Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Αλιεία * Διατήρηση των θαλασσίων πόρων * Καθεστώς ποσοστώσεων αλιείας * Καθορισμός από τα κράτη μέλη των λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων * 'Ορια * Συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο * Υποχρεώσεις ελέγχου των κρατών μελών * 'Εγκαιρη προσωρινή απαγόρευση της αλιείας για να αποφευχθούν οι υπερβάσεις ποσοστώσεων
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2057/82, άρθρο 10 PAR 2, και 170/83, άρθρο 5 PAR 2)
Περίληψη
Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί, απαιτεί όμως παράλληλα, κατά τη θέσπιση των εθνικών κανόνων, να τηρούνται οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις. Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίσουν τις εν λόγω λεπτομέρειες μη λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις που υπέχουν κυρίως ως προς την προσωρινή απαγόρευση αλιείας, που σκοπεί στην αποφυγή των υπερβάσεων ποσοστώσεων και επιβάλλεται από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη, στα οποία η κοινοτική ρύθμιση παρέχει τα μέσα για να ενημερώνονται ταχέως για την πραγματική κατάσταση των αλιευμάτων, οφείλουν να οργανώνουν την ταχεία συλλογή των πληροφοριών και να αποφασίζουν την προσωρινή απαγόρευση της αλιείας εγκαίρως για να αποφευχθούν οι υπερβάσεις ποσοστώσεων. 'Ενα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει συναφώς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-52/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. C. Fischer, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον N. Annecchnio, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενου από τους J. W. de Zwaan και T. Heukels, αναπληρωτές νομικούς συμβούλους του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία των Κάτω Χωρών, 5, rue C. M. Spoo,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υπερβαίνοντας τις ποσοστώσεις αλιεύσεων που του χορηγήθηκαν για το 1986, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών (ΕΕ L 220, σ. 1), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2374/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για τέταρτη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3721/85 περί του καθορισμού, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων ή ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων για το 1986 και ορισμένων όρων υπό τους οποίους μπορούν να αλιευθούν (ΕΕ L 206, σ. 4),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Φεβρουαρίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υπερβαίνοντας τις ποσοστώσεις αλιεύσεων που του χορηγήθηκαν για το 1986, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών (ΕΕ L 220, σ. 1, στο εξής: κανονισμός περί ελέγχου), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2374/86 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για τέταρτη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3721/85 περί του καθορισμού, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων ή ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, του συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων για το 1986 και ορισμένων όρων υπό τους οποίους μπορούν να αλιευθούν (ΕΕ L 206, σ. 4, στο εξής: κανονισμός που τροποποιεί για τέταρτη φορά τον κανονισμό περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το 1986).
2 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83, της 25ης Ιανουαρίου 1983 (στο εξής: κανονισμός περί θεσπίσεως καθεστώτος διατηρήσεως), το Συμβούλιο θέσπισε κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1). Κατά τα άρθρα 2, 3 και 4 του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο μπορεί να περιορίζει τις αλιεύσεις. Η συνολική ποσότητα των διαθεσίμων αλιευμάτων κατανέμεται κατ' έτος μεταξύ των κρατών μελών υπό τη μορφή ποσοστώσεων. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρώντας τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί.
3 Για το 1986, οι ποσοστώσεις καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3721/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985 (ΕΕ L 361, σ. 5, στο εξής: κανονισμός περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το 1986), ο οποίος στη συνέχεια τροποποιήθηκε τέσσερις φορές και για τελευταία φορά με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 2374/86.
4 Ο κανονισμός περί του ελέγχου επιτάσσει ορισμένα μέτρα ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού, κάθε κράτος μέλος οφείλει να επιθεωρεί, εντός των υδάτων του, τα αλιευτικά σκάφη όλων των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζει την τήρηση κάθε κανονιστικής ρυθμίσεως που έχει σχέση με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου. Δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, οι αρμόδιες αρχές, όταν διαπιστώσουν κάποια παράβαση, οφείλουν να ασκήσουν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του σκάφους. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 9 του ίδιου κανονισμού κάθε κράτος μέλος έχει υποχρέωση να κοινοποιεί στην Επιτροπή, κάθε μήνα, τις ποσότητες κάθε ιχθυοαποθέματος ή ομάδας ιχθυοαποθεμάτων που υπόκεινται σε ποσόστωση και εκφορτώθηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα και να αναφέρει τον τόπο των αλιεύσεων και την ιθαγένεια των αλιευτικών σκαφών.
5 Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ίδιου κανονισμού, όλα τα αλιεύματα, τα οποία υπόκεινται σε ποσόστωση και αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη φέροντα τη σημαία κράτους μέλους ή είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος υπολογίζονται, ανεξάρτητα από τον τόπο εκφορτώσεως, στην ποσόστωση του κράτους αυτού. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της ίδιας διατάξεως, τα κράτη μέλη οφείλουν να καθορίζουν την ημερομηνία κατά την οποία, με τις αλιεύσεις που υπόκεινται σε ποσόστωση και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από σκάφη που φέρουν τη σημαία τους ή είναι νηολογημένα στο έδαφός τους, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί η οικεία ποσόστωση. Από την ημερομηνία αυτή, το κράτος μέλος έχει υποχρέωση να απαγορεύσει προσωρινά την αλιεία ιχθύων του αποθέματος ή της ομάδας αποθεμάτων των οποίων η ποσόστωση έχει εξαντληθεί καθώς και τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση, εφόσον οι αλιεύσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή. Το μέτρο αυτό κοινοποιείται αμελλητί στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη.
6 Επειδή οι αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σχετικά με την τήρηση των διατάξεων αυτών τροποποιούνταν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, πρέπει να παρουσιαστεί η εξέλιξη προκειμένου να καθορισθεί το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως, της οποίας επελήφθη τελικά το Δικαστήριο.
7 Στις 2 Οκτωβρίου 1986, η Επιτροπή απηύθυνε καταρχάς στην Ολλανδική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως σχετικά με την υπέρβαση τριών ποσοστώσεων που είχαν χορηγηθεί στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών για το έτος 1986 καθώς και με έξι περιπτώσεις αλιεύσεως ορισμένων ειδών ιχθύων εκτός διαφόρων ζωνών, για τις οποίες δεν είχε χορηγηθεί ποσόστωση στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Επιφυλάχθηκε να τροποποιήσει τα αριθμητικά αυτά στοιχεία σε περίπτωση που θα ελάμβανε γνώση νέων στοιχείων. Θεωρούσε δε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι υπερβάσεις αυτές έγιναν κατά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί θεσπίσεως καθεστώτος διατηρήσεως, πολλών διατάξεων του κανονισμού περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το 1986 και των άρθρων 1 και 10 του κανονισμού περί ελέγχου. Ζήτησε από την Ολλανδική Κυβέρνηση να την ενημερώσει για τις ποινικές ή διοικητικές διώξεις που άσκησε κατά των πλοιάρχων των σκαφών που πραγματοποίησαν τις αλιεύσεις αυτές.
8 Η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 17ης Φεβρουαρίου 1987. Αναγνώρισε καταρχήν τις υπερβάσεις, υποστήριξε όμως ότι αυτές δεν οφείλονταν στη μη τήρηση εκ μέρους του Βασιλείου των Κάτω Χωρών των κοινοτικών μέτρων περιορισμού της αλιείας. Οφείλονταν σε λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, όπως στις παράνομες αλιεύσεις, ανακριβείς δηλώσεις αλιέων ή στο γεγονός ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις εκφορτώσεις περιήλθαν σε γνώση των εθνικών αρχών μετά την επίσημη απαγόρευση της αλιείας. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρθηκε, στη συνέχεια, αναλυτικά στις διαδικασίες επιβλέψεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων, τις οποίες έθεσε σε εφαρμογή.
9 Στις 13 Μαΐου 1987, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ολλανδική Κυβέρνηση ένα έγγραφο, στο οποίο ανέφερε τους κανονισμούς που περιλαμβάνονταν στο έγγραφο οχλήσεως και επικαλέστηκε αυτή τη φορά δεκατέσσερις περιπτώσεις υπερβάσεων ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, ήτοι ένδεκα περιπτώσεις περισσότερες από αυτές που μνημονεύονταν στο έγγραφο οχλήσεως, και δώδεκα περιπτώσεις αλιεύσεως ιχθύων για τους οποίους δεν είχε χορηγηθεί ποσόστωση στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, δηλαδή έξι περιπτώσεις περισσότερες από αυτές που είχαν μνημονευθεί προηγουμένως. Με την από 7 Ιουλίου 1987 απάντησή της, η Ολλανδική Κυβέρνηση εξήγησε εκ νέου τα μέτρα που έλαβε για να διασφαλίσει την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων.
10 Στις 21 Νοεμβρίου 1988, η Επιτροπή απηύθυνε στις ολλανδικές αρχές αιτιολογημένη γνώμη. Η εν λόγω γνώμη αφορούσε υπερβάσεις δώδεκα ποσοστώσεων, ήτοι αυτές που αναφέρονταν στο έγγραφο της 13ης Μαΐου 1987, εκτός από τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων αλιεύσεως γάδου και καλλαρία εντός ορισμένων ζωνών, γιατί οι συγκεκριμένες υπερβάσεις θεωρήθηκαν ασήμαντες. Η Επιτροπή φρονεί ότι η υπέρβαση οφείλετο σε δύο λόγους. Πρώτον, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις επιθεωρήσεως και καταστολής των παραβάσεων που προβλέπονται από το άρθρο 1 του κανονισμού περί ελέγχου. Δεύτερον, ευθύνεται επειδή δεν απαγόρευσε εγκαίρως τις αλιεύσεις. Η γνώμη κατέληγε με το ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί θεσπίσεως καθεστώτος διατηρήσεως και από τα άρθρα 1 και 6 έως 10 του κανονισμού περί ελέγχου, σε συνδυασμό με τον κανονισμό περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το 1986.
11 Η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε στις αιτιάσεις αυτές με έγγραφά της της 9ης Ιανουαρίου 1989 και της 13ης Ιουνίου 1990.
12 Η Επιτροπή θεώρησε τις εν λόγω απαντήσεις μη ικανοποιητικές και αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
13 Στο δικόγραφό της, η Επιτροπή δηλώνει ότι παραιτείται των αιτιάσεών της σχετικά με την αλιεία ιχθύων για τους οποίους δεν είχε χορηγηθεί ποσόστωση στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και επικεντρώνει τις επικρίσεις της στις δώδεκα περιπτώσεις υπερβάσεως ποσοστώσεων. Προσάπτει σχετικώς στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι δεν επέβαλε σε δέκα περιπτώσεις απαγόρευση της αλιείας και ότι σε δύο άλλες την επέβαλε καθυστερημένα. Στις περιπτώσεις αυτές, εκτιμά ότι υπάρχει παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου και από τους κανονισμούς περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το 1986. Παραιτείται όμως από τα προσαπτόμενα περί τυχόν παραλείψεων ασκήσεως διώξεων και της επιβολής ποινών.
14 Με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή, αφού έλαβε γνώση των αμυντικών ισχυρισμών της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, αναγνωρίζει ότι έσφαλε στο δικόγραφό της, καθόσον από τις δέκα ποσοστώσεις, για τις οποίες προσήψε στην Ολλανδική Κυβέρνηση ότι δεν επέβαλε απαγόρευση της αλιείας, οι εννέα είχαν πράγματι αποτελέσει αντικείμενο προσωρινής απαγορεύσεως αλιεύσεων. Παρατηρεί, όμως, ότι οι ολλανδικές αρχές παρέλειψαν να της κοινοποιήσουν επτά από τις απαγορεύσεις αυτές, όπως, άλλωστε, απαιτεί το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου. 'Οσον αφορά την ποσόστωση για την οποία καμία απαγόρευση δεν επιβλήθηκε, δηλαδή την ποσόστωση της ρέγγας που αλιεύεται στις ζώνες IVc (δηλαδή στο μεσημβρινό τμήμα της Βόρειας Θάλασσας) και VIId (δηλαδή στην Ανατολική Μάγχη), παραιτείται των αιτιάσεών της. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι, για τις ένδεκα περιπτώσεις που παραμένουν επίδικες, οι προσωρινές απαγορεύσεις αλιεύσεων δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την υπέρβαση των ποσοστώσεων και κατά συνέπεια δεν πέτυχαν τον σκοπό για τον οποίο είχαν επιβληθεί.
15 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής παραιτήθηκε της αιτιάσεως που αφορούσε την παράλειψη κοινοποιήσεως των προσωρινών απαγορεύσεων αλιείας και διευκρίνισε ότι ενέμενε μόνο στην αιτίαση που αφορά την καθυστερημένη απαγόρευση αλιείας και κατά συνέπεια τη μη τήρηση του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου ως προς τις ένδεκα ποσοστώσεις. Από τις ένδεκα αυτές ποσοστώσεις, δύο διαλαμβάνονταν στο έγγραφο οχλήσεως και εννέα στο διορθωτικό έγγραφο της 13ης Μαΐου 1987.
16 Επομένως, συνάγεται ότι η προσφυγή της Επιτροπής περιορίζεται στο αίτημα να αναγνωριστεί ότι, λόγω των υπερβάσεων ένδεκα ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, αυτό το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου.
17 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον αυτό απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
18 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, επειδή το αίτημά της αναφέρεται σε παράβαση του κανονισμού που τροποποιεί, για τέταρτη φορά, τον κανονισμό περί καθορισμού των ποσοστώσεων για το 1986, ενώ στην πραγματικότητα ο τροποποιητικός κανονισμός αφορά την ποσόστωση της ρέγγας στη ζώνη IIIa (δηλαδή στο Skagerrak και στο Kattegat), ποσόστωση που δεν χορηγήθηκε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και της οποίας οι υπήκοοί του δεν έκαναν χρήση.
19 Η ένσταση αυτή είναι άνευ αντικειμένου. Συγκεκριμένα, κατά τη συζήτηση, οι αιτιάσεις της Επιτροπής περιορίστηκαν στη μη τήρηση μιας διατάξεως του κανονισμού περί ελέγχου.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από την καθυστερημένη απαγόρευση της αλιείας
20 Πρέπει να εξεταστεί πρώτα το επιχείρημα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως σύμφωνα με το οποίο, αν δεν υπάρχουν κοινοτικοί κανόνες, οι λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων και επομένως η οργάνωση της επιβλέψεώς τους και το σύστημα καταγραφής των αλιευμάτων ανήκουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση στηρίζεται συναφώς στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού περί θεσπίσεως καθεστώτος διατηρήσεως.
21 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, η προαναφερθείσα διάταξη επιτρέπει μεν στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων, πλην όμως απαιτεί η θέσπιση των εθνικών κανόνων να γίνεται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίσουν τις λεπτομέρειες αυτές, μη λαμβάνοντας υπόψη τις υποχρεώσεις που υπέχουν, κυρίως όσον αφορά την προσωρινή απαγόρευση αλιείας, όπως επιβάλλει το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου.
22 Στη συνέχεια, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, για να αξιολογηθεί η συμπεριφορά των εθνικών αρχών στο θέμα της προσωρινής απαγορεύσεως της αλιείας, πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνον τα στοιχεία τα οποία οι αρχές αυτές γνώριζαν όταν έλαβαν τις αποφάσεις τους και όχι οι πληροφορίες που τους κοινοποιήθηκαν μεταγενέστερα και από τις οποίες προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο λήψεως των αποφάσεων, είχαν ήδη γίνει υπερβάσεις των ποσοστώσεων. Σχετικώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό σημείο που έλαβε την απόφαση απαγορεύσεως των αλιεύσεων δεν είχε στη διάθεσή της οριστικά αριθμητικά στοιχεία υπερβάσεων, όπως αυτά που η Επιτροπή επικαλέστηκε στα από 2 Οκτωβρίου 1986 και 13 Μαΐου 1987 έγγραφά της. Για τον λόγο αυτόν, δεν μπορεί να γίνει επίκληση των αριθμητικών αυτών στοιχείων εις βάρος της.
23 Για να εκτιμηθεί η λυσιτέλεια του επιχειρήματος αυτού, πρέπει να διαιρεθούν οι ένδεκα επίδικες ποσοστώσεις σε τρεις ομάδες, με βάση αφενός τα στοιχεία που η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι γνώριζε όταν αποφάσισε την απαγόρευση αλιείας και αφετέρου την πραγματική κατάσταση των αλιευμάτων κατ' εκείνο το χρονικό σημείο, σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή.
'Οσον αφορά την πρώτη ομάδα ποσοστώσεων
24 Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει τις ποσοστώσεις για τις οποίες προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε η Ολλανδική Κυβέρνηση, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν τα αριθμητικά στοιχεία της Επιτροπής, ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση επέβαλε προσωρινή απαγόρευση της αλιείας ενώ γνώριζε ότι οι ποσοστώσεις είχαν ήδη εξαντληθεί.
25 Αυτό ισχύει καταρχήν στην περίπτωση της γλώσσας, που αλιεύθηκε στη ζώνη VIII (ΕΚ) (κοινώς αποκαλούμενη κόλπος της Gascogne), για την οποία χορηγήθηκε στις Κάτω Χώρες για το 1986 ποσόστωση 105 τόνων και της οποίας απαγορεύθηκε προσωρινά η αλίευση στις 2 Απριλίου 1986, ενώ στις 18 Μαρτίου οι ολλανδικές αρχές είχαν ήδη καταγράψει αλιεύματα που ανέρχονταν σε 161 τόνους. Το ίδιο συμβαίνει με τον μπακαλιάρο μερλάν που αλιεύθηκε στη ζώνη VII, εκτός της VIIa (δηλαδή στη Δυτική Ιρλανδία και Porcupine Bank, στη Νότια Ιρλανδία, στη διώρυγα του Bristol και στη Μάγχη), για τον οποίο χορηγήθηκε ποσόστωση 100 τόνων και του οποίου απαγορεύθηκε προσωρινά η αλίευση στις 29 Απριλίου 1986, ενώ στις 15 Απριλίου οι ολλανδικές αρχές είχαν ήδη καταγράψει 117 τόνους αλιευμάτων. Το ίδιο ισχύει επίσης για τον καλλαρία, που αλιεύθηκε στη ζώνη IIIa, b, c, d (EK) (δηλαδή στο Skagerrak, το Kattegat, το Sund, το Belts και τη Βαλτική Θάλασσα), για τον οποίο χορηγήθηκε ποσόστωση 10 τόνων και του οποίου απαγορεύθηκε προσωρινά η αλίευση στις 3 Ιουλίου 1986, ενώ, από τις 15 Ιουνίου 1986, οι ολλανδικές αρχές γνώριζαν ότι είχε ήδη γίνει υπέρβαση της ποσοστώσεως αυτής. Τέλος, το ίδιο ισχύει για τον μπακαλιάρο μερλάν στις ζώνες IIa (EK) (Νορβηγική Θάλασσα) και IV (Βόρεια Θάλασσα), για τον οποίο χορηγήθηκε ποσόστωση 12 422 τόνων και του οποίου απαγορεύθηκε προσωρινά η αλίευση στις 10 Δεκεμβρίου 1986, ενώ οι ολλανδικές αρχές γνώριζαν, κατ' εκείνο το χρονικό σημείο, ότι η ποσόστωση είχε ήδη εξαντληθεί.
26 Από τις αποφάσεις της 20ής Μαΐου 1990, C-62/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-925, σκέψεις 17 και 18), και της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-244/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-163, σκέψη 17), προκύπτει ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πρόληψη υπερβάσεων των εν λόγω ποσοστώσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των ποσοστώσεων που έχουν χορηγηθεί στα κράτη μέλη προς τον σκοπό της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων. Επομένως, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιβάλουν, με τη θέσπιση μέτρων δεσμευτικού χαρακτήρα, την προσωρινή απαγόρευση κάθε αλιευτικής δραστηριότητας πριν ακόμα εξαντληθούν οι ποσοστώσεις.
27 Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση, επιβάλλοντας απαγόρευση της αλιείας για τις τέσσερις επίδικες ποσοστώσεις σε χρονικό σημείο κατά το οποίο γνώριζε την υπέρβαση έλαβε προδήλως καθυστερημένα τα μέτρα που επιβάλλονται από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου.
'Οσον αφορά τη δεύτερη ομάδα ποσοστώσεων
28 Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει έξι ποσοστώσεις, για τις οποίες από τα αριθμητικά στοιχεία των αλιευμάτων, βάσει των οποίων η Ολλανδική Κυβέρνηση επέβαλε την προσωρινή απαγόρευση της αλιείας, δεν προκύπτει υπέρβαση. Η Επιτροπή προσκόμισε αριθμητικά στοιχεία των αλιευμάτων τα οποία όντως είχαν πραγματοποιηθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως των αποφάσεων προσωρινής απαγορεύσεως αλιείας από τα οποία αποδεικνύονταν η υπέρβαση αυτή. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών απάντησε με τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για στοιχεία των οποίων έλαβε γνώση για πρώτη φορά μετά τη λήψη των αποφάσεων απαγορεύσεως.
29 'Ετσι, για το σκουμπρί στις ζώνες ΙΙ (πλην ζώνης ΕΚ, δηλαδή στη Νορβηγική Θάλασσα, το Spitzberg και τη Νήσο των 'Αρκτων), Vb (ΕΚ, Νήσοι Feroe), VI (Rockall και Δυτική Σκωτία), VII, VIII (EK) και ΧΙΙ (Βόρειες Αζόρες), για το οποίο η ποσόστωση ήταν 31 170 τόνοι, η Ολλανδική Κυβέρνηση αποφάσισε την απαγόρευση αλιείας στις 2 Ιουνίου 1986, με βάση πληροφορίες για 22 271 τόνους αλιευμάτων, ενώ, με βάση τα στοιχεία της Επιτροπής, κατά τον Μάιο, είχαν αλιευθεί 51 312 τόνοι του ψαριού αυτού. Για τη ζαγκέτα στη ζώνη ΙΙΙa (στο Skagerrak και το Kattegat), της οποίας η ποσόστωση ήταν 2 170 τόνοι, η απαγόρευση απαγγέλθηκε στις 13 Αυγούστου 1986 με βάση πληροφορίες για 2 160 τόνους αλιευμάτων μέχρι τότε, ενώ, σύμφωνα με την Επιτροπή, τα αλιεύματα έφθαναν ήδη τους 2 752 τόνους κατά τον μήνα Ιούνιο. 'Οσον αφορά το σκουμπρί στις ζώνες IIa (EK), IIIa, IIIb, c, d (EK) (το Sund, το Belts και τη Βαλτική Θάλασσα) και IV, του οποίου η ποσόστωση ήταν 1 200 τόνοι, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών επέβαλε απαγόρευση της αλιείας στις 10 Οκτωβρίου 1986, ενώ είχαν καταγραφεί μέχρι τότε αλιεύματα που ανέρχονταν σε 919 τόνους όμως, την ίδια εποχή είχαν ήδη αλιευθεί 1 746 τόνοι. 'Οσον αφορά τη ρέγγα στις ζώνες VIa (Rockall) και VIIIb και c (Δυτική Ιρλανδία και Porcupine Bank), της οποίας η ποσόστωση ήταν 1 550 τόνοι, η Ολλανδική Κυβέρνηση επέβαλε απαγόρευση της αλιείας στις 31 Οκτωβρίου 1986, ισχυριζόμενη ότι έλαβε γνώση αλιευμάτων που έφταναν τους 1 391 τόνους, ενώ με τα στοιχεία της Επιτροπής, εκείνη την εποχή, τα αλιεύματα ανέρχονταν ήδη σε 2 109 τόνους. Για τη ρέγγα στις ζώνες Vb (EK), VIa (Δυτική Ιρλανδία) και VIb (Rockall), της οποίας η ποσόστωση είχε οριστεί σε 5 160 τόνους, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, όταν επέβαλε προσωρινή απαγόρευση αλιείας, στις 21 Νοεμβρίου 1986, γνώριζε αλιεύματα ύψους 4 763 τόνων, ενώ, την ίδια εποχή, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, είχαν ήδη αλιευθεί 8 314 τόνοι. 'Οσον αφορά τον γάδο στις ζώνες IIa (EK) και IV, του οποίου η ποσόστωση ήταν 18 670 τόνοι, η Ολλανδική Κυβέρνηση επέβαλε απαγόρευση της αλιείας στις 21 Νοεμβρίου 1986, επειδή γνώριζε αλιεύματα ύψους 16 264 τόνων, ενώ, την εποχή εκείνη, τα αλιεύματα έφθαναν τους 22 276 τόνους.
30 Για να δικαιολογήσει τη διαφορά μεταξύ των δικών της αριθμητικών στοιχείων και των αριθμητικών στοιχείων της Επιτροπής, η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται τρεις λόγους.
31 Εκθέτει πρώτον ότι, οσάκις διατάσσει την απαγόρευση της αλιείας, λαμβάνει υπόψη τρεις παράγοντες: πρώτον, τα υπάρχοντα στοιχεία σχετικά με τα αλιεύματα τα οποία έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και καταγραφεί, δεύτερον, τις εκτιμήσεις για τα αλιεύματα που έχουν μεν ήδη πραγματοποιηθεί, δεν έχουν όμως ακόμη καταγραφεί και, τρίτον, τις προβλέψεις για τα αλιεύματα που θα μπορούσαν ακόμη να πραγματοποιηθούν μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία θα ετίθετο σε ισχύ η απαγόρευση. Οι αποφάσεις της ελήφθησαν σε μεγάλο βαθμό βάσει υπολογισμών, γεγονός που εξηγεί γιατί τα οριστικά αριθμητικά στοιχεία των αλιευμάτων είναι μερικές φορές μεγαλύτερα από τα στοιχεία που είναι γνωστά κατά τη στιγμή της απαγορεύσεως.
32 Δεύτερον, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ εκφορτώσεως και καταγραφής των αλιευμάτων. Αναφέρει δε ότι κατά το εφαρμοζόμενο σύστημα οι εκφορτώσεις κοινοποιούνται στο Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας κατά κανόνα μία φορά τον μήνα, συνήθως γύρω στις 15 του μήνα. Με τον τρόπο αυτόν, οι εθνικές αρχές γνωρίζουν την κατάσταση των αλιευμάτων που πραγματοποιήθηκαν έως το τέλος του προηγούμενου μήνα. Η πάροδος κάποιου χρόνου από τις μηνιαίες κοινοποιήσεις δεν συνιστά εξαιρετική περίσταση. Στο σημείο αυτό, η Ολλανδική Κυβέρνηση τονίζει ότι με το άρθρο 9 του κανονισμού περί ελέγχου υιοθετήθηκε πανομοιότυπο σύστημα για τις κοινοποιήσεις εκφορτώσεων στην Επιτροπή.
33 Τρίτον, η Ολλανδική Κυβέρνηση σημειώνει ότι, μερικές φορές, σημαντικές εκφορτώσεις λαμβάνουν χώρα σε άλλα κράτη μέλη και ότι, το 1986, το σύστημα ενημερώσεως της Επιτροπής λειτούργησε με καθυστέρηση: θα χρειαζόταν κατά μέσον όρο ένας μήνας μέχρις ότου οι εθνικές αρχές λάβουν τα σχετικά με τις εκφορτώσεις ολλανδικών αλιευτικών σκαφών σε άλλα κράτη μέλη πληροφοριακά στοιχεία, γεγονός που κατέστησε αδύνατο να ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες αυτές κατά τη λήψη των αποφάσεων προσωρινής απαγορεύσεως της αλιείας.
34 Συναφώς, πρέπει να αναφερθεί ότι οι διαφορές μεταξύ των αριθμητικών στοιχείων τα οποία η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι γνώριζε, κατά τη στιγμή της λήψεως των αποφάσεων απαγορεύσεως της αλιείας, και των οριστικών αριθμητικών στοιχείων των αλιεύσεων που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τότε, όπως παρουσιάζονται από την Επιτροπή χωρίς να αμφισβητούνται από τις Κάτω Χώρες, είναι σημαντικές.
35 Οι σημαντικές αυτές διαφοροποιήσεις εξηγούνται μόνον αν είτε οι καταγραφές των αλιευμάτων γίνονταν καθυστερημένα, είτε η Ολλανδική Κυβέρνηση εκτίμησε λανθασμένα το μέγεθος των αλιευμάτων που δεν είχαν ακόμα καταγραφεί ή που επρόκειτο να καταγραφούν κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής απαγορεύσεως.
36 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου.
37 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να αναφερθεί ότι η κοινοτική ρύθμιση παρείχε στις ολλανδικές αρχές τα μέσα για να ενημερώνονται ταχέως σχετικά με την πραγματική κατάσταση των αλιευμάτων.
38 'Ετσι, από το σημείο 4.2.1. του παραρτήματος IV του κανονισμού (ΕΟΚ) 2807/83 της Επιτροπής, της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, περί καθορισμού των ειδικών λεπτομερειών που αφορούν την καταγραφή πληροφοριών σχετικά με τα αλιεύματα των κρατών μελών (ΕΕ L 276, σ. 1), προκύπτει ότι, σε περίπτωση εκφορτώσεως στον λιμένα του κράτους μέλους του οποίου τη σημαία φέρει το σκάφος ή στο οποίο είναι νηολογημένο, το ή τα πρωτότυπα του ημερολογίου του πλοίου, το οποίο αναφέρει τις ποσότητες ιχθύων που αλιεύθηκαν ή διατηρήθηκαν στο σκάφος, και της δηλώσεως εκφορτώσεως πρέπει να παραδίδονται ή να αποστέλλονται από τον πλοίαρχο του σκάφους στις αρχές του κράτους μέλους εντός προθεσμίας 48 ωρών κατ' ανώτατο όριο που υπολογίζονται από το πέρας της εκφορτώσεως. Το σύστημα αυτό επιτρέπει, επομένως, να καταγράφονται τα αλιεύματα σχεδόν από τη στιγμή της εκφορτώσεως. Επιπλέον, δυνάμει του παραρτήματος VIII του κανονισμού αυτού, σε περίπτωση που μια εκφόρτωση ή μια μεταφόρτωση πραγματοποιείται 15 ημέρες μετά την αλιεία, πρέπει να διαβιβάζονται, μέσω των σταθμών ασυρμάτου, που χρησιμοποιούνται συνήθως, οι ποσότητες κάθε είδους που αλιεύθηκαν και κρατήθηκαν στο σκάφος ή μεταφορτώθηκαν ή εκφορτώθηκαν έξω από την αλιευτική ζώνη της Κοινότητας, καθώς και η ζώνη όπου πραγματοποιήθηκαν οι αλιεύσεις. Οι κυβερνήτες των σκαφών πρέπει στη συνέχεια να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στους σταθμούς ασυρμάτου να διαβιβάζονται εγγράφως στις αρμόδιες αρχές. Το σύστημα αυτό επιτρέπει, επομένως, στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν γνώση των αλιεύσεων που πραγματοποιούνται σε απομακρυσμένες περιοχές πριν ακόμα γίνει η εκφόρτωση.
39 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν οι ενστάσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και να αναγνωριστεί ότι για τις έξι ποσοστώσεις, ως προς τις οποίες πρόκειται, η Ολλανδική Κυβέρνηση είχε τη δυνατότητα, εφόσον οργάνωσε την ταχεία συλλογή των πληροφοριών σχετικά με τα αλιεύματα, να λάβει νωρίτερα τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού περί ελέγχου.
'Οσον αφορά την τρίτη ομάδα
40 Η τρίτη ομάδα αφορά μία μόνο ποσόστωση, αυτήν της γλώσσας στις ζώνες IIIa και IIIb, c, d (EK), δηλαδή 50 τόνους.
41 Για την ποσόστωση αυτή, η Επιτροπή δεν προσκόμισε τα αριθμητικά στοιχεία των αλιευμάτων που πραγματοποιήθηκαν έως τις 17 Απριλίου 1986, ημερομηνία εκδόσεως της ολλανδικής αποφάσεως περί απαγορεύσεως της αλιείας, αλλά τη συνολική ποσότητα των αλιευμάτων του έτους, δηλαδή 111 τόνους.
42 'Οπως κρίθηκε με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1989, 290/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1989, σ. 3083, σκέψη 13), το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδιορίσει αν οι διαπιστωθείσες υπερβάσεις οφείλονται σε καθυστερημένη απαγόρευση της αλιείας ή αν, αντίθετα, οφείλονται σε παράνομες αλιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την απόφαση των εθνικών κρατών.
43 Διαπιστώνεται, επομένως, ότι ως προς την ποσόστωση αυτή η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη της παραβάσεως που επικαλείται.
44 Από το σύνολο των διαπιστώσεων αυτών προκύπτει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη επιβάλλοντας εγκαίρως, το 1986, την απαγόρευση της αλιείας για τη γλώσσα στη ζώνη VIII (EK), τον μπακαλιάρο μερλάν στη ζώνη VII, εκτός VIIa, τον καλλαρία στη ζώνη IIIa, b, c, d (EK), τον μπακαλιάρο μερλάν στις ζώνες IIa (EK) και IV, το σκουμπρί στις ζώνες II, Vb (EK), VI, VII, VIII (EK) και ΧΙΙ, τη ζαγκέτα στη ζώνη IIIa, το σκουμπρί στις ζώνες IIa (EK), IIIa, IIIb, c, d (EK) και IV, τη ρέγγα στις ζώνες VIa και VIIb, c, τη ρέγγα στις ζώνες Vb (EK), VIa και VIb και τον γάδο στις ζώνες IIa (EK) και IV, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
46 Πρέπει να γίνει χρήση της δυνατότητας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, είναι πρόδηλον ότι η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε από την Επιτροπή χωρίς την προσήκουσα συλλογή στοιχείων γεγονός που την ανάγκασε να τροποποιεί διαρκώς τις αιτιάσεις της καθιστώντας δυσχερέστερη την άμυνα της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών. Επομένως, τα έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη επιβάλλοντας εγκαίρως, το 1986, την απαγόρευση της αλιείας για τη γλώσσα στη ζώνη VIII (EK), τον μπακαλιάρο μερλάν στη ζώνη VII, εκτός VIIa, τον καλλαρία στη ζώνη IIIa, b, c, d (EK), τον μπακαλιάρο μερλάν στις ζώνες IIa (EK) και IV, το σκουμπρί στις ζώνες II, Vb (EK), VI, VII, VIII (EK) και ΧΙΙ, τη ζαγκέτα στη ζώνη IIIa, το σκουμπρί στις ζώνες IIa (EK), IIIa, IIIb, c, d (EK) και IV, τη ρέγγα στις ζώνες VIa και VIIb, c, τη ρέγγα στις ζώνες Vb (EK), VIa και VIb και τον γάδο στις ζώνες IIa (EK) και IV, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy