Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των οργάνων * Αιτιολογία * Υποχρέωση * Περιεχόμενο * Απόφαση περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 190)
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών * Επιστροφές λόγω εξαγωγής * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Προσκόμιση της διασαφήσεως εξαγωγής των εμπορευμάτων προ της εξόδου τους από το τελωνειακό έδαφος
(Οδηγία 81/177 του Συμβουλίου, άρθρα 2, 3 και 5 κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, άρθρο 3)
3. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών * Επιστροφές λόγω εξαγωγής * Εφαρμογή του ισχύοντος κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής ποσοστού * Επιλογή της ημερομηνίας αποδοχής από τον εξαγωγέα * Δεν περιλαμβάνεται
(Οδηγία 81/177 του Συμβουλίου, άρθρα 2, 3, 5 PAR PAR 1 και 3 και 6 PAR 1)
4. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών * Σιτηρά * Ζάχαρη * Επιστροφές λόγω παραγωγής * Εφαρμογή διαδικασίας ελέγχου από τα κράτη μέλη * Υποχρέωση προβλέψεως δυνατότητας φυσικού ελέγχου των εμπορευμάτων
(Κανονισμοί της Επιτροπής 1729/78, άρθρο 6 PAR 1, και 2169/86, άρθρο 8 PAR 2)
5. Πράξεις των οργάνων * Κανονισμοί * Κανονισμός επιτάσσων ειδικά μέτρα ελέγχου * 'Ελλειψη διακριτικής εξουσίας των κρατών μελών * Μη συμμόρφωση * Δικαιολογία * Μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα άλλου συστήματος ελέγχου * Δεν επιτρέπεται
Περίληψη
1. Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που καθιερώνεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε.
Απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, η οποία αρνείται να αναγνωρίσει ως βαρύνον το Ταμείο ένα τμήμα των δηλωθεισών δαπανών, δεν απαιτεί λεπτομερή αιτιολόγηση στο μέτρο που η ενδιαφερόμενη κυβέρνηση συμμετέσχε ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της αποφάσεως και επομένως γνώριζε τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό.
2. Από το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, και των άρθρων 2, 3 και 5 της οδηγίας 81/177, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής, προκύπτει ότι, για να μπορούν να χορηγηθούν οι προβλεπόμενες από τις διάφορες κοινές οργανώσεις των αγορών επιστροφές λόγω εξαγωγής, πρέπει, αφενός, η διασάφηση εξαγωγής να γίνεται γραπτώς ώστε, κυρίως, να είναι δυνατόν να ελεγχθεί ότι οι δοθείσες από τον εξαγωγέα ενδείξεις αντιστοιχούν στα προς εξαγωγή προσκομισθέντα εμπορεύματα και, αφετέρου, η εν λόγω διασάφηση να παραδίδεται προτού τα εμπορεύματα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος.
3. Από τα άρθρα 2, 3, 5, παράγραφοι 1 και 3, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 81/177, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής, προκύπτει ότι, αν και η διασάφηση εξαγωγής, από την οποία εξαρτάται η χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής, μπορεί να κατατίθεται κατά την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο, ή και προ αυτής, η αποδοχή της διασαφήσεως από τις τελωνειακές υπηρεσίες πρέπει ωστόσο να λαμβάνει χώρα μετά τον έλεγχο της διασαφήσεως αυτής ως προς τον τύπο, το περιεχόμενο και τη συμφωνία της με τα προς εξαγωγή εμπορεύματα, και συνεπώς οι συναλλασσόμενοι δεν μπορούν να επιλέξουν την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής από την οποία εξαρτάται το ποσοστό της επιστροφής λόγω εξαγωγής για την οποία μπορούν να προβάλουν αξίωση.
4. Μολονότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 2169/86, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1729/78, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν την επιστροφή στην παραγωγή για τη χρησιμοποιουμένη στη χημική βιομηχανία ζάχαρη, δεν απαιτούν τη διενέργεια σε μόνιμη βάση φυσικών ελέγχων επί του εμπορεύματος, κατά την ακολουθούμενη από τις εθνικές αρχές διαδικασία για την παράδοση στους συναλλασσόμενους των πιστοποιητικών που παρέχουν το δικαίωμα προς καταβολή επιστροφών λόγω παραγωγής για το άμυλο και τη ζάχαρη, η εν λόγω διαδικασία πρέπει ωστόσο να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει τέτοιους ελέγχους.
5. 'Οταν ένας κανονισμός θεσπίζει ειδικά μέτρα ελέγχου, τα κράτη μέλη οφείλουν να τα εφαρμόζουν και δεν μπορούν να επικαλούνται προς δικαιολόγηση της μη εφαρμογής τους, το ότι ένα διαφορετικό σύστημα ελέγχου θα ήταν πιο αποτελεσματικό.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-54/91,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roeder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών, και τον Claus-Dieter Quassowski, Regierungsdirektor στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εδώ έδρα της Πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile Reuter,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, αναπληρώτρια διευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον E. Chavance, κύριο ακόλουθο στην κεντρική υπηρεσία του ίδιου υπουργείου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εδώ έδρα της Πρεσβείας της Γαλλίας, 9, boulevard du Prince-Henri,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Dierk Booss, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως C(90) 2337 τελικό της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988, όσον αφορά ορισμένες δαπάνες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τετάρτου και έκτου τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg, J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιανουαρίου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 7η Φεβρουαρίου 1991, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 90/644/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988 (ΕΕ L 350, σ. 82).
2 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι, σύμφωνα με τους διενεργηθέντες από τις υπηρεσίες της ελέγχους, μέρος των δαπανών που δηλώθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για το εν λόγω οικονομικό έτος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις των κοινοτικών κανόνων και δεν μπορούσε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Η αιτιολογία της Επιτροπής, σχετικά με κάθε πράξη που κρίθηκε αντίθετη προς τους σχετικούς κανόνες, διευκρινίστηκε κατά τη διάρκεια διμερών επαφών που προηγήθηκαν της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών και εν συνεχεία περιελήφθη στη συνοπτική έκθεση περί των αποτελεσμάτων των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988 (στο εξής: συνοπτική έκθεση), η οποία διαβιβάστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
3 Με την προσφυγή ζητείται η μερική ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως καθόσον δεν δέχεται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τα εμφανιζόμενα στα κάτωθι σημεία της συνοπτικής εκθέσεως ποσά:
α) επιστροφές λόγω εξαγωγής στον τομέα των σιτηρών και της ζαχάρεως: 27 510 204 γερμανικά μάρκα (στο εξής: DM) (σημεία 3.3.1.1, 3.3.1.2, 3.3.1.3, 3.3.1.6, 4.1.13.1, 4.1.13.2, 4.1.13.3, 4.1.13.5, 4.1.13.8 της συνοπτικής εκθέσεως)
β) περίπτωση ανωτέρας βίας: 25 321,71 DM (σημείο 4.1.3.1 της συνοπτικής εκθέσεως)
γ) έλλειψη πιστοποιητικών εξαγωγής: 104 909,63 DM (σημείο 4.1.3.2 της συνοπτικής εκθέσεως)
δ) εξαγωγές για τις οποίες υποβλήθηκε διασάφηση στις τελωνειακές υπηρεσίες μετά την έξοδο των προϊόντων από το έδαφος της Κοινότητας: 18 037 338,54 DM (σημείο 4.1.3.3 της συνοπτικής εκθέσεως)
ε) ποσοτικές απώλειες: 584,43 DM (σημείο 4.1.3.4 της συνοπτικής εκθέσεως)
στ) ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής από τις τελωνειακές υπηρεσίες: 262 248 DM (σημείο 4.1.3.5 της συνοπτικής εκθέσεως)
ζ) καθεστώς τελωνειακού ελέγχου των προϊόντων που υπάγονται στο καθεστώς προχρηματοδοτήσεως της επιστροφής: 12 572 054,93 DM (σημείο 4.1.3.6 της συνοπτικής εκθέσεως)
η) επιστροφές λόγω παραγωγής αμύλου και ζαχάρεως: 6 200 360,76 DM (σημεία 4.2.4.1 και 4.5.1.4 της συνοπτικής εκθέσεως).
4 Με διάταξη της 9ης Ιουλίου 1991, επετράπη στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
5 Διαρκούσας της δίκης, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραιτήθηκε της προσφυγής ως προς τα ακόλουθα σημεία της συνοπτικής εκθέσεως: β', ε', στ' * μόνον ως προς ποσόν 10 445 DM της αμφισβητουμένης περικοπής ποσού 262 248,64 DM * και ζ'.
6 Επιπλέον, όσον αφορά το σημείο υπό στοιχείο α', σχετικά με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής στους τομείς της ζαχάρεως και των σιτηρών (σημεία 3.3.1.1, 3.3.1.2, 3.3.1.3, 3.3.1.6, 4.1.13.1, 4.1.13.2, 4.1.13.3, 4.1.13.5, 4.1.13.8 της συνοπτικής εκθέσεως), σημείο επί του οποίου εξάλλου επικέντρωσε τις παρατηρήσεις της η Γαλλική Δημοκρατία, προκύπτει από τα κατά την έγγραφη διαδικασία ανταλλαγέντα έγγραφα ότι οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία. Συνεπώς, η σχετική με αυτό το σκέλος της προσφυγής διαφορά έχει διευθετηθεί.
7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι λόγοι της προσφυγής και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Έλλειψη πιστοποιητικών εξαγωγής (σημείο 4.1.3.2 της συνοπτικής εκθέσεως)
8 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί την άποψη που περιέχεται στη συνοπτική έκθεση κατά την οποία είχε εσφαλμένως χορηγηθεί όριο ανοχής για την πώληση των σιτηρών παρεμβάσεως που προορίζονταν για εξαγωγή προς τη Σοβιετική 'Ενωση. Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε αρχικώς ότι δεν γνώριζε το γεγονός αυτό και προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή της επ' αυτού του σημείου. Μετά τις εξηγήσεις που δόθηκαν από την Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, αναγνώρισε ότι είχε εκδοθεί πιστοποιητικό εξαγωγής που προβλέπει εσφαλμένως όριο ανοχής προσέθεσε ωστόσο ότι αυτό το λάθος είχε διορθωθεί εκ των υστέρων.
9 Η Επιτροπή υποστηρίζει κατ' αρχάς ότι το εν λόγω γεγονός είχε επανειλημμένως γνωστοποιηθεί στις γερμανικές αρχές. Εν συνεχεία, επισημαίνει ότι έλαβε γνώση του γεγονότος ότι τελικώς δεν είχε υπολογιστεί κανένα απαράδεκτο όριο ανοχής, μόνο από τη συνημμένη στο υπόμνημα απαντήσεως επιστολή. Θεωρεί επομένως ότι λόγω του εκπροθέσμου χαρακτήρα του, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
10 Προκειμένου να εκτιμηθεί ο λόγος ακυρώσεως περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. κυρίως απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, 327/85, Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψη 13), η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που καθιερώνεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε.
11 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση συμμετέσχε ενεργά στη διαδικασία επεξεργασίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και επομένως γνώριζε τον λόγο για τον οποίο η Επιτροπή θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν από την Επιτροπή ως προς την επίμαχη πράξη γνωστοποιήθηκαν επανειλημμένως στις γερμανικές αρχές. Ειδικότερα, με επιστολή της 23ης Μαΐου 1990, η Επιτροπή επισήμανε ότι θεωρούσε αδικαιολόγητη την ανοχή 1 500 000 kg που αναφερόταν στο πιστοποιητικό αριθ. 231 95 065.
12 Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις και στο ιδιαίτερο πλαίσιο επεξεργασίας των σχετικών με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ αποφάσεων, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται επαρκής.
13 'Οσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά τη διαδικασία από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με σκοπό να δικαιολογηθεί η επίμαχη πράξη, πρέπει να επισημανθεί κατ' αρχήν ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί να τάσσει προθεσμία για τη διαβίβαση των συμπληρωματικών πληροφοριών που ζητούνται από τα κράτη μέλη. Ελλείψει διαβιβάσεως των πληροφοριών αυτών εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή εκδίδει την απόφασή της βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που έχει στη διάθεσή της μέχρι τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, πλην της περιπτώσεως όπου η εκπρόθεσμη διαβίβαση των πληροφοριών δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις. 'Οσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής να τάσσει προθεσμία, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού 422/86 (ΕΕ L 48, σ. 31) αναφέρεται στην αναγκαιότητα ταχείας εξετάσεως των λογαριασμών και μνημονεύει ειδικά ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πρόοδο των εργασιών για την εκκαθάριση των λογαριασμών.
14 Πρέπει να παρατηρηθεί, εν συνεχεία, ότι δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι ως ημερομηνία αναφοράς, διαλαμβανόμενη στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 1723/72, ορίστηκε από την Επιτροπή η 30ή Ιουνίου 1990. Εφόσον η Γερμανική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε εξαιρετικές περιστάσεις, οι συμπληρωματικές πληροφορίες που προσκομίστηκαν μετά την ημερομηνία αυτή πρέπει να θεωρηθούν ως εκπρόθεσμες.
15 Επομένως, ο σχετικός με αυτό το σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Εξαγωγές για τις οποίες η διασάφηση κατατέθηκε μετά την έξοδο των προϊόντων από το έδαφος της Κοινότητας (σημείο 4.1.3.3 της συνοπτικής εκθέσεως)
16 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής κατά την οποία χορηγήθηκαν επιστροφές λόγω εξαγωγής μολονότι οι διασαφήσεις εξαγωγής δεν κατατέθηκαν στο τελωνείο παρά μετά την έξοδο των προϊόντων από το έδαφος της Κοινότητας και, συνεπώς, οι εξαγωγές δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθούν. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει συναφώς ότι οι γερμανικές τελωνειακές υπηρεσίες είχαν ενημερωθεί και ότι όταν τα αντίτυπα ελέγχου προσκομίστηκαν με ελαφρά καθυστέρηση, τα σιτηρά παρεμβάσεως ή τα αποθεματοποιημένα σιτηρά είχαν ήδη υποβληθεί στους τελωνειακούς ελέγχους.
17 Η Επιτροπή διατείνεται εξάλλου ότι, ενόψει της κοινοτικής ρυθμίσεως, κάθε διασάφηση εξαγωγής πρέπει να γίνεται εγγράφως προκειμένου, κυρίως, να εξακριβώνεται ότι οι παρασχεθείσες από τον εξαγωγέα ενδείξεις αντιστοιχούν στα προς εξαγωγή προσκομισθέντα εμπορεύματα. Κατά την Επιτροπή, όμως, είναι δεδομένο ότι εν προκειμένω οι επίμαχες διασαφήσεις δεν υποβλήθηκαν ούτε εγγράφως ούτε προτού τα εμπορεύματα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
18 Συναφώς, όσον αφορά τις αμφισβητούμενες από την Επιτροπή διασαφήσεις εξαγωγής και κυρίως αυτές που έγιναν αποδεκτές την 30ή Μαΐου 1988, από την αναφορά του κεντρικού τελωνείου του Oldenburg, της 4ης Μαΐου 1990 (παράρτημα του κεφαλαίου IV του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής), το κείμενο της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προκύπτει ότι τα πέντε αντίτυπα που αναφέρονται στον επίδικο έλεγχο δεν εκδόθηκαν παρά την επομένη της αναχωρήσεως του σκάφους, ενώ τα εν λόγω εμπορεύματα δεν είχαν υποβληθεί σε κανένα έλεγχο. Επιπλέον, στην έκθεση αυτή πιθανολογείται απλώς ότι η απαιτούμενη διασάφηση είχε πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη των εργασιών φορτώσεως.
19 Από την προαναφερθείσα έκθεση προκύπτει ομοίως ότι, όσον αφορά τις διασαφήσεις εξαγωγής της 25ης Ιανουαρίου 1988, το εν λόγω σκάφος απέπλευσε τη 2α Ιανουαρίου 1987, ενώ το αντίτυπο ελέγχου δεν πρωτοκολλήθηκε και παραδόθηκε παρά την 25η του ίδιου μήνα. Φαίνεται επιπλέον ότι ο επιφορτισμένος με τον εκτελωνισμό υπάλληλος δεν επιθεώρησε τα εξαχθέντα εμπορεύματα και ότι το κεντρικό τελωνείο περιορίστηκε να θεωρήσει βέβαιο ότι, για να συμπληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις, είχε γίνει εμπρόθεσμα διασάφηση των εμπορευμάτων προφορικώς ή από τηλεφώνου. Από την έκθεση προκύπτει τέλος ότι, για μέρος μιας παρτίδας σίτου και για μία παρτίδα σικάλεως, αν και δεν μεταφορτώθηκαν για τη ζύγιση, εκδόθηκε βεβαίωση ζυγίσεως από υπάλληλο του βοηθητικού προσωπικού των τελωνείων.
20 Ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1981, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής των κοινοτικών εμπορευμάτων (ΕΕ L 83, σ. 40), "η εξαγωγή εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας των εμπορευμάτων (...) υπόκειται στην κατάθεση στο τελωνείο (...) διασαφήσεως εξαγωγής". Σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, "η διασάφηση πρέπει να είναι γραπτή επί εντύπου, σύμφωνα με το επίσημο κατάλληλο υπόδειγμα". Το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας διευκρινίζει ότι "τα εμπορεύματα προς εξαγωγή πρέπει να προσκομίζονται σε ένα αρμόδιο τελωνείο της Κοινότητας", εντούτοις αυτό "δύναται να επιτρέπει την κατάθεση της διασαφήσεως και πριν να είναι ο διασαφηστής σε θέση να προσκομίσει τα εμπορεύματα".
21 Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), το χρησιμοποιούμενο έγγραφο "πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής". Σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, τη στιγμή της αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής, τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
22 Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η διασάφηση εξαγωγής πρέπει να γίνεται γραπτώς, κυρίως, για να εξακριβώνεται ότι τα στοιχεία που παρέχει ο εξαγωγέας αντιστοιχούν στα προς εξαγωγή προσκομισθέντα εμπορεύματα. Από αυτές τις διατάξεις προκύπτει επίσης ότι η διασάφηση μπορεί μεν να κατατίθεται πριν από την προσκόμιση των εμπορευμάτων όχι όμως αφού αυτά έχουν εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος.
23 Αυτό όμως δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπου απλώς πιθανολογείται, χωρίς να έχει αποδειχθεί, ότι οι τελωνειακές αρχές είχαν πληροφορηθεί για την επίμαχη συναλλαγή προτού τα εμπορεύματα εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
24 Ως προς το προβαλλόμενο από την προσφεύγουσα επιχείρημα, ότι δεν ήταν αναγκαίος ο έλεγχος στο μέτρο που επρόκειτο για σιτηρά προερχόμενα από τα αποθέματα παρεμβάσεως, αρκεί να παρατηρηθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει καμία διάταξη παρεκκλίνουσα από τις διατάξεις της ως άνω κανονιστικής ρυθμίσεως.
25 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο σχετικός με αυτό το σημείο της επίδικης αποφάσεως λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής από τις τελωνειακές υπηρεσίες (σημείο 4.1.3.5 της συνοπτικής εκθέσεως)
26 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η επίκριση της Επιτροπής κατά του γεγονότος ότι η διοίκηση των γερμανικών τελωνείων αφήνει στους συναλλασσόμενους την επιλογή της ημερομηνίας αποδοχής της διασαφήσεως, ως εκ τούτου, και του ποσοστού της επιστροφής κατά την εξαγωγή δεν έχει έρεισμα στο κοινοτικό δίκαιο.
27 Κατά την προσφεύγουσα, η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν προσδιορίζει την ημέρα που πρέπει να ληφθεί σχετικώς υπόψη. Μπορεί να είναι κατά την έναρξη, κατά τη διάρκεια ή κατά το πέρας της φορτώσεως του σκάφους, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα έγγραφα και το σύνολο των σχετικών εμπορευμάτων μπορούν να προσκομιστούν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
28 Πρέπει να υπομνησθεί, συναφώς, ότι η προαναφερθείσα οδηγία 81/177 εξαρτά την αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής από δύο όρους. Πρώτον, το τελωνείο πρέπει να έχει στη διάθεσή του τη διασάφηση εξαγωγής με όλα τα σχετικά έγγραφα (άρθρα 2 και 3). Δεύτερον, το εμπόρευμα πρέπει να προσκομιστεί στο τελωνείο (άρθρο 5, παράγραφος 1). Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει ειδικότερα ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ενημερώνονται, τηρουμένης της οικείας τυπικής διαδικασίας, σχετικά με την προσκόμιση των προς εξαγωγή εμπορευμάτων στους χώρους του τελωνείου ή σε άλλο χώρο εγκεκριμένο από τις εν λόγω αρχές. Τέλος, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι οι διασαφήσεις που πληρούν τους προβλεπόμενους όρους γίνονται άμεσα αποδεκτές από την τελωνειακή υπηρεσία σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπονται σε κάθε κράτος μέλος.
29 Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μολονότι η διασάφηση εξαγωγής μπορεί να κατατεθεί κατά την προσκόμιση των εμπορευμάτων, ή ακόμη και προ αυτής, η αποδοχή της διασαφήσεως πρέπει εντούτοις να γίνεται αμέσως μετά τον έλεγχό της ως προς τον τύπο, το περιεχόμενο και τη συμφωνία της προς τα προς εξαγωγήν εμπορεύματα.
30 Συνεπώς, οι συναλλασσόμενοι δεν μπορούν να επιλέξουν την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως εξαγωγής εφόσον αυτή πρέπει να λάβει χώρα αμελλητί μετά τη διενέργεια του προαναφερθέντος ελέγχου.
31 Επομένως, ο σχετικός με αυτό το σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επιστροφές στην παραγωγή αμύλου και ζαχάρεως (σημεία 4.2.4.1 και 4.5.1.4 της συνοπτικής εκθέσεως)
32 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβητεί κατ' αρχάς τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η ακολουθούμενη από τη γερμανική διοίκηση διαδικασία, δυνάμει της οποίας οι εταιρίες μπορούν να υποβάλουν τις αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικού επιστροφής για το άμυλο και τη ζάχαρη μόνο μετά τη μεταποίηση αυτών των προϊόντων, εφόσον οι αναγκαίες εγγυήσεις δεν μπορούν να παρασχεθούν παρά μετά τη μεταποίηση, καθιστά αδύνατον τον φυσικό έλεγχο των εμπορευμάτων και συνιστά στο σύνολό της παράβαση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2169/86 της Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά τον έλεγχο και την καταβολή των επιστροφών στην παραγωγή των σιτηρών και της ορύζης (ΕΕ L 189, σ. 12), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 1729/78 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν την επιστροφή στην παραγωγή για τη χρησιμοποιούμενη στη χημική βιομηχανία ζάχαρη (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 40).
33 Η προσφεύγουσα ερμηνεύει τους προαναφερόμενους κανονισμούς υπό την έννοια ότι δεν επιβάλλουν κανένα ειδικό φυσικό έλεγχο των εμπορευμάτων και αφήνουν σε κάθε κράτος μέλος τη μέριμνα να εκτιμήσει τον τρόπο διενέργειας των ελέγχων. Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση είχε επιλέξει τη διαδικασία τελωνειακής εγγραφής που αποτελεί μορφή διοικητικού ελέγχου.
34 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τονίζει εν συνεχεία ότι οι φυσικοί έλεγχοι που κρίνονται αναγκαίοι από την Επιτροπή μόνο για τις επιστροφές λόγω παραγωγής ενδέχεται να παρακωλύσουν τη συνέχεια και την κανονικότητα της παραγωγής εξωθώντας την κοινοτική μεταποιητική βιομηχανία ζαχάρεως και αμύλου να καταφύγει, σε όλο και ευρύτερη κλίμακα, στην αντίστοιχη βιομηχανία των τρίτων χωρών όπου οι έλεγχοι είναι λιγότερο αυστηροί.
35 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι, μολονότι οι προαναφερθέντες κανονισμοί δεν απαιτούν τη διενέργεια φυσικών ελέγχων διαρκώς, επιτάσσουν εμμέσως ότι πρέπει να προβλέπεται διαδικασία τέτοια ώστε να επιτρέπει τέτοιον έλεγχο.
36 'Οσον αφορά την απαίτηση των φυσικών ελέγχων του εμπορεύματος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2169/86 και το άρθρο 6, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1729/78, ο παρασκευαστής οφείλει να ανακοινώνει, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου, ορισμένες ενδείξεις για να δικαιούται της επιστροφής λόγω παραγωγής. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 2169/86 ορίζει ειδικότερα, σε σχέση με την εν λόγω διαδικασία ελέγχου, ότι "η αρμόδια αρχή αποδεικνύει στη συνέχεια ότι το άμυλο χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή εγκεκριμένων προϊόντων σύμφωνα με την πληροφορία που αναφέρεται στο πιστοποιητικό. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με διοικητικούς ελέγχους αλλά πρέπει να γίνονται και υλικοί έλεγχοι εφόσον κρίνονται αναγκαίοι". Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1729/78, "τα κράτη μέλη ορίζουν τους αρμόδιους οργανισμούς για τη διενέργεια του ελέγχου της μεταποιήσεως των προϊόντων βάσεως".
37 Επομένως, μολονότι οι διατάξεις αυτές δεν απαιτούν την επί μονίμου βάσεως διενέργεια φυσικών ελέγχων κατά την εν λόγω διοικητική διαδικασία, αυτή ωστόσο πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει τέτοιον έλεγχο. Η υπό κρίση διοικητική διαδικασία, όμως, καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση ενδεχομένων φυσικών ελέγχων επί του εμπορεύματος.
38 'Οσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα της προσφεύγουσας σχετικά με τη σκοπιμότητα του συστήματος ελέγχων που θεσπίζεται με την εν λόγω κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. κυρίως, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981, 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 21, σκέψη 21 της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-28/89, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-581, σκέψη 9), όταν ένας κανονισμός θεσπίζει ειδικά μέτρα ελέγχου, τα κράτη μέλη οφείλουν να τα εφαρμόζουν χωρίς να είναι αναγκαίο να κριθεί η βασιμότητα της απόψεώς τους σύμφωνα με την οποία ένα άλλο σύστημα ελέγχου θα ήταν πιο αποτελεσματικό.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο σχετικός με αυτό το σημείο της επίδικης αποφάσεως λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
40 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
42 'Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα τα σχετικά με το μέρος της προσφυγής που αφορά τις επιστροφές λόγω εξαγωγής στους τομείς των σιτηρών και της ζαχάρεως, επί του οποίου δεν πρέπει να ληφθεί απόφαση ενόψει της επελθούσας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί να φέρει τα έξοδα αυτά η Επιτροπή για τον λόγο ότι οι επιστροφές πραγμτοποιήθηκαν ορθώς ab initio. Η Επιτροπή, εξάλλου, αντικρούει αυτό το αίτημα επικαλούμενη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν διασκέδασε τις αμφιβολίες της ως προς την κανονικότητα της χορηγήσεως των εν λόγω επιστροφών παρά επί τη βάσει του συμπληρωματικού ελέγχου τον οποίο της επετράπη να διενεργήσει και όχι κατά την έκδοση της αποφάσεως 90/644.
43 Συναφώς πρέπει να τονιστεί ότι, κατά την προαναφερθείσα απόφαση 90/644, η Επιτροπή επιφυλάσσεται να επανεξετάσει την άρνησή της να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, εάν το ενδιαφερόμενο κράτος προβεί σε συμπληρωματικό έλεγχο των εν λόγω δαπανών και προσκομίσει αποδείξεις ικανές να εξαλείψουν τις αμφιβολίες ως προς το βάσιμο των δηλωθεισών επιστροφών. Επομένως, εάν η Επιτροπή, με την απόφασή της 91/583/ΕΟΚ, της 31ης Οκτωβρίου 1991, τροποποιούσα την απόφαση 90/644 (ΕΕ L 314, σ. 47), επεβάρυνε με τα εν λόγω ποσά το ΕΓΤΠΕ, προέβη στην ενέργεια αυτή βάσει των νέων στοιχείων εκτιμήσεως που της παρασχέθηκαν στο πλαίσιο συμπληρωματικού ελέγχου που της επετράπη να διενεργήσει.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα φέρει και αυτά τα έξοδα επίσης.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Γαλλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα, φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy