ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
C-27/91 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Η Noreen Haugh, Ιρλανδή υπήκοος και σπουδάστρια σε ιρλανδικό τεχνικό κολλέγιο, απασχολήθηκε από την εταιρία Hostellerie Le Manoir στο Aix-les-Bains ( Γαλλία ), βάσει της λεγόμενης συμβάσεως θερινής ασκήσεως, από 2 Απριλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1985.
2.
Η σύμβαση αυτή, η οποία περιελάμβανε ίδιες ρήτρες με τις συμβάσεις που συνάπτονται με τους ασκούμενους των γαλλικών σχολών ξενοδοχειακών επαγγελμάτων, προέβλεπε την καταβολή αμοιβής λόγω ασκήσεως μικρότερης από τον κατώτατο μηνιαίο μισθό (στο εξής: κατώτατος μισθός), για την οποία όμως έπρεπε να καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές.
3.
Η εφαρμοστέα εν προκειμένω γαλλική νομοθεσία ορίζει ότι μόνον οι εργοδότες που παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση σε ασκούμενους, σύμφωνα με όσα προβλέπει το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, μπορούν να ζητήσουν την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών που υπολογίζονται βάσει του ύψους των αποδοχών που καταβάλλονται στους ασκούμενους, έστω και αν οι αποδοχές αυτές υπολείπονται του κατωτάτου μισθού.
4.
Δεδομένου ότι η επαγγελματική άσκηση της Haugh δεν ρυθμιζόταν από τις διατάξεις περί επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που παρέχεται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και δεδομένου ότι δεν υφίσταται μεταξύ της Γαλλίας και της Ιρλανδίας καμία σχετική σύμβαση, η Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et ď allocations familiales de la Savoie ('Ενωση για την είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και των οικογενειακών επιδομάτων της Σαβοΐας, στο εξής: URSSAF) θεώρησε ότι οι ασφαλιστικές εισφορές έπρεπε να υπολογιστούν βάσει του κατωτάτου μισθού και όχι βάσει των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών, κατόπιν δε αυτού παρακράτησε επιπλέον εισφορές από τον εργοδότη.
5.
Κατά της αποφάσεως του tribunal des affaires de sécurité sociale de Chambéry ( Γαλλία ), το οποίο ακύρωσε, κατόπιν αγωγής της εταιρίας Hostellerie Le Manoir, την παρακράτηση των εισφορών, ασκήθηκε έφεση από την URSSAF.
6.
Το cour ď appel de Chambéry, κρίνοντας ότι η επίλυση της διαφοράς προϋποθέτει ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε, με Διάταξη της 7ης Ιανουαρίου 1991, να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί επί του εξής προδικαστικού ερωτήματος:
« Επιτρέπουν η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς την αμοιβή και τα κοινωνικά οφέλη, όπως διακηρύσσονται στο άρθρο 48 της Συνθήκης της Ρώμης και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κοινοτικού κανονισμού της 15ης Οκτωβρίου 1968, σε έναν οργανισμό αρμόδιο για την είσπραξη, στη Γαλλία, των ασφαλιστικών εισφορών να υπολογίζει, όταν πρόκειται για Ιρλανδή που έχει αποσταλεί από το εκπαιδευτικό της ίδρυμα για να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση, τις εργοδοτικές εισφορές διαφορετικά απ' ό,τι τις υπολογίζει για τους Γάλλους ασκούμενους, για τον λόγο και μόνο ότι αφενός η ασκούμενη αυτή δεν υπάγεται, λόγω της ιθαγένειας της, στο σύστημα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που παρέχεται υπό την αιγίδα του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας και αφετέρου δεν υφίσταται μεταξύ Γαλλίας και Ιρλανδίας καμία σχετική συμφωνία; »
7.
Η Διάταξη του cour d' appel de Chambéry πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιανουαρίου 1991.
8.
Έγγραφες παρατηρήσεις κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ κατέθεσαν στις 11 Μαρτίου 1991 η URSSAF, εφεσείουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον διευθυντή της Christian Gendey, και στις 22 Απριλίου 1991 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Θεόφιλο Μαργέλλο, 'Ελληνα δημόσιο υπάλληλο που έχει αποσπαστεί στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο των ανταλλαγών με υπαλλήλους των εθνικών διοικήσεων.
9.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
10.
Με απόφαση της 19ης Ιουνίου 1991 το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
1.
Η URSSAF, εφεσείουσα της κύριας δίκης, εκθέτει ότι μόνο οι ασκούμενοι των οποίων η επαγγελματική εκπαίδευση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας υπάγονται σε ιδιαίτερο καθεστώς ως προς τις αμοιβές και τις κοινωνικές εισφορές. 'Οταν οι ασκούμενοι δεν εξαρτώνται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, πρέπει κανονικά να αμείβονται βάσει του κατωτάτου μισθού. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία σύμβαση επαγγελματικής εκπαιδεύσεως μεταξύ Γαλλίας και Ιρλανδίας, η URSSAF καλώς προσάρμοσε την αμοιβή της Haugh προς τον κατώτατο μισθό. Η εξομοίωση της Haugh προς Γαλλίδα ασκούμενη μη υπαγόμενη στο καθεστώς των ασκουμένων υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ).
2.
Η Επιτροπή φρονεί ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 1982, 53/81, Levin, Συλλογή 1982, σ. 1035· της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie Blum, Συλλογή 1986, σ. 2139. της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown, Συλλογή 1988, σ. 3237) προκύπτει ότι η Haugh πρέπει να χαρακτηριστεί ως εργαζομένη. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι, πράγματι, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή ( απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Brown, όπ. π. ).
Από την προαναφερθείσα απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, Lawrie Blum, προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός του ασκουμένου ως εργαζομένου δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι η άσκηση μπορεί να θεωρηθεί ως πρακτική προετοιμασία για την καθαυτό άσκηση του επαγγέλματος ούτε από το γεγονός ότι ο ασκούμενος παρέχει τις υπηρεσίες του με μειωμένο ωράριο και λαμβάνει αμοιβή κατώτερη από τον ελάχιστο μισθό του επαγγελματία που αρχίζει τη σταδιοδρομία του στον ίδιο αυτό τομέα.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η Haugh υπήχθη στο γαλλικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων και συνεπώς έχει την ιδιότητα του εργαζομένου κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο αποτελεί εφαρμογή της απαγορεύσεως κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης, καθώς και το άρθρο 7 του ανωτέρω κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν οποιαδήποτε μεταχείριση των διακινουμένων εργαζομένων που οδηγεί σε διακρίσεις έναντι των ημεδαπών εργαζομένων. Κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν όχι μόνο τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκαλυμμένης διακρίσεως, η οποία καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση η επίμαχη γαλλική ρύθμιση δεν στηρίζεται ανοικτά στο κριτήριο της ιθαγένειας, αλλά στο κριτήριο της χώρας στην οποία εκπαιδευόταν και από την οποία ήλθε ο ασκούμενος εργαζόμενος. Εντούτοις, επιβάλλεται η συναγωγή του συμπεράσματος ότι η ρύθμιση αυτή περιάγει τελικά σε μειονεκτική θέση κυρίως τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, καθόσον αποθαρρύνει τους Γάλλους εργοδότες από την πρόσληψη ασκουμένων που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους και για τους οποίους πρέπει να καταβάλλονται υψηλότερες ασφαλιστικές ειφορές. Το γεγονός ότι μεταξύ των κρατών μελών δεν υπάρχει καμία σύμβαση δεν επιτρέπεται να εμποδίσει την πλήρη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η οποία αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας.
Ακόμη και αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ασκούμενος που τελεί υπό τις συνθήκες της προκειμένης υποθέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εργαζόμενος, η επίμαχη ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί και πάλι αντίθετη προς το άρθρο 7 της Συνθήκης. Από τη νομολογία ( αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83, Gravier, Συλλογή 1985, σ. 606' της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379· της 21ης Ιουνίου 1988, 39/86, Lair, Συλλογή 1988, σ. 3161· της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 42/87, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 5445 ) προκύπτει ότι ο τομέας της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 128 της Συνθήκης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι επομένως έχει εφαρμογή το άρθρο 7.
Από την εξέταση της γαλλικής ρυθμίσεως σε συσχετισμό με τα προγράμματα PETRA, Cometí II ή Erasmus, τα οποία έχουν εκπονηθεί και εφαρμόζονται σε κοινοτικό επίπεδο και αποβλέπουν, μεταξύ άλλων, στη διευκόλυνση της κινητικότητας των εκπαιδευομένων νέων, προκύπτει επίσης ότι η ρύθμιση αυτή είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα με το άρθρο 7.
Κατόπιν αυτών η Επιτροπή προτείνει την εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
« Τα άρθρα 48 της Συνθήκης και 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει προς τα άρθρα αυτά η εθνική ρύθμιση που καταλήγει να επιβάλλει, εντός του κράτους μέλους εντός του οποίου ισχύει, στους εργοδότες που προσλαμβάνουν ασκούμενους που υπάγονται στο σύστημα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως άλλου κράτους μέλους την καταβολή υψηλότερων εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών απ' ό,τι στους εργοδότες που προσλαμβάνουν ασκούμενους που υπάγονται στο σύστημα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας του εν λόγω κράτους. »
Εντούτοις, αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι ο ασκούμενος που τελεί υπό τις συνθήκες της προκειμένης υποθέσεως δεν αποτελεί εργαζόμενο κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή προτείνει, επικουρικά, να δοθεί η απάντηση ότι οι ρυθμίσεις σαν την επίμαχη εν προκειμένω αντιβαίνουν προς το άρθρο 7 της Συνθήκης.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( δεύτερο τμήμα )
της 21ης Νοεμβρίου 1991 ( *1 )
Στην υπόθεση C-27/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour ď appel de Chambéry ( Γαλλία ) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et ď allocations familiales de la Savoie (URSSAF)
και
Société Hostellerie Le Manoir,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Α. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η URSSAF, εφεσείουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον διευθυντή της Christian Gendey,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Θεόφιλο Μαργέλλο, Έλληνα δημόσιο υπάλληλο που έχει αποσπαστεί στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο των ανταλλαγών με υπαλλήλους των εθνικών διοικήσεων,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε προφορικά η Επιτροπή κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της ίδιας ημέρας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 1991, το cour d' appel de Chambėry υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης αυτής και του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ).
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της Union de recouvrement des cotisations de sécurité sociale et ď allocations familiales (στο εξής: URSSAF) της Σαβοΐας και της εταιρίας Hostellerie Le Manoir (στο εξής: Manoir) σε σχέση με τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές που όφειλε η Manoir για την πρακτική επαγγελματική άσκηση που είχε πραγματοποιήσει στην εταιρία αυτή από 2 Απριλίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1985 η Noreen Haugh, Ιρλανδή υπήκοος που παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε τεχνικό κολλέγιο της Ιρλανδίας.
3
Η εφαρμοστέα εν προκειμένω γαλλική νομοθεσία ορίζει ότι μόνον οι εργοδότες που παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση σε ασκούμενους που υπάγονται στο γαλλικό σύστημα εθνικής παιδείας καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές βάσει του ύψους τών αποδοχών που καταβάλλονται στους ασκούμενους, έστω και αν οι αποδοχές αυτές υπολείπονται του κατωτάτου μηνιαίου μισθού που προβλέπεται στη Γαλλία ( στο εξής: κατώτατος μισθός ).
4
Η URSSAF, κρίνοντας ότι οι ευεργετικές διατάξεις της νομοθεσίας αυτής δεν ίσχυαν για τη Manoir σε σχέση με μια ασκούμενη που δεν υπαγόταν στο γαλλικό σύστημα εθνικής παιδείας και δεδομένου ότι δεν έχει συναφθεί μεταξύ Γαλλίας και Ιρλανδίας καμία σχετική σύμβαση, απαίτησε την καταβολή των εισφορών βάσει του κατωτάτου μισθού και όχι βάσει των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών, οι οποίες ήταν χαμηλότερες από τον κατώτατο αυτό μισθό.
5
Το cour d'appel de Chambéry, στην κρίση του οποίου υποβλήθηκε η διαφορά, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Επιτρέπουν η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς την αμοιβή και τα κοινωνικά οφέλη, όπως διακηρύσσονται στο άρθρο 48 της Συνθήκης της Ρώμης, και στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κοινοτικού κανονισμού της 15ης Οκτωβρίου 1968, σε έναν οργανισμό αρμόδιο για την είσπραξη, στη Γαλλία, των ασφαλιστικών εισφορών να υπολογίζει, όταν πρόκειται για Ιρλανδή που έχει αποσταλεί από το εκπαιδευτικό της ίδρυμα για να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση, τις εργοδοτικές εισφορές διαφορετικά απ' ό,τι τις υπολογίζει για τους Γάλλους ασκούμενους, για τον λόγο και μόνο ότι αφενός η ασκούμενη αυτή δεν υπάγεται, λόγω της ιθαγένειας της, στο σύστημα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που παρέχεται υπό την αιγίδα του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας και αφετέρου δεν υφίσταται μεταξύ Γαλλίας και Ιρλανδίας καμία σχετική συμφωνία; »
6
Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της κύριας υπόθεσης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7
Για την απάντηση στο ερώτημα του cour d' appel de Chambéry επιβάλλεται κατ' αρχάς να τονιστεί ότι η έννοια του εργαζομένου, όπως χρησιμοποιείται στο άρθρο 48 της Συνθήκης και στον προαναφερθέντα κανονισμό 1612/68, αποτελεί κοινοτική έννοια. Όπως έχει δεχθεί ήδη το Δικαστήριο, ως εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται οποιοσδήποτε ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένες, ώστε εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και επουσιώδεις. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (βλ. π. χ. απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown, Συλλογή 1988, σ. 3205 ).
8
Όπως έχει ήδη διευκρινίσει το Δικαστήριο, το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται βάσει συμβάσεως πρακτικής ασκήσεως δεν σημαίνει ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εργαζόμενος, εφόσον ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες και υπάρχουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σχέσεως εργασίας ( βλ. π. χ. την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum, Συλλογή 1986, σ. 2121 ).
9
Στη συνέχεια επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μια εθνική ρύθμιση σαν την επίμαχη στην κύρια δίκη, μολονότι τυπικά αφορά τους εργοδότες, στην πραγματικότητα αφορά τους ασκούμενους εργαζομένους. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εργοδότες οφείλουν να καταβάλλουν διαφορετικές ασφαλιστικές εισφορές, ανάλογα με την κατηγορία του ασκουμένου εργαζομένου, επηρεάζει τις δυνατότητες προσβάσεως ορισμένων από τους εργαζομένους αυτούς σε πρακτική άσκηση.
10
Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που διακηρύσσεται με τα άρθρα 48 της Συνθήκης και 7 του ανωτέρω κανονισμού 1612/68 απαγορεύει όχι μόνο τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και κάθε μορφή συγκαλυμμένης διακρίσεως που, στηριζόμενη σε άλλα κριτήρια διαφοροποιήσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα ( βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, 33/88, Allué και Coonan, Συλλογή 1989, σ. 1591 ).
11
Επ' αυτού επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση δεν στηρίζεται ανοικτά στο κριτήριο της ιθαγένειας, εντούτοις θίγει κυρίως τους ασκούμενους εργαζομένους που έχουν την. ιθαγένεια άλλων κρατών μελών. Πράγματι, όσοι πραγματοποιούν, στο πλαίσιο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που παρέχει εκπαιδευτικό ίδρυμα, πρακτική άσκηση ως εργαζόμενοι υπάγονται, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, στο σύστημα της εθνικής παιδείας της χώρας καταγωγής τους.
12
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι η μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών εξαρτάται από την πρόσληψη, εκ μέρους του εργοδότη, ασκουμένων εργαζομένων που υπάγονται στο σύστημα εθνικής παιδείας ενός κράτους μέλους καταλήγει, στην πραγματικότητα, στη δημιουργία διακρίσεων μεταξύ των ημεδαπών ασκουμένων εργαζομένων και των ασκουμένων εργαζομένων που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους.
13
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο ερώτημα που υπέβαλε το cour ď appel de Chambéry πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εθνική ρύθμιση που υποχρεώνει τον αρμόδιο για την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών φορέα να επιβάλλει, όταν πρόκειται για ασκούμενο εργαζόμενο που δεν υπάγεται στο σύστημα εθνικής παιδείας, την καταβολή υψηλότερων εργοδοτικών ασφαλιστικών ειφορών απ' ό,τι στην περίπτωση ασκουμένου εργαζομένου που υπάγεται στο εθνικό σύστημα αντιβαίνει προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας σε σχέση με την αμοιβή και τα κοινωνικοασφαλιστικά οφέλη, η οποία διακηρύσσεται στα άρθρα 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 1991 το cour d' appel de Chambéry, αποφαίνεται:
Η εθνική ρύθμιση που υποχρεώνει τον αρμόδιο για την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών φορέα να επιβάλλει, όταν πρόκειται για ασκούμενο εργαζόμενο που δεν υπάγεται στο σύστημα εθνικής παιδείας, την καταβολή υψηλότερων εργοδοτικών ασφαλιστικών ειφορών απ' ό,τι στην περίπτωση ασκουμένου εργαζομένου που υπάγεται στο εθνικό σύστημα αντιβαίνει προς την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας σε σχέση με την αμοιβή και τα κοινωνικοασφαλιστικά οφέλη, στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1988, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Schockweiler
Mancini
Murray
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Νοεμβρίου 1991.
Ο Γραμματέας
J.-G. Giraud
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
F.Α. Schockweiler
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy