Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολογία - Ανεπίτρεπτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν εσωτερικές καταστάσεις όπως είναι οι δυσχέρειες που ανακύπτουν στο στάδιο της εκτελέσεως ορισμένης κοινοτικής πράξεως προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-45/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Κοντού Durande, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας της, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την Εύη Σκανδάλου, δικηγόρο, μέλος της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και στη συνέχεια από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ελλάδος, Val Ste Croix, 117,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα στερεά καθώς και τα επικίνδυνα και τοξικά απόβλητα θα διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον, όπως τα μέτρα αυτά ορίζονται από την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), και ειδικότερα από τα άρθρα 4 και 6, και από την οδηγία 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161), και ειδικότερα από τα άρθρα 5 και 12, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, R. Joliet, F. Grevisse, P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχουντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιανουαρίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη ορισμένες από τις υποχρεώσεις της που υπέχει από την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86, στο εξής: οδηγία περί στερεών αποβλήτων), και ειδικότερα από τα άρθρα 4 και 6, και από την οδηγία 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161, στο εξής: οδηγία περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων), και συγκεκριμένα από τα άρθρα 5 και 12.
2 Με τις προαναφερθείσες οδηγίες το Συμβούλιο επέβαλε την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τη διάθεση ορισμένων στερεών αποβλήτων. 'Οπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις τους, οι οδηγίες αυτές αποβλέπουν μεταξύ άλλων στην προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων αυτών.
3 Για την επίτευξη των στόχων αυτών, οι οδηγίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν ορισμένες διατάξεις.
4 Τα κράτη μέλη οφείλουν, πρώτον, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι τα στερεά απόβλητα και μεταξύ άλλων τα τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα θα διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον και κυρίως χωρίς να
δημιουργούν κίνδυνο για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα, χωρίς να προκαλούν ενοχλήσεις θορύβου και οσμών και χωρίς να επιφέρουν βλάβη στην τοποθεσία και στο τοπίο. Την υποχρέωση αυτή επιβάλλουν τα άρθρα 4 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων και 5 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Το άρθρο 5 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων προσθέτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να απαγορεύσουν την ανεξέλεγκτη εγκατάλειψη, απόρριψη, εναπόθεση και μεταφορά των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
5 Περαιτέρω τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν τις αρχές που θα είναι αρμόδιες μεταξύ άλλων για την οργάνωση των εργασιών διαθέσεως των στερεών αποβλήτων ή των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Την υποχρέωση αυτή επιβάλλει το άρθρο 5 της οδηγίας περί των στερεών αποβλήτων και το άρθρο 6 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
6 Οι αρχές αυτές οφείλουν να καταρτίσουν σχέδια ή προγράμματα για τη διάθεση των στερεών αποβλήτων αφορώντα ιδίως τον τύπο και την ποσότητα των προς διάθεση αποβλήτων, τις μεθόδους διαθέσεως και τους καταλλήλους χώρους αποθηκεύσεως. Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν από το άρθρο 6 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων και το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
7 Τέλος, το άρθρο 7 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται η διάθεση των στερεών αποβλήτων από τον κάτοχό τους.
8 Κατά το άρθρο 13 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων και το άρθρο 21 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, αμφότερες οι οδηγίες έπρεπε να τεθούν σε εφαρμογή εντός 24 μηνών από της κοινοποιήσεώς τους. Κατά το άρθρο 145 της Πράξεως Προσχωρήσεως άρχισαν να ισχύουν στην Ελλάδα την 1η Ιανουαρίου 1981.
9 'Οταν η Επιτροπή ενημερώθηκε για ορισμένα προβλήματα που δημιουργεί η διάθεση στερεών αποβλήτων στον Νομό Χανίων Κρήτης (Ελλάδα), ζήτησε διευκρινίσεις από την Ελληνική Κυβέρνηση με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1988, αναφερομένη ειδικότερα στην οδηγία περί στερεών αποβλήτων. Κυρίως της ζήτησε πληροφορίες ως προς την απόρριψη αποβλήτων στις εκβολές του χειμάρρου Κουροπητός.
10 Η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε στις 15 Μαρτίου 1988 ότι θα έθετε τέρμα στη λειτουργία αυτού του σκουπιδότοπου και θα δημιουργούσε νέους χώρους εναποθέσεως απορριμμάτων. Επισήμανε πάντως ότι, μέχρι να αποπερατωθούν τα απαραίτητα έργα υποδομής στους νέους αυτούς χώρους, τα απορρίμματα του Νομού Χανίων θα εξακολουθήσουν να εναποτίθενται στον σκουπιδότοπο του Κουροπητού μέχρι τον Αύγουστο του 1988.
11 Η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητική την απάντηση αυτή και απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως στις 26 Απριλίου 1989. Στο έγγραφο αυτό αναφέρει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 4, της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων και του άρθρου 5 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, δεν είχε λάβει κανένα μέτρο ώστε τα εν λόγω απόβλητα να διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον. Με το ίδιο έγγραφο η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν είχε ακόμη καταρτίσει ούτε το σχέδιο διαθέσεως
που επιβάλλει το άρθρο 6 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων ούτε το πρόγραμμα που προβλέπει το άρθρο 12 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων. Προσθέτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε θεσπίσει καμία από τις διατάξεις για τη διάθεση των αποβλήτων που επιβάλλει το άρθρο 7 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 13 της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων και από τα άρθρα 5, 6, 12 και 21 της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
12 Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στις 4 Αυγούστου 1989, αναφέροντας την αντίθεση του πληθυσμού των Χανίων στο σχέδιο δημιουργίας νέων χώρων ταφής των αποβλήτων. Για τον λόγο αυτό οι αρχές των Χανίων μελετούσαν τη δημιουργία, μεσοπροθέσμως, χώρων ταφής των αποβλήτων σε μικρότερες γεωγραφικές ενότητες και, μακροπροθέσμως, την καύση και την ανακύκλωση των απορριμμάτων.
13 Στις 5 Μαρτίου 1990 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη. Με το έγγραφο αυτό έκρινε, βάσει της απαντήσεως της 4ης Αυγούστου 1989, ότι οι ελληνικές αρχές δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους δεδομένου ότι βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της προετοιμασίας των αναγκαίων μέτρων συμμορφώσεως προς τις εν λόγω οδηγίες στη συγκεκριμένη περιοχή. Οι ελληνικές αρχές δεν απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
15 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Ως προς το απαράδεκτο του ισχυρισμού που αναφέρεται στην παράβαση της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων
16 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι το από 27 Ιανουαρίου 1988 έγγραφο της Επιτροπής δεν αναφέρεται καθόλου στην οδηγία περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, οπότε η προσφυγή είναι απαράδεκτη όσον αφορά την παράβαση της οδηγίας αυτής.
17 Πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης εκτός εάν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Το από 27 Ιανουαρίου 1988 έγγραφο δεν αποτελεί τέτοιο στοιχείο.
18 Εν πάση περιπτώσει το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως είναι αβάσιμο. Συγκεκριμένα, με το από 27 Ιανουαρίου 1988 έγγραφο, η Επιτροπή απλώς κάλεσε την Ελληνική Κυβέρνηση να εκθέσει την άποψή της όσον αφορά τα ιστορούμενα στην καταγγελία ορισμένων ατόμων. Το έγγραφο αυτό ουδόλως αποτελούσε όχληση κατά την έννοια του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Το έγγραφο οχλήσεως που φέρει ημερομηνία 26 Απριλίου 1989 κάνει λόγο για παράβαση και της οδηγίας περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων και της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων.
Επί της ουσίας
19 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι ελληνικές αρχές δεν έλαβαν κανένα μέτρο ώστε τα απόβλητα της περιοχής των Χανίων να διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον.
Προσθέτει ότι οι αρμόδιες αρχές δεν έλαβαν κανένα μέτρο για την εφαρμογή πραγματικού σχεδίου που θα οδηγούσε, βάσει χρονοδιαγράμματος, στην καλή αντιμετώπιση των αποβλήτων της περιοχής. Τις ίδιες επικρίσεις διατυπώνει και για τα τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα της περιοχής, για τη διάθεση των οποίων οι ελληνικές αρχές δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα ούτε κατάρτισαν κάποιο πρόγραμμα.
20 Η Ελληνική Δημοκρατία απαντά ότι μεταξύ των ετών 1989 και 1991 πραγματοποιήθηκαν διάφορες μελέτες για την αντιμετώπιση για την ανακύκλωση των αποβλήτων της περιοχής Χανίων. Ωστόσο, η εφαρμογή του καταρτισθέντος προγράμματος αναβλήθηκε λόγω της αντιθέσεως των κατοίκων της περιοχής.
21 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι κατά το άρθρο 145 της Πράξεως Προσχωρήσεως οι προαναφερθείσες οδηγίες έπρεπε να έχουν τεθεί σε εφαρμογή στην Ελλάδα το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1981. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν εσωτερικές καταστάσεις όπως οι δυσχέρειες που ανακύπτουν στο στάδιο της εκτελέσεως ορισμένης κοινοτικής πράξεως, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.
22 Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα της περιοχής Χανίων να διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον και παραλείποντας να καταρτίσει για την περιοχή αυτή σχέδια ή προγράμματα για τη διάθεση των στερεών καθώς και των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί
στερεών αποβλήτων, και από τα άρθρα 5 και 12 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα τοξικά και επικίνδυνα απόβλητα της περιοχής Χανίων να διατίθενται χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και χωρίς να βλάπτουν το περιβάλλον και παραλείποντας να καταρτίσει για την περιοχή αυτή σχέδια ή προγράμματα για τη διάθεση των στερεών καθώς και των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί στερεών αποβλήτων, και από τα άρθρα 5 και 12 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy