ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 9ης Φεβρουαρίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με τα τέσσερα ερωτήματα που υπέβαλε, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να εξετάσει αν τα άρθρα 90 και 86 της Συνθήκης απαγορεύουν σε κράτος μέλος να θεσπίζει ή να διατηρεί σε ισχύ σύστημα μονοπωλίου το οποίο περιλαμβάνει, εκτός της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, και τις λεγόμενες υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας.
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Corbeau για παράβαση των κανόνων που διέπουν το βελγικό ταχυδρομικό μονοπώλιο (νόμος της 26ης Δεκεμβρίου 1956, άρθρα 1, 26 και 33).
Ο Corbeau παρέσχε ταχυδρομικές υπηρεσίες εντός εδαφικά περιορισμένου τομέα (την πόλη της Liège και τις όμορες ζώνες). Προς τούτο συνήψε συμβάσεις παροχής μισθώσεως υπηρεσιών, βάσει των οποίων ανέλαβε την υποχρέωση να συλλέγει την αλληλογραφία κατ' οίκον και να τη διανέμει πριν από το μεσημέρι της επομένης ημέρας καθόσον οι παραλήπτες της αλληλογραφίας βρίσκονται εντός του προαναφερθέντος τομέα. Ο Corbeau ασχολούνταν επίσης με την αποστολή, διά της ταχυδρομικής υπηρεσίας, της αλληλογραφίας με προορισμό εκτός του εξυπηρετουμένου τομέα.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, η προαναφερθείσα βελγική νομοθεσία ανέθετε αποκλειστικά, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, τις δραστηριότητες της συλλογής, μεταφοράς και διανομής της αλληλογραφίας στη διοίκηση των ταχυδρομείων.
Η νομοθεσία ωστόσο τροποποιήθηκε στη συνέχεια. Ο νόμος της 21ης Μαρτίου 1991 προβλέπει ρητώς μεταξύ των εξαιρέσεων από το ταχυδρομικό μονοπώλιο τη διανομή που γίνεται από την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας.
Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η βελγική διοίκηση των ταχυδρομείων (η Régie des postes) διευκρίνισε ότι η νέα νομοθεσία αναγνώρισε κατ' ουσία μια προϋφιστάμενη πραγματική κατάσταση, εφόσον ήδη πριν τις τροποποιήσεις που επήλθαν τον Μάρτιο του 1991, οι βελγικές αρχές είχαν ανεχθεί σε μεγάλο βαθμό την παροχή υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας από τους ειδικευμένους στον τομέα αυτό επιχειρηματίες.
Η Régie des postes αμφισβητεί ωστόσο ότι η δραστηριότητα που ασκεί ο Corbeau μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας.
Τα τέσσερα ερωτήματα
2.
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει ερωτήματα στο Δικαστήριο. Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν (ως προς τη διατύπωση τους παραπέμπω στην έκθεση ακροατηρίου) διαρθρώνονται γύρω από τα ακόλουθα σημεία:
α)
Συνιστά ένα ταχυδρομικό μονοπώλιο, όπως αυτό που θεσπίζει ο βελγικός νόμος του 1956, επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης (βλ. τέταρτο ερώτημα);
β)
Κατά πόσον μπορεί το μονοπώλιο αυτό να θεωρηθεί σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως προς τα άρθρα 90, 85 και 86 (βλ. πρώτο ερώτημα);
γ)
Κατά πόσον μπορεί να τύχει εφαρμογής επί του μονοπωλίου αυτού η εξαίρεση του άρθρου 90, παράγραφος 2 (βλ. τρίτο ερώτημα);
δ)
Κατά πόσον πρέπει το μονοπώλιο αυτό να διαρρυθμιστεί εκ νέου ώστε να συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. δεύτερο ερώτημα);
Τα ερωτήματα υπό τα στοιχεία α' και δ'
3.
Πριν την εξέταση της ουσίας του προβλήματος — το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αφορά τη νομιμότητα του αποκλειστικού δικαιώματος που χορηγήθηκε για τις υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως της αλληλογραφίας και το οποίο περιλαμβάνεται στα ερωτήματα υπό τα στοιχεία β' και γ' — πρέπει να εξεταστούν συνοπτικώς οι δύο άλλες πλευρές που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο.
Καταρχάς, ως προς το υπό το στοιχείο δ' ερώτημα, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο του δευτέρου ερωτήματος, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποφανθεί ειδικά ως προς την ανάγκη «διαρρυθμίσεως» του βελγικού ταχυδρομικού μονοπωλίου. Η απάντηση ως προς το σημείο αυτό εμπεριέχεται στις απαντήσεις τις οποίες το Δικαστήριο καλείται να δώσει στα άλλα ερωτήματα που υποβάλλονται με τη διάταξη περί παραπομπής. Πράγματι, άπαξ και αποδειχθεί εάν και κατά πόσον το ταχυδρομικό μονοπώλιο βρίσκεται εντός των ορίων που θέτει η κοινοτική έννομη τάξη, θα καταστεί περιττό να τεθεί το ερώτημα αν το μονοπώλιο αυτό πρέπει να διαρρυθμιστεί εκ νέου: είναι αυτονόητο ότι εν πάση περιπτώσει η εθνική ρύθμιση θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να εκλείψουν οι ενδεχόμενοι λόγοι ασυμβιβάστου τους οποίους επισήμανε το Δικαστήριο και, κατά συνέπεια, προκειμένου να αποκατασταθεί μια κατάσταση ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις της αγοράς. Εξάλλου, δεν είναι καν ανάγκη να διευκρινιστεί ότι το ερώτημα που υπέβαλε συναφώς ο δικαστής φαίνεται να αφορά την υποχρέωση «διαρρυθμίσεως εκ νέου» των εμπορικών μονοπωλίων τα οποία προβλέπει το άρθρο 37 της Συνθήκης, διάταξη η οποία, κατά παγία νομολογία, αφορά αποκλειστικά την εμπορία προϊόντων και επομένως δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της στον τομέα των αποκλειστικών δικαιωμάτων που χορηγούνται για την παροχή υπηρεσιών.
4.
Είναι επιπλέον εύκολο να δοθεί απάντηση στο πρώτο από τα ανωτέρω αναφερθέντα σημεία. Κατ' ουσίαν, ο δικαστής ερωτά συναφώς αν η Régie des postes μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εταιρία κατέχουσα δεσπόζουσα θέση υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης. Επί τη ευκαιρία αυτή, πρέπει να υπομνηστεί ότι με την απόφαση Höfner ( 1 ) το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, η έννοια της επιχειρήσεως περιλαμβάνει κάθε οντότητα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος αυτής και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς της. Στην προκείμενη όμως περίπτωση είναι προφανές — όπως αναγνώρισε και η (δια η Régie des postes — ότι τόσο οι βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται στη συλλογή, διαλογή και διανομή της αλληλογραφίας, όσο και οι υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως της αλληλογραφίας συνιστούν δραστηριότητες οικονομικού χαρακτήρα. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αναγνωριστεί ο χαρακτήρας της επιχειρήσεως, υπό την έννοια των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, σε έναν οργανισμό, όπως ακριβώς η Régie des postes, ο οποίος ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες.
5.
Πρέπει να επισημανθεί επίσης ότι η Régie des postes απολαύει μονοπωλίου εκ του νόμου για την παροχή των προκειμένων υπηρεσιών, τούτο δε δυνάμει του προαναφερθέντος βελγικού νόμου του 1956 και ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 2 ), η δεσπόζουσα θέση μπορεί να απορρέει από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις οι οποίες χορηγούν αποκλειστικά δικαιώματα σε ορισμένη επιχείρηση.
Τέλος, όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση ΕΡΤ, η δεσπόζουσα θέση που αφορά το σύνολο του εδάφους ενός κράτους μέλους πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει «σημαντικό μέρος» της κοινής αγοράς υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
Στο σημείο αυτό μπορεί, επομένως, εύκολα να δοθεί απάντηση στο εθνικό δικαστήριο υπό την έννοια ότι ένας οργανισμός όπως η βελγική Régie des postes, στον οποίο ο νόμος χορήγησε γενικό μονοπώλιο των ταχυδρομικών υπηρεσιών, που καλύπτει το σύνολο του εθνικού εδάφους, κατέχει δεσπόζουσα θέση επί σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
Τα ερωτήματα υπό τα στοιχεία β' και γ'
6.
Για να εξεταστεί στη συνέχεια το βασικό ζήτημα που ανέκυψε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, νομίζω ότι η ανάλυση πρέπει να διαρθρωθεί κατά τον ακόλουθο τρόπο.
Πρώτον, πρέπει να αναφερθούν τα ουσιώδη στοιχεία της νομολογίας που αφορά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης — ιδίως τα άρθρα 90 και 86 — στα σχετικά με την παροχή υπηρεσιών αποκλειστικά δικαιώματα, τα οποία χορηγούνται από τα κράτη σε ορισμένες επιχειρήσεις.
Δεύτερον, θα καταστεί δυνατό να εκτιμηθεί αν συμβιβάζεται προς τους κανόνες αυτούς το αποκλειστικό δικαίωμα που χορηγήθηκε στη βελγική διοίκηση ταχυδρομείων όσον αφορά τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία και τις υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας όπως οι υπηρεσίες στην υπό κρίση περίπτωση.
Το νομολογιακό πλαίσιο
7.
Καταρχάς, είναι γνωστόν ότι, κατά παγία νομολογία, η οποία επιβεβαιώθηκε τελευταίως με την απόφαση «υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών» ( 3 ), απλώς και μόνον το γεγονός της δημιουργίας δεσπόζουσας θέσης με τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν είναι αυτό καθαυτό ασυμβίβαστο προς το άρθρο 86.
Ταυτοχρόνως, το Δικαστήριο ήδη με τις πρώτες αποφάσεις που εκδόθηκαν επί του θέματος φρόντισε να διευκρινίσει τους όρους οι οποίοι περιορίζουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να εξαιρέσουν, με τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων, ορισμένες επιχειρήσεις από το ελεύθερο παιγνίδι του ανταγωνισμού.
8.
Ήδη με την απόφαση Port de Mertert ( 4 ), που αφορά περίπτωση η οποία ουδόλως διαφέρει από την περίπτωση που αποτελεί αντικείμενο της πλέον πρόσφατης αποφάσεως Porto di Genova ( 5 ), το Δικαστήριο τόνισε ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, εφαρμόζεται καταρχήν στην περίπτωση επιχειρήσεως η οποία, προς τον σκοπό διαχειρίσεως της σημαντικότερης εξόδου για την ποταμοπλοία του ενδιαφερομένου κράτους, απολαύει ορισμένων προνομίων για την εκπλήρωση της αποστολής με την οποία είναι νομίμως επιφορτισμένη και διατηρεί προς τούτο στενές σχέσεις με τις δημόσιες αρχές (σκέψη 11 του σκεπτικού). Παρατηρείται ότι εν προκειμένω τα «προνόμια» αυτά συνίσταντο συγκεκριμένα στο καθεστώς του de facto μονοπωλίου του οποίου απήλαυε η εν λόγω επιχείρηση, δυνάμει των διατάξεων που είχαν θεσπίσει οι δημόσιες αρχές, για τις ενέργειες φορτώσεως και εκφορτώσεως των εμπορευμάτων (η αγωγή της κυρίας δίκης αφορούσε στην πραγματικότητα έναν ανταγωνιστή ο οποίος είχε αποκλειστεί από την παροχή των υπηρεσιών αυτών λόγω του μονοπωλίου που χορηγήθηκε στην «προνομιούχο» επιχείρηση).
Όσον αφορά όμως την υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι στην Επιτροπή εναπόκειται να εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 90, παράγραφος 2, εξέταση η οποία συνεπάγεται «εκτίμηση απαιτήσεων που είναι συμφυείς, αφενός, προς την εκπλήρωση της ειδικής αποστολής που έχει ανατεθεί στις επιχειρήσεις για τις οποίες πρόκειται και, αφετέρου, προς την προστασία του συμφέροντος της Κοινότητας» (σκέψεις 12 έως 14 της προαναφερθείσας αποφάσεως).
Το Δικαστήριο διευκρίνισε επιπλέον ότι η εκτίμηση αυτή «συνδέεται με τους στόχους της γενικής οικονομικής πολιτικής που επιδιώκουν τα κράτη υπό την επίβλεψη της Επιτροπής» (σκέψεις 15 και 16), επίβλεψη που καλείται να ασκεί δυνάμει των εξουσιών που της παρέχει το άρθρο 90, παράγραφος 3 ( 6 ).
9.
Ομοίως, με την απόφαση Sacchi ( 7 ), το Δικαστήριο, τονίζοντας ότι το άρθρο 90, παράγραφος 1, δεν απαγορεύει τη χορήγηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων, διευκρίνισε ότι η δημιουργία μονοπωλίου εκ του νόμου — όπως το μονοπώλιο που παραχωρήθηκε στο Radio audizione italiana (RAI) για τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπες — συνάδει, «για λόγους δημοσίου συμφέροντος μη οικονομικής φύσεως», προς τη Συνθήκη (σκέψη 14).
10.
Η επακολουθήσασα απόφαση Van Ameyde ( 8 ) εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί εκ νέου ως προς τη νομιμότητα των περιορισμών του ελεύθερου ανταγωνισμού που προκάλεσε η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων σε ορισμένες επιχειρήσεις. Εν προκειμένω, επιχείρηση, η οποία ασκεί τη δραστηριότητα του loss adjuster (σχετική με την έρευνα και την αποκατάσταση των ζημιών στον τομέα της ασφαλίσεως αυτοκινήτων), θυγατρική ολλανδικής ασφαλιστικής εταιρίας, παρεκωλύθη στην άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας από το μέτρο που έλαβαν οι ιταλικές αρχές στο πλαίσιο του συστήματος της πράσινης κάρτας, το οποίο ανέθετε μόνο στις ασφαλιστικές εταιρίες που ήσαν μέλη του κεντρικού ιταλικού γραφείου ασφαλίσεως αυτοκινήτων (UCI), αποκλείοντας, κατά συνέπεια, τους loss adjusters, την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν στο εθνικό έδαφος από οχήματα ασφαλισμένα στο εξωτερικό ( 9 ).
Το Δικαστήριο τόνισε συναφώς ότι, για να εξεταστεί το ζήτημα ενόψει των άρθρων 85 και 90 της Συνθήκης, πρέπει να εκτιμηθεί χωριστά το συμβιβαστό προς τις διατάξεις αυτές ενδεχομένων συμπεριφορών ή πρακτικών των επιχειρήσεων στις οποίες έχει χορηγηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα, αφενός, και του εθνικού μέτρου το οποίο αναθέτει κατ' αποκλειστικότητα στις ασφαλιστικές εταιρίες την αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται από αλλοδαπά οχήματα, αφετέρου.
Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, το Δικαστήριο έκρινε ότι το επίμαχο μέτρο δεν ήταν, τελικώς, ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις του άρθρου 90 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το αποτέλεσμα της αναλύσεως αυτής στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη εξέταση των σκοπών του μέτρου, οι οποίοι εκτιμώνται υπό το πρίσμα των ειδικών απαιτήσεων της Κοινότητας. Το Δικαστήριο τονίζει στην πραγματικότητα ότι η αποκλειστική ανάθεση στις ασφαλιστικές εταιρίες εκπληρώνει έναν από τους σκοπούς της πράσινης κάρτας (ήτοι αυτόν που συνίσταται στην προσφορά πλήρους προστασίας στους ζημιωθέντες, με τη δημιουργία σε κάθε χώρα που συμμετέχει εθνικού γραφείου αποτελουμένου από ασφαλιστικές εταιρίες, καθεμία από τις οποίες υπόκειται σε ειδικούς ελέγχους και πρέπει να παράσχει τις εγγυήσεις τις οποίες απαιτεί η εθνική νομοθεσία) ότι, το σύστημα αυτό, το οποίο αναγνωρίζεται και τελειοποιείται από το κοινοτικό δίκαιο, σκοπεί στο να διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των εμπορευμάτων. Το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας για τους λόγους αυτούς το συμβιβαστό του σχετικού αποκλειστικού δικαιώματος — και των περιορισμών του ανταγωνισμού που απορρέουν από αυτό — φρόντισε επιπλέον να οριοθετήσει αυτό το συμβιβαστό: διευκρίνισε ότι η νομιμότητα του εθνικού συστήματος σε σχέση με το άρθρο 90, σε συνδυασμό με τα άρθρα 85 και 86, εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εκ του νόμου αποκλειστικότητα ουδόλως εμποδίζει «την ελευθερία του ασφαλιστή, στον οποίο έχει ανατεθεί η αποκατάσταση της ζημίας, να αποτείνεται, προκειμένου να ερευνηθεί η ζημία, σε άλλη επιχείρηση, η οποία δεν είναι μέλος του γραφείου, ειδικευμένη στον τομέα αυτό» (σκέψη 18). Επισημαίνεται επίσης ότι με την απόφαση Van Ameyde το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την άποψη ότι η εκ μέρους κράτους μέλους χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος συνεπάγεται αφεαυτής — ήτοι από το γεγονός και μόνο της αποκλειστικής αναθέσεως σε ορισμένες επιχειρήσεις της διενέργειας συγκεκριμένων πράξεων — δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας και, κατά συνέπεια, παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης (βλ. σκέψεις 26 επ.).
11.
Πιο πρόσφατα, το συμβιβαστό των αποκλειστικών δικαιωμάτων προς τις διατάξεις της Συνθήκης εξετάστηκε από το Δικαστήριο σε δύο κατηγορίες αποφάσεων. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις αποφάσεις Höfner, ΕΡΤ και Porlo di Genova. Με τις τρεις αυτές αποφάσεις το Δικαστήριο λαμβάνει ως βάση την αρχή, η οποία έχει ήδη αναγνωριστεί με την απόφαση GB-Inno-BM κατά ΑΤΑΒ ( 10 ), κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν πρέπει να λαμβάνουν μέτρα που θέτουν σε κίνδυνο την πρακτική αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού. Το Δικαστήριο συνάγει το συμπέρασμα ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, όταν τα κράτη μέλη χορηγούν αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία δημιουργούν κατάσταση στην οποία η επιχείρηση φορέας των δικαιωμάτων αυτών οδηγείται σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτών. Παρατηρείται ότι οι προαναφερθείσες αποφάσεις δεν ορίζουν (τουλάχιστον όχι σαφώς) τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή τη διάκριση μιας καταστάσεως η οποία οδηγεί κατ' ανάγκη σε καταχρηστική εκμετάλλευση από μια κατάσταση, η οποία, αντιθέτως, δεν οοηγεί σε καταχρηστική εκμετάλλευση. Οι αποφάσεις δεν διευκρινίζουν ούτε αν αρκεί να διαπιστωθεί ότι μια δεδομένη κατάσταση είναι δυνάμει καταχρηστική ή εάν πρέπει αντιθέτως να εξακριβωθεί εν πάση περιπτώσει ότι διεπράχθη όντως συγκεκριμένη κατάχρηση ( 11 ). Εν πάση περιπτώσει, από το σύνολο των σκεπτικών των προαναφερθεισών αποφάσεων φαίνεται ότι, για να αποδειχθεί αν η θέσπιση ή η διατήρηση αποκλειστικού δικαιώματος είναι ικανή να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού και ως εκ τούτου δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 90, παράγραφος 1, είναι σκόπιμο να εξεταστούν στοιχεία όπως η ικανότητα του κατόχου της αποκλειστικότητας να καλύψει τη ζήτηση στην αγορά περί της οποίας πρόκειται, και (τουλάχιστον) η δυνατότητα να οδηγηθεί ο δικαιούχος της αποκλειστικότητας σε συμπεριφορές που αντιβαίνουν προς το άρθρο 86 της Συνθήκης.
12.
Υπογραμμίζεται επίσης ότι με την απόφαση ΕΡΤ το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης απαγορεύει τη δημιουργία μονοπωλίου εκ του νόμου (σχετικού με τη μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων που παράγει το ίδιο το μονοπώλιο και με την αναμετάδοση προγραμμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών), εφόσον ένα τέτοιο μονοπώλιο παράγει αποτελέσματα ενέχοντα διακρίσεις εις βάρος των εκπομπών προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Ωστόσο, με τη μεταγενέστερη απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών ( 12 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια ρύθμιση η οποία υποχρεώνει τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς να προσφύγουν σε εθνική επιχείρηση για την παραγωγή των προγραμμάτων τους εμπίπτει βεβαίως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 και, κατά συνέπεια, απαγορεύεται, εκτός εάν δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος (βλ. σκέψεις 31 επ.). Δυνάμει του άρθρου 59, ένα εκ του νόμου μονοπώλιο υπηρεσιών δεν μπορεί να περιορίζει την ελευθερία των αποδεκτών της υπηρεσίας να κάνουν χρήση των υπηρεσιών που παρέχουν επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Το άρθρο 59 δεν επιτρέπει ωστόσο τη ρύθμιση άλλης καταστάσεως, ήτοι αυτής στην οποία — ακριβώς όπως στην υπό κρίση περίπτωση — το εκ του νόμου μονοπώλιο εμποδίζει ημεδαπό επιχειρηματία να παρέχει την υπηρεσία σε ημεδαπούς χρήστες ( 13 ).
13.
Τέλος, το νομολογιακό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα συμπληρώνεται από μια άλλη κατηγορία αποφάσεων, η οποία περιλαμβάνει τις αποφάσεις RTT ( 14 ) και «υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών». Από την τελευταία αυτή απόφαση, κυρίως, προκύπτει αναντιρρήτως ότι η επέκταση, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, εκ του νόμου μονοπωλίου σε παραπλήσια αλλά χωριστή αγορά απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 86. Η απόφαση αυτή, όπως διευκρινίστηκε σαφέστερα με την απόφαση RTT, στηρίζεται στην άποψη ότι μια εθνική διάταξη δεν μπορεί εγκύρως να περιαγάγει δημόσια επιχείρηση ή φορέα αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων σε θέση η οποία, εάν ήταν αποτέλεσμα αυτόνομης συμπεριφοράς της επιχειρήσεως, θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης.
Ομοίως από την απόφαση RTT προκύπτουν τα εξής:
—
όταν εθνική διάταξη επεκτείνει αποκλειστικό δικαίωμα σε άλλη αγορά, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, απαγορεύεται από τα άρθρα 90, παράγραφος 1, και 86, η επέκταση καθαυτή χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι το κράτος ευνόησε κατάχρηση στην οποία πράγματι προέβη η επιχείρηση δικαιούχος της αποκλειστικότητας (σκέψεις 23 και 24)
—
η παραγωγή παι εμπορία των προϊόντων (επί των οποίων η αποκλειστικότητα ασκεί επιρροή) είναι δραστηριότητα η οποία πρέπει να μπορεί να ασκηθεί από κάθε επιχείρηση (σκέψη 22)
—
ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός του ανταγωνισμού, ο οποίος προκύπτει από το επίμαχο εθνικό μέτρο, μπορεί να δικαιολογείται, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, υπό την προϋπόθεση ότι ανταποκρίνεται σε ορισμένες «ουσιαστικές απαιτήσεις» (σκέψη 22): στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο για την ασφάλεια των χρηστών, την ασφάλεια των εκμεταλλευομένων το δίκτυο και την προστασία του δικτύου αυτού από ενδεχόμενες ζημίες.
Γενικές σκειρεις επί της νομολογίας
14.
Από την ανωτέρω εξέταση της νομολογίας φαίνεται να επιβεβαιώνεται ότι το κοινοτικό δίκαιο θέτει συγκεκριμένα όρια στη δυνατότητα των κρατών μελών να παραχωρούν αποκλειστικά δικαιώματα. Στον τομέα των υπηρεσιών, οι διατάξεις με τις οποίες παραχωρούνται τέτοια δικαιώματα μπορούν να εξεταστούν υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 86 ή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, των άρθρων 90 και 59.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο θεωρεί καταρχήν ασυμβίβαστες προς τα άρθρα 90 και 86 τις διατάξεις οι οποίες επεκτείνουν την εκ του νόμου αποκλειστικότητα από μια αγορά σε άλλη (αποφάσεις RTT και «υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών»). Στην περίπτωση αυτή, το κρατικό μέτρο παράγει αποτελέσματα ιδιαιτέρως αρνητικά για τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές. Το μέτρο αυτό εισάγεται στο πλαίσιο καταστάσεως στην οποία η δομή της αγοράς είναι ήδη αλλοιωμένη από την ύπαρξη προηγούμενης αποκλειστικότητας υπό τις συνθήκες αυτές, ο αποκλεισμός άλλων τομέων δραστηριοτήτων από τον ελεύθερο ανταγωνισμό δεν συμβιβάζεται καταρχήν με ένα σύστημα το οποίο προορίζεται να εξασφαλίσει την ελευθερία της αγοράς και τον πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων.
Επιβάλλεται ωστόσο μια διευκρίνιση. Τα μέτρα που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής μιας αποκλειστικότητας δεν διαφέρουν, ως εκ της φύσεως τους, από τα μέτρα τα οποία θεσπίζουν την αποκλειστικότητα. Και τα μεν και τα δε εξοβελίζουν από έναν συγκεκριμένο τομέα τη δυνατότητα της ελεύθερης άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας και, κατά συνέπεια, του ανταγωνισμού. Για τον λόγο αυτό, μπορούν να εξεταστούν σε σχέση με τα άρθρα 90 και 86. Και στις δύο περιπτώσεις το ουσιαστικό σημείο θα συνίσταται στο να εξακριβωθεί αν, για τη λήψη των επίμαχων μέτρων, συντρέχουν ή όχι αντικειμενικοί δικαιολογητικοί λόγοι.
Στην πραγματικότητα, η εξέταση των δικαιολογητικών αυτών λόγων φαίνεται να είναι το κύριο στοιχείο της νομολογίας που ανέλυσα ανωτέρω (βλ. τις αποφάσεις Port de Mertért, Van Ameyde, Sacchi, RTT και «υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών»). Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει επομένως να εκτιμηθεί αν τα αποκλειστικά δικαιώματα που χορηγούνται από τα κράτη μέλη δικαιολογούνται από απαιτήσεις γενικού συμφέροντος, οι οποίες είναι, αυτές καθαυτές, σύμφωνες προς τους σκοπούς της Κοινότητας.
Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, θα πρέπει να τηρηθεί ένα κριτήριο αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι επιτρέπονται οι περιορισμοί του ανταγωνισμού (και των συναλλαγών) οι οποίοι δεν είναι απαραίτητοι για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των οποίων γίνεται επίκληση για να δικαιολογηθούν τα αποκλειστικά δικαιώματα (βλ. ιδίως τις αποφάσεις RTT και Port de Mertért). Η νομολογία δεν είναι παγιωμένη όσον αφορά το αν η εκτίμηση των απαιτήσεων αυτών πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο του άρθρου 90, παράγραφος 1 (βλ. υπό την έννοια αυτή τις αποφάσεις Sacchi και Van Ameyde) ή στο πλαίσιο του άρθρου 90, παράγραφος 2 (βλ. τις αποφάσεις Port de Mertért και, πλέον πρόσφατα, RTT). Η πρώτη λύση φαίνεται να ανταποκρίνεται περισσότερο προς το περιεχόμενο των δύο διατάξεων. Πράγματι, το άρθρο 90, παράγραφος 1, αφορά τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη, ενώ το άρθρο 90, παράγραφος 2, αφορά τις επιχειρήσεις και περιορίζει την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων αυτών. Η διάκριση δεν φαίνεται ωστόσο να έχει μεγάλη σημασία από νομικής πλευράς. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που απορρέουν από το επίμαχο εθνικό σύστημα είναι αναγκαίοι για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του επιδιωκομένου γενικού συμφέροντος.
Υπό το φως των στοιχείων αυτών πρέπει να εξεταστεί αν συμβιβάζονται προς τα άρθρα 90 και 86 τα αποκλειστικά δικαιώματα που χορηγεί η βελγική διοίκηση ταχυδρομείων.
Το εκ του νόμου μονοπώλιο της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας
15.
Σε όλα τα κράτη μέλη έχει συσταθεί γενική ταχυδρομική υπηρεσία για τη συλλογή, τη διαλογή και τη διανομή της αλληλογραφίας (βασική ταχυδρομική υπηρεσία). Δεν αμφισβητείται ότι η υπηρεσία αυτή, καθόσον καθιστά δυνατή την επικοινωνία μεταξύ των προσώπων, καλύπτει ζωτική ανάγκη του κοινωνικού συνόλου.
Σύμφωνα με την κοινωνική λειτουργία της, η ταχυδρομική υπηρεσία είναι οργανωμένη κατά τρόπον ώστε να ικανοποιεί περισσότερες ειδικές απαιτήσεις. Πράγματι η υπηρεσία παρέχεται:
—
σε οποιονδήποτε τη ζητεί στο σύνολο του εθνικού εδάφους (υποχρέωση δημοσίας υπηρεσίας)
—
σε μέτριο βαθμό από ποιοτικής πλευράς
—
σε ενιαία τιμή (ήτοι ανεξάρτητη από την απόσταση που πρέπει να καλυφθεί και από τον τόπο αποστολής ή προορισμού) η οποία καθορίζεται σε επίπεδο προσιτό σε όλους.
Προς τον σκοπό αυτό, η ταχυδρομική υπηρεσία προβαίνει σε τιμολογιακή εξίσωση. Η εξίσωση αυτή συνίσταται στον καθορισμό των τιμών ανάλογα με το μέσο κόστος εκμεταλλεύσεως, αντισταθμίζοντας κατά τον τρόπο αυτό τα κέρδη που πραγματοποιούνται στις γραμμές χαμηλότερου ενιαίου κόστους (ειδικότερα στις γραμμές στις οποίες η κυκλοφορία είναι μεγαλύτερη και οι οποίες εξυπηρετούνται καλύτερα) με τα ελλείμματα που παρουσιάζονται στις γραμμές με υψηλότερο ενιαίο κόστος.
Η εξίσωση αυτή προϋποθέτει τη δημιουργία μονοπωλίου εκ του νόμου. Πράγματι, εάν η παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών είχε ελευθερωθεί, ο ανταγωνισμός θα συγκεντρωνόταν στις πλέον κερδοφόρες γραμμές, ασκώντας προοδευτική πίεση επί των τιμών και, κατά συνέπεια, προκαλώντας «απομύζηση» των κερδών της διοικήσεως των ταχυδρομείων. Η ανάληψη των πλέον επαχθών και, ως εκ τούτου, εγγενώς ελλειμματικών υπηρεσιών θα παρέμενε τουναντίον στη διοίκηση ταχυδρομείων.
Επομένως, όπως επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής σχετικά με τις ταχυδρομικές υπηρεσίες ( 15 ), ελλείψει εκ του νόμου μονοπωλίου, η διοίκηση των ταχυδρομείων θα ήταν υποχρεωμένη, για να διατηρήσει την οικονομική της ισορροπία, να εγκαταλείψει το σύστημα της τιμολογιακής εξισώσεως και να υιοθετήσει διαφορετικές τιμές. Η λύση όμως αυτή — πέραν του αν δύναται να εφαρμοστεί στην πράξη — θα ερχόταν σε αντίφαση με την ειδική κοινωνική λειτουργία της ταχυδρομικής υπηρεσίας, εφόσον συνεπάγεται άνοδο των τιμών για τις γραμμές περιορισμένης κυκλοφορίας των οποίων η εκμετάλλευση είναι επαχθέστερη, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια να περιάγει σε μειονεκτική θέση την αλληλογραφία που προέρχεται από και προορίζεται για τις πλέον απομακρυσμένες και αραιοκατοικημένες ζώνες, ήτοι τις ζώνες των οποίων η ανάπτυξη παρουσιάζει καθυστέρηση και όπου, κατά συνέπεια, η αύξηση των τιμών ουσιαστικής δημοσίας υπηρεσίας, όπως η ταχυδρομική υπηρεσία, θα είχε ιδιαιτέρως αρνητικές συνέπειες από κάθε άποψη.
Συνοπτικά, μπορεί να θεωρηθεί ότι το εκ του νόμου μονοπώλιο το οποίο είναι συμφυές προς τη βασική υπηρεσία δεν μπορεί να καταργηθεί χωρίς να θιγεί η ουσιαστική λειτουργία της γενικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, η οποία συνίσταται στην προσφορά στο κοινωνικό σύνολο, σε όλη την επικράτεια, ενός μέσου για τις ατομικές επικοινωνίες, μεσαίας ποιότητας, σε τιμή αντισταθμιζόμενη και προσιτή σε όλους.
16.
Ο συνήγορος του Corbeau υποστήριξε ωστόσο, αναφερόμενος στην απόφαση Höfner, ότι το βελγικό ταχυδρομικό μονοπώλιο δεν δικαιολογείται πλέον, λαμβανομένης υπόψη της ανικανότητας του να παράσχει ποιοτικώς αποδεκτές υπηρεσίες και κατάλληλες να ικανοποιήσουν τη ζήτηση και τις προσδοκίες των χρηστών.
Βεβαίως, με την απόφαση Höfner, το Δικαστήριο έκρινε ότι η θέσπιση μονοπωλίου εκ του νόμου δεν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 90 και 86, εφόσον το μονοπώλιο αυτό προδήλως δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τη ζήτηση. Εντούτοις, είναι αμφίβολο αν η νομολογία αυτή μπορεί να ισχύσει στην περίπτωση ταχυδρομικού μονοπωλίου. Πράγματι, το μονοπώλιο αυτό, καίτοι οι υπηρεσίες του φαίνονται ενδεχομένως μέτριας ποιότητας και κατώτερης από τις προσδοκίες του κοινού, υποχρεούται ωστόσο, δυνάμει του νόμου, να παράσχει τη σχετική υπηρεσία σε οποιονδήποτε τη ζητήσει.
Ακόμη και αν δεν ληφθεί υπόψη η σκέψη αυτή, νομίζω ότι η άποψη που υποστηρίζει ο συνήγορος του Corbeau πρέπει να απορριφθεί για λόγους αρχής. Όπως αναφέρθηκε, πρέπει να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται προς τα άρθρα 90 και 86 τα εκ του νόμου μονοπώλια τα οποία δικαιολογούνται από αντικειμενικές απαιτήσεις δημοσίου συμφέροντος, ειδικώς όταν οι απαιτήσεις αυτές δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα. Τουναντίον, τα άρθρα 90 και 86 δεν μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα για την επίκριση της οικονομικής αποτελεσματικότητας του τάδε ή του δείνα εθνικού μονοπωλίου. Εάν ένα μονοπώλιο δικαιολογείται αντικειμενικά — όπως στην περίπτωση του μονοπωλίου της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας —, είναι άνευ σημασίας το αν η εκμετάλλευση του είναι λίγο ως πολύ αποτελεσματική εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνάδει προς τη Συνθήκη, ενώ στην εθνική αρχή εναπόκειται να λάβει όλα τα μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών. Μια άλλη λύση θα είχε άλλωστε ως συνέπεια να επιτρέπεται ένα εθνικό σύστημα το οποίο παραχωρεί αποκλειστικά δικαιώματα στη μια περίπτωση, ενώ να απαγορεύεται στην άλλη, ανάλογα με τη μικρότερη ή μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή, τελικά, ανάλογα με τον υψηλότερο ή χαμηλότερο βαθμό διαχειριστικής ικανότητας του δικαιούχου της αποκλειστικότητας οργανισμού.
17.
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι τα άρθρα 90 και 86 της Συνθήκης δεν απαγορεύουν τη χορήγηση στη διοίκηση ταχυδρομείων αποκλειστικών δικαιωμάτων τα οποία αφορούν την υπηρεσία συλλογής, στους προς τούτο προβλεπομένους χώρους, διαλογής και διανομής της αλληλογραφίας.
Η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας
18.
Όπως προκύπτει εξάλλου από το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής και όπως τόνισαν κατά κόρον οι παρεμβαίνοντες στην παρούσα διαδικασία — συμπεριλαμβανομένης της Régie des postes —, η διατήρηση της γενικής ταχυδρομικής υπηρεσίας δεν δικαιολογεί ωστόσο την αναγνώριση αποκλειστικών δικαιωμάτων απεριόριστης εκτάσεως. Πράγματι, οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που απορρέουν από μονοπώλιο εκ του νόμου πρέπει καταρχήν να περιορίζονται στο μέτρο που είναι απολύτως απαραίτητο για την ικανοποίηση των απαιτήσεων για τις οποίες ιδρύθηκε το μονοπώλιο.
Καίτοι όμως είναι προφανές ότι το κρατικό μονοπώλιο πρέπει να διατηρηθεί για τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τις υπηρεσίες οι οποίες διαφοροποιούνται αντικειμενικά από τη βασική υπηρεσία και που παρουσιάζουν, σε σχέση με την υπηρεσία αυτή, ειδική προστιθέμενη αξία.
Τούτο ισχύει κυρίως για την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας την οποία αφορά η παρούσα διαδικασία.
Η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας — η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή επείγουσα ταχυδρόμηση η οποία εντάσσεται στον τομέα της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας (Πράσινο Βιβλίο, σσ. 384 και 386) — είναι ειδική υπηρεσία η οποία αναπτύχθηκε με ταχύ ρυθμό, ιδίως τα τελευταία χρόνια, για να καλύψει τις ανάγκες ορισμένων κατηγοριών χρηστών (κυρίως των επιχειρήσεων και των ελευθερίων επαγγελμάτων).
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το Πράσινο Βιβλίο, η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας — νομοθετικός ορισμός της οποίας δεν υφίσταται — δεν διακρίνεται από τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία ούτε βάσει του περιεχομένου ούτε βάσει του βάρους των ταχυδρομουμένων αντικειμένων, ούτε κατ' ανάγκη — τούτο πρέπει να υπογραμμιστεί — από μεγαλύτερη ταχύτητα. Σε ένα σημείο του Πράσινου Βιβλίου, η Επιτροπή παρατηρεί συναφώς τα εξής:
«Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να διακριθεί εύκολα η αποστολή γράμματος με την υπηρεσία επείγουσας ταχυδρομήσεως; Οι διαστάσεις του, το βάρος του και το περιεχόμενο του μπορεί να είναι τα ίδια. Η ουσιαστική διαφορά έγκειται στην αξία (ανεξαρτήτως είδους) που προστίθεται από τους παρέχοντες υπηρεσίες επείγουσας ταχυδρομήσεως και εισπράττεται από τους χρήστες. Ο αποτελεσματικότερος τρόπος να οριστεί η πρόσθετη αξία που εισπράττεται είναι να ληφθεί υπόψη η πρόσθετη τιμή που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν οι χρήστες.»
Η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας χαρακτηρίζεται γενικώς από την προστιθέμενη αξία που παρουσιάζει σε σχέση με τη βασική υπηρεσία, η οποία προστιθέμενη αξία συνίσταται σε μία ή περισσότερες πρόσθετες παροχές όπως:
—
η συλλογή της αλληλογραφίας κατ' οίκον
—
μεγαλύτερη ταχύτητα ή αξιοπιστία της διανομής (η οποία προκύπτει, για παράδειγμα, από την παράδοση εντός ορισμένης προσθεμίας, ή ιδίαις χερσί του παραλήπτη, ή ακόμη με βεβαίωση προς τον αποστολέα ότι έλαβε χώρα η επίδοση)
—
η δυνατότητα αλλαγής του προορισμού καθ' οδόν (λειτουργία «tracking and tracing» ή παρακολουθήσεως και εντοπίσεως)
—
η δυνατότητα διαμορφώσεως της υπηρεσίας ανάλογα με τις ειδικές απαιτήσεις της πελατείας (εξατομικευμένες υπηρεσίες) ( 16 ).
Η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας μπορεί επιπλέον να εκτελείται εντός εδαφικής ζώνης η έκταση της οποίας ποικίλλει: διεθνής, εθνική, και μάλιστα τοπική ( 17 ). Το Πράσινο Βιβλίο διευκρινίζει, ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες αστικού ταχυδρομείου (city mail), ότι «πρόκειται για υπηρεσία την οποία εκμεταλλεύονται ιδιώτες επιχειρηματίες και περιλαμβάνει γενικώς την αλληλογραφία που συγκεντρώνεται εντός της αστικής ζώνης προκειμένου να διανεμηθεί στην ίδια αυτή ζώνη». Κατά τα λοιπά, τίποτε δεν απαγορεύει στις επιχειρήσεις ταχείας επιδόσεως διεθνούς αλληλογραφίας να παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες και εντός πόλεως.
Επισημαίνεται επίσης ότι η υπηρεσία αυτή εκτελείται στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται κατά συνέπεια σε νομικό καθεστώς διαφορετικό από το καθεστώς που ισχύει για τις υπηρεσίες που παρέχονται από τη διοίκηση ταχυδρομείων. Τέλος, όσον αφορά τις τιμές, δύο πλευρές του ζητήματος πρέπει να υπογραμμιστούν. Πρώτον, ελλείψει συστήματος καθορισμένου από τις δημόσιες αρχές, είναι προφανές ότι οι τιμές καθορίζονται ελεύθερα από τους ιδιώτες επιχειρηματίες βάσει του κόστους των και των άλλων συνθηκών που επικρατούν στην αγορά (πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, σχετικώς σπάνιες, οι τιμές μπορούν να ανταποκρίνονται ή ακόμη και να είναι χαμηλότερες από τις τιμές που ισχύουν σε συγκεκριμένη χώρα για αντίστοιχη βασική ταχυδρομική υπηρεσία).
Δεύτερον, τίποτε δεν απαγορεύει στις δημόσιες αρχές να θεσπίζουν τιμολογιακή ρύθμιση η οποία επιτρέπει την παροχή υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας μόνο πέρα από ορισμένο όριο. Η ρύθμιση αυτή θα καθιστούσε δυνατή τη διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας, χωρίς άλλωστε να θέτει σε κίνδυνο τη δραστηριότητα της ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας: πράγματι, καίτοι αληθεύει ότι η δραστηριότητα αυτή περιλαμβάνει προστιθέμενη αξία σε σχέση με τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο χρήστης θα είναι διατεθειμένος να πληρώνει για την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας τιμή υψηλότερη από αυτήν που κατέβαλλε για τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία. Η ρύθμιση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαφανής και παραμένει εντός των αναγκαίων ορίων για την εξασφάλιση της ικανοποιήσεως των απαιτήσεων του ταχυδρομικού μονοπωλίου όσον αφορά τις βασικές υπηρεσίες, μπορεί επιπλέον να θεωρηθεί σύμφωνη προς τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Ahmed Saeed ( 18 ) ( 19 ).
19.
Επομένως, και για να εξεταστεί το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 90 και 86 το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής όχι μόνο της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας αλλά και των υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, πρέπει να επισημανθεί ότι οι απαιτήσεις που δικαιολογούν τη διατήρηση του μονοπωλίου για τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία δεν υφίστανται όσον αφορά την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας.
Η υπηρεσία αυτή δεν εκπληρώνει την ειδική κοινωνική λειτουργία του ταχυδρομικού μονοπωλίου και δεν υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις: εν αντιθέσει προς τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία, δεν καλύπτει μια γενική ανάγκη του κοινωνικού συνόλου, αλλά ιδιαίτερες απαιτήσεις ειδικών κατηγοριών χρηστών (γενικώς η πελατεία της αποτελείται από επιχειρήσεις). Κατά συνέπεια, δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις που χαρακτηρίζουν την ταχυδρομική υπηρεσία, ήτοι την υποχρεωτική παροχή της υπηρεσίας σε οποιονδήποτε τη ζητήσει, σε μεσαία ποιοτική στάθμη και σε ενιαία τιμή προσιτή σε όλους, υποχρεώσεις οι οποίες — όπως αναφέρθηκε ανωτέρω — καθιστούν αναγκαία τη διατήρηση ενός αποκλειστικού τομέα, ενός εξαιρουμένου πεδίου, για τη βασική ταχυδρομική δραστηριότητα.
Εξάλλου, μπορεί να υπογραμμιστεί ότι η ανάγκη ελευθερώσεως της υπηρεσίας ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας αναγνωρίζεται κατ' ουσίαν από τα ίδια τα κράτη μέλη. Στην πραγματικότητα, τα κράτη αυτά έχουν πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η ταχεία επίδοση αλληλογραφίας είναι υπηρεσία αντικειμενικώς διαφορετική από τη βασική υπηρεσία και ότι ανήκει σε χωριστή αγορά. Καίτοι, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, το εκ του νόμου μονοπώλιο ίσχυσε και για την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, τούτο δεν οφείλεται στο γεγονός ότι, για οποιονδήποτε λόγο, θεωρήθηκε αναγκαίο να ανατεθεί η εν λόγω υπηρεσία κατ' αποκλειστικότητα στη διοίκηση των ταχυδρομείων, αλλ' απλώς και μόνο στο γεγονός ότι το ταχυδρομικό μονοπώλιο είχε γενικό χαρακτήρα και ότι, κατά συνέπεια, αφής στιγμής νέες υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας για τη διανομή της αλληλογραφίας άρχισαν να εμφανίζονται σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, οι υπηρεσίες αυτές εμπίπτουν αυτομάτως στο πεδίο εφαρμογής του μονοπωλίου. Δεν αμφισβητήθηκε άλλωστε ότι όχι μόνον ουδόλως δικαιολογείται μονοπώλιο της υπηρεσίας ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, αλλά κυρίως ότι η διοίκηση των ταχυδρομείων δεν είναι εν πάση περιπτώσει σε θέση να παράσχει μόνη τις υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας τις οποίες ζητεί η αγορά (όπως προκύπτει από το Πράσινο Βιβλίο, στο πλαίσιο της Κοινότητας, μόνο σε τρία κράτη μέλη η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί πλήρως).
20.
Όσον αφορά, εν συνεχεία, την επιρροή που έχουν επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών οι περιορισμοί του ανταγωνισμού οι οποίοι συνδέονται με την εφαρμογή του ταχυδρομικού μονοπωλίου στην υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, αρκεί να παρατηρηθεί ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία είναι ικανή να εμποδίσει τους επιχειρηματίες άλλων κρατών μελών τόσο να εγκατασταθούν στη βελγική αγορά προκειμένου να παράσχουν υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, όσο και να παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές από άλλα κράτη μέλη.
21.
Απομένει, τέλος, να εξεταστεί ένα τελευταίο σημείο. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, τόσο οι κυβερνήσεις οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις όσο και η ίδια η Régie des postes συμφώνησαν ως προς το ότι, καταρχήν, τα αποκλειστικά δικαιώματα που έχουν αναγνωριστεί στη διοίκηση των ταχυδρομείων, για να συνάδουν προς τη Συνθήκη, πρέπει να έχουν περιορισμένη έκταση και δεν μπορούν να εκτείνονται σε υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας οι οποίες παρουσιάζουν πραγματική προστιθέμενη αξία και, επομένως, διαφοροποιούνται από τη βασική υπηρεσία.
Τουναντίον, αμφισβητήθηκε εν προκειμένω η δυνατότητα να χαρακτηρισθεί ως υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας μια δραστηριότητα διανομής αλληλογραφίας όπως αυτή που ασκεί ο Corbeau. Υποστηρίχθηκε συναφώς ότι μια υπηρεσία διανομής της αλληλογραφίας η οποία είναι εδαφικά περιορισμένη, της οποίας οι προσθεσμίες προωθήσεως είναι ανάλογες ή ελαφρώς βραχύτερες από τις προθεσμίες της ταχυδρομικής υπηρεσίας για την οποία ισχύουν τιμές χαμηλότερες (κατ' ολίγον επίσης) από τις συνήθεις ταχυδρομικές τιμές, δεν παρουσιάζει στην πραγματικότητα προστιθέμενη αξία, συγχέεται με τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία και πρέπει, κατά συνέπεια, να υπαχθεί στο εκ του νόμου μονοπώλιο.
22.
Συναφώς, νομίζω ότι μπορούν να διατυπωθούν σχηματικώς οι ακόλουθες παρατηρήσεις.
Επισημαίνω, καταρχάς, ότι ο ορισμός της υπηρεσίας ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας σε σχέση με τη βασική υπηρεσία πρέπει να διατυπωθεί σε κοινοτικό επίπεδο και βάσει κριτηρίων όσο το δυνατόν σαφών και ομοιομόρφων. Ο ορισμός αυτός απαιτεί πράγματι την εφαρμογή σε ορισμένες δραστηριότητες νομικού καθεστώτος εντελώς διαφορετικού: την ελευθέρωση αφενός και το κρατικό μονοπώλιο αφετέρου. Οι δραστηριότητες όμως που υπάγονται στα καθεστώτα αυτά πρέπει να ορίζονται κατά τον ίδιο τρόπο στο σύνολο της Κοινότητας.
Αναφέρθηκε επιπλέον ότι η υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας χαρακτηρίζεται από πρόσθετες παροχές στον χρήστη σε σχέση με τη βασική υπηρεσία και επισημάνθηκε ότι δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην αξιοπιστία την οποία εγγυάται στον χρήση παρά στη μεγαλύτερη ταχύτητα δια-νομής. Άλλωστε, υπό τον όρον ότι η παρεχόμενη υπηρεσία παρουσιάζει προστιθέμενη αξία, είναι άνευ σημασίας το ότι παρέχεται εντός εδαφικής ζώνης περισσότερο ή λιγότερο ευρείας.
Όσον αφορά τη δραστηριότητα του Corbeau, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τον φάκελο και υπό την επιφύλαξη ελέγχων στους οποίους μόνον το εθνικό δικαστήριο μπορεί να προβεί, επισημαίνω τα εξής:
—
ο κατηγορούμενος πραγματοποιεί κατ' οίκον συλλογή της αλληλογραφίας
—
η συλλογή αυτή πραγματοποιείται κατά κανόνα μετά τις ώρες συλλογής από την ταχυδρομική υπηρεσία
—
η διανομή πραγματοποιείται το αργότερο το πρωί της επομένης ημέρας καίτοι είναι αληθές ότι οι προθεσμίες διανομής είναι θεωρητικώς ανάλογες προς αυτές του ταχυδρομείου, ο κατηγορούμενος δεσμεύεται συμβατικώς να εξασφαλίσει την ακριβή τήρηση των προθεσμιών αυτών (βλ. άρθρο 3 του αντιγράφου της συμβάσεως το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο), ενώ οι προθεσμίες διανομής της ταχυδρομικής υπηρεσίας είναι ενδεικτικές προθεσμίες, η τήρηση των οποίων δεν είναι εγγυημένη και τηρούνται πράγματι μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων
—
η υπηρεσία οδηγεί στη δημιουργία άμεσης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του κατηγορουμένου και των πελατών του
—
εντός ορισμένων ορίων, ο πελάτης μπορεί να έλθει σε επαφή με τον Corbeau για να αλλάξει τον προορισμό της αλληλογραφίας.
Όλες όμως αυτές οι παροχές συνιστούν αντικειμενικώς πρόσθετες παροχές, που ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν πραγματική προστιθέμενη αξία σε σχέση με τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία. Επομένως, τίποτε δεν εμποδίζει να χαρακτηρισθούν, βάσει των στοιχείων αυτών, οι δραστηριότητες που ασκεί ο κατηγορούμενος ως υπηρεσίες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας.
Πράγματι, όσον αφορά το γεγονός ότι οι τιμές του κατηγορούμενου είναι ελαφρώς κατώτερες από τις τιμές του ταχυδρομείου, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι εθνικές αρχές μπορούν καταρχήν να θεσπίσουν τιμολογιακή ρύθμιση απαγορεύουσα την παροχή υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας κάτω από ορισμένο τιμολογιακό όριο, αλλά ότι, ελλείψει τέτοιας ρυθμίσεως, οι επιχειρηματίες είναι προφανώς ελεύθεροι να καθορίζουν αυτόνομα τις τιμολογήσεις τους ανάλογα με την κατανομή του κόστους των και τους όρους της αγοράς.
23.
Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, νομίζω ότι πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στο εθνικό δικαστήριο:
1)
Ένας οργανισμός, όπως η βελγική Régie des postes, στον οποίο ο νόμος έχει χορηγήσει γενικό μονοπώλιο ταχυδρομικών υπηρεσιών στο σύνολο της επικράτειας, συνιστά επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση εντός σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
2)
Οι διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 της Συνθήκης απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να εφαρμόζει το εκ του νόμου μονοπώλιο, το οποίο θεσπίζεται για τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία, και στις δραστηριότητες ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας, όπως οι δραστηριότητες τις οποίες αφορά η παρούσα διαδικασία, οι οποίες παρουσιάζουν πραγματική προστιθέμενη αξία σε σχέση με τις δραστηριότητες συλλογής και διανομής της αλληλογραφίας που χαρακτηρίζουν τη βασική ταχυδρομική υπηρεσία.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Klaus Höfner και Fritz Elser κατά Macroion GmbH, Συλλογή 1991, σ. I-1979.
( 2 ) Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985, 311/84, CBBM, Συλλογή 1985, σ.3261, και, τέλος, απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. I-2925.
( 3 ) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-271/90, C-281/90 και C-289/90, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I-5833.
( 4 ) Απόφαση τη; 14ης Ιουλίου 1971, 10/71, Minutére public luxembourgeois (εισαγγελική αρχή του Λουξεμβούργου) κατά Madeleine Muller, χήρας J. Ρ. Hein, και λοιπών. Συλλογή τόμο; 1969-1971, σ. 895.
( 5 ) Απόφαση τη; 10η; Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci convenzionali Porto di Genova SpA κατά Siderurgica Gabrielli SpA, Συλλογή 1991, σ. I-5889.
( 6 ) Σημειώνεται ότι στην απόφαση Port de Mertert, όπως και στην απόφαση Inler-Huilles (απόφαση της 10η; Μαρτίου 1983, 172/82, Συλλογή 1983, σ.555), το Δικαστήριο λαμβάνει ω; βάση την αρχή ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, οεν είναι διάταξη αμέσου εφαρμογής. Η ερμηνεία αυτί], η οποία ήδη είναι αντίθετη προ; άλλες αποφάσεις, λίγο ω; πολύ σύγχρονες των δύο προαναφερΟεισών αποφάσεων, φαίνεται ότι ουδόλως ανταποκρίνεται πλέον στα σημερινά δεδομένα λαμβανομένης υπόψη της πλέον πρόσφατης νομολογίας (βλ. ιδίως τις αποφάσεις ΕPΓ και Porto di Genova).
( 7 ) Απόφαση τη; 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Συλλογή τόμο; 1974, σ. 217.
( 8 ) Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1977, 90/76, Srl Ufficio Henry van Ameyde κατά S. r. l. Ufficio centrale italiano di assistenza assicurativa automobilisti in circolazione internazionale (UCI), Συλλογή τόμος 1977, σ. 333.
( 9 ) Στη διαφορά της κυρίας δίκης, η επιχείρηση loss adjusters ζήτησε από το δικαστήριο να κηρύξει άκυρη την αξίωση του UCI περί αναθέσεως της έρευνας και της αποκαταστάσεως των ζημιών μόνο στις ασφαλιστικές εταιρίες που είναι μέλη του UCI και, κατά συνέπεια, να αναγνωρίσει τον παράνομο χαρακτήρα κάθε επεμβάσεως του UCI έναντι των τρίτων προκειμένου να περιορίσει την ελεύθερη δραστηριότητα της προσφεύγουσας και να αποσπάσει την πελατεία της.
( 10 ) Απόφαση της 16η; Νοεμβρίου 1977, 13/77, SA GB-Inno-BM κατά Association des détaillants en tabac (ΑΤΑΒ), Συλλογή τόμο; 1977, σ. 653.
( 11 ) Τα πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, στα οποία κατέληξαν τα εθνικά δικαστήρια τα οποία χρειάστηκε να εφαρμόσουν σε διάφορες περιπτώσεις την απόφαση Porlo di Genova επιβεβαιώνουν ότι η έκφραση κατάσταση η οποία οδηγεί κατ' ανάγκη σε καταχρηστική εκμετάλλευση είναι διφορούμενη] διατύπωση («a radier confusing formula» κατά τον L. Gyselen, ¡n C. M. L. R., 1992, σ. 1238) και, επομένως, ικανή να προκαλέσει πολλές αμφιβολίες όσον αφορά την εφαρμογή της. Πράγματι, κατά ορισμένους δικαστές (Tribunale di Genova, διάταξη της 9ης Ιουλίου 1992 Pretura di Genova, διατάξεις της 19η; Ιουνίου 1992, 22α; Ιουνίου 1992, 20ή; Ιουλίου 1992 και 12ης Αυγούστου 1992, στο Foro Italiano, 1992, I, 2811), το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε τον παράνομο χαρακτήρα αυτού καθαυτού του αποκλειστικού δικαιώματος που χορηγείται στις ληιενεργατικέ; συντεχνίες, αλλά περιορίστηκε να επικρίνει την καταχρηστική εκμετάλλευση αυτού του δικαιώματος: επομένως, κατά τη νομολογία αυτή, η αποκλειστικότητα διενεργείας ορισμένων εργασιών την οποία αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ των λιμενεργατικών συντεχνιών δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι άνευ αποτελέσματος παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι τα μονοπωλιακά δικαιώματα ασκήθηκαν συγκεκριμένα κατά καταχρηστικό τρόπο. Αλλοι δικαστές (Pretura de La Spezia, διάταξη της 3η; Ιουνίου 1992 Pretura di Massa, διάταξη της 2α; Ιουνίου 1992, επίσης στο Foro Italiano, όπ.π.) έκριναν τουναντίον ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, η διά νόμου αποκλειστικότητα έπρεπε να θεωρηθεί αφεαυτή; ω; ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Με τη δεύτερη αυτή ερμηνεία ευθυγραμμίζονται τόσο η Ιταλική Κυβέρνηση, με την εγκύκλιο που εξέδωσε για να Οέοει σε εφαρμογή την απόφαση Porto di Genova, όσο και το Consiglio di Stato με γνωμοδότηση που εξέδωσε επί της εν λόγω εγκυκλίου (γνώμη 598 της 13η; Μαΐου 1992 οτο Foro Italiano, 1992, III, 425). Και τα δύο όργανα έκριναν πράγματι ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είχε αναγνωρίσει τον παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 110, τελευταία παράγραφο;, του κώδικα ναυσιπλοΐας, οπότε το μονοπώλιο των συντεχνιών για την εκτέλεση των λιμενικών εργασιών παύει να ισχύει.
Είναι επίσης ενδιαφέρον να υπογραμμιστεί ότι, με την προαναφερθείσα γνώμη, το Consiglio di Stato, απομακρυνό-μενο από τη Οέοη που εξέφρασε η υπουργική εγκύκλιος, έκρινε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου όχι μόνο συνεπάγεται την κατάργηση των μονοπωλίων των λιμενεργατικών συντεχνιών, αλλά έχει επίσης επιπτώσεις επί του συστήματος διοικητικής παραχωρήσεως για την εκτέλεση των λιμενικών εργασιών, το οποίο αφορά το άρθρο 111 του κώδικα ναυσιπλοΐας. Το Consiglio di Stato συνήγαγε πράγματι από την απόφαση του Δικαστηρίου διάφορα κριτήρια τα οποία πρέπει να τηρεί η διοικητική αρχή για την παραχώρηση των δημοσίων υπηρεσιών η επιχειρήσεων. Οι υποχρεώσεις αυτές στηρίζονται στον ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με τις αρχές τη; κοινοτικής ρυΟμίσεω;, «το σύστημα της παραχωρήσεως δημοσίας υπηρεσίας ή επιχειρήσεως δεν πρέπει να καταλήγει στη δημιουργία παρανόμων εν τοις πράγμασι μονοπωλιακών καταστάσεων, λόγω εσφαλμένης χρήσεως της διοικητικής εξουσίας, δεδομένη; της χορηγήσεως μιας μόνο εξουσιοδοτήσεως ή περιορισμένου αριθμού εξουσιοδοτήσεων». Κατά το Consiglio di Stato, «η θέση σε εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων συνεπάγεται περισσότερες παραχωρήσεις, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζονται η ελεύθερη αγορά και ένα σύστημα ουσιαστικού ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων». Επομένως, για τις παραχωρήσεις δημοσίων υπηρεσιών και επιχειρήσεων «η διοικητική αρχή πρέπει να εκτιμά το οικονομικό δεδομένο τη; οχέσεως μεταξύ του αριθμού των επιχειρήσεων και των απαιτήσεων της λιμενικής κυκλοφορίας, και το νομικό δεδομένο της προϋποθέσεως που αφορά τη θέση σε εφαρμογή των αρχών που έχουν ληφθεί από την κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της ελεύθερης αγορά; και του ελεύθερου ανταγωνισμού». Η γνωμοδότηση διευκρινίζει επιπλέον ότι οι διοικητικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί συναφώς πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες.
( 12 ) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-353/89, Συλλογή 1991, σ. I-4069.
( 13 ) Με την απόφαση Höfner, το Δικαστήριο απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου 59 στην υπό κρίση περίπτωση λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τόσο η επιχείρηση φορέας του αποκλειστικού δικαιώματος όσο και ο αποδέκτης της υπηρεσίας είχαν την ιθαγένεια του ιδίου κράτους μέλους.
( 14 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, Régie des télégraphes et des téléphones (RIT) κατά GB-Inno-BM SA (Συλλογή 1991, σ. I-5973).
( 15 ) Στο Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς των υπηρεσιών ταχυδρομείου [COM (91) 476 τελικό, της 11ης Ιουνίου 1992), η Επιτροπή τονίζει την ανάγκη να εξασφαλιστεί σε ολόκληρη την Κοινότητα η παροχή γενικής ταχυδρομικής υπηρεσίας σε τιμές προσιτές για όλους. Ο οκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί «με την καθιέρωση δέσμης προστατευομένων υπηρεσιών (στο μέτρο που κάθε κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο) που θα παράσχουν ορισμένα ειδικά και αποκλειστικά δικαιώματα στον παρέχοντα τις υπηρεσίες αυτές για τη διατήρηση των μέσων που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση με καλές συνθήκες τη; αποστολής δημοσίας υπηρεσίας ταυτοχρόνως και σύμφωνα (ΐε τον σκοπό αυτό πρέπει το μεγαλύτερο δυνατό μέρος του τομέα να τελεί υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού» (ανακεφαλαιωτικό σημείωμα, σ. 10).
( 16 ) Όχι μόνο από το Πράσινο Βιβλίο αλλά και από τις αποφάσεις που εξέδωσε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 3, όσον άφορα το καθεστώς της υπηρεσίας ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας στην Ισπανία (απόφαση 90/456/EOK της 1ης Αυγούστου 1990, ΕΕ L 233, ο. 19) και στις Κάτω Χώρες (απόφαση 90/16/ΕΟΚ της 20ής Δεκεμβρίου 1989, ΕΕ L 10, σ. 47), προκύπτει ότι οι εν λόγω παροχές είναι εκείνες που χαρακτηρίζουν συχνότερα την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας.
( 17 ) Ως προς την παροχή υπηρεσιών ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας εντός περιορισμένου εδαφικού πλαισίου, παραπέμπω στην απόφαση 90/16/ΕΟΚ της Επιτροπής με την οποία διευκρινίζεται ότι την 1η Ιανουαρίου 1989, οι επιχειρήσεις που ασκούσαν τη δραστηριότητα αυτή στις Κάτω Χώρες ήταν κυρίως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες απασχολούσαν για την υπηρεσία αυτή γύρω στα 4000 πρόσωπα, τοποθετημένα κυρίως στη διανομή της αλληλογραφίας στο εσωτερικό της χώρας.
( 18 ) Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1989, 66/86, Ahmed Saeed Flugreisen και Silver Line Reisebüro GmbH κατά Zentrale zur Bekämpfung unlauteren Wettbewerbs e. V., Συλλογή 1989, σ. 803, σκέψεις 54 επ.
( 19 ) Με την απόφαση 90/16/EOK, η Επιτροπή εξέτασε την ολλανδική ρύθμιση η οποία προέβλεπε ελάχιστη τιμή για την υπηρεσία ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή, χωρίς να βάλλει κατά αυτής καθαυτής της ελάχιστης τιμής, έβαλε κατά του ότι η τιμή αυτή εφαρμόζεται στους ιδιώτες επιχειρηματίες και όχι στη διοίκηση ταχυδρομείων, η οποία έχει την αποκλειστική δυνατότητα να παρέχει τις υπηρεσίες της ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας και κάτω από το τιμολογιακό όριο. Σημειώνεται επίσης ότι το Πράσινο Βιβλίο της Επιτροπής συνιστά την καθιέρωση τιμολογιακού συστήματος για τη διάκριση σε κανονιστικό επίπεδο του (ελευθερωμένου) τομέα της υπηρεσίας ταχείας επιδόσεως αλληλογραφίας και της βασικής ταχυδρομικής υπηρεσίας (η οποία υπόκειται σε μονοπώλιο) (βλ. σ. 24, 214 και 377-378).
Full & Egal Universal Law Academy