Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Αναπηρία - Επιτροπή αναπηρίας - Συνεδριάσεις - Τήρηση πρακτικών - Μη ουσιώδης προϋπόθεση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙ, άρθρα 7 και 9)
2. Υπάλληλοι - Προσφυγή - Βλαπτική πράξη - 'Εννοια - 'Εγγραφο κοινοποιήσεως του πορίσματος της επιτροπής αναπηρίας - Δεν περιλαμβάνεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91 παράρτημα ΙΙ, άρθρο 9, εδ. 2)
3. Υπάλληλοι - Αναρρωτική άδεια - Δικαιολόγηση της ασθενείας - Προσκόμιση αναιτιολόγητου ιατρικού πιστοποιητικού - Απόρριψη - Ανεπίτρεπτη - Ιατρική επίσκεψη ελέγχου - Διάγνωση η οποία αντικρούει το ιατρικό πιστοποιητικό - Παράνομη απουσία μετά την επίσκεψη ελέγχου
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 59)
4. Υπάλληλοι - 'Εκτακτος υπάλληλος - Απόλυση - Καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου για τον οποίο κινήθηκε η διαδικασία υπαγωγής σε κατάσταση αναπηρίας - Επιτρέπεται
(Καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, άρθρο 47)
Περίληψη
1. Μολονότι είναι λυπηρό ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά επί των εργασιών μιας επιτροπής αναπηρίας, η ύπαρξή τους δεν αποτελεί εντούτοις ουσιώδη όρο για το κύρος των διασκέψεων της επιτροπής. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η έλλειψη πρακτικών δεν καθιστούσε πλημμελή τη διαδιασία θέσεως σε αναπηρία.
2. Εναπόκειται στην επιτροπή αναπηρίας να καθορίζει την κατάσταση αναπηρίας του εκτάκτου υπαλλήλου. Συνεπώς, εφόσον η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή δεν διαθέτει στον τομέα αυτόν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως, η διαβίβαση του πορίσματος της επιτροπής αναπηρίας στον ενδιαφερόμενο που προβλέπεται στο άρθρο 9, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση της Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής που μπορεί να είναι αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία η επιτροπή δεν αποφαίνεται ότι συντρέχει περίπτωση αναπηρίας, η διαβίβαση του πορίσματός της στον ενδιαφερόμενο μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως περατούσα τη διαδικασία θέσεως σε αναπηρία.
3. Μολονότι το άρθρο 59 του ΚΥΚ παρέχει στη διοίκηση την ευχέρεια να υποβάλει σε ιατρική επίσκεψη ελέγχου τον υπάλληλο ο οποίος προσκομίζει ιατρικό πιστοποιητικό για να δικαιολογήσει το ότι εμποδίζεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, το άρθρο αυτό δεν προβλέπει τη δυνατότητα για τη διοίκηση να αρνείται να λαμβάνει υπόψη το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό, έστω κι αν αυτό δεν αναφέρει τους λόγους της ανικανότητας προς εργασία. Συνεπώς, η άρνηση της διοικήσεως να δεχθεί ως έγκυρο μη αιτιολογημένο ιατρικό πιστοποιητικό, χωρίς να κάνει χρήση της ευχέρειας που διαθέτει να υποβάλει τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο σε επίσκεψη ελέγχου, είναι αντίθετη προς το άρθρο 59 του ΚΥΚ.
'Οταν τα πορίσματα της επισκέψεως ελέγχου αναιρούν εκείνα του ιατρικού πιστοποιητικού που προσκόμισε ο ενδιαφερόμενος, τα διοικητικά αποτελέσματα της επισκέψεως αυτής αρχίζουν να ισχύουν από τη στιγμή πραγματοποιήσεώς της καθόσον οποιαδήποτε αναδρομικότητα θίγει την αξιοπιστία και το τεκμήριο ότι το ιατρικό πιστοποιητικό είναι σύννομο.
Συνεπώς, κρίνοντας ότι η διοίκηση εδικαιούτο, αφενός, να απορρίψει το μη αιτιολογημένο ιατρικό πιστοποιητικό και, αφετέρου, να αναγνωρίσει αναδρομικό αποτέλεσμα στα πορίσματα της επισκέψεως ελέγχου, κατά τα οποία ο ενδιαφερόμενος σε κανένα χρονικό σημείο της περιόδου απουσίας του δεν απέδειξε ότι εδικαιούτο αναρρωτικής αδείας, το Πρωτοδικείο διέπραξε νομικό σφάλμα, εναπόκειται δε στο Δικαστήριο να το διρθώσει ακυρώνοντας την απόφαση της διοικήσεως με την οποία απορρίφθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό και διαπιστώθηκε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν τελούσε δικαιολογημένως σε αναρρωτική άδεια πριν από την ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η ιατρική επίσκεψη ελέγχου.
4. Η μονομερής καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου ενός εκτάκτου υπαλλήλου, προβλεπόμενη ρητά στο άρθρο 47 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, βρίσκει την αιτιολόγησή της στη σύμβαση εργασίας και, επομένως, δεν χρήζει αιτιολογίας καθόσον η σύμβαση εργασίας συνιστά, πράγματι, τη βάση των σχέσεων μεταξύ του υπαλλήλου αυτού και του οικείου κοινοτικού οργάνου.
Καμιά διάταξη δεν εμποδίζει το οικείο κοινοτικό όργανο να καταγγείλει τη σύμβαση προσλήψεως εκτάκτου υπαλλήλου για τον οποίο κινήθηκε διαδικασία θέσεως σε αναπηρία, εξυπακουομένου ότι η καταγγελία αυτή δεν μπορεί να θίγει την εκπλήρωση των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας και την ενδεχόμενη αναγνώριση, από την επιτροπή, της αναπηρίας που επήλθε πριν από την καταγγελία ούτε να θίξει τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου μετά το πέρας της σχετικής διαδικασίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-18/91 Ρ,
εισαχθείσα από τη V., πρώην έκτακτο υπάλληλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικο Βρυξελλών, εκπροσωπούμενη από τον Andrea Guarino, δικηγόρο Ρώμης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Alain Lorang, 51, rue Albert Ier,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) στις 22 Νοεμβρίου 1990, στην υπόθεση Τ-54/89 μεταξύ V. και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι το:
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους Jorge Campinos, jurisconsulte, Manfred Peter, προϊστάμενο τμήματος, και τον Aloyse May, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Μ. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann,
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Ιανουαρίου 1991 η V., βάσει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, της 22ας Νοεμβρίου 1990, Τ-54/89, V. κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-659), καθόσον με την απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή της με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί η έκθεση της επιτροπής αναπηρίας που είχε εξετάσει την περίπτωσή της, καθώς και διάφορες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τις οποίες αυτό αρνήθηκε, αντιστοίχως, να θέσει την αναιρεσείουσα σε κατάσταση αναπηρίας, να αναγνωρίσει το ιατρικό πιστοποιητικό διακοπής δραστηριότητας που αυτή προσκόμισε, κατήγγειλε τη σύμβαση εκτάκτου υπαλλήλου της αναιρεσείουσας και απέρριψε τις διάφορες διοικητικές ενστάσεις της και, εξάλλου, να εγγυηθεί το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να υπαχθεί σε κανονική διαδικασία προς διαπίστωση της αναπηρίας.
2 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε το 1981 ως έκτακτος υπάλληλος στην ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (στο εξής: ομάδα του ΕΛΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Επειδή κατά τα έτη που ακολούθησαν, το σύνολο των αναρρωτικών της αδειών υπερέβη τους δώδεκα μήνες σε διάστημα τριών ετών, κινήθηκε μια πρώτη διαδικασία προς διαπίστωση της υπάρξεως ενδεχόμενης αναπηρίας της V. σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Η επιτροπή αναπηρίας αποφάνθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1986 ότι η ενδιαφερόμενη δεν είχε καμιά αναπηρία.
3 Κατόπιν νέων επανειλημμένων απουσιών, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να συγκροτήσει νέα επιτροπή αναπηρίας για να εξετάσει την περίπτωση της V. Και αυτή η επιτροπή αναπηρίας αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε αναπηρία.
4 Στις 24 Φεβρουαρίου 1988, με το έγγραφο υπ' αριθμ. 05169, ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου απέστειλε στην ενδιαφερόμενη, χωρίς σχόλια, τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας.
5 Με έγγραφο της ίδιας ημέρας, ο πρόεδρος της ομάδας του ΕΛΚ, υπό την ιδιότητά του ως Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), κοινοποίησε στη V. την καταγγελία της συμβάσεώς της, διευκρινίζοντας ότι η απαιτούμενη προθεσμία καταγγελίας τριών μηνών βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2, στοιχείο α, του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό (στο εξής: ΚΛΠ) άρχιζε την 1η Μαρτίου 1988.
6 Την προηγουμένη, η V. υπέβαλε στη διοίκηση ιατρικό πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία για δύο μήνες, με ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 1988, υπογεγραμμένο από τον ιατρό της και το οποίο δεν ανέφερε κανέναν ιατρικό λόγο. Με το από 26 Φεβρουαρίου 1988 έγγραφο του γενικού διευθυντή προσωπικού το έγγραφο αυτό δεν έγινε δεκτό.
7 Η ενδιαφερομένη υπέβαλε δεύτερο ιατρικό πιστοποιητικό, με ημερομηνία 1η Μαρτίου 1988 και το οποίο προέβλεπε διακοπή εργασίας από 1η Μαρτίου έως 1η Ιουνίου 1988. Στις 7 Μαρτίου 1988, ο ιατρός-σύμβουλος του Κοινοβουλίου πραγματοποίησε επίσκεψη ελέγχου στην κατοικία της V. και έκρινε ότι αυτή ήταν ικανή προς εργασία.
8 Οι διοικητικές ενστάσεις που υπέβαλε η ενδιαφερομένη κατά των προαναφερομένων αποφάσεων και θέσεων που έλαβε το Κοινοβούλιο απορρίφθηκαν.
9 Με προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η V. ζήτησε:
α) την ακύρωση της "εκθέσεως της επιτροπής αναπηρίας", όπως διαβιβάστηκε σ' αυτήν στις 24 Φεβρουαρίου 1988
β) την ακύρωση της "αποφάσεως" του γενικού διευθυντή προσωπικού με την οποία διαβιβάστηκε σ' αυτήν η εν λόγω έκθεση και απορρίφθηκε "η υπαγωγή της προσφεύγουσας σε κατάσταση αναπηρίας"
γ) την ακύρωση της αποφάσεως του γενικού διευθυντή προσωπικού, της 26ης Φεβρουαρίου 1988, με την οποία δεν έγινε δεκτό το πρώτο ιατρικό πιστοποιητικό
δ) την ακύρωση της αποφάσεως του προέδρου της ομάδας ΕΛΚ περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της
ε) την ακύρωση της αποφάσεως του προέδρου της ομάδας ΕΛΚ περί απορρίψεως των διοικητικών ενστάσεων που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα κατά των αποφάσεων που αναφέρονται πιο πάνω υπό τα στοιχεία β και δ
στ) από το Πρωτοδικείο να εγγυηθεί το δικαίωμά της να υπαχθεί σε κανονική διαδικασία προς διαπίστωση της αναπηρίας της.
10 Με την αναίρεσή της, η V. ζητεί να αναιρεθεί η αιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τα διάφορα αιτήματα της προσφυγής της.
11 Στην έκθεση του εισηγητή δικαστή αναπτύσσονται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των λόγων που αντλούνται από την πλημμελή διαδικασία ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας
12 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, ενόψει του ορισμού του τρίτου μέλους της επιτροπής αναπηρίας, ο ιατρός τον οποίο όρισε η V. δήλωσε με επιστολή της 17ης Οκτωβρίου 1987 ότι δεν είχε "καμία αντίρρηση να δεχθεί ως τρίτο μέλος της επιτροπής αναπηρίας" τον προτεινόμενο από το Κοινοβούλιο ιατρό, προσθέτοντας όμως: "εντούτοις, επιθυμώ να σας καταστήσω γνωστούς τους όρους που θα ήθελα να αποδεχθείτε πριν συμφωνήσω (...)". Το Κοινοβούλιο, θεωρώντας ότι οι όροι αυτοί ήταν απαράδεκτοι, ζήτησε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να ορίσει αυτεπαγγέλτως το τρίτο μέλος της επιτροπής αναπηρίας, σύμφωνα με το άρθρο 7, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
13 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 33) το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η από 17 Οκτωβρίου 1987 επιστολή του ιατρού που όρισε η V., ερμηνευόμενη υπό το φως της από 6 Οκτωβρίου 1987 επιστολής του ιατρού που όρισε το Κοινοβούλιο, δεν καταλείπει καμιά αμφιβολία όσον αφορά τη φύση των όρων από τους οποίους εξηρτάτο η σύμφωνη γνώμη που έδωσε ο πρώτος για τη συμμετοχή του καθηγητή Alexandre ως τρίτου
μέλους της επιτροπής αναπηρίας. Αναφερόταν ρητώς ότι από τους όρους αυτούς, που δεν αποτελούσαν απλό τύπο, εξηρτάτο η "οριστική συμφωνία" επί της οποίας οι εν λόγω όροι είχαν, επομένως, ανασταλτικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ των ιατρών που όρισε αυτή και το Κοινοβούλιο. Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί διαδικαστικής πλημμέλειας ως προς τη σύνθεση της επιτροπής αναπηρίας είναι απορριπτέος.
14 Η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της αποφάσεως αυτής ότι ο ορισθείς από αυτήν ιατρός και ο ορισθείς από το Κοινοβούλιο είχαν συμφωνήσει ήδη, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιαλέξεως, ως προς το τρίτο μέλος της επιτροπής αναπηρίας. Επομένως, οι όροι που διατυπώθηκαν με την προαναφερθείσα επιστολή της 17ης Οκτωβρίου 1987 ήταν απλώς τυπικοί και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσαν να μεταβάλουν τη δοθείσα ήδη σύμφωνη γνώμη. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δεν έπρεπε να σταματήσει στην τυπική διατύπωση της επιστολής αυτής, η οποία άλλωστε εγράφη από ιατρό και όχι από νομικό, αλλά έπρεπε να εξετάσει και το περιεχόμενό της.
15 Συναφώς, παρατηρείται ότι, κατά το άρθρο 168 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, καθώς και του άρθρου 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, η αναίρεση περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Απ' αυτό προκύπτει ότι η αναίρεση δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνον σε λόγους που αφορούν την παράβαση κανόνων δικαίου, αποκλειομένης οποιασδήποτε αμφισβητήσεως των περιστατικών που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο.
16 Η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ως προς την έννοια του περιεχομένου της επιστολής που διαβίβασε ο ορισθείς από την αναιρεσείουσα ιατρός
στον ορισθέντα από το Κοινοβούλιο ιατρό, εν συνεχεία της μεταξύ τους τηλεφωνικής συνδιαλέξεως, συνιστά καθαρά διαπίστωση περί πραγματικού γεγονότος.
17 Κατά συνέπεια, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αμφισβητείται η διαπίστωση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
18 Το Πρωτοδικείο, απαντώντας στον λόγο περί πλημμελούς διαδικασίας λόγω ελλείψεως πρακτικών επί των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας, έκρινε ότι, όπως είχε κρίνει ήδη το Δικαστήριο με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, 277/84, Jaensch κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4923), "η τήρηση πρακτικών δεν είναι ουσιώδης προϋπόθεση του κύρους των συνεδριάσεων επιτροπής. Εν προκειμένω, η μη τήρηση πρακτικών δεν είχε επιπτώσεις για τη συνέχιση των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας ούτε για την άσκηση του δικαστικού ελέγχου στον οποίο ήδη υποβάλλονται."
19 Η αναιρεσείουσα προβάλλει συναφώς ότι η τήρηση πρακτικών επί των εργασιών και των πορισμάτων της επιτροπής αναπηρίας είναι ακόμη αναγκαία περισσότερο καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η έκθεση της εν λόγω επιτροπής, η οποία περιήλθε στην αναιρεσείουσα υπό μορφή εντύπου προς συμπλήρωση από το οποίο οι μη ασκούσες επιρροή ενδείξεις είχαν διαγραφεί, ουδόλως επέτρεπε να εξακριβωθεί η ύπαρξη μιας λογικής σχέσεως μεταξύ των διαπιστώσεων που έγιναν και των πορισμάτων στα οποία κατέληξε η εν λόγω επιτροπή.
20 Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1987, Jaensch, μολονότι είναι λυπηρό ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά επί των εργασιών μιας επιτροπής αναπηρίας, η ύπαρξή τους δεν αποτελεί εντούτοις
ουσιώδη όρο για το κύρος των διασκέψεων της Επιτροπής. Εξάλλου, ενδεχόμενες ελλείψεις της συνακόλουθης εκθέσεως της επιτροπής αναπηρίας δεν μπορούν να έχουν επίπτωση στη μη τήρηση πρακτικών.
21 Προστίθεται ότι αν ήταν δυνατό να θεωρηθούν ως αυτοτελής λόγος αναιρέσεως οι προβαλλόμενες ελλείψεις της εκθέσεως της επιτροπής αναπηρίας που διαβιβάστηκε στην αναιρεσείουσα, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου δεν αφορά τέτοιες ελλείψεις και οι νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν είχαν περιληφθεί στην προσφυγή, δεν μπορούν να προβληθούν κατά την αναίρεση, όπως προκύπτει από τα άρθρα 113, παράγραφος 2, και 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί του λόγου που αντλείται από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της από 24 Φεβρουαρίου 1988 επιστολής του γενικού διευθυντή του Κοινοβουλίου προς την αναιρεσείουσα
22 Το Πρωτοδικείο δέχεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το έγγραφο αριθ. 05169, της 24ης Φεβρουαρίου 1988, με το οποίο ο γενικός διευθυντής προσωπικού του Κοινοβουλίου διαβίβασε στην αναιρεσείουσα τα πορίσματα της επιτροπής αναπηρίας, δεν αποτελεί απόφαση της ΑΔΑ υποκείμενη σε προσφυγή ακυρώσεως, καθόσον εντάσσεται στο πλαίσιο κοινοποιήσεως του πορίσματος της εν λόγω επιτροπής, που προβλέπεται στο άρθρο 9, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ.
23 Το Προωτοδικείο δέχεται, εξάλλου, ότι το έγγραφο αυτό δεν συνιστά απόφαση τερματίζουσα τη διαδικασία θέσεως σε αναπηρία. Αναφέρεται σχετικώς στο άρθρο 33, παράγραφος 2, του ΚΛΠ, για να καταλήξει στο ότι, σε περίπτωση που η επιτροπή αναπηρίας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας υπάλληλος δεν πάσχει από αναπηρία,
η ΑΔΑ δεν μπορεί να λάβει αντίθετη απόφαση και, κατά συνέπεια, δεν είναι έργο της ΑΔΑ να εκδώσει απόφαση τερματίζουσα τη διαδικασία.
24 Η αναιρεσείουσα προσβάλλει την τελευταία αυτή κρίση. Υποστηρίζει ότι όλες οι πράξεις που αναπτύσσουν έννομα αποτελέσματα επί της σχέσεως εργασίας μεταξύ του κοινοτικού οργάνου και του προσωπικού του εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΑΔΑ, εκτός αν η αρμοδιότητα ανατέθηκε ρητά σε άλλο όργανο. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση περατώσεως της διαδικασίας θέσεως σε αναπηρία, που μπορεί να αναπτύξει έννομα αποτελέσματα έναντι του ενδιαφερομένου. Εφόσον η υπαγωγή σε κατάσταση αναπηρίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΑΔΑ, η άρνηση της εν λόγω υπαγωγής πρέπει επίσης να εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΑΔΑ. Η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ότι οι παρατεθείσες από το Πρωτοδικείο διατάξεις επιβάλλουν αναμφισβήτητα ότι η απόφαση σχετικά με την άρνηση υπαγωγής σε κατάσταση αναπηρίας εκφεύγει από την αρμοδιότητα της ΑΔΑ.
25 Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι το έγγραφο της 24ης Φεβρουαρίου 1988 συνιστά μια τέτοια απορριπτική απόφαση εμπίπτουσα στην αρμοδιότητα της ΑΔΑ, απόφαση η οποία ωστόσο εκδόθηκε από τον γενικό διευθυντή ο οποίος ήταν αναρμόδιος.
26 Επιβάλλεται συναφώς να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2, του ΚΛΠ, "η κατάσταση αναπηρίας καθορίζεται από την επιτροπή αναπηρίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του ΚΥΚ". Συνεπώς, εφόσον η ΑΔΑ δεν διέθετε στον τομέα αυτό κανένα περιθώριο εκτιμήσεως, η διαβίβαση του πορίσματος της επιτροπής αναπηρίας στον ενδιαφερόμενο, που προβλέπεται στο άρθρο 9, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙ του ΚΥΚ, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω επιτροπή δεν αποφαίνεται ότι συντρέχει περίπτωση αναπηρίας, όπως εν προκειμένω, η διαβίβαση του πορίσματός της στον ενδιαφερόμενο μπορεί ευλόγως να
θεωρηθεί ως περατούσα τη διαδικασία θέσεως σε αναπηρία.
27 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράνομη απόρριψη των ιατρικών πιστοποιητικών που υπέβαλε η αναιρεσείουσα.
28 Από τις σκέψεις 46 και 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι από την ορθή ερμηνεία του άρθρου 59 του ΚΥΚ συνάγεται ότι η διοίκηση δικαιούται να απορρίψει ιατρικό πιστοποιητικό, χωρίς να προβεί στους ιατρικούς ελέγχους που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, ιδίως την έκθεση της επιτροπής αναπηρίας, καθώς και το γεγονός ότι το οικείο πιστοποιητικό δεν αναφέρει τους ιατρικούς λόγους διακοπής της δραστηριότητας που επιβάλλει.
29 Η αναιρεσείουσα προβάλλει συναφώς ότι, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 1989, 271/87, Fedeli κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 993), συνάγεται η αρχή ότι η υποβολή ιατρικού πιστοποιητικού δημιουργεί τεκμήριο νόμιμης απουσίας του υπαλλήλου και ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, το μόνο μέσο που μπορεί να επικαλεστεί το οικείο όργανο είναι η ιατρική επίσκεψη ελέγχου. Συνεπώς, η απλή απόρριψη ενός ιατρικού πιστοποιητικού δεν προβλέπεται στο δίκαιο της κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας. Εξάλλου, ακόμη και όταν το κοινοτικό όργανο κάνει χρήση της εξουσίας του υποβάλλοντας τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο σε ιατρική επίσκεψη ελέγχου, της οποίας τα αποτελέσματα δεν συμπίπτουν με αυτά του ιατρικού πιστοποιητικού που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος, το κοινοτικό όργανο δεν έχει ωστόσο την εξουσία να θεωρήσει ότι η απουσία του υπαλλήλου ήταν αδικαιολόγητη ευθύς
εξαρχής, καθόσον η επίσκεψη ελέγχου αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα ex nunc.
30 Ως προς την "αιτιολογία" του ιατρικού πιστοποιητικού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κάθε κοινοτικό όργανο πρέπει να δέχεται ως έγκυρο το πιστοποιητικό το οποίο συντάσσεται σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας της χώρας του θεράποντος ιατρού. 'Ετσι, στο Βέλγιο, ορίζεται ότι το ιατρικό πιστοποιητικό δεν αναφέρει κατ' ανάγκη την ασθένεια του πάσχοντος.
31 Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, εν πάση περιπτώσει, η "απόρριψη" του πρώτου ιατρικού πιστοποιητικού έπρεπε να είχε προέλθει από την ΑΔΑ και όχι από τον γενικό διευθυντή προσωπικού.
32 Επιβάλλεται να υπομνηστεί συναφώς ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων, ο αρμόδιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, καθώς και ο εργοδότης, δεσμεύονται πραγματικώς και νομικώς από τη διάγνωση του φορέα του τόπου κατοικίας ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, όταν δεν προβαίνουν σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής τους, όπως παρέχει την ευχέρεια η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 1987, 22/86, Rindone, Συλλογή 1987, σ. 1339, και της 3ης Ιουνίου 1992, C-45/90, Paletta, Συλλογή 1992, σ. Ι-3423).
33 Η κατ' αυτόν τον τρόπο διατυπωθείσα αρχή πρέπει να μεταφερθεί στον τομέα ερμηνείας του ΚΥΚ, όπως άλλωστε προκύπτει και από την προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Απριλίου 1989, Fedeli. Πράγματι, το προαναφερθέν άρθρο 59 του εν λόγω κανονισμού, χωρίς να προβλέπει την εξουσία της διοικήσεως να αρνείται να λάβει υπόψη το ιατρικό πιστοποιητικό, έστω κι αν αυτό δεν αναφέρει τους ιατρικούς λόγους
ανικανότητας προς εργασία του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, αντιθέτως, προβλέπει την ευχέρεια της διοικήσεως να υποβάλει σε εξέταση τον υπάλληλο για τον οποίο πρόκειται από ιατρό της επιλογής της. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι η άρνηση της διοικήσεως του Κοινοβουλίου να δεχθεί το ιατρικό πιστοποιητικό της 23ης Φεβρουαρίου 1988, χωρίς να κάνει χρήση της ευχέρειάς της να υποβάλει τη V. σε ιατρική επίσκεψη ελέγχου, είναι αντίθετη προς το άρθρο 59 του ΚΥΚ.
34 'Αλλωστε, η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 59, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος "δύναται να υποβληθεί σε οποιονδήποτε ιατρικό έλεγχο προβλέπεται από το όργανο", πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα διοικητικά αποτελέσματα του πορίσματος της ιατρικής επισκέψεως ελέγχου αρχίζουν να ισχύουν από τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη. Πράγματι, η αναγνώριση αναδρομικότητας στο πόρισμα μιας τέτοιας επισκέψεως ελέγχου θα έθιγε την αρχή της αξιοπιστίας και το τεκμήριο ότι το ιατρικό πιστοποιητικό είναι σύννομο.
35 'Ετσι, δεχόμενο με τη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάστεις της υποθέσεως, το Κοινοβούλιο εδικαιούτο να απορρίψει το ιατρικό πιστοποιητικό της 23ης Φεβρουαρίου 1988, και αναγνωρίζοντας αναδρομικό αποτέλεσμα στο πόρισμα της επισκέψεως ελέγχου της 7ης Μαρτίου 1988 σχετικά με το ιατρικό πιστοποιητικό της 1ης Μαρτίου 1988, με τη διαπίστωση ότι "σε κανένα χρονικό σημείο του κρισίμου διαστήματος η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι εδικαιούτο αναρρωτικής αδείας", το Πρωτοδικείο διέπραξε νομικό σφάλμα.
36 Κατά συνέπεια, το κεφάλαιο αυτό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να αναιρεθεί.
Επί των λόγων που αντλούνται από την παράνομη απόφαση περί απολύσεως της αναιρεσείουσας
37 Το Πρωτοδικείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι οι διατάξεις των άρθρων 47 και 48 του ΚΛΠ δεν αντιτίθενται στη μονομερή, αναιτιολόγητη, καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου του εκτάκτου υπαλλήλου και ότι δεν προβλέπεται ότι η εκκρεμότητα της διαδικασίας θέσεως σε αναπηρία έχει ως συνέπεια την αναστολή του δικαιώματος της ΑΔΑ να καταγγείλει μια τέτοια σύμβαση εφόσον το πόρισμα της επιτροπής αναπηρίας δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο.
38 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη κι αν αυτό δεν περιλαμβάνεται ρητά σε διάταξη του ΚΥΚ, θα πρέπει να αναγνωριστεί ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου της κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας ότι το δικαίωμα της ΑΔΑ προς καταγγελία της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου αναστέλλεται κατά τη διαδικασία θέσεως σε αναπηρία.
39 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1977, 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου (Racc. 1977, σ. 1729), η βάση των σχέσεων ενός εκτάκτου υπαλλήλου με το οικείο κοινοτικό όργανο συνίσταται στη "σύμβαση προσλήψεως εκτάκτου υπαλλήλου". Εξάλλου, η μονομερής καταγγελία μιας τέτοιας συμβάσεως εργασίας, προβλεπόμενη ρητά στο άρθρο 47 του ΚΛΠ, βρίσκει την αιτιολόγησή της σ' αυτή τη σύμβαση εργασίας και, επομένως, δεν χρήζει αιτιολογίας, και υπ' αυτή την έποψη η κατάσταση του εκτάκτου υπαλλήλου διακρίνεται ουσιωδώς από την κατάσταση του μονίμου υπαλλήλου.
40 Διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει διάταξη του ΚΥΚ εμποδίζουσα το οικείο κοινοτικό όργανο να καταγγείλει τη σύμβαση προσλήψεως εκτάκτου υπαλλήλου για τον οποίο κινήθηκε η διαδικασία θέσεως σε αναπηρία,
εξυπακοουμένου ότι η καταγγελία της συμβάσεως δεν μπορεί να θίγει την εκπλήρωση των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας και την ενδεχόμενη αναγνώριση, από την επιτροπή, της αναπηρίας που επήλθε πριν από την καταγγελία ούτε να θίξει τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου υπαλλήλου μετά το πέρας της σχετικής διαδικασίας.
41 Ο λόγος αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί.
42 Η αναιρεσείουσα προβάλλει εν συνεχεία ότι η απόφαση περί καταγγελίας της συμβάσεώς της ως εκτάκτου υπαλλήλου εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, κατά το μέτρο που έχει ως πραγματικό λόγο τη βούληση απολύσεως του εργαζομένου εξαιτίας της επισφαλούς του υγείας.
43 Επ' αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι "το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να δεχθεί την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας μόνο και μόνο με βάση το γεγονός ότι η απόφαση περί απολύσεως εκδόθηκε πριν η προσφεύγουσα λάβει γνώση του πορίσματος της επιτροπής αναπηρίας".
44 Διαπιστώνεται ότι, με αυτόν τον λόγο, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη διαπίστωση πραγμάτων που περιλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η κατάχρηση εξουσίας δεν αποδείχθηκε. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επί του αιτήματος κινήσεως νέας διαδικασίας θέσεως σε αναπηρία
45 Με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, η αναιρεσείουσα ζήτησε επίσης από "το Πρωτοδικείο να εγγυηθεί το δικαίωμά της να υποβληθεί σε νέα ιατρική εξέταση για να εξακριβωθεί η ύπαρξη των προϋποθέσεων θέσεως σε αναπηρία". Το αίτημα αυτό, το οποίο είχε διατυπωθεί για την
περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία αναπηρίας θα ακυρωνόταν, δεν έγινε αντικείμενο εκτιμήσεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
46 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η παράλειψη του Πρωτοδικείου να δεχθεί ένα τέτοιο αίτημα συνιστά παραβίαση μιας από τις θεμελιώδεις προστασίες που καθιερώνει ο νόμος υπέρ των εργαζομένων.
47 Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώθηκε, πρέπει να ληφθεί υπό την έννοια ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αναγνωρίσει στην προσφεύγουσα το δικαίωμα να υπαχθεί σε νέα διαδικασία θέσεως σε αναπηρία, έστω κι αν η προηγουμένως κινηθείσα διαδικασία δεν είχε ακυρωθεί. Ο λόγος αυτός βασίζεται έτσι σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον ένα τέτοιο αίτημα δεν είχε διατυπωθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου.
48 Εξάλλου, αν ο λόγος αυτός ληφθεί υπό την έννοια ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβληθείσας διαδικασίας θέσεως σε αναπηρία, θα έπρεπε να κινηθεί νέα κανονική διαδικασία, αρκεί η διαπίστωση ότι αυτό αποτελεί την κανονική συνέπεια της ακυρώσεως και, εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση η διαδικασία δεν ακυρώθηκε.
49 Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει παράνομη παράλειψη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδοχής ενός τέτοιου αιτήματος και, επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
50 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Νοεμβρίου 1990 πρέπει να αναιρεθεί, κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το Κοινοβούλιο είχε το δικαίωμα να απορρίψει το ιατρικό πιστοποιητικό της 23ης Φεβρουαρίου
1988 και να προσδώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στη διάγνωση της ιατρικής επισκέψεως ελέγχου της 7ης Μαρτίου 1988.
51 Η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
52 'Οσον αφορά το αναιρεθέν κεφάλαιο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η υπόθεση είναι ώριμη για να κριθεί. Το Δικαστήριο, αποφαινόμενο οριστικά επί της διαφοράς σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, πρέπει, ενόψει των προαναφερομένων (σκέψεις 27 έως 35), να ακυρώσει την απόφαση που περιλαμβάνεται στο από 26 Φεβρουαρίου 1988 έγγραφο του γενικού διευθυντή του Κοινοβουλίου με το οποίο απορρίφθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό της 23ης Φεβρουαρίου 1988, καθώς και τη διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν τελούσε δικαιολογημένως σε αναρωτική άδεια πριν από τις 7 Μαρτίου 1988.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Επειδή οι διάδικοι ηττήθηκαν αντιστοίχως πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 122, του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Αναιρεί την από 22 Νοεμβρίου 1990 απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Τ-54/89, κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι το Κοινοβούλιο είχε το δικαίωμα να
απορρίψει το ιατρικό πιστοποιητικό της 23ης Φεβρουαρίου 1988 και να προσδώσει αναδρομικό αποτέλεσμα στο πόρισμα της ιατρικής επισκέψεως ελέγχου της 7ης Μαρτίου 1988.
2) Απορρίπτει την αναίρεση κατά τα λοιπά.
3) Το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της ουσίας, ακυρώνει: α) την απόφαση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο του γενικού διευθυντή του Κοινοβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1988, και β) την αναγνώριση αναδρομικού αποτελέσματος στο πόρισμα της ιατρικής επισκέψεως ελέγχου της 7ης Μαρτίου 1988.
4) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy