Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - 'Εμμεσοι φόροι επί της συγκεντρώσεως κεφαλαίων - Μεταφορά κερδών μεταξύ δύο εταιριών - Επιβολή φόρου εισφοράς - 'Ορια
(Οδηγία 69/335 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR 2, στοιχείο β')
Περίληψη
Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς επί μεταφοράς κερδών μεταξύ δύο εταιριών που ελέγχονται από έναν κοινό εταίρο όταν προκύπτει σαφώς από τις συγκεκριμένες περιστάσεις ότι πρόκειται για καταβολή του εταίρου σε μία από τις εταιρίες αυτές μέσω της άλλης. Πάντως, δεν επιβάλλεται φόρος εισφοράς επί της πράξεως αυτής όταν η εταιρία στην οποία μεταφέρονται τα κέρδη κατέχει μετοχές ή μερίδια της εταιρίας που προβαίνει στη μεταφορά αυτή. Πράγματι, η πράξη αυτή πρέπει να εξομοιωθεί προς διανομή μερισμάτων, στην οποία, ως εκ της φύσεώς της, δεν μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-49/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Weber Haus GmbH & Co. KG
και
Finanzamt Freiburg-Land,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Weber Haus GmbH & Co. KG εκπροσωπουμένη από τον Armin Grothe, Wirtschaftspruefer, Steuerberater, Φρανκφούρτη επί του Μάιν,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Henri Etienne, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εταιρίας Weber Haus GmbH & Co. KG, εκπροσωπηθείσας από την Christiane Schubert, Steuerberater, και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Απριλίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 31ης Οκτωβρίου 1990, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Φεβρουαρίου 1991, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20, στο εξής: οδηγία 69/335).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Weber Haus GmbH & Cο. KG (στο εξής: Weber Haus) και του Finanzamt Freiburg-Land (στο εξής: Finanzamt) σχετικά με την επιβολή φόρου εισφοράς επί των κερδών τα οποία της μετέφερε μια εταιρία του ιδίου ομίλου, ήτοι η εταιρία περιορισμένης ευθύνης Weber Haus GmbH (στο εξής: ΕΠΕ).
3 Η δραστηριότητα του ομίλου στον οποίο ανήκει η Weber Haus και η ΕΠΕ συνίσταται στην κατασκευή και εγκατάσταση προκατασκευασμένων κτιρίων. Πλέον του 99 % των μεριδίων των δύο εταιριών ανήκουν στο ζεύγος Weber (στο εξής W.). Ωστόσο, η εταιρία Weber Haus κατέχει τα ανήκοντα στο ζεύγος W. μερίδια της ΕΠΕ η Weber Haus ασκεί τα βάσει των μεριδίων αυτών δικαιώματα και εισπράττει ως εκ τούτου τα σχετικά εισοδήματα. Εξάλλου, οι δύο εταιρίες έχουν συνάψει σύμβαση κατά την οποία όλα τα έσοδα της ΕΠΕ πρέπει να μεταφέρονται στη Weber Haus, η οποία αναλαμβάνει ως αντιπαροχή την υποχρέωση να καλύπτει τις ζημίες της ΕΠΕ.
4 Το 1977 η ΕΠΕ είχε κέρδη 5 666 634 γερμανικών μάρκων (DM), τα οποία μετέφερε στη Weber Haus κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας συμβάσεως. Το Finanzamt επέβαλε στη σχετική μεταφορά φόρο επί της συγκεντρώσεως κεφαλαίων, με την αιτιολογία ότι η μεταφορά αυτή μεταξύ των δύο εταιριών κάλυπτε στην πραγματικότητα εισφορά του ζεύγους W. στην εταιρία Weber Haus μέσω της ΕΠΕ. Προς δικαιολόγηση της αποφάσεώς του το Finanzamt βασίστηκε στο άρθρο 4 του γερμανικού νόμου περί του φόρου επί της κινήσεως κεφαλαίων (Kapitalverkerhrsteuergesetz), ο οποίος ορίζει:
"Ο φόρος εξακολουθεί να επιβάλλεται έστω και αν η σχετική καταβολή (...) δεν γίνεται από εταίρο αλλά από εταιρίες ή ενώσεις στις οποίες ο εταίρος είναι μέλος ή των οποίων κατέχει εταιρικά μερίδια."
5 Επιληφθέν της διαφοράς, το Bundesfinanzhof διερωτήθηκε επί της συμφωνίας της διατάξεως αυτής προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας "διά παροχών πραγματοποιουμένων από έναν εταίρο" μπορεί να υπαχθεί στον φόρο εισφοράς, δεν κάνει λόγο όμως για την περίπτωση παροχών από τον εταίρο μέσω άλλης εταιρίας την οποία ο ίδιος ελέγχει.
6 Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Επιτρέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ στα κράτη μέλη να φορολογούν τις εισφορές οι οποίες δεν προέρχονται από εταίρο αλλά από εταιρία ή από ένωση προσώπων στην οποία μετέχει ο εταίρος αυτός ως μέλος ή της οποίας κατέχει εταιρικά μερίδια, βάσει συμβάσεως μεταφοράς κερδών που έχει συναφθεί με την εταιρία;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, υφίσταται η κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ φορολογητέα παροχή ήδη με την έγκυρη κατά το αστικό δίκαιο σύναψη της συμβάσεως μεταφοράς κερδών ή μόνο με τη μεταφορά των κερδών αυτή καθαυτή;"
7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335, μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς επί της μεταφοράς κερδών μεταξύ δύο εταιριών ελεγχομένων από τον ίδιο εταίρο.
9 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί, καταρχάς, ότι κατά την προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς επί των εκ μέρους ενός εταίρου παροχών οι οποίες αυξάνουν τα εταιρικά δικαιώματα μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας ακόμα και αν δεν επιφέρουν αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι επέρχεται ως αντιπαροχή μεταβολή των εταιρικών δικαιωμάτων ή ότι μπορούν να επιφέρουν αύξηση της αξίας των εταιρικών μεριδίων.
10 Η μεταφορά κερδών υπέρ μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας, καθόσον αυξάνει τα εταιρικά δικαιώματα της εταιρίας αυτής και μπορεί να αυξήσει την αξία των εταιρικών μεριδίων, αποτελεί παροχή στην οποία μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς όταν αυτή πραγματοποιείται από εταίρο.
11 Υπό την έννοια της προαναφερθείσας κοινοτικής διατάξεως, η μεταφορά κερδών μεταξύ δύο εταιριών οι οποίες ελέγχονται από έναν κοινό εταίρο πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή χορηγούμενη από εταίρο, όταν προκύπτει σαφώς από τις συνθήκες της κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως ότι η μεταφορά αποτελεί στην πραγματικότητα καταβολή εκ μέρους του κοινού εταίρου σε μία από τις εταιρίες τους μέσω της άλλης.
12 Εντούτοις, η μεταφορά κερδών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εισφορά όταν η εταιρία που εισπράττει τα μεταφερόμενα ποσά κατέχει εταιρικά μερίδια της εταιρίας η οποία πραγματοποιεί την καταβολή και, ως εκ τούτου, δικαιούται να εισπράττει τα έσοδα που προέρχονται από τα μερίδια αυτά. Πράγματι, αυτή η μεταφορά πρέπει να εξομοιωθεί προς διανομή μερισμάτων, στην οποία, εκ της φύσεώς της, δεν μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς.
13 Από αυτό προκύπτει στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335, μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς επί μεταφοράς κερδών μεταξύ δύο εταιριών που ελέγχονται από έναν κοινό εταίρο όταν προκύπτει σαφώς από τις συγκεκριμένες περιστάσεις ότι πρόκειται για καταβολή του εταίρου σε μία από τις εταιρίες αυτές μέσω της άλλης. Πάντως, δεν επιβάλλεται φόρος εισφοράς επί της πράξεως αυτής όταν η εταιρία στην οποία μεταφέρονται τα κέρδη κατέχει μετοχές ή μερίδια της εταιρίας που προβαίνει στη μεταφορά αυτή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
14 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundesfinanzhof, με Διάταξη της 31ης Οκτωβρίου 1990, αποφαίνεται:
Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, μπορεί να επιβληθεί φόρος εισφοράς επί μεταφοράς κερδών μεταξύ δύο εταιριών που ελέγχονται από έναν κοινό εταίρο όταν προκύπτει σαφώς από τις συγκεκριμένες περιστάσεις ότι πρόκειται για καταβολή του εταίρου σε μία από τις εταιρίες αυτές μέσω της άλλης. Πάντως, δεν επιβάλλεται φόρος εισφοράς επί της πράξεως αυτής όταν η εταιρία στην οποία μεταφέρονται τα κέρδη κατέχει μετοχές ή μερίδια της εταιρίας που προβαίνει στη μεταφορά αυτή.
Full & Egal Universal Law Academy