ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 31ης Μαρτίου 1993 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει εν προκειμένω στην κρίση σας, το Raad van Beroep te's-Hertogenbosch σας ζητεί να διευκρινίσετε, αφενός, τη νομολογία σας σχετικά με τη «διαδικαστική αυτονομία» — όπως είθισται να αποκαλείται — των εσωτερικών εννόμων τάξεων των κρατών μελών και, αφετέρου, τις συνέπειες του ενδεχόμενου ασυμβιβάστου μιας εθνικής ρυθμίσεως με έναν κανόνα του κοινοτικού δικαίου— εν προκειμένω με την οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( 1 ) (στο εξής: οδηγία) —, όταν η εθνική διοικητική πρακτική και νομολογία διορθώνουν, contra legem, το αποτέλεσμα του ασυμβιβάστου αυτού.
2.
Θα συνοψίσω εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά και την επίμαχη ολλανδική ρύθμιση, δεδομένου ότι εκτίθενται διεξοδικώς στην έκθεση ακροατηρίου ( 2 ).
3.
Από το 1963, η Steenhorst-Neerings σταμάτησε να εργάζεται λόγω πνευμονικών παθήσεων και λαμβάνει για τον λόγο αυτόν σύνταξη αναπηρίας. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα, δεν μπορούσε να λαμβάνει επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία, καθόσον ο Nederlandse Algemene Arbeitsongeschiktheidswet (γενικός νόμος περί ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: AAW), που άρχισε να ισχύει το 1976, είχε εφαρμογή μόνο στους άνδρες και στις άγαμες γυναίκες. Με νόμο της 20ής Δεκεμβρίου 1979, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1980, το δικαίωμα αυτό επεκτάθηκε στις έγγαμες γυναίκες, υπό τον όρο ότι κατέστησαν ανίκανες προς εργασία πριν από την 1η Οκτωβρίου 1975, οπότε η Steenhorst-Neerings δεν είχε, καταρχήν, το δικαίωμα αυτό.
4.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, με αποφάσεις της 5ης Ιανουαρίου 1988, το Centrale Raad van Beroep επεξέτεινε το δικαίωμα αυτό σε όλες τις έγγαμες γυναίκες, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου κατά το οποίο κατέστησαν ανίκανες προς εργασία ( 3 ), βασιζόμενο στο άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, της 19ης Φεβρουαρίου 1966 ( 4 ) (στο εξής: διεθνές σύμφωνο).
5.
Έτσι, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπέβαλε στις 17 Μαΐου 1988 αίτηση για την καταβολή συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία, η οποία της χορηγήθηκε μόλις από τη 17η Μαΐου 1987, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 2, του AAW, εφόσον δεν συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις, η αναδρομική κάλυψη του κινδύνου αυτού δεν μπορεί να αρχίσει νωρίτερα από ένα έτος πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
6.
Σε αυτό το άρθρο επικεντρώνεται εν προκειμένω η συζήτηση.
7.
Κατόπιν του θανάτου της συζύγου της Steenhorst-Neerings και με δεύτερη απόφαση, η Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen (διοίκηση του ολλανδικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: Dētam) της χορήγησε από την 1η Ιουλίου 1989 σύνταξη χήρας και, βάσει του άρθρου 32, παράγραφος 1, του Algemene Weduwen-en Wezenwet (γενικού νόμου περί χηρών και ορφανών, στο εξής: AWW), σταμάτησε συγχρόνως να της καταβάλλει το επίδομα που λάμβανε δυνάμει του AAW.
8.
Η Steenhorst-Neerings αμφισβήτησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου όχι μόνον την ημερομηνία ενάρξεως καταβολής του επιδόματος δυνάμει του AAW, αλλά επίσης την αντικατάσταση του επιδόματος αυτού από σύνταξη δυνάμει του AWW.
9.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα εάν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, με συνέπεια να είναι ασυμβίβαστη προς αυτό μια εθνική διάταξη που θέτει προκαταβολικώς χρονικούς περιορισμούς στην εφαρμογή του δικαιώματος που απορρέει από την οδηγία, η οποία δεν είχε μεταφερθεί στην ολλανδική έννομη τάξη κατά την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης. Τούτο, εξάλλου, ουδόλως αμφισβητείται από την Ολλανδική Κυβέρνηση.
10.
Καταρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να διατηρεί τις ανισότητες μεταχειρίσεως εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
11.
Πράγματι, με την απόφαση στην υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging ( 5 ), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι επαρκώς σαφές, ώστε από την προαναφερθείσα ημερομηνία και ελλείψει μέτρων για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, κάθε ιδιώτης μπορεί να την επικαλείται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, προκειμένου να αποκρούσει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως ασυμβίβαστης προς το εν λόγω άρθρο.
12.
Πράγματι, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν παρέχει καθόλου στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εξαρτήσουν από όρους ή να περιορίσουν την εφαρμογή της αρχής της (σης μεταχειρίσεως ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, η διάταξη δε αυτή είναι επαρκώς σαφής και απαλλαγμένη αιρέσεων ώστε, ενώ δεν έχουν ληφθεί εθνικά εκτελεστικά μέτρα, οι ιδιώτες να μπορούν να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, προκειμένου να αποκρούσουν την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως ασυμβίβαστης προς το εν λόγω άρθρο.» ( 6 )
13.
Έκτοτε, η ερμηνεία αυτή έχει επιβεβαιωθεί με πάγια νομολογία ( 7 ). Εάν το δικαίωμα για ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, το οποίο έχει εξάλλου καθιερωθεί ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου, ιδίως με την απόφαση σας στην υπόθεση Defrenne ΠΙ ( 8 ), υφίσταται για τους ιδιώτες από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, μπορεί να περιοριστεί με μια διαδικαστικής φύσεως διάταξη του εσωτερικού δικαίου;
14.
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως στον τομέα αυτό, στην εσωτερική έννομη τάξη πάθε κράτους μέλους εναπόκειται να καθορίσει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των ενδίκων μέσων με τις οποίες σκοπείται η διασφάλιση των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου.
15.
Ωστόσο, με την απόφαση σας στην υπόθεση Rewę ( 9 ), θελήσατε να επισημάνετε, τα ακόλουθα:
«(...) τα άρθρα 100 έως 102 και 235 της Συνθήκης επιτρέπουν, ενδεχομένως, τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για να αντιμετωπιστούν οι διαφορές των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών επί του προκειμένου θέματος, αν προκύψει ότι μπορούν να προκαλέσουν στρεβλώσεις ή να παρενοχλήσουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς» ( 10 ).
16.
Επομένως, σύμφωνα με τη διατύπωση της αποφάσεως σας στην υπόθεση Lück ( 11 ), στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται
«(...) να εφαρμόζουν, μεταξύ των διαφόρων διαδικασιών της εσωτερικής έννομης τάξεως, εκείνες που είναι προσφορότερες για τη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων που απονέμει το κοινοτικό δίκαιο» ( 12 ).
17.
Ωστόσο, η εθνική αυτή αρμοδιότητα δεν είναι απεριόριστη, άλλως θα ματαιωνόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, έπρεπε, όπως είναι φυσικό, να επιβληθεί ένας περιορισμός των προνομίων των κρατών μελών σε θέματα δικονομίας, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο
«οι διαδικαστικοί αυτοί κανόνες και οι προθεσμίες (να) έχουν ως αποτέλεσμα καταστεί πρακτικά αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν» ( 13 ).
18.
Επιπλέον,
«(...) τα πρόσωπα που προβάλλουν δικαιώματα δυνάμει διατάξεων του κοινοτικού δικαίου δεν είναι δυνατό να υφίστανται λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από τα πρόσωπα που εγείρουν παρόμοιες απαιτήσεις βάσει του εσωτερικού δικαίου» ( 14 ).
19.
Με την απόφαση στην υπόθεση Emmott ( 15 ) σας δόθηκε η ευκαιρία να οριοθετήσετε τη σημασία της προαναφερθείσας νομολογίας, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν μεταφέρει ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο μια οδηγία κατά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας. Έτσι, η έκταση της «διαδικαστικής αυτονομίας» των προσφυγών των εθνικών δικαίων περιορίστηκε αισθητά, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη προστασία της οποίας τυγχάνει εφεξής η οδηγία.
20.
Υπενθυμίζω εν συντομία το ιστορικό της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Η Emmott, η οποία θεωρούσε ότι είχε υποστεί δυσμενή διάκριση, προσέφυγε στο εθνικό δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει την καταβολή των ιδίων παροχών με εκείνες που θα ελάμβανε ένας άνδρας ευρισκόμενος στην ίδια με αυτήν νομική κατάσταση. Στην Emmott αντιτάχθηκε η εκπνοή της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση «judicial review» (δικαστικού ελέγχου), μολονότι η οδηγία δεν είχε ακόμη μεταφερθεί ορθώς στο ιρλανδικό δίκαιο, γεγονός που είχε επιπλέον ήδη διαπιστωθεί με την απόφαση σας στην υπόθεση Mc Dermott και Cotter ( 16 ).
21.
Αφού υπενθυμίσατε την αρχή και τα όρια της «διαδικαστικής αυτονομίας», επισημάνατε ότι έπρεπε να «ληφθεί υπόψη (...) ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των οδηγιών» ( 17 ) και από τον ιδιαίτερο αυτόν χαρακτήρα συναγάγατε ότι
«(...) για όσο χρόνο μια οδηγία δεν έχει μεταφερθεί ορθώς στο εθνικό δίκαιο, οι πολίτες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματα τους» ( 18 ),
με αποτέλεσμα ότι
«μόνο η ορθή μεταφορά μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θέτει τέρμα σ' αυτήν την κατάσταση αβεβαιότητας και μόνο κατά το χρονικό σημείο της μεταφοράς αυτής δημιουργείται η ασφάλεια δικαίου που πρέπει να υφίσταται προκειμένου να ζητείται από τους πολίτες να προβάλουν τα δικαιώματα τους» ( 19 ),
για να καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι,
«(...) μέχρι το χρονικό σημείο της ορθής μεταφοράς της οδηγίας, το κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να προβάλλει την εκπρόθεσμη κίνηση (...) της (...) ένδικης διαδικασίας (...) η δε σχετική προθεσμία του εθνικού δικαίου δεν μπορεί να αρχίσει να τρέχει παρά μόνο μετά από το χρονικό αυτό σημείο» ( 20 ).
22.
Η διατύπωση της αποφάσεως αυτής είναι εξαιρετικά σαφής και δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια κατηγορία διαδικαστικών προθεσμιών. Έτσι, μέχρι το χρονικό σημείο της «ορθής μεταφοράς» ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες του για να αρνηθεί να χορηγήσει σε έναν ιδιώτη δικαίωμα αντλούμενο από την οδηγία.
23.
Όπως γράφει ο Ε. Scyszczak:
«In Emmott, by allowing the suspension of national procedural rules until a directive has been correctly transposed, the Court of Justice has added another sanction to compel Member States into speedy compliance with the obligations contained in directives and in any subsequent infringement proceedings or preliminary rulings delivered by the Court (...). A Member State in default of its obligations may not rely on national law to deny individual rights in the national Courts» ( 21 ).
24.
Επομένως, σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι προθεσμίες του εσωτερικού δικαίου αναστέλλονται, ανεξαρτήτως της φύσεως τους.
25.
Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, θα ήταν μάλλον παράλογο εάν, μέσω διαδικαστικών κανόνων, ένα κράτος μέλος μπορούσε να περιορίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας, πολλώ μάλλον που, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επίκληση της, ο εθνικός δικαστής οφείλει να μην εφαρμόζει τις ουσιαστικές διατάξεις που είναι ασυμβίβαστες με την αρχή αυτή ( 22 ).
26.
Ωστόσο, η καθής της κύριας δίκης καθώς και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη επικαλούνται την προγενέστερη της αποφάσεως Emmott νομολογία σας, επισημαίνοντας ότι η προθεσμία που τάσσεται με το άρθρο 25, παράγραφος 2, του AAW δεν θίγει τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν
από το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας και έχει εφαρμογή παι στις παρόμοιες απαιτήσεις που εγείρονται βάσει του εσωτερικού δικαίου.
27.
Κατά την άποψη αυτή, η εν λόγω διάταξη όχι μόνο δεν καταλήγει σε δυσμενή διάκριση αλλά αντιθέτως λειτουργία της είναι η εξάλειψη της δικαιικής ανασφάλειας που απορρέει από την έλλειψη προθεσμίας, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί έτσι να αξιώσει τη χορήγηση συντάξεως αρκετά χρόνια μετά τη γένεση του δικαιώματος του. Επιπλέον, είναι αδύνατον να ελέγχεται εάν, κατά το χρονικό διάστημα πριν από την περίοδο του ενός έτους, «ο ενδιαφερόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις» ( 23 ) για τη λήψη της συντάξεως αυτής. Η δε Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προθεσμία που τάσσεται με το άρθρο 25, παράγραφος 2, ουδόλως συνιστά προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αλλά ότι αποτελεί προθεσμία διαφορετικής φύσεως, την οποία δεν προσδιορίζει περαιτέρω, η οποία σκοπεί να περιορίσει ευλόγως τις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί στο παρελθόν. Από τις θεωρήσεις αυτές προκύπτουν επομένως οι διαφορές της υπό κρίση περιπτώσεως από το ιστορικό της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Emmott ( 24 ).
28.
Ουδόλως έχω πειστεί από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν για να σας πείσω να διακρίνετε την προκειμένη περίπτωση από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση σας στην υπόθεση Emmott. Βέβαια, στην υπόθεση εκείνη, είχε αντιταχθεί στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης το εκπρόθεσμο της εκ μέρους της κινήσεως της ένδικης διαδικασίας. Δεδομένου ότι το δικαίωμα της για άσκηση προσφυγής είχε παραγραφεί, η Emmott δεν μπορούσε πλέον να προβάλει κανένα δικαίωμα. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, αλλά οι διαχρονικές συνέπειες του: η προσφεύγουσα μπορεί να επιτύχει την αναγνώριση μόνο ενός μέρους των δικαιωμάτων που αντλεί από το κοινοτικό δίκαιο.
29.
Πρώτον, πρέπει να ομολογήσω ότι αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό το επιχείρημα που αναπτύχθηκε κυρίως κατά την προφορική διαδικασία, σύμφωνα με το οποίο, ελλείψει διαδικαστικής προθεσμίας, ένας ιδιώτης θα μπορούσε να αξιώσει σύνταξη πολλά έτη μετά τη γένεση του δικαιώματος του. Πέραν του γεγονότος ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε ήδη προβληθεί χωρίς να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο σας στην υπόθεση Emmott, το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να προκύψει μόνο εξαιτίας μιας παρατεταμένης παραλείψεως μεταφοράς της οδηγίας από το κράτος, οι συνέπειες της οποίας θα ήταν άδικο να επιρριφθούν, μέσω της εκπνοής των δικονομικών προθεσμιών του εσωτερικού δικαίου, στον κάτοχο των δικαιωμάτων που απορρέουν από έναν κοινοτικό κανόνα.
30.
Δεύτερον, ο χαρακτηρισμός μιας τέτοιας προθεσμίας στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους είναι άνευ σημασίας, στο μέτρο που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα αποτελέσματα της εφαρμογής της σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το ερώτημα που είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο σας από το ιρλανδικό δικαστήριο στην υπόθεση Emmott δεν αφορούσε μόνον την προθεσμία παραγραφής, καθόσον το δικαστήριο αυτό σας ερωτούσε, συγκεκριμένα, σχετικά με τη δυνατότητα των κρατών μελών να επικαλούνται τους εθνικούς δικονομικούς τους κανόνες «ειδικότερα τους σχετικούς με προθεσμίες (...) ώστε να μειωθεί το ποσό της (αποζημιώσεως) ή να μην επιδικαστεί τέτοια αποζημίωση» ( 25 ).
31.
Εξάλλου, το διατακτικό της αποφάσεως σας έχει διατυπωθεί κατά γενικό τρόπο:
«(...) συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου η εκ μέρους των αρμοδίων αρχών (...) του κράτους μέλους επίκληση των εθνικών δικονομικών κανόνων των σχετικών με τις προθεσμίες (για την κίνηση ένδικης διαδικασίας) (...)».
32.
Επομένως, όταν μια οδηγία παρέχει ένα δικαίωμα σε ιδιώτη, δεν είναι δυνατόν να του αντιταχθούν οι προθεσμίες του εσωτερικού δικαίου για την κίνηση ένδικης διαδικασίας, προκειμένου να απαγορευτεί η πρόσβαση του ιδιώτη στο δικαίωμα αυτό ή να περιοριστεί το όφελος που αντλεί από τούτο, εφόσον η οδηγία δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως του.
33.
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο σας ερωτά, κατ' ουσίαν, εάν συνάδει με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, μια εθνική διάταξη που εφαρμόζεται, τόσο από τις διοικητικές αρχές όσο και από τα εθνικά δικαστήρια, αδιακρίτως στους άνδρες και τις γυναίκες, μολονότι η διατύπωση της επάγεται ρητά δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών.
34.
Η εν προκειμένω επίμαχη διάταξη, δηλαδή το άρθρο 32, παράγραφος 1, initio και υπό στοιχείο b, του AAW διευκρινίζει ότι
«το επίδομα λόγω ανικανότητας προς εργασία παύει να καταβάλλεται:
(...)
b)
όταν η γυναίκα στην οποία παρέχεται αποκτά δικαίωμα συντάξεως χήρας ή προσωρινού επιδόματος χήρας βάσει του Algemene Weduwen-en Wezenwet».
35.
Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι το ερώτημα αυτό δεν είναι κρίσιμο, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, παραπέμποντας συναφώς στην απόφαση του Δικαστηρίου σας στην υπόθεση Lourenço Dias ( 26 ).
36.
Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Πρώτον, το Δικαστήριο απεχθάνεται γενικά να εξετάζει την κρισιμότητα των ερωτημάτων που υποβάλλονται από τα εθνικά δικαστήρια. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι, παρά την «εν ευρεία εννοία» εφαρμογή του εθνικού κανόνα, εξακολουθεί να υφίσταται άνιση μεταχείριση σε βάρος των γυναικών για το χρονικό διάστημα από τις 23 Φεβρουαρίου 1984 μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 1987. Τέλος, εάν γίνει δεκτό ότι η νομολογία και οι διοικητικές πρακτικές διασφαλίζουν την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, υπάρχει ο κίνδυνος το αιτούν δικαστήριο να υποχρεωθεί να εφαρμόσει τους εθνικούς του κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής και να περιορίσει έτσι τις αξιώσεις της προσφεύγουσας της κύριας δίκης. Επομένως, δεν πρόκειται για μια κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη την οποία αφορούσαν τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το tribunal fiscal Aduaneiro do Porto.
37.
Το δικαστήριο αυτό ζητούσε από το Δικαστήριο σας την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων που δεν είχαν
«(...) σχέση με την πραγματικότητα και το αντικείμενο της κύριας δίκης» ( 27 ).
Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο έκρινε ότι
«εάν προκύπτει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απόσχει από την έκδοση αποφάσεως» ( 28 ).
38.
Η λύση αυτή δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε κάθε διαφορά που υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου σας από ένα εθνικό δικαστήριο, εφόσον, όπως εν προκειμένω, η σκοπιμότητα της ερμηνείας αυτής δεν απορρέει κατά τρόπο προφανή από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής αλλά μπορεί να συναχθεί από το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο τα οποία εκτίθενται στη διάταξη αυτή.
39.
Με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν κατά την έγγραφη διαδικασία, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Dētam υποστηρίζουν, όπως και στην υπόθεση van Gemert-Derks, ότι διάταξη όπως αυτή του άρθρου 32, παράγραφος 1, υπό στοιχείο b, εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, καθόσον πρόκειται για διάταξη περί παροχών προς επιζώντες κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, το οποίο ορίζει τα εξής:
«2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις διατάξεις περί παροχών προς επιζώντες (...)».
40.
Ωστόσο, εφόσον ένα μέτρο επιβάλλει, αποκλειστικά όσον αφορά τις γυναίκες, την παύση της καταβολής ενός επιδόματος λόγω νικανότητας προς εργασία, εμπίπτει αναμφισβήτητα στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ( 29 ).
41.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου, από τις 23 Μαΐου 1991, ημερομηνία εκδόσεως μιας αποφάσεως του Centrale Raad van Beroep, η υπό κρίση διάταξη ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι έχει εφαρμογή αδιακρίτως στους άνδρες και τις γυναίκες, με αποτέλεσμα, εφεξής, αφενός οι άνδρες να δύνανται να λαμβάνουν σύνταξη επιζώντος και, αφετέρου, να παύει η καταβολή του επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία το οποίο λαμβάνουν, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, παράγραφος 1, υπό στοιχείο b. Ομοίως, η διοίκηση έχει εκδώσει σχετικές εγκυκλίους.
42.
Τίθεται το ερώτημα εάν για τον λόγο αυτόν πρέπει να γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι δεν απαιτείται η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον ένα γενικό νομικό πλαίσιο διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων του παραγώγου δικαίου.
43.
Η νομολογία του Δικαστηρίου σας έχει καθορίσει με εξαιρετική ακρίβεια τις συνθήκες υπό τις οποίες μια τέτοια μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών μπορούσε να καταδειχθεί περιττή ή και άχρηστη. Η νομολογία αυτή αφορούσε προσφυγές λόγω παραβάσεως που είχε ασκήσει η Επιτροπή κατά κρατών μελών και στο πλαίσιο των προσφυγών αυτών το Δικαστήριο καθόρισε το ακριβές περίγραμμα για τον εντοπισμό των περιπτώσεων στις οποίες δεν επιβαλλόταν η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο.
44.
Έτσι, με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου ( 30 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε
«πάθε κράτος μέλος να εκτελεί τις (...) οδηγίες κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις σαφήνειας και ασφάλειας της εννόμου καταστάσεως που επιδιώκεται με τις οδηγίες»,
και ότι
«απλές διοικητικές πρακτικές, που από τη φΰση τους μπορούν να μεταβάλλονται κατά τη βούληση της διοικήσεως και οι οποίες στερούνται κατάλληλης δημοσιότητας, δεν είναι δυνατόν, υπό τις συνθήκες αυτές, να θεωρηθούν ως έγκυρη εκπλήρωση της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη, στα οποία απευθύνονται οι οδηγίες, από το άρθρο 189» ( 31 ).
45.
Με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 32 ), έχω την εντύπωση ότι το Δικαστήριο καθόρισε τα κριτήρια που παρέχουν τη δυνατότητα να αποφεύγεται η συστηματική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών, καθόσον όρισε με σαφήνεια ότι
«(...) η ύπαρξη γενικών αρχών συνταγματικού ή διοικητικού δικαίου ενδέχεται να καθιστά περιττή τη μεταφορά με ειδικά νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι αρχές αυτές εξασφαλίζουν πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας από τη διοίκηση και ότι, στην περίπτωση που η οδηγία αποσκοπεί στη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιω τών, η νομική κατάσταση που προκύπτει από τις αρχές αυτές είναι αρκετά διαυγής και σαφής και ότι οι δικαιούχοι αποκτούν τη δυνατότητα να γνωρίσουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να το προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (...)» ( 33 ).
46.
'Ετσι, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει εάν η ύπαρξη γενικών αρχών συνταγματικού ή διοικητικού δικαίου διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων, κατοχυρώνοντας ιδίως ότι καμία διάταξη του εθνικού δικαίου, οποιασδήποτε φύσεως, δεν μπορεί να θίξει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, ούτε καν δυσχεραίνοντας την πραγματική γνώση των δικαιωμάτων αυτών.
47.
Η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο εφαρμογή, τόσο από τη νομολογία όσο και από τη διοίκηση, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να διασφαλίσει την ασφάλεια δικαίου, εφόσον ένας νόμος, ο οποίος εξακολουθεί να ισχύει, αντίκειται στην αρχή αυτή, καθόσον προβλέπει την παύση καταβολής ενός επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία, μόνο για τις γυναίκες, όταν γίνονται χήρες. Με άλλα λόγια, η εφαρμογή contra legem και, εν ανάγκη, η μη εφαρμογή μιας διατάξεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο δεν αρκούν για να της προσδώσουν επίφαση νομιμότητας.
48.
Πράγματι, η κατάσταση των ιδιωτών πρέπει να είναι απολύτως σαφής, όχι μόνο στο στάδιο της εφαρμογής, αλλά και στο στάδιο της θεσπίσεως της ρυθμίσεως, η γνώση δηλαδή των νομοθετικών κειμένων πρέπει να παρέχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν τα δικαιώματα που αντλούν από την ίση μεταχείριση. Εάν, από την άποψη της συμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο, οι διοικητικές πρακτικές είναι ανεπαρκείς, το ίδιο ισχύει και για τη νομολογία. Πράγματι, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο των μεταβολών των πρακτικών και/ή μεταστροφών της νομολογίας, οπότε η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου καθώς και η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν θα διασφαλίζονταν πλέον κατά κανόνα στην Κοινότητα.
49.
Η διατύπωση της επίμαχης διατάξεως, μπορεί, όπως εν προκειμένω, να «συσκοτίσει» τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν από την οδηγία και να διακυβεύσει έτσι την ασφάλεια δικαίου εξαιτίας της άγνοιας από μέρους των ενδιαφερομένων τόσο της νομολογίας και της διοικητικής αυτής πρακτικής όσο και της ίδιας της οδηγίας.
50.
Όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας Reischl στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου ( 34 ),
«Η διατήρηση (...) αυτών των εθνικών διατάξεων οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου, διότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να γνωρίζουν εάν οι (...) οδηγίες μπορούν να αναπτύξουν άμεσα αποτελέσματα.» ( 35 )
51.
Για όλους αυτούς τους λόγους, φρονώ ότι μια εθνική διάταξη, η οποία, παρά την αντίθετη νομολογία και διοικητική πρακτική, προβλέπει την παύση καταβολής του επιδόματος λόγω ανικανότητας προς εργασία μόνο για τις γυναίκες, είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7.
52.
Συνεπώς, προτείνω το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Όταν μια οδηγία δημιουργεί ένα δικαίωμα υπέρ ενός ιδιώτη, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει να αντιτάσσεται στον ιδιώτη, με σκοπό να αποκρουστεί ή να περιοριστεί το όφελος που αντλεί από το δικαίωμα αυτό, μια διαδικαστική προθεσμία του εσωτερικού δικαίου, ανεξαρτήτως της φύσεως της, εάν η οδηγία δεν είχε ακόμη μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία κατά την ημερομηνία που ο ιδιώτης υπέβαλε την αίτηση προς υλοποίηση του δικαιώματος του.
2)
Μια εθνική διάταξη δεν παύει να είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο για τον λόγο και μόνο ότι δεν εφαρμόζεται από τις αρχές του οικείου κράτους μέλους, εφόσον η μη εφαρμογή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήρως και οριστικώς κατοχυρωμένη.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτότυπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.
( 2 ) Ι. Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία.
( 3 ) Η νομολογία αυτή κυρώθηκε εξάλλου με νόμο της 3ης Μαΐου 1989.
( 4 ) Recueil des traités, τόμος 999, σ. 171.
( 5 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, υπόθεση 71/85 (Συλλογή 1986, σ. 3855).
( 6 ) Σκέψη 21.
( 7 ) Απόφαση της ISiļg Ιουνίου 1978, υπόθεση 149/77, Defrenne III (Συλλογή τόμος 1978, σ.419). Συναφώς, βλ. επίσης τις αποφάοεις της 4ης Μαρτίου 1987, υπόθεση 286/85, Mc Dcrmolt και Coller (Συλλογή 1987, σ. 1453), της 13ης Δεκεμβρίου 1989, υπόθεση C-102/88, Ruzius-Wilbrinlc (Συλλογή 1989, σ. 4311), της 11ης Ιουλίου 1991, αυνεκδικαοθείσες υποθέσεις C-87/90, C-88/90 και C-89/90, Verholen κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-3757, σκέψη 28).
( 8 ) Προαναφερθείσα απόφαση 149/77, σκέψη 27.
( 9 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, υπόθεση 33/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747).
( 10 ) Σπέψη 5.
( 11 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1968, υπόθεση 34/67 (Συλλογή τόμος 1965-1968,0.763).
( 12 ) Σκεπτικό ο. 765.
( 13 ) Προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Rewę, σκέψη 5.
( 14 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, υπόθεση 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, ο. 3595).
( 15 ) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, υπόθεση C-208/90 (Συλλογή 1991, σ. I-4269).
( 16 ) Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1987, 286/85 (Συλλογή 1987, σ. 1453).
( 17 ) Προαναφερθείσα απόφαση C-208/90, σκέψη 17.
( 18 ) Σχέψη 21.
( 19 ) Σκέψη 22.
( 20 ) Σχέψη 23.
( 21 ) Common Markel Law Review, 1992, σ. 604. ΣτΜ: στην υπό-Οεοη Emmott, το Δικαστήριο, επιτρέποντας την αναστολή της εφαρμογής εθνικών διαδικαστικών κανόνων μέχρι την ορθή μεταφορά μιας οδηγίας, προσέθεσε ακόμη μια κύρωση προκειμένου να εξαναγκάσει τα κράτη μέλη σε ταχεία συμμόρφωση με τις υποχρεωθείς που επιβάλλονται με οδηγίες χαι με τυχόν μετέπειτα διαδικαοίες λόγω παραβάσεως ή με προδικαστικές αποφάαεις του Δικαστηρίου (...). Ένα κράτος μέλος που δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δεν μπορεί να στηρίζεται στο εθνικό δίκαιο για να αρνείται τη χορήγηση ατομικών δικαιωμάτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
( 22 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1991, υπόθεοη C-377/89, Cotter και Mc Durmolt (Συλλογι1 1991, ο. I-1155).
( 23 ) Σημείο 13 της γαλλικής μεταφράσεως του υπομνήματος της Ολλανδικής Κυβερνήσεως.
( 24 ) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
( 25 ) Σκέψη 14, η υπογράμμιση δική μου.
( 26 ) Απόφαση τι); 16ης Ιουλίου 1992, υπόθεση C-343/90 (Συλλογή 1992, σ. I-4673).
( 27 ) Σκέψη 20.
( 28 ) Σκέψη 20.
( 29 ) Βλ. σημεία 36 έως 40 των προτάσεων που ανέπτυξα σήμερα στην υπόθεση C-337/91, Συλλογή 1993, σ. I-5435.
( 30 ) Aitócpaoi) xii; 6ης Μαΐου 1980, υιτόθεαη 102/79 (Συλλογή τόμο; 1980/11, α 99).
( 31 ) ΣχΕψηΙΙ.
( 32 ) Αποφαοη τη; 23ης Μαΐου 1985, υπόθεση 29/84 (Συλλογή 1985, σ. 1661).
( 33 ) Σκέψη 23.
( 34 ) Προαναφερθείσα απόφαση 102/79.
( 35 ) Προτάσεις, Συλλογή τόμος 1980/11, σ. 111.
Full & Egal Universal Law Academy