είσπραξη. Μου φαίνεται συνεπώς ότι η Weis ενήργησε με καλή πίστη κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79.
13.
Αυτό ουδόλως επηρεάζεται από το γεγονός ότι στην απόφαση Binder το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας προσεκτικός επιχειρηματίας δεν είναι καλής πίστεως, εφόσον ήταν σε θέση να διαγνώσει το σφάλμα των τελωνειακών αρχών διαβάζοντας την Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 20 ). Πράγματι, από την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει σαφώς ότι η Weis δεν ήταν δυνατό, με μόνη την ανάγνωση της Επίσημης Εφημερίδας, να συμπεράνει ότι το άρθρο 15 της Συμφωνίας δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή.
14.
Όπως ακριβώς η Επιτροπή και το Finanzgericht, κατολήγω και εγώ στο ότι ένας επιχειρηματίας που έπραξε όπως η Weis ενήργησε με καλή πίστη, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979.
15.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Τα άρθρα 366 και 368 της Πράξεως για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών και το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 449/86 της 24ης Φεβρουαρίου 1986 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι προϊόντα πορτογαλικής καταγωγής τα οποία το 1986 εξήχθησαν μέσω Γερμανίας προς τελειοποίηση στη Γιουγκοσλαβία, εντός του μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γιουγκοσλαβίας εμπορίου, έπρεπε να θεωρηθούν ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 3 της Συμφωνίας της 2ας Απριλίου 1980 μεταξύ της Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Δεν έχει εξάλλου σημασία αν τα προϊόντα αυτά κατά την αποστολή τους από την Πορτογαλία προς τη Γερμανία κυκλοφορούσαν ή όχι ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας.
2)
Εφόσον προκύψει ότι τα προϊόντα αυτά χαρακτηρίστηκαν εσφαλμένως ως προϊόντα κοινοτικής καταγωγής, ένας επιχειρηματίας, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση περιπτώσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει το σφάλμα και ότι, συνεπώς, ενήργησε με καλή πίστη κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979».
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ 1985, L 302, σ.23.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 449/86 της 24ης Φεβρουαρίου 1986 για τον καθορισμό του καθεστώτος που θα εφαρμόσουν το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία κατά τις συναλλαγές με ορισμένες τρίτες χώρες (ΕΕ 1986, L 50, σ.40).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 314/83 του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 1983, περί συνάψεως συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (ΕΕ 1983, L 41, σ. 1).
( 4 ) Υπό τον όρο αυτό προφανώς νοείται η Κοινότητα προ της προσχωρήσεως της Ισπανίας και τη; Πορτογαλίας.
( 5 ) Το άρθρο 15 αναφέρεται ρητά οτην έκθεση ακροατηρίου.
( 6 ) Η έννοια «προϊόντα κοινοτικής προελεύσεως» ορίζεται στο όρθρο 1, παράγραφος 2 του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου αριθ. 3.
( 7 ) Στο άρθρο 3, παράγραφο; 3 του τρίτου πρωτοκόλλου αναφέρεται ποιες κατεργασίες ή επεξεργασίες πρέπει να θεωρούνται ως «ανεπαρκείς».
( 8 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2 της Συνθήκης για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλική; Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας, ΕΕ 1985, L 302, σ. 9.
( 9 ) Οι οποίοι επικαλούνται ουναφώς το άρθρο 211, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως.
( 10 ) Εξάλλου, και μεταξύ των κρατών μελών, οι εξαιρέσεις στην αρχή περί πλήρους αναγνωρίσεως της ιδιότητας του μέλους στην Πορτογαλία που καθιερώνονται από τις Πράξεις Προσχωρήσεως ερμηνεύθηκαν περιοριστικά από το Δικαστήριο. Βλ. τις προτάσεις μου στην απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, υπόθεση C-113/89, Rush Portuguesa (Συλλογή 1990, σ. I-1425, σημείο 12).
( 11 ) Βλ. την «ερμηνευτική δήλωση» στη γαλλική έκδοση της ΕΕ 1983, L 41, σ. 101.
( 12 ) Άρθρο 14 της Συμφωνίας.
( 13 ) Το ότι. διεθνείς συμφωνίες όπως η Συμφωνία πρέπει να ερμηνεύονται ούμφωνα με το γράμμα τους και υπό το φως του σκοπού τους είναι πέραν πάση; αμφιβολίας. Βλ. τη γνωμοδότηση της 14ης Δεκεμβρίου 1991, 1/91 (σ. Ι-6079, σκέψη 14).
( 14 ) Από τον φάκελο εξάλλου δεν συνάγεται με βεβαιότητα αν τα πορτογαλικά εμπορεύματα κατά τον εκτελωνισμό τους στη Γερμανία, λόγω της πληρωμής των οφειλομένων δασμών, τέθηκαν επίσης σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας.
( 15 ) Κανονισμός 1697/79 του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979 περί εισπράξεως δασμών εισαγωγής ή εξαγωγής οι οποίοι δεν είχαν επιβληθεί στον φορολογούμενο για εμπορεύματα τα οποία δηλώθηκαν υπό τελωνειακό καθεστώς από το οποίο απορρέει υποχρέωση καταβολής δασμών, ΕΕ L197, σ. 1.
( 16 ) Απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, υπόθεση 314/85, Folo-Frost (Συλλογή 1987, σ.4199, σκέψεις 22 έως 26).
( 17 ) Απόφαση Foto-Frost, σκέψη 22- η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και διά της αποφάσεως της 24ης Ιουνίου 1991, υπόθεση C-348/89, Mecanarte (Συλλογή 1991, σ. I-4199, σκέψεις 12 έως 14).
( 18 ) Απόφαση Foto-Frost, σκέψη 25.
( 19 ) Απόφαση Foto-Frost, σκέψη 25.
( 20 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 161/88 (Συλλογή 1989, σ.2415, σκέψεις 20 και 25).
Full & Egal Universal Law Academy