Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1. Το δικαίωμα επί διαφοροποιημένης επιστροφής λόγω εξαγωγής υπόκειται στην προϋπόθεση της εισαγωγής του προϊόντος στο κράτος προορισμού. Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση αυτή δεν χρειάζεται να πληρούται στην περίπτωση της απώλειας του εμπορεύματος λόγω ανωτέρας βίας, κατά τη μεταφορά του από το έδαφος της Κοινότητας προς το κράτος εισαγωγής; Αυτό είναι το κύριο ζήτημα που τίθεται με το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το High Court of Justice, Queen' s Bench Division.
2. Στην αγγλική εταιρία Tara Meat Packers Ltd (στο εξής: ΤΜΡ) προκαταβλήθηκε από την αρμόδια βρετανική αρχή * το Intervention Board for Agricultural Produce * κατόπιν συστάσεως ασφάλειας από την εταιρία αυτή, επιστροφή λόγω της εξαγωγής μιας παρτίδας βοείου κρέατος με προορισμό την Αίγυπτο.
Για τις εξαγωγές αυτές υφίστατο δικαίωμα επί διαφοροποιημένης επιστροφής, δηλαδή επιστροφής της οποίας ο συντελεστής διαφέρει ανάλογα με τη χώρα στην οποία εξάγεται το εμπόρευμα. Η επιστροφή που ίσχυε για τις εξαγωγές με προορισμό την Αίγυπτο ήταν ιδιαίτερα υψηλή.
Τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν διά θαλάσσης. Πριν ολοκληρωθεί η εισαγωγή στην Αίγυπτο, εκδηλώθηκε φωτιά επί του πλοίου, ενόσω ήταν αγκυροβολημένο στον λιμένα της Αλεξάνδρειας. Το φορτίο καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την πυρκαγιά.
Η εταιρία απέδωσε στο Intervention Board την επιστροφή που της είχε προκαταβληθεί και συνεπώς αποδεσμεύτηκε η ασφάλεια που είχε συσταθεί.
Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η απώλεια των εμπορευμάτων οφειλόταν σε ανωτέρα βία.
3. Η ΤΜΡ ενήγαγε το Intervention Board ενώπιον του High Court, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι έχει δικαίωμα επί της επιστροφής λόγω εξαγωγής η οποία ισχύει για τις εξαγωγές με προορισμό την Αίγυπτο. Η εταιρία αυτή ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι από την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις που η απώλεια των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά τους από το έδαφος της Κοινότητας προς το κράτος εισαγωγής οφείλεται σε ανωτέρα βία, η επιστροφή καταβάλλεται ως εάν είχε ολοκληρωθεί η εισαγωγή των εμπορευμάτων. Το Intervention Board υποστηρίζει ότι η εταιρία δεν έχει δικαίωμα επί της επιστροφής λόγω εξαγωγής (1).
4. Το High Court υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
"Έχουν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, την έννοια ότι: α) παρέχουν στην ενάγουσα δικαίωμα επί επιστροφής λόγω εξαγωγής (και, αν ναι, σε τι ποσοστό ή ποσοστά) ή ότι: β) υποχρέωναν την ενάγουσα να επιστρέψει τις προκαταβολές που είχε ήδη λάβει ή να υποστεί ισόποση κατάπτωση της ασφάλειας, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, στην οποία:
* πριν από την εξαγωγή των σχετικών προϊόντων η ενάγουσα έλαβε, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω κανονισμών, προκαταβολές που είχαν υπολογιστεί βάσει του ποσοστού που ίσχυε σε σχέση με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής για τον τόπο που δηλώθηκε ως προορισμός των προϊόντων, δηλαδή την Αίγυπτο,
* η ενάγουσα συνέστησε ασφάλεια προσηκόντως, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανονισμούς,
* τα οικεία προϊόντα εξήλθαν του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, αλλά απολέσθηκαν κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας;"
5. O πρώτος κανονισμός στον οποίο αναφέρεται το High Court είναι ο κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (2). Το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού θέτει τις θεμελιώδεις αρχές του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής και προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των τιμών εντός της Κοινότητας και των τιμών στη διεθνή αγορά, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των οικείων προϊόντων, και ότι η επιστροφή "δύναται να διαφοροποιείται ανάλογα με τους τόπους προορισμού".
Ο δεύτερος κανονισμός είναι ο κανονισμός 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή (3). Ο κανονισμός αυτός καθορίζει στο άρθρο 6 τις βασικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση
* μη διαφοροποιημένων επιστροφών, για τις οποίες πρέπει να προσκομιθεί η απόδειξη "ότι τα προϊόντα έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητας" και
* διαφοροποιημένων επιστροφών, για τις οποίες πρέπει επιπλέον να προσκομιθεί η απόδειξη "ότι το προϊόν έφθασε στον προορισμό για τον οποίο έχει καθορισθεί η επιστροφή".
Ο τρίτος κανονισμός είναι ο κανονισμός 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (στο εξής: κανονισμός περί προκαταβολών) (4). Ο κανονισμός αυτός αποτελεί μέρος της ρυθμίσεως δυνάμει της οποίας προκαταβλήθηκε στην ΤΜΡ η επιστροφή και η εταιρία στηρίζει το επιχείρημά της σχετικά με τη σημασία της ανωτέρας βίας, μεταξύ άλλων, σε μια διάταξη του κανονισμού αυτού.
Ο τέταρτος κανονισμός είναι ο κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής) (5).
Το επίμαχο ζήτημα και τα κύρια νομικά επιχειρήματα
6. Δεν αμφισβητείται ότι τα εμπορεύματα δεν εισήχθησαν στην Αίγυπτο και ότι, επομένως, δεν συντρέχει κατ' αρχήν η προϋπόθεση για την καταβολή μιας διαφοροποιημένης επιστροφής. Δεν αμφισβητείται όμως ούτε ότι η απώλεια των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά από το κράτος εξαγωγής προς το κράτος προορισμού οφείλεται σε ανωτέρα βία.
7. Το κύριο επιχείρημα της ΤΜΡ είναι ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, έχει δικαίωμα για επιστροφή, δεδομένου ότι η καταβολή της επιστροφής δεν πρέπει να εξαρτάται από άλλες προϋποθέσεις, πέραν εκείνης που ισχύει γενικώς, δηλαδή της προϋποθέσεως εξαγωγής εκτός της Κοινότητας. Η εταιρία θεμελιώνει αυτή την άποψη, μεταξύ άλλων, σε μια διάταξη του κανονισμού περί προκαταβολών, σύμφωνα με την οποία η ασφάλεια που έχει συσταθεί προς εξασφάλιση της προκαταβολής καταπίπτει "με την επιφύλαξη των περιπτώσεων ανωτέρας βίας" στις περιπτώσεις που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ισχύουν για την επιστροφή. Γενικότερα, η εταιρία ισχυρίζεται:
* ότι η αναγνώριση στην παρούσα υπόθεση του δικαιώματος της εταιρίας επί επιστροφής δεν είναι αντίθετη προς τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η διαφοροποίηση των επιστροφών,
* ότι η μη καταβολή της επιστροφής συνεπάγεται μια αδικαιολόγητη διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των εξαγωγέων που δικαιούνται μη διαφοροποιημένες επιστροφές και των εξαγωγέων που δικαιούνται διαφοροποιημένες επιστροφές και
* ότι η μη καταβολή της επιστροφής συνιστά επιπλέον παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Η ΤΜΡ επισημαίνει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι είναι δυνατόν η νομοθεσία να πρέπει ενδεχομένως να ερμηνευθεί κατ' αναλογία ή κατ' άλλο τρόπο, ώστε στην παρούσα υπόθεση να εφαρμοστεί ένας κανόνας σχετικός με την ανωτέρα βία.
8. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ιρλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η ΤΜΡ δεν δικαιούται ολόκληρο το ποσό της επιστροφής, ακόμη και αν η εισαγωγή κατέστη αδύνατη εξαιτίας της απώλειας των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας. Φρονούν επίσης ότι η λύση αυτή είναι σύμφωνη με τον σκοπό του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ιδίως δε με τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η προϋπόθεση της εισαγωγής στο κράτος προορισμού για τις διαφοροποιημένες επιστροφές, και ότι αυτό το νομικό καθεστώς δεν συνιστά αδικαιολόγητη διαφορά μεταχειρίσεως, όπως επίσης ότι δεν είναι αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας.
Εξάλλου, οι ανωτέρω συμφωνούν σε γενικές γραμμές
* ότι η διάταξη που διέπει τη νομική κατάσταση της ΤΜΡ στην προκειμένη περίπτωση είναι το άρθρο 20 του εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής,
* ότι από το άρθρο 20, παράγραφος 2, προκύπτει ότι, εφόσον έχει προσκομισθεί η απόδειξη ότι το προϊόν έχει εξέλθει από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ο εξαγωγέας έχει πάντοτε δικαίωμα επί επιστροφής
"με βάση το χαμηλότερο ποσοστό της επιστροφής που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής, υπό τον όρο ότι για τα σχετικά προϊόντα το ποσοστό αυτό ισχύει για όλες τις τρίτες χώρες", και
* ότι το άρθρο 20, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ΤΜΡ δεν έχει δικαίωμα επί επιστροφής δυνάμει αυτής της διατάξεως, δεδομένου ότι οι επιστροφές λόγω εξαγωγής του βοείου κρέατος με προορισμό ορισμένες τρίτες χώρες δεν είχαν καθορισθεί κατά τη χρονική εκείνη περίοδο (6).
9. Αντίθετα, οι ανωτέρω δύο κυβερνήσεις διαφωνούν με την Επιτροπή όσον αφορά το ζήτημα ποιος από τους κανόνες του κανονισμού εφαρμογής είναι εκείνος που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η νομική κατάσταση της ΤΜΡ διέπεται τελικά από το άρθρο 20, παράγραφος 2. Οι δύο κυβερνήσεις φρονούν ότι τα περιστατικά της παρούσας υποθέσεως εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού. Το κείμενο των εν λόγω διατάξεων έχει ως εξής:
"Όταν το προϊόν, αφού εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, χαθεί κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας:
* σε περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, πληρώνεται το ποσό του μέρους της επιστροφής που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20,
* σε περίπτωση μη διαφοροποιημένης επιστροφής, πληρώνεται το συνολικό ποσό της επιστροφής".
Οι εν λόγω κυβερνήσεις ισχυρίζονται ότι η διάταξη αυτή είναι η μόνη διάταξη του κανονισμού που ρυθμίζει ρητά την επίμαχη εν προκειμένω περίπτωση ανωτέρας βίας.
10. Η Επιτροπή υποστηρίζει αντίθετα ότι τα περιστατικά της παρούσας υποθέσεως εμπίπτουν στους γενικούς κανόνες του κανονισμού σχετικά με τη διαφοροποιημένη επιστροφή. Το άρθρο 4 του κανονισμού ορίζει τα εξής:
"1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 5 και 16, η πληρωμή της επιστροφής εξαρτάται από την προσκόμιση της απόδειξης ότι τα προϊόντα για τα οποία έγινε αποδεκτή η διασάφηση εξαγωγής εγκατέλειψαν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας".
Το άρθρο 16, παράγραφος 1, που είναι η πρώτη διάταξη ενός τμήματος που αφορά ειδικά τη διαφοροποιημένη επιστροφή, προβλέπει τα εξής:
"Στις περιπτώσεις διαφοροποίησης του ποσοστού της επιστροφής ανάλογα με τον προορισμό, η καταβολή της επιστροφής υπόκειται σε συμπληρωματικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 17 και 18".
Από τα άρθρα 17 και 18 προκύπτει ότι τα εμπορεύματα πρέπει να εισάγονται αυτούσια στην τρίτη χώρα για την οποία έχει καθοριστεί η επιστροφή και ότι το προϊόν θεωρείται ότι έχει εισαχθεί, εφόσον έχουν διεκπεραιωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις για τη διάθεση σε κατανάλωση στην τρίτη χώρα. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν εξαιρεί την περίπτωση της απώλειας των εμπορευμάτων λόγω επελεύσεως ανωτέρας βίας μετά την εξαγωγή τους από την Κοινότητα.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 20 παρεκκλίνει από τη γενικής ισχύος προϋπόθεση της εισαγωγής, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο αυτό, ο εξαγωγέας αποκτά αμέσως μετά την εξαγωγή δικαίωμα να λάβει την επιστροφή με βάση τον χαμηλότερο συντελεστή που ισχύει για όλες τις τρίτες χώρες, ανεξάρτητα από το αν η απόδειξη της εισαγωγής θα προσκομισθεί μεταγενέστερα. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού εμφανίζει και μια άλλη διαφορά σε σχέση με τη συνήθη ρύθμιση των διαφοροποιημένων επιστροφών την οποία θεσπίζει ο κανονισμός. Η εν λόγω διάταξη, την οποία η Επιτροπή ονομάζει "διάταξη κατά των απατών", παρέχει στις αρχές τη δυνατότητα, στις περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος καταστρατηγήσεων, να επιβάλλουν στους εξαγωγείς πρόσθετες προϋποθέσεις, πέραν εκείνων που απορρέουν από τις γενικές διατάξεις του κανονισμού. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η διάταξη αυτή, και ιδίως οι ειδικοί κανόνες του άρθρου 5, παράγραφος 3, σχετικά με την ανωτέρα βία, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν παρέστη ανάγκη εφαρμογής τους.
Ανάλυση των κρίσιμων διατάξεων
11. Ας μου επιτραπεί να επισημάνω ευθύς αμέσως ότι φαίνεται εκ πρώτης όψεως σαφές ότι οι εφαρμοστέοι κανονισμοί δεν περιέχουν κανόνες οι οποίοι να παρέχουν στην ΤΜΡ δικαίωμα για ολόκληρο το ποσό της διαφοροποιημένης επιστροφής λόγω εξαγωγής, για τον λόγο ότι η εισαγωγή κατέστη αδύνατη, επειδή τα εμπορεύματα χάθηκαν κατά τη μεταφορά προς τη χώρα προορισμού λόγω ανωτέρας βίας.
12. Όπως επεσήμανα, η ΤΜΡ επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 6 του κανονισμού περί προκαταβολών. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει στο πρώτο εδάφιο την υποχρέωση παροχής ασφάλειας που να εξασφαλίζει την απόδοση του ποσού της επιστροφής, προσαυξημένου κατά ένα συμπληρωματικό ποσό. Το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής έχει ως εξής:
"Με την επιφύλαξη περιπτώσεων ανωτέρας βίας η ασφάλεια αυτή καταπίπτει ολικώς ή μερικώς:
* (...)
* αν αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα για επιστροφή (...)"
Κατά τη γνώμη μου, η ΤΜΡ δεν μπορεί να αντλήσει δικαιώματα από τη διάταξη αυτή. Ο πρωταρχικός σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να θέσει τον κανόνα ότι η ασφάλεια καταπίπτει ολικώς ή μερικώς, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής (7). Για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας διατυπώθηκε μια επιφύλαξη. Όμως η επιφύλαξη αυτή δεν έχει γενική ισχύ δεν προβλέπει, δηλαδή, ότι η ασφάλεια αποδεσμεύεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο εξαγωγέας δεν μπόρεσε, λόγω ανωτέρας βίας, να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το δικαίωμα για επιστροφή. Η επιφύλαξη αυτή δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο ως παραπομπή στις διάφορες διατάξεις των κανονισμών περί επιστροφών, οι οποίες απαλλάσσουν τους εξαγωγείς, σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, από τις υποχρεώσεις που προβλέπουν γενικά οι εν λόγω κανονισμοί. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα καθιστούσε τις ειδικές επιφυλάξεις που αφορούν την ανωτέρα βία κενές περιεχομένου σε περίπτωση προκαταβολής και θα οδηγούσε επιπλέον στο παράδοξο αποτέλεσμα να ευνοούνται οι εξαγωγείς που έχουν λάβει προκαταβολή της επιστροφής σε σχέση με τους εξαγωγείς που δεν έχουν λάβει τέτοιου είδους προκαταβολή.
13. Πρέπει, κατ' ανάγκη, να εξετάσουμε την παρούσα υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο κανονισμός 885/68 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, είχε ήδη καθιερώσει, με το άρθρο 6, μια σημαντική διάκριση μεταξύ μη διαφοροποιημένων και διαφοροποιημένων επιστροφών. Όπως επεσήμανα, η μόνη προϋπόθεση για τη χορήγηση των μη διαφοροποιημένων επιστροφών είναι, κατ' αρχήν, τα εμπορεύματα να έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητας, ενώ για τη χορήγηση των διαφοροποιημένων επιστροφών απαιτείται επιπλέον τα εμπορεύματα να έχουν εισαχθεί στη χώρα προορισμού για την οποία έχει καθοριστεί η επιστροφή. Αυτή τη θεμελιώδη διάκριση επαναλαμβάνει προφανώς ο προαναφερθείς εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής. Οι γενικοί κανόνες σχετικά με το δικαίωμα επί διαφοροποιημένης επιστροφής δεν περιλαμβάνουν καμία επιφύλαξη για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας και φρονώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι οι εν λόγω κανόνες έχουν την έννοια ότι η προϋπόθεση της εισαγωγής ισχύει, ακόμη και αν η εισαγωγή κατέστη αδύνατη εξαιτίας της απώλειας των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, και ότι, συνεπώς, ο εξαγωγέας δεν δικαιούται παρά μόνο την επιστροφή που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 20.
14. Όπως ορθώς επεσήμαναν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, το γράμμα του άρθρου 5, παράγραφος 3, δημιουργεί την εντύπωση ότι η διάταξη αυτή καλύπτει μια περίπτωση όπως η προκειμένη. Είναι επίσης ορθό ότι η διάταξη αυτή οδηγεί, υπό τις παρούσες συνθήκες, στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 και ότι, επομένως, το νομικό καθεστώς της ΤΜΡ δεν είναι ευνοϊκότερο από εκείνο στο οποίο θα υπαγόταν, εάν η έννομη θέση της είχε αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 16 έως 20 του κανονισμού, που αφορούν τη διαφοροποιημένη επιστροφή.
15. Εκ πρώτης όψεως θα έκλινα υπέρ της απόψεως της Επιτροπής και της ΤΜΡ, κατά την οποία η παρούσα νομική κατάσταση δεν διέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 3. Η διάταξη αυτή δεν μπορεί να απομονωθεί από τις άλλες διατάξεις του άρθρου 5, οι οποίες παρέχουν στις αρχές τη δυνατότητα, σε περίπτωση που υφίσταται ιδιαίτερος κίνδυνος καταστρατηγήσεων, να παρεκκλίνουν τόσο από τους γενικούς κανόνες περί μη διαφοροποιημένης επιστροφής όσο και από τους γενικούς κανόνες περί διαφοροποιημένης επιστροφής. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεν εφαρμόζεται παρά μόνο αν σε μια δεδομένη περίπτωση οι αρχές έκριναν αναγκαίο να κάνουν χρήση της δυνατότητας να απαιτήσουν συμπληρωματικές αποδείξεις, δυνατότητας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1.
Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, αναγκαίο να κριθεί εάν η παρούσα περίπτωση διέπεται από το άρθρο 5, παράγραφος 3, ή από τα άρθρα 16 έως 18 του κανονισμού. Συγκεκριμένα, είναι αναμφισβήτητο ότι, όποιο από τα δύο σύνολα κανόνων και αν εφαρμοστεί, το νομικό καθεστώς της ΤΜΡ θα είναι το ίδιο, δηλαδή αυτό που προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 20.
16. Κατά την άποψή μου, πρέπει να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έκρινε απαραίτητο να προσθέσει στα άρθρα 16 έως 20 (8) μια επιφύλαξη για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας.
Επί του ζητήματος αν πρέπει τελικά να απορριφθεί αυτή η ερμηνεία, ως αντίθετη προς την οικονομία του καθεστώτος των επιστροφών και προς ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου
17. Με εξαίρεση τις διατάξεις του άρθρου 6 του κανονισμού περί προκαταβολών, οι οποίες * όπως έχω ήδη επισημάνει * δεν εφαρμόζονται, κατά τη γνώμη μου, στην παρούσα υπόθεση, η άποψη που υποστηρίζει η ΤΜΡ, όσον αφορά το νομικό μέρος της υποθέσεως, δεν θεμελιώνεται σε συγκεκριμένους κανόνες των οικείων κανονισμών. Αντίθετα, η άποψη αυτή στηρίζεται σε γενικότερα επιχειρήματα, κατά τα οποία θα αντέκειτο προς την εν γένει οικονομία του συστήματος των επιστροφών και προς ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου να μη δοθεί στην προκειμένη ρύθμιση η ερμηνεία ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η εισαγωγή κατέστη αδύνατη εξαιτίας της απώλειας των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, υφίσταται δικαίωμα για ολόκληρο το ποσό της διαφοροποιημένης επιστροφής.
18. Δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να ερμηνεύεται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τον σκοπό της και προς τις γενικές αρχές του δικαίου που ισχύουν στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου (9), ενδέχεται να είναι αναγκαίο να κριθεί το ζήτημα εάν πρέπει επομένως να δοθεί στους σχετικούς κανόνες η ερμηνεία που υποστηρίζει η ΤΜΡ.
19. Η ΤΜΡ ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το δικαίωμα για επιστροφή λόγω εξαγωγής γεννάται, κατ' αρχήν, όταν το εμπόρευμα εξάγεται εκτός της Κοινότητας, και ότι η παρεκκλίνουσα ρύθμιση, δηλαδή ο κανόνας ότι το δικαίωμα για ολόκληρο το ποσό της επιστροφής εξαρτάται από την εισαγωγή του εμπορεύματος στο κράτος προορισμού, εφαρμόζεται μόνον εφόσον είναι σαφές ότι αυτό απαιτείται από τον σκοπό της προϋποθέσεως της εισαγωγής. Η εταιρία αναγνωρίζει συναφώς ότι η προϋπόθεση της εισαγωγής έχει διττό στόχο, αφενός δηλαδή να αποτρέπει τις καταστρατηγήσεις και αφετέρου να διασφαλίζει ότι τα εμπορεύματα πράγματι διατίθενται στο εμπόριο στην οικεία αγορά (βλ. σχετικά την απόφαση Dimex (10)). Ωστόσο, η εταιρία υποστηρίζει ότι η μέριμνα για την πρόληψη των καταστρατηγήσεων είναι άνευ σημασίας σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία ακριβώς δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος καταστρατηγήσεως, και ότι, όσον αφορά τη βούληση του νομοθέτη να διατίθεται το εμπόρευμα στην οικεία αγορά, δεν υπάρχει λόγος διακρίσεως μεταξύ των εμπορευμάτων για τα οποία παρέχεται δικαίωμα επί διαφοροποιημένης επιστροφής και εκείνων για τα οποία παρέχεται δικαίωμα επί μη διαφοροποιημένης επιστροφής, δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επιθυμεί, σε τελική ανάλυση, να διοχετευθούν στις αγορές των τρίτων χωρών και οι δύο κατηγορίες εμπορευμάτων. Από τα παραπάνω προκύπτει, κατά τη γνώμη της ΤΜΡ, ότι, σε περίπτωση απώλειας των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, πρέπει να επιφυλάσσεται στους εξαγωγείς η ίδια μεταχείριση, ανεξάρτητα από το αν δικαιούνται διαφοροποιημένη ή μη διαφοροποιημένη επιστροφή. Η ΤΜΡ ισχυρίζεται συνεπώς ότι υπάρχει μια αδικαιολόγητη διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των δύο κατηγοριών εξαγωγέων και ότι οι έννομες συνέπειες της μη τηρήσεως, στην παρούσα υπόθεση, της προϋποθέσεως σχετικά με την εισαγωγή είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον σκοπό αυτής της προϋποθέσεως.
20. Τα επιχειρήματα της ΤΜΡ δεν είναι δυνατό να απορριφθούν εκ προοιμίου. Οι δύο κατηγορίες εξαγωγέων τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως εν προκειμένω και δεν είναι προφανές ότι αυτό απαιτείται από τις αντικειμενικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο κατηγοριών (11).
21. Όμως το στοιχείο αυτό δεν είναι αποφασιστικό. Τα επιχειρήματα που πρόβαλαν η Επιτροπή και οι δύο κυβερνήσεις για να υποστηρίξουν τη διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών εξαγωγέων και τα οποία βασίζονται κυρίως στους σκοπούς της προϋποθέσεως της εισαγωγής * και ιδίως στην ανάγκη να διασφαλισθεί ότι τα εμπορεύματα θα φθάσουν στην αγορά της χώρας προορισμού * δεν είναι δυνατόν να απορριφθούν με το αιτιολογικό ότι δεν βασίζονται σε αντικειμενικούς λόγους ή ότι δεν έχουν συνέπειες στην πράξη.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι για να προκριθεί άλλη ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας και όχι εκείνη που είναι πιστότερη προς το γράμμα και το πλαίσιο των διατάξεων και είναι σύμφωνη προς τον σκοπό των ειδικών κανόνων που αφορούν τις διαφοροποιημένες επιστροφές.
Η ερμηνεία αυτή δεν είναι δυνατόν να απορριφθεί αποκλειστικά με το αιτιολογικό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορούσε να έχει θεσπίσει επίσης κανόνες οι οποίοι, χωρίς να είναι αντίθετοι προς την εν γένει οικονομία του καθεστώτος των επιστροφών, θα παρείχαν στην ΤΜΡ δικαίωμα επί επιστροφής.
Το νομικό καθεστώς που διαμορφώνεται με βάση αυτή την ερμηνεία εμπίπτει προδήλως στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που έχει ο κοινοτικός νομοθέτης για την οργάνωση του συστήματος των επιστροφών και δεν λαμβάνει τη μορφή μιας αδικαιολόγητης ή δυσανάλογης διαφορετικής μεταχειρίσεως των οικείων επιχειρηματιών.
Επί του ζητήματος εάν ένας συλλογισμός κατ' αναλογία ή μια άλλη ερμηνεία καθιστά δυνατή την εφαρμογή, στην παρούσα υπόθεση, ενός κανόνα σχετικού με την ανωτέρα βία
22. H TMΡ ισχυρίζεται ότι πρέπει στην παρούσα υπόθεση να εφαρμοστεί κατ' αναλογία η επιφύλαξη σχετικά με την ανωτέρα βία που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού περί προκαταβολών. Η εταιρία αναφέρεται συναφώς στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 6/78, Union francaise de Cereales (12).
Η εταιρία παραπέμπει επίσης στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 71/87, SA Ιnter-Kom (13), η οποία, κατά τη γνώμη της, καταδεικνύει ότι είναι δυνατόν, σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, να προστεθεί ερμηνευτικώς μια επιφύλαξη για την περίπτωση της ανωτέρας βίας, ακόμη και αν η επιφύλαξη αυτή δεν προβλέπεται ρητά από την οικεία κοινοτική ρύθμιση.
23. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή αυτή η άποψη της ΤΜΡ.
Αυτή η άποψη είναι εσφαλμένη, έστω και μόνο για τον λόγο ότι στην εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία πρέπει να δοθεί η ερμηνεία ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έχει καταστήσει σαφές ότι καμία ακριβώς επιφύλαξη για την περίπτωση της ανωτέρας βίας δεν πρέπει να εφαρμοστεί στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 16 έως 20 του εκτελεστικού κανονισμού.
24. Όσον αφορά την απόφαση Inter-Kom, μπορούμε να επισημάνουμε ότι η αιτιολογία της αποφάσεως στηριζόταν σε συγκεκριμένα στοιχεία και ότι τα εν λόγω συγκεκριμένα στοιχεία δεν απαντούν στην παρούσα υπόθεση.
25. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί υπάρξεως αναλογίας προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού περί προκαταβολών, πρέπει να σημειωθεί ότι θεωρώ, όπως ανέφερα ανωτέρω, ότι η επιφύλαξη για την περίπτωση ανωτέρας βίας που προβλέπεται σ' αυτή τη διάταξη έχει την έννοια γενικής παραπομπής στις διάφορες επιφυλάξεις που αφορούν την ανωτέρα βία και απαντούν σε άλλα σημεία της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με τις προκαταβολές.
26. Υπάρχει ακόμη ένας λόγος για τον οποίο η άποψη της ΤΜΡ δεν μπορεί να στηριχθεί στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Union francaise. Βέβαια, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση εκείνη ότι μια διάταξη που αφορούσε ρητά την ανωτέρα βία έπρεπε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία σε μια περίπτωση που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες προς την παρούσα υπόθεση. Οι εθνικές αρχές είχαν αρνηθεί να καταβάλουν εξισωτικά ποσά "προσχωρήσεως" σε μια γαλλική εταιρία που είχε αποστείλει ένα φορτίο σίτου, το οποίο δεν έφθασε στον προορισμό του στο Ηνωμένο Βασίλειο, επειδή το πλοίο ναυάγησε. Τα εξισωτικά ποσά δεν μπορούσαν να καταβληθούν παρά μόνο μετά την προσκόμιση της αποδείξεως ότι τα εμπορεύματα είχαν εισαχθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η εφαρμοστέα νομοθεσία * ένας κανονισμός της Επιτροπής του 1973 * δεν περιείχε επιφύλαξη για την περίπτωση ανωτέρας βίας. Τέτοια επιφύλαξη υπήρχε, όμως, σε μια πράξη που είχε θεσπιστεί μεταγενέστερα. Επρόκειτο για έναν κανονισμό της Επιτροπής του 1975, που αφορούσε τις μεθόδους εφαρμογής των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, δηλαδή για έναν από τους κανονισμούς που είχαν προηγηθεί του κανονισμού της Επιτροπής που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, και επρόκειτο για μια διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 5 του κανονισμού που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση εκείνη τα εξής:
"Δεν αμφισβητείται ότι, εάν στον εξαγωγέα δεν καταβάλλονταν τα εξισωτικά ποσά 'προσχωρήσεως' , υπό περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως, κατόπιν της καταστροφής του εμπορεύματος κατά τη μεταφορά λόγω ανωτέρας βίας, ο εξαγωγέας αυτός θα υφίστατο πραγματική ζημία, δεδομένου ότι η σύμβαση ασφαλίσεως που είχε συναφθεί υπέρ του αγοραστή σύμφωνα με τη ρήτρα περί παραδόσεως cif δεν θα κάλυπτε παρά μόνο την αξία του εμπορεύματος με βάση τις τιμές που ισχύουν στη χώρα εισαγωγής και όχι τις κοινές υψηλότερες τιμές που ισχύουν στη χώρα εξαγωγής.
Εάν γινόταν δεκτό ότι ο εξαγωγέας όφειλε να υποστεί τη ζημία αυτή ή να ασφαλισθεί για τον κίνδυνο αυτό, ο εξαγωγέας θα βρισκόταν σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση σε σχέση με τους πωλητές από τις τρίτες χώρες.
Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο προς την αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως, την οποία αποσκοπούσε να καθιερώσει η Πράξη Προσχωρήσεως.
Επομένως, ο κανονισμός 269/73, καθόσον δεν προβλέπει τη χορήγηση εξισωτικών ποσών 'προσχωρήσεως' σε περίπτωση ανωτέρας βίας, εμφανίζει κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί μέσω της αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 192/75 [του κανονισμού εφαρμογής του 1975]" (σκέψη 4).
Τα πραγματικά περιστατικά των δύο υποθέσεων είναι, επομένως, συγκρίσιμα και το σκεπτικό του Δικαστηρίου υπέρ της αναλογικής εφαρμογής, ακόμη και αν δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στην παρούσα υπόθεση, δεν στερείται σημασίας εν προκειμένω.
Υπάρχει ωστόσο μια θεμελιώδης διαφορά: το σχετικό άρθρο του κανονισμού εφαρμογής της Επιτροπής του 1975 δεν περιελάμβανε διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 5, παράγραφος 3, του εκτελεστικού κανονισμού του 1987, δηλαδή στον κανονισμό του 1975 δεν διευκρινιζόταν ποιο θα ήταν το νομικό καθεστώς του εξαγωγέα στην περίπτωση της απώλειας του εμπορεύματος λόγω ανωτέρας βίας.
Ο κανονισμός εφαρμογής του 1987 περιλαμβάνει, επομένως, κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν ρητά το παρόν ζήτημα και δυνάμει των οποίων, σε περίπτωση διαφοροποιημένης επιστροφής, ο εξαγωγέας πρέπει να τυγχάνει της αντιμετωπίσεως που προβλέπει το άρθρο 20, παράγραφος 2, του κανονισμού.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 20 του κανονισμού εφαρμογής
27. Το άρθρο 20, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει τα εξής:
"1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 16 και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 5, ένα μέρος της επιστροφής πληρώνεται αμέσως μετά την προσκόμιση της αποδείξεως ότι το προϊόν έχει εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
(...)
2. Το μέρος της επιστροφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται:
α) στην περίπτωση εξαγωγής χωρίς προκαθορισμό της επιστροφής:
με βάση το χαμηλότερο ποσοστό της επιστροφής που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής, υπό τον όρο ότι για τα σχετικά προϊόντα το ποσοστό αυτό ισχύει για όλες τις τρίτες χώρες
β) (...)".
Η ΤΜΡ υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τους σκοπούς της όλης ρυθμίσεως και ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της παρούσας υποθέσεως, στην οποία δεν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι συντρέχει απάτη, το "χαμηλότερο ποσοστό" πρέπει να νοηθεί ως το "χαμηλότερο θετικό ποσοστό".
Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή, μολονότι η διατύπωση της διατάξεως θα μπορούσε να είναι σαφέστερη. Στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, δεν έχει καθοριστεί επιστροφή λόγω εξαγωγής για μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το "χαμηλότερο ποσοστό" ισούται με μηδέν, δηλαδή ο εξαγωγέας δεν έχει δικαίωμα επί επιστροφής.
Το άρθρο 20 παρεκκλίνει από την προϋπόθεση ότι, σε περίπτωση διαφοροποιημένου συντελεστή, το εμπόρευμα πρέπει να έχει εισαχθεί στη χώρα προορισμού. Το άρθρο 20 δεν επιβάλλει τη σύσταση ασφάλειας που να εγγυάται την επιστροφή, η οποία μπορεί, δυνάμει της διατάξεως αυτής, να καταβληθεί μόλις το εμπόρευμα εξαχθεί εκτός Κοινότητας. Δεν είναι, επομένως, δυνατόν να υποτεθεί ότι η εν λόγω διάταξη παρέχει στους εξαγωγείς αξίωση επί υψηλότερης επιστροφής από ό,τι αναμφίβολα θα δικαιούνταν, οποιαδήποτε και αν ήταν η τρίτη χώρα στην οποία θα εισαγόταν το εμπόρευμα. Το άρθρο 20 πρέπει, επομένως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν γεννάται δικαίωμα επί της επιστροφής παρά μόνο εάν έχει καθοριστεί θετικό ποσοστό (ή θετικός συντελεστής) για όλες τις τρίτες χώρες.
Πρόταση
28. Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ως εξής:
Ο κανονισμός 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, ο κανονισμός 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, ο κανονισμός 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, και ο κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο εξαγωγέας δεν έχει δικαίωμα επί επιστροφής * εκτός από εκείνη την οποία ενδεχομένως δικαιούται δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού 3665/87 της Επιτροπής * και οφείλει επομένως είτε να επιστρέψει την προκαταβολή που έλαβε είτε να υποστεί ισόποση κατάπτωση της ασφάλειας που συνέστησε, εφόσον τα εμπορεύματα δεν εισήχθησαν στο κράτος προορισμού, ακόμη και αν τα εμπορεύματα απολέσθηκαν λόγω ανωτέρας βίας κατά τη μεταφορά από το κράτος εξαγωγής προς το κράτος προορισμού.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * Η ΤΜΡ, που είχε συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως για την περίπτωση απώλειας της επιστροφής, έλαβε ποσό ίσο προς το συνολικό ποσό της επιστροφής και οι ασφαλιστικές εταιρίες υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα της ΤΜΡ στη διαφορά της κύριας δίκης.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση, που κατέθεσε παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση, εξέθεσε ότι η ιρλανδική εταιρία Tara Meat (Kilbeggan) Ltd μετέφερε βόειο κρέας επί του ίδιου πλοίου όπως και η αγγλική εταιρία και ότι στο ιρλανδικό High Court υποβλήθηκε μια διαφορά, της οποίας τα πραγματικά και νομικά ζητήματα είναι κατ' ουσίαν όμοια προς αυτά της παρούσας υποθέσεως. Το High Court ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής που άσκησε η ιρλανδική εταιρία, έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της παρούσας υποθέσεως.
(2) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72.
(3) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 108.
(4) * ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50.
(5) * ΕΕ L 351, σ. 1.
(6) * Βλ. τον κανονισμό 2978/88, περί καθορισμού των επιστροφών λόγω εξαγωγής στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 269, σ. 37).
(7) * Αυτό προκύπτει από την 24η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής της Επιτροπής, κατά την οποία:
Εκτιμώντας ότι το ποσό που πληρώθηκε πριν από την εξαγωγή πρέπει να επιστραφεί, αν δεν αποδειχθεί ότι υφίσταται δικαίωμα για επιστροφές κατά την εξαγωγή ή αν υφίσταται δικαίωμα για μικρότερη επιστροφή ότι η απόδοση πρέπει να περιέχει ένα συμπληρωματικό ποσό για να αποφευχθούν οι καταχρήσεις ότι, σε περίπτωση ανωτέρας βίας, το συμπληρωματικό ποσό δεν αποδίδεται .
(8) * Η λύση αυτή επιβεβαιώνεται από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 21, παράγραφος 3, και του άρθρου 21, παράγραφος 4, του κανονισμού, οι οποίες ρυθμίζουν ρητά την περίπτωση της ανωτέρας βίας. Η επιφύλαξη αφορά την περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα κατευθύνονται, λόγω ανωτέρας βίας, προς άλλον προορισμό από αυτόν που είχε προβλεφθεί και έχει ως συνέπεια ότι ο εξαγωγέας δικαιούται τη διαφοροποιημένη επιστροφή που ισχύει για τον νέο προορισμό.
(9) * Βλ. ιδίως την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1991 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-90/90 και C-91/90, Neu (Συλλογή 1991, σ. Ι-3617), και την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C-314/89, Rauh (Συλλογή 1991, σ. Ι-1647, σκέψη 17).
(10) * Aπόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1984, 89/93 (Συλλογή 1984, σ. 2815), όπου στη σκέψη 8 αναφέρεται ότι:
(...) το σύστημα των διαφοροποιημένων επιστροφών λόγω εξαγωγής έχει ως σκοπό να ανοίξει ή να διατηρήσει ανοικτές για τις κοινοτικές εξαγωγές τις αγορές των τρίτων χωρών, τις οποίες αφορά, η δε διαφοροποίηση της επιστροφής οφείλεται ακριβώς στην επιθυμία να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς εισαγωγής, στην οποία η Κοινότητα θέλει να διαδραματίσει κάποιο ρόλο .
(11) * Πράγματι, είναι αρκετά πειστική η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στις προτάσεις του στην υπόθεση Union francaise de Cereales, που παρατίθεται κατωτέρω στο σημείο 22, και με τις οποίες κατέληξε ότι, σε μια παρόμοια περίπτωση, δεν ήταν αναγκαία η τήρηση της προϋποθέσεως της εισαγωγής. Ο γενικός εισαγγελέας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
(...) η απόδειξη του εκτελωνισμού του εμπορεύματος στη χώρα προορισμού αποσκοπεί στην αποφυγή του κινδύνου να κατευθυνθεί το εμπόρευμα προς χώρες για τις οποίες προβλέπονται χαμηλότεροι συντελεστές επιστροφής ή εξισωτικών ποσών (όπως επίσης του κινδύνου επανεισαγωγής στη χώρα προελεύσεως). Εφόσον, όμως, το εμπόρευμα καταστράφηκε κατά τη μεταφορά, δεν υπάρχει κανείς κίνδυνος τέτοιας καταστρατηγήσεως. Συνεπώς, εάν σε μια εξαιρετική περίπτωση, όπως αυτή του ναυαγίου του μεταφορικού μέσου, ο εξαγωγέας μπορεί να αποδείξει ότι είχε πωλήσει το εμπόρευμα σε αγοραστή ευρισκόμενο στη χώρα που είχε δηλωθεί ως χώρα προορισμού και ότι το εμπόρευμα είχε αποσταλεί κανονικά, δεν μου φαίνεται λογική η εφαρμογή σε βάρος του εξαγωγέα μιας διατάξεως που εμπνέεται από μια μέριμνα προλήψεως, η οποία υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Στην πραγματικότητα, είναι σαφές ότι τα εξαιρετικά γεγονότα δεν είναι δεκτικά υπαγωγής σε νομοθετικές ρυθμίσεις βάσει κριτηρίων που έχουν θεσπισθεί για συνήθεις καταστάσεις και ότι, αντίστοιχα, η εφαρμογή των κανόνων που προβλέπουν παρεκκλίσεις (π.χ. για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας) σε ορισμένες εξαιρετικές καταστάσεις δεν παρεμποδίζει ούτε διαταράσσει την κανονική λειτουργία του συστήματος .
Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί ότι ο γενικός εισαγγελέας Capotorti ανέλυσε τη σημασία της προϋποθέσεως της εισαγωγής έχοντας ως βάση την άποψη ότι ο μόνος λόγος υπάρξεώς της ήταν η πρόληψη των καταστρατηγήσεων.
(12) * Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1978 (Συλλογή τόμος 1978, σ. 545).
(13) * Απόφαση της 19ης Απριλίου 1988 (Συλλογή 1988, σ. 1979).
Full & Egal Universal Law Academy