Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * ΕΓΤΠΕ * Εκκαθάριση * Δικαίωμα της Επιτροπής να διενεργεί με υπαλλήλους της επιτόπιες έρευνες
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 5 PAR 2)
2. Γεωργία * ΕΓΤΠΕ * Εκκαθάριση * 'Αρνηση καταλογισμού των δαπανών που προκύπτουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως * Προβαλλόμενη πλημμέλεια λόγω του ιδίου του υπολογισμού των ποσών που οφείλονται στο ΕΓΤΠΕ * Αμφισβήτηση εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους * Βάρος της αποδείξεως
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου)
3. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Δαπάνες σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες * 'Ελεγχος * Αρμοδιότητα κυρίως των κρατών μελών * Παρέμβαση, δευτερευόντως, της Επιτροπής * 'Ορια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 5 κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρα 8 PAR 1 και 9)
4. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Αρχές * 'Αρνηση καταλογισμού των δαπανών ελλείψει ελέγχου που πραγματοποιούν οι εθνικές αρχές * Αμφισβήτηση βασιζόμενη στην αδυναμία ανακτήσεως των δαπανών ελλείψει αποδεδειγμένων ουσιαστικών πλημμελειών * Δεν ασκεί επιρροή
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 5 κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 8)
5. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Αρχές * Υποχρέωση της Επιτροπής να αρνείται τη χρηματοδότηση των αντικανονικών δαπανών * Ανεκτές πλημμέλειες ενός οικονομικού έτους για λόγους επιεικείας * Αυστηρή εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως κατά το επόμενο οικονομικό έτος * Παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Δεν υφίσταται
6. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών * Προθεσμία * Μη τήρηση * 'Ελλειψη ευθύνης της Επιτροπής εκτός της περιπτώσεως αμελείας
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 5 PAR 2 στοιχ. β')
Περίληψη
1. Το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, η εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ λαμβάνει χώρα βάσει των ετησίων λογαριασμών, που συνοδεύονται από τα αναγκαία για την εκκαθάρισή τους έγγραφα, που διαβιβάζουν περιοδικώς τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, ουδόλως απαγορεύει στην Επιτροπή να βεβαιωθεί με άλλα μέσα, όπως είναι οι επιτόπιοι έλεγχοι τους οποίους διενεργούν οι υπάλληλοί της σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, ότι τα στοιχεία που υπέβαλαν τα κράτη μέλη είναι ακριβή.
2. Στον τομέα της χρηματοδοτήσεως εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ της κοινής γεωργικής πολιτικής, εναπόκειται στην Επιτροπή, όταν προτίθεται να αρνηθεί τον καταλογισμό δαπάνης την οποία δήλωσε κράτος μέλος, να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως. 'Οταν αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας παραβάσεως, εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις απορρέουσες χρηματοοικονομικές συνέπειες.
Στην ειδική περίπτωση όπου δεν είναι δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ της παραβάσεως και των χρηματοοικονομικών της συνεπειών, εφόσον η προσαπτόμενη παράβαση αφορά τον ίδιο τον υπολογισμό των ποσών, την είσπραξη των οποίων έπρεπε να διασφαλίσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και για τα οποία είναι υπόχρεο έναντι του ΕΓΤΠΕ, εναπόκειται στο κράτος, το οποίο γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες εξελίχθηκε η επίμαχη δραστηριότητα, να αποδείξει ότι τήρησε τις κοινοτικές διατάξεις.
3. Στο πλαίσιο του συστήματος ελέγχου της πραγματοποιήσεως και της κανονικότητας των δραστηριοτήτων οι οποίες χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, που προβλέπει ο κανονισμός 729/70, η Επιτροπή επιτελεί μόνο λειτουργία συμπληρωματική εκείνης των κρατών μελών.
'Οσον αφορά τη λήψη και την ανάλυση δειγμάτων που αποδεικνύονται αναγκαίες, όπως προκύπτει από το κατά το άρθρο 9 του κανονισμού σύστημα ελέγχου, πρέπει να πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος είτε με δική του πρωτοβουλία, στο πλαίσιο των καθηκόντων που του ανατίθενται με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, είτε αιτήσει της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού. Πάντως, η Επιτροπή μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο τέταρτο εδάφιο της ιδίας διατάξεως, να προβαίνει σε ορισμένους ελέγχους ή έρευνες, περιλαμβανομένων και των επί τόπου δειγματοληψιών. Οι έλεγχοι αυτοί εξαρτώνται από την προηγουμένη συμφωνία των κρατών μελών και πρέπει να ενεργούνται παρουσία των εκπροσώπων των ενδιαφερομένων εθνικών διοικήσεων. Πράγματι, το εν λόγω άρθρο 9 δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει τις λεπτομέρειες της παρεμβάσεώς της ούτε να λαμβάνει δείγματα στην περίπτωση κατά την οποία ενεργεί ανεξάρτητα από τα κράτη μέλη. Επιπροσθέτως, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να ενεργεί κατόπιν συναινέσεως των αρμοδίων εθνικών διοικήσεων.
4. Κράτος μέλος δεν μπορεί να αμφισβητήσει λυσιτελώς την απόφαση της Επιτροπής να μη καταλογίσει στο ΕΓΤΠΕ μέρος των ενισχύσεων που το κράτος κατέβαλε χωρίς έλεγχο στα πλαίσια συστήματος προβλεπομένου από κοινή οργάνωση αγοράς επικαλούμενο το γεγονός ότι, επειδή η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ουσιαστικών πλημμελειών κατά τη χορήγηση των ενισχύσεων, βρίσκεται ενώπιον πρακτικής αδυναμίας ανακτήσεως των ενισχύσεων από τους δικαιούχους.
Πράγματι, η μη διενέργεια ελέγχων, μολονότι η κοινοτική κανονιστική αφενός, ρύθμιση επιβάλλει στα κράτη μέλη επιβάλλει τη διενέργεια ελέγχων, είναι ικανή να οδηγήσει σε σημαντικές πλημμέλειες και, συνεπώς, να δικαιολογήσει την άρνηση αναγνωρίσεως μέρους των πραγματοποιηθεισών δαπανών, και, αφετέρου, το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70, που αποτελεί την έκφραση, στον τομέα χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, της υποχρεώσεως προς επίδειξη γενικότερης επιμελείας που επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης, προβλέπει για τα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακτούν τα απολεσθέντα ποσά λόγω ανωμαλιών και αμελειών και ότι, σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες από τις εν λόγω ανωμαλίες ή αμέλειες αναλαμβάνονται από τις εθνικές αρχές.
5. H χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ των δαπανών τις οποίες διενεργούν οι εθνικές αρχές διέπεται από τον κανόνα ότι μόνον οι δαπάνες οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες καταλογίζονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Κατά συνέπεια, διαπιστώνοντας την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων στις πληρωμές που διενεργεί ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών που υποβάλλει το κράτος μέλος. Το ότι η Επιτροπή δεν προέβη στην οφειλόμενη διόρθωση κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, αλλά ανέχθηκε τις πλημμέλειες για λόγους επιεικείας, δεν σημαίνει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποκτά δικαίωμα να απαιτεί την ίδια συμπεριφορά για τις πλημμέλειες του επομένου οικονομικού έτους βάσει της αρχής της ασφαλείας δικαίου ή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
6. Ελλείψει οποιασδήποτε κυρώσεως συνδεομένης με την μη τήρηση από την Επιτροπή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 729/70 προς έκδοση της αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως προθεσμία απλού διαδικαστικού χαρακτήρα, εφόσον δεν προσβάλλονται τα συμφέροντα κράτους μέλους, και μόνο σε περίπτωση αμελείας η Επιτρoπή μπορεί να φέρει ευθύνη επειδή δεν τήρησε την προθεσμία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-55/91,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferraro Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών στο Υπουργείο Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ιταλική Πρεσβεία, 5, rue Marie-Adelaide,
προσφεύγουσα
υποστηριζόμενη από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, αναπληρώτρια διευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Claude Chavance, κύριο ακόλουθο στην κεντρική διοίκηση του αυτού υπουργείου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γαλλική Πρεσβεία, 9, boulevard du Prince Henri,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η μερική ακύρωση της αποφάσεως C (90) 2337 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988, καθόσον με αυτήν αποκλείονται από τον οριστικό προσδιορισμό του συνόλου των ιταλικών δαπανών που καταλογίζονται στο Ταμείο ορισμένα ποσά σχετικά με την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, τις πριμοδοτήσεις υπέρ των παραγωγών προβείου και αιγείου κρέατος, τον αποθηκευμένο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως καπνό, το ελαιόλαδο που προσφέρθηκε στην παρέμβαση, την ενίσχυση για τη μεταποίηση σπόρων σόγιας και την ενίσχυση στην παραγωγή σκληρού σίτου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, Πρόεδρο του τετάρτου και έκτου τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg, J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1991, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή, βάσει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 90/644/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων( ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988 (ΕΕ L 350, σ. 82).
2 Η προσφυγή αποβλέπει στην ακύρωση της αποφάσεως αυτής κατά το μέτρο που δεν καταλογίζει στο ΕΓΤΠΕ τα ακόλουθα ποσά:
* 83 977 318 963 ιταλικές λίρες (LIT) για την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων,
* 67 392 655 139 LIT για πριμοδοτήσεις υπέρ των παραγωγών προβείου και αιγείου κρέατος,
* 711 001 829 + 1 554 528 324 LIT στον τομέα του καπνού παρεμβάσεως,
* 60 808 737 217 LIT στον τομέα του ελαιολάδου,
* 38 034 266 760 LIT για την ενίσχυση προς μεταποίηση των σπόρων σόγιας,
* 67 501 305 800 LIT για την ενίσχυση στην παραγωγή σκληρού σίτου.
3 H Γαλλική Δημοκρατία, στην οποία επετράπη με διάταξη της 7ης Οκτωβρίου 1991 να ασκήσει παρέμβαση, δεν κατέθεσε εντός της ταχθείσας προθεσμίας υπόμνημα παρεμβάσεως.
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της συμπληρωματικής εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων
5 Η συμπληρωματική εισφορά στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10), που τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον εν λόγω τομέα (ΕΕ L 148, σ. 13). Η καθιέρωση του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς έγινε με την παρεμβολή του άρθρου 5γ στον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68. Η διάταξη αυτή τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13). Ο τελευταίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, δηλαδή μετά τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβησαν τα περιστατικά της παρούσας υποθέσεως.
6 Tο σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς, όπως προκύπτει από το άρθρο 5γ του προαναφερθέντος κανονισμού 856/84, αποβλέπει στη μείωση της παραγωγής στον γαλακτοκομικό τομέα. Κατ' εφαρμογή του συστήματος αυτού, οι κοινοτικές αρχές καθορίζουν τη μέγιστη ποσότητα η οποία μπορεί να παραχθεί στο σύνολο της Κοινότητας και εν συνεχεία την κατανέμουν μεταξύ των παραγωγών των κρατών μελών, χορηγώντας στον καθένα μια ποσόστωση που αποκαλείται "ποσότητα αναφοράς". Αν ο παραγωγός υπερβεί την ποσόστωση αυτή, οφείλει να καταβάλει τη συμπληρωματική εισφορά, η οποία συνιστά κύρωση.
7 Για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς προστίθενται όλες οι ποσότητες γάλακτος και τα παράγωγα προϊόντα που διατέθηκαν στο εμπόριο σε κάθε κράτος μέλος κατά το έτος αναφοράς.
8 Γίνεται δεκτό ότι η Ιταλία δεν εφήρμοσε το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς πριν από το έτος 1988. Για την περίοδο 1987-1988, η Ιταλία υπέβαλε στην Επιτροπή συνολική κατάσταση 8 702 741 600 χγρ., που ελήφθη βάσει των μηνιαίων στατιστικών του ISTAT (Στατιστική υπηρεσία της Ιταλίας).
9 Η Επιτροπή, βασιζόμενη σε άλλα στοιχεία και, ιδίως, σε πίνακα του ιταλικού Υπουργείου Γεωργίας (με τίτλο: Evoluzione della produzione e della commercializzazione dei formaggi di azienda agricola), έκρινε ότι ο αριθμός που υπέβαλε η Ιταλία δεν ήταν ακριβής και ότι έπρεπε να προστεθεί σ' αυτόν η ποσότητα που αντιστοιχούσε στην παραγωγή τυριών (103 000 000 χλγ.). 'Ετσι, η εισφορά έπρεπε να υπολογιστεί επί του συνολικού αυτού αριθμού.
10 Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την άποψη αυτή επειδή, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), η Επιτροπή οφείλει να εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς του ΕΓΤΠΕ βάσει των ετησίων λογαριασμών που υποβάλλουν τα κράτη μέλη. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι ο υπολογισμός της παραγωγής τυριού βασίζεται σε ανεπίσημο πίνακα ο οποίος καταρτίστηκε επ' ευκαιρία της επισκέψεως στην Ιταλία υπαλλήλων του ΕΓΤΠΕ και απέβλεπε στο να πληροφορήσει τους υπαλλήλους αυτούς ως προς την εφαρμογή των ποσοστώσεων γάλακτος στην Ιταλία. Εφόσον δεν είχε επίσημο χαρακτήρα, το έγγραφο αυτό δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Επιτροπή για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Επιπροσθέτως, τα στοιχεία της ISTAT και οι ανεπίσημες εκτιμήσεις που προκύπτουν από τον εν λόγω πίνακα συνιστούν ετερόκλητα και μη συγκρίσιμα μεγέθη.
11 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. Πρώτον, η παραγωγή τυριού είχε ληφθεί ήδη υπόψη στην εκκαθάριση των λογαριασμών του προηγουμένου οικονομικού έτους (1986-1987), αλλά και για το επόμενο οικονομικό έτος (1988-1989), χωρίς αντιρρήσεις εκ μέρους της Ιταλίας. Επιπροσθέτως, με το έγγραφο σχετικά με την περίοδο 1988-1989, η Επιτροπή είχε ανακοινώσει την πρόθεσή της να ενεργήσει κατά τον ίδιο τρόπο για τα επόμενα έτη. Δεύτερον, τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον προαναφερόμενο πίνακα συνιστούν εξ ίσου αξιόπιστες στατιστικές, όσο και εκείνες της ISTAT. Τρίτον, η Επιτροπή δεν διαθέτει άλλα μέσα για να εξακριβώσει τα στοιχεία που της υπέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση, δεδομένου ότι το 1987 και 1988 η Ιταλία δεν είχε υποβάλει δηλώσεις σχετικά με τις παραδόσεις γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως προβλέπουν τα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68.
12 Συναφώς, υπογραμμίζεται πρωτίστως ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, η εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ διενεργείται βάσει των ετησίων λογαριασμών, συνοδευομένων από τα αναγκαία για την εκκαθάρισή τους έγγραφα, που διαβιβάζουν περιοδικώς τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. Σε καμιά περίπτωση η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να βεβαιώνεται με άλλα μέσα, όπως είναι οι επιτόπιοι έλεγχοι τους οποίους διενεργούν οι υπάλληλοί της σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, ότι τα στοιχεία που της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη είναι ακριβή.
13 'Οσον αφορά το βάρος της αποδείξεως, επιβάλλεται εν συνεχεία να υπομνηστεί ότι, στον τομέα της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, εναπόκειται πρωτίστως στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων που διέπουν την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών. Εφόσον η παράβαση αυτή έχει αποδειχθεί, το οικείο κράτος μέλος καλείται να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες (βλ. κυρίως απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1991, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-281/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-347, σκέψη 19).
14 Πάντως, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η νομολογία αυτή προϋποθέτει τη δυνατότητα διαχωρισμού της υπάρξεως ενδεχομένης πλημμέλειας από τις χρηματοοικονομικές της συνέπειες. Ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι, ωστόσο, δυνατός στην παρούσα περίπτωση, όπου η προβαλλόμενη παράβαση αφορά τον ίδιο τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς στον οποίο έπρεπε να προβεί η Ιταλική Δημοκρατία. Δεδομένου ότι το κράτος μέλος διαθέτει όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίμαχη δραστηριότητα, αυτό φέρει το βάρος να αποδείξει ότι τηρήθηκαν οι κοινοτικές διατάξεις.
15 Εν προκειμένω όμως, όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 12 των προτάσεών του, η Ιταλική Δημοκρατία περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι οι παραδόσεις τυριού είχαν περιληφθεί στους αριθμούς οι οποίοι έγιναν δεκτοί για την εφαρμογή του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς χωρίς, ωστόσο, να προσκομίσει τη συγκεκριμένη απόδειξη.
16 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Ιταλία δεν κατόρθωσε να αποδείξει το αβάσιμο της επιχειρηματολογίας της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
Επί των πριμοδοτήσεων υπέρ των παραγωγών προβείου και αιγείου κρέατος
17 Για να αντισταθμιστεί η απώλεια εισοδήματος η οποία μπορούσε να προκύψει από τη δημιουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1837/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, ο οποίος θεσπίζει την οργάνωση αυτή (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 150), προβλέπει, στο άρθρο 5, τη χορήγηση πριμοδοτήσεως στους παραγωγούς των οποίων οι αμνοί και τα ερίφια δεν σφάζονται πριν από την ηλικία των δύο μηνών. Προς τούτο, η Ιταλία κατέβαλε, κατά την περίοδο 1987-1988, πριμοδοτήσεις ποσού 103 345 056 245 LIT. Από το σύνολο αυτό, η Επιτροπή απέρριψε τον καταλογισμό, αφενός, ποσού 2 827 359 845 LIT λόγω καθυστερήσεως στις πληρωμές και, αφετέρου, ποσού 67 392 655 139 LIT λόγω ελλείψεως επαρκών ελέγχων.
18 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους με δειγματοληψία στις περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες ιταλικές διοικητικές περιφέρειες. Οι έλεγχοι αυτοί αποκάλυψαν πολυάριθμες πλημμέλειες στην καταβολή των πριμοδοτήσεων από την ιταλική διοίκηση. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή μείωσε το ποσό των πριμοδοτήσεων που έπρεπε να καταλογιστεί στο ΕΓΤΠΕ όχι μόνο στις διοικητικές περιφέρειες οι οποίες υπήρξαν αντικείμενο ελέγχων αλλά, με την επέκταση εφαρμογής των αποτελεσμάτων, και στις άλλες διοικητικές περιφέρειες της Ιταλίας.
19 Με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε αρχικά το νομότυπο και τον συστηματικό χαρακτήρα των ελέγχων που διενήργησε η Επιτροπή, καθώς και την προσφυγή στη μέθοδο της κατ' επέκταση εφαρμογής των αποτελεσμάτων. Πάντως, δεδομένου ότι ο αποκλεισμός των πριμοδοτήσεων που αντιστοιχούσαν στις διοικητικές περιφέρειες όπου εφαρμόστηκε η μέθοδος είχε προσωρινό χαρακτήρα (υπό την επιφύλαξη αποδείξεων περί του αντιθέτου), η Ιταλία παραιτήθηκε από την τελευταία αυτή αιτίαση.
20 'Οσον αφορά την πρώτη αιτίαση, υπογραμμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι ελεγκτές της Επιτροπής διενήργησαν τους ελέγχους σε τέσσερις διοικητικές περιφέρειες που αντιπροσωπεύουν το 68 % του συνόλου των δηλωθεισών δαπανών, επιπλέον δε μελέτησαν τα έγγραφα που αφορούσαν τρεις άλλες διοικητικές περιφέρειες. 'Ετσι, οι έλεγχοι αφορούσαν 77 % των ιταλικών ζωνών παραγωγής για τις οποίες χορηγήθηκαν πριμοδοτήσεις προς εκτροφή αμνών και εριφίων. Εξάλλου, όπως προκύπτει επίσης από τη δικογραφία, οι έλεγχοι είχαν διενεργηθεί με παραβολή των διαφόρων εγγράφων, κατά τρόπο συστηματικό, καθώς και με εξέταση των κριτηρίων και μεθόδων που χρησιμοποίησαν οι ιταλικές αρχές.
21 Τέλος, επιβάλλεται να προστεθεί ότι, όπως επιβεβαιώνεται από το έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή, στις 22 Σεπτεμβρίου 1990, ο εθνικός οργανισμός παρεμβάσεων στις γεωργικές αγορές (στο εξής: AIMA), η ίδια η ιταλική διοίκηση αναγνώρισε ότι οι υπάλληλοί της είχαν διαπιστώσει παραλείψεις και είχαν προσκρούσει σε δυσχέρειες κατά τους ελέγχους των λογιστικών βιβλίων των επιχειρήσεων.
22 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι έλεγχοι που διενήργησε η Επιτροπή στις 7 διοικητικές περιφέρειες, στις οποίες αναφέρεται η παρούσα αιτίαση, ήσαν συστηματικοί και ότι, κατά συνέπεια, τα συμπεράσματα στα οποία οδήγησαν μπορούσαν να γενικευθούν καλύπτοντας το σύνολο των διοικητικών περιφερειών στις οποίες είχαν διενεργηθεί οι έλεγχοι. Δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, διαπιστώθηκαν πράγματι παραλείψεις στις περισσότερες επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων και αυτών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους της ιδίας της ιταλικής διοικήσεως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι οι διαπιστωθείσες κατά τους ελέγχους πλημμέλειες δεν είχαν διαπραχθεί και σε άλλες εκμεταλλεύσεις των οικείων διοικητικών περιφερειών.
23 Εφόσον η Επιτροπή απέδειξε έτσι την ύπαρξη πλημμελειών στις επτά ιταλικές διοικητικές περιφέρειες όπου διενεργήθηκαν οι έλεγχοι, εναπόκειται στο ιταλικό δημόσιο να αποδείξει ότι η Επιτροπή προέβη σε πεπλανημένη εκτίμηση των συνεπειών που απορρέουν από τους ελέγχους αυτούς.
24 Συναφώς, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, περιοριζόμενη στον ισχυρισμό ότι οι έλεγχοι στους οποίους προέβη η Επιτροπή συνιστούσαν απλές ενδείξεις, αντικειμενικά αβέβαιες, χωρίς να αποδεικνύουν απολύτως τίποτε όσον αφορά τις πληρωμές τις οποίες διενήργησε η Ιταλία, δεν προσκόμισε παρόμοια απόδειξη.
25 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος της προσφυγής.
Επί του καπνού που παραδίδεται στην παρέμβαση
26 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1467/70 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1970, περί καθορισμού ορισμένων γενικών κανόνων που διέπουν την παρέμβαση στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 28), ορίζει, με το άρθρο 5, ότι μόνον τα καπνά που ανταποκρίνονται στα ελάχιστα ποιοτικά χαρακτηριστικά, τα οποία καθορίζονται βάσει της κατατάξεως κατά ποικιλίες και κατά ποιότητες, αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Προς εκτέλεση της διατάξεως αυτής, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1727/70 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 1970, περί των λεπτομερειών της παρεμβάσεως στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 183), καθόρισε, με τα παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ, τα εν λόγω ελάχιστα ποιοτικά χαρακτηριστικά και προέβη στην κατάταξη κατά ποικιλίες και κατά ποιότητες.
27 Κατά τους πραγματοποιηθέντες στις ιταλικές αποθήκες ελέγχους καπνού που αγοράστηκε από τον οργανισμό παρεμβάσεως, η Επιτροπή έλαβε δείγματα προκειμένου να διενεργήσει ποιοτικούς ελέγχους. 'Οπως προκύπτει από τη συνοπτική έκθεση που κατήρτισε το κοινοτικό αυτό όργανο, οι έλεγχοι αποκάλυψαν ότι μεγάλες ποσότητες καπνού παρεμβάσεως δεν ανταποκρίνονταν στα ελάχιστα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως απαιτεί ο προαναφερόμενος κανονισμός (ΕΟΚ) 1727/70. Εξάλλου, άλλες συγκεκριμένες παρτίδες δεν ενέπιπταν στην κατηγορία στην οποία είχαν καταταχθεί. Κατόπιν των διαπιστώσεων αυτών, η Επιτροπή προέβη σε αρνητική χρηματοοικονομική διόρθωση για την Ιταλία ποσού 1 544 528 324 LIT.
28 Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η διόρθωση αυτή είναι παράνομη και ζητεί από το Δικαστήριο να την ακυρώσει. Βασίζει το αίτημά της σε τρία επιχειρήματα. Πρώτον, δείγματα τα οποία έδωσαν λαβή για τη διόρθωση είχαν ληφθεί χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 9 του προαναφερομένου κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3571). Δεύτερον, η ιταλική διοίκηση ανέκαθεν αμφισβήτησε τη διαδικασία και τις μεθόδους ελέγχου που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, καθώς και τα συμπεράσματα που αυτή συνήγαγε από τους ελέγχους και την ανάλυση των δειγμάτων. Επί του σημείου αυτού, η Ιταλία επικαλείται, ιδίως, τον μη αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα των ληφθέντων δειγμάτων, τις κακές συνθήκες διατηρήσεώς τους, καθώς και την άρνηση της Επιτροπής να λάβει υπόψη την υποβάθμιση, λόγω παλαιώσεως, της ποιότητας των προϊόντων. Τρίτον, κατά τους επιτοπίους ελέγχους που διενεργήθηκαν τον Ιανουάριο του 1990, οι ίδιοι οι υπάλληλοι της Επιτροπής είχαν δεχθεί ότι η ποιότητα και η κατάταξη του καπνού ήσαν σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο. Επί του σημείου αυτού, η Ιταλική Κυβέρνηση αναφέρεται σε πρακτικό της 19ης Ιανουαρίου 1990.
29 Η Επιτροπή αντιτάσσει, κατ' αρχάς, ότι οι δειγματοληψίες και αναλύσεις πραγματοποίηθηκαν πάντοτε παρουσία των εκπροσώπων του ΑΙΜΑ και ότι, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, οι εν λόγω εκπρόσωποι δεν διατύπωσαν καμιά ουσιαστική αντίρρηση όσον αφορά τη διαδικασία, τη μέθοδο ή τα αποτελέσματα των ελέγχων. 'Οσον αφορά τις δηλώσεις των υπαλλήλων της Επιτροπής σχετικά με την κανονικότητα των ελέγχων που πραγματοποίησε η ιταλική διοίκηση, οι δηλώσεις αυτές διαψεύσθηκαν αμέσως από την Επιτροπή με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 1990. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των τρίτων, δικαιούχων του ΕΓΤΠΕ, και όχι τις άμεσες σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, για τις οποίες γίνεται λόγος στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς.
30 Για να κριθεί το σημείο αυτό, επιβάλλεται να εξεταστεί αν η Επιτροπή, διενεργώντας επιτοπίους ελέγχους και, ειδικότερα, λαμβάνοντας δείγματα καπνού, υπερέβη το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.
31 Συναφώς, επιβάλλεται πρωτίστως να παρατηρηθεί ότι, στο πλαίσιο του συστήματος που προβλέπει ο προαναφερόμενος κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70, η Επιτροπή ασκεί μόνο λειτουργία συμπληρωματική εκείνης των κρατών μελών. Κατά την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, τους ελέγχους που διενεργούν με δική τους πρωτοβουλία τα κράτη μέλη και που παραμένουν ουσιώδεις συμπληρώνουν έλεγχοι από τους υπαλλήλους της Επιτροπής, καθώς και η ευχέρεια της Επιτροπής να καλεί τα κράτη μέλη να μετέχουν στους ελέγχους αυτούς (βλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής, που παρατέθηκε ήδη, σκέψη 20).
32 Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των δύο ειδών ελέγχων προκύπτει επίσης από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού απ' όπου συνάγεται ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι τους οποίους διενεργεί η Επιτροπή έχουν ως σκοπό να διαπιστώνεται η ακρίβεια των ελέγχων που διενεργούν τα κράτη μέλη.
33 Εξάλλου, από το όλο σύστημα ελέγχου που καθιερώνεται με το ίδιο άρθρο 9 προκύπτει ότι, αν η λήψη και ανάλυση δειγμάτων αποδεικνύονται αναγκαίες, αυτές πρέπει να πραγματοποιούνται από το κράτος μέλος είτε με δική του πρωτοβουλία, στο πλαίσιο των καθηκόντων που του ανατίθενται με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, είτε αιτήσει της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού. Πάντως, η Επιτροπή μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο τέταρτο εδάφιο της ιδίας διατάξεως, να προβαίνει σε ορισμένους ελέγχους ή έρευνες, περιλαμβανομένων και των επί τόπου δειγματοληψιών. Οι έλεγχοι αυτοί εξαρτώνται από την προηγούμενη συμφωνία των κρατών μελών και πρέπει να ενεργούνται παρουσία των εκπροσώπων των ενδιαφερομένων εθνικών διοικήσεων. Πράγματι, το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70 δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει τις λεπτομέρειες της παρεμβάσεώς της ούτε να λαμβάνει δείγματα στην περίπτωση κατά την οποία ενεργεί ανεξάρτητα από τα κράτη μέλη. Επιπροσθέτως, το άρθρο 5 της Συνθήκης επιβάλλει στην Επιτροπή, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, να ενεργεί κατόπιν συναίνεσεως των αρμοδίων εθνικών διοικήσεων.
34 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, η λήψη δειγμάτων εκ μέρους των υπαλλήλων της Επιτροπής έγινε πάντοτε παρουσία των εκπροσώπων της ιταλικής διοικήσεως και, αφετέρου, οι διάφορες επικρίσεις σχετικά με την έλλειψη φροντίδας στη συσκευασία και τη μεταφορά τους, καθώς και η υποβάθμιση του καπνού που ήταν αποθηκευμένος στις ιταλικές αποθήκες λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας αποθηκεύσεώς του, εξετάστηκαν από την Επιτροπή με διάφορα έγγραφα και κατά τη συνάντηση της 9ης Ιανουαρίου 1991 με τις ιταλικές αρχές.
35 'Οσον αφορά τον μη αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα των ληφθέντων από την Επιτροπή δειγμάτων, παρατηρείται, εξάλλου, ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι ο αριθμός των δειγμάτων ήταν ανεπαρκής για να δικαιολογήσει τη χρηματοοικονομική διόρθωση. 'Οταν όμως η Επιτροπή προσκομίζει στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των υπολογισμών του κράτους μέλους, εναπόκειται στο οικείο κράτος να προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις προς διασκέδαση των αμφιβολιών. Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε τέτοιες αποδείξεις.
36 'Οσον αφορά τις δηλώσεις υπαλλήλου της Επιτροπής, που περιλαμβάνονται σε πρακτικό της 19ης Ιανουαρίου 1990, κατά τις οποίες οι έλεγχοι δεν αποκάλυψαν καμιά ανωμαλία, και οι οποίες διαψεύστηκαν εν συνεχεία από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή δεν μπορεί να διατυπώσει εγκύρως την άποψή της έναντι των παρεμβάσεων των κρατών μελών στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του ΕΓΤΠΕ, πριν από την εκκαθάριση των ετησίων λογαριασμών.
37 Εν όψει των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση.
Επί του ελαιολάδου των οργανισμών παρεμβάσεως
38 Επί του σημείου αυτού, η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει δύο λόγους. Ο πρώτος αφορά τα αποτελέσματα μιας έρευνας, πραγματοποιηθείσας από την Επιτροπή για το οικονομικό έτος 1988, η οποία αποκάλυψε ότι μεγάλο μέρος του ελαιολάδου που αποθηκεύθηκε κατά το έτος εκείνο ήταν ποιότητας κατώτερης από την αναφερόμενη στη δήλωση τη σχετική με την παρέμβαση. Δεδομένου ότι με την απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1991, C-161 και C-162/90, Petruzzi και Longo (Συλλογή 1991, σ. Ι-4845), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο έλεγχος που πραγματοποίησε εκ των υστέρων η Επιτροπή ήταν ορθός, η Ιταλική Δημοκρατία παραιτήθηκε από τον λόγο αυτόν.
39 Ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Δημοκρατία εξήγησε ότι, μετά την προαναφερθείσα προδικαστική απόφαση, ζήτησε από την Επιτροπή, χωρίς να επανεξετάσει την απόφασή της, να επιτρέψει τουλάχιστον στους ιταλικούς οργανισμούς να πωλήσουν το επίμαχο ελαιόλαδο υπό τους όρους που αυτοί θα καθόριζαν. Το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την Επιτροπή, με συνέπεια να μειωθούν τα κέρδη που πραγματοποίησαν οι ιταλικοί οργανισμοί. Στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από την Επιτροπή να συμψηφίσει αυτή την απώλεια κερδών.
40 Διαπιστώνεται ότι ο λόγος αυτός διατυπώθηκε για πρώτη φορά κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων λόγων κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Επειδή οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
41 Ο δεύτερος λόγος που επικαλείται η Ιταλική Κυβέρνηση αφορά τις διορθώσεις που επέφερε η Επιτροπή στον ισολογισμό, τον οποίο υπέβαλε η Ιταλία, σχετικά με τις ποσότητες ελαιολάδου που αγόρασε ο οργανισμός παρεμβάσεως κατά τις διαδοχικές περιόδους εμπορίας 1983 έως 1987. Βάσει στοιχείων τα οποία ελήφθησαν μετά από έρευνα, αποκληθείσα "έρευνα ASSITOL", η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ποιότητα σημαντικής ποσότητας του ελαιολάδου αυτού δεν αντιστοιχούσε στην ποιότητα η οποία είχε δηλωθεί. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή προέβη σε διόθρωση μειώνοντας τους αριθμούς που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία.
42 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η έρευνα ASSITOL πραγματοποιήθηκε από τις ιταλικές ελαιουργικές βιομηχανίες και, εν συνεχεία, υιοθετήθηκε από την Επιτροπή χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της. Κατά συνέπεια, η έρευνα αυτή πρέπει να αγνοηθεί προς όφελος των στοιχείων που παρέσχε η Ιταλική Δημοκρατία, στοιχεία τα οποία είναι σύμφωνα προς τις κοινοτικές διατάξεις και είναι αποτέλεσμα ελέγχων τους οποίους πραγματοποίησαν κανονικά εγκεκριμένα εργαστήρια. Εξάλλου, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν από τους ελέγχους που διενήργησαν οι τελωνειακές υπηρεσίες κατά την εξαγωγή των ποσοτήτων ελαιολάδου, καθώς και από τις τιμές που ελήφθησαν κατά την πώλησή τους. 'Οντως, οι τιμές αυτές αντιστοιχούσαν στην ποιότητα η οποία είχε δηλωθεί. Τέλος, με τη λήψη δειγμάτων, η Επιτροπή υπερέβη το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της αναγνωρίζονται με τον κανονισμό 729/70.
43 Στην επιχειρηματολογία αυτή, η Επιτροπή απαντά ότι, μολονότι αρχικά είχε επιληφθεί καταγγελίας της ASSITOL, προέβη στη δική της έρευνα και τα δείγματα αναλύθηκαν από ανεξάρτητα εργαστήρια.
44 'Οσον αφορά το ζήτημα των εξουσιών της Επιτροπής να προβαίνει σε δειγματοληψίες και αναλύσεις, αρκεί η παραπομπή στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως.
45 Σχετικά με τις άλλες αιτιάσεις που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση, πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, για τη διόρθωση των λογαριασμών που υπέβαλε η Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή βασίστηκε σε έρευνα των δικών της υπηρεσιών που πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις αντικειμενικότητας και αντιπροσωπευτικότητας. Εξάλλου, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τις τιμές πωλήσεως ή τους ελέγχους που διενήργησαν οι τελωνειακές υπηρεσίες. Ούτε και απέδειξε ότι τα εν λόγω στοιχεία κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή.
46 Κατά συνέπεια, συνάγεται ότι η Ιταλία δεν κατόρθωσε να αποδείξει ούτε τις αδυναμίες της έρευνας που πραγματοποίησε η Επιτροπή ούτε τα περιστατικά ως προς τις τιμές πωλήσεως και τους ευνοϊκούς τελωνειακούς ελέγχους που επικαλείται.
47 Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί επίσης όσον αφορά το σημείο αυτό.
Επί της ενισχύσεως για τη μεταποίηση σπόρων σόγιας
48 Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1491/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985, για την πρόβλεψη ειδικών μέτρων για τους σπόρους σόγιας (ΕΕ L 151, σ. 15), και 2194/85 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για τη θέσπιση γενικών κανόνων που αφορούν ειδικά μέτρα για τους σπόρους σόγιας (ΕΕ L 204, σ. 1), είχαν αμφότεροι προβλέψει τη χορήγηση ενισχύσεων στην παραγωγή κοινοτικής σόγιας. Η καταβολή των ενισχύσεων, καθώς και ο έλεγχος της χορηγήσεώς τους εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (άρθρο 2 του κανονισμού 1491/85 και άρθρο 6 του κανονισμού 2194/85, που παρατέθηκαν ήδη).
49 'Οπως προκύπτει από τη συνοπτική έκθεση, η μέθοδος εργασίας της Επιτροπής συνίστατο, αρχικά, στην πραγματοποίηση ελέγχων σε 400 περίπου επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν επιλεγεί κατά τύχη, και, εν συνεχεία, στην εξέταση των διαδικασιών ελέγχου που χρησιμοποίησαν οι διάφορες ενδιαφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς και στη λειτουργία μιας μεταποιητικής επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας, οι έλεγχοι που πραγματοποίησαν οι ιταλικές αρχές ήσαν ανεπαρκείς, δεν επέτρεπαν να προσδιοριστεί αν οι αιτήσεις ενισχύσεως αφορούσαν ή όχι τους σπόρους μη κοινοτικής καταγωγής και η ιταλική διοίκηση δεν είχε διενεργήσει αιφνιδίους ελέγχους στα κέντρα συγκεντρώσεως ή στα κέντρα αποθηκεύσεως. Επιπλέον, προέκυψε ότι τα ιταλικά τελωνεία δεν γνώριζαν τον προορισμό των εισαγωμένων σπόρων και ο ΑΙΜΑ αγνοούσε τον ακριβή αριθμό των κέντρων συγκεντρώσεως.
50 Οι διάφορες αυτές διαπιστώσεις οδήγησαν την Επιτροπή στο να μειώσει σημαντικά το ποσό των ενισχύσεων που έπρεπε να καταλογιστεί στο ΕΓΤΠΕ. Ωστόσο, μετά την ανταλλαγή απόψεων με εκπροσώπους της ιταλικής διοικήσεως, η Επιτροπή αποφάσισε να προβεί σε χρηματοοικονομική διόρθωση ποσού 38 034 266 760 LIT μόνο, το οποίο αντιστοιχεί στο 5 % των ιταλικών δαπανών.
51 Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει διάφορα επιχειρήματα κατά των μεθόδων ελέγχου που χρησιμοποίησε η Επιτροπή. Πρώτον, υπογραμμίζει ότι οι αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή βασίζονται σε μια γενική εντύπωση και όχι σε ειδικές αποδείξεις. Δεύτερον, το γεγονός ότι η Επιτροπή, μετά τη συνάντηση με Ιταλούς υπαλλήλους, περιόρισε το ύψος της μειώσεως που ήθελε να πραγματοποιήσει αρχικά καταδεικνύει ότι τα επιχειρήματά της δεν είναι καθόλου πειστικά και ότι, στην πραγματικότητα, δεν διαπίστωσε καμιά ουσιαστική πλημμέλεια. Τρίτον, εφόσον δεν διαπιστώθηκε καμιά ουσιαστική πλημμέλεια, η Ιταλία δεν μπορούσε να ζητήσει από τους δικαιούχους την επιστροφή των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως. Τέταρτον, η Ιταλία αντιμετώπιζε πρόσθετες δυσχέρειες κατά τον χρόνο διενεργείας των ελέγχων, δεδομένου ότι υπάρχουν ορισμένα κενά στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση των ελέγχων.
52 Συναφώς, προέχει κατ' αρχάς να υπογραμμιστεί ότι, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, το σύστημα επιτόπιας έρευνας και ελέγχου που εφήρμοσε η Επιτροπή, όπως περιγράφεται στο σημείο 37 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, συγκεντρώνει τις απαιτούμενες ελάχιστες προϋποθέσεις αντικειμενικότητας και αντιπροσωπευτικότητας της πραγματικής καταστάσεως.
53 Εν συνεχεία, όπως ορθώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας, το γεγονός ότι η Επιτροπή μείωσε τη χρηματοοικονομική διόρθωση που είχε προβλεφθεί αρχικά στο 5 % των δαπανών στις οποίες προέβη η Ιταλία ουδόλως σημαίνει ότι η διόρθωση αυτή δεν δικαιολογείται. Αντιθέτως, τα αποτελέσματα των ερευνών και των ελέγχων που πραγματοποίησε η Επιτροπή στις ιταλικές επιχειρήσεις συνιστούν συναφώς επαρκή αιτιολογία. 'Αλλωστε, η Ιταλία δεν προσκόμισε κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την αιτιολογία αυτή.
54 Ως προς το επιχείρημα που αντλείται από την πρακτική αδυναμία ανακτήσεως των ενισχύσεων τις οποίες η Ιταλία κατέβαλε αχρεωστήτως με το αιτιολογικό ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ουσιαστικών πλημμελειών κατά τη χορήγησή τους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό για δύο λόγους.
55 Πρώτον, οι έλεγχοι στους οποίους προέβη η Επιτροπή αποκάλυψαν την απουσία ελέγχου εκ μέρους των ιταλικών αρχών επί των ενισχύσεων που η ίδια χορήγησε. Επειδή το γεγονός αυτό είναι ικανό να οδηγήσει σε σημαντικές πλημμέλειες, η Επιτροπή βασίμως μπορεί, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, να μην αναγνωρίσει ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε το οικείο κράτος μέλος (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψη 21).
56 Δεύτερον, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, η υποχρέωση των κρατών μελών να ανακτούν τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στους επιχειρηματίες, στο πλαίσιο των ενισχύσεων του ΕΓΤΠΕ, απορρέει από το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η διάταξη αυτή θεωρείται ως έκφραση, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, της υποχρεώσεως προς επίδειξη γενικότερης επιμελείας που επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω ανωμαλιών και αμελειών ποσά (βλ. αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 1990, C-34/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-3603, και της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C-28/89, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-581, σκέψη 31). Συμπληρωματικώς, το άρθρο 8, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών ή της αμελείας που είναι καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών αναλαμβάνονται από αυτά.
57 Δεδομένου ότι στην παρούσα διαφορά γίνεται δεκτό ότι το σύστημα ελέγχων το οποίο εφήρμοσε η ιταλική διοίκηση δεν λειτούργησε ικανοποιητικά * πράγμα που αναγνώρισαν οι ίδιες οι ταλικές αρχές *, η επιχειρηματολογία της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συναφώς, το γεγονός ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση που έχει εφαρμογή περιέχει κενά στον τομέα των ελέγχων δεν συνιστά επιχείρημα που ασκεί επιρροή.
58 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει επίσης να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό.
Επί των ενισχύσεων στην παραγωγή σκληρού σίτου
59 Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158), προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεως στην παραγωγή σκληρού σίτου όταν η τιμή παρεμβάσεως για το κέντρο εμπορίας της πλέον πλεονασματικής ζώνης είναι κατώτερη από την εγγυημένη ελάχιστη τιμή. Η διάταξη αυτή τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3103/76 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1976, περί της ενισχύσεως για τον σκληρό σίτο (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 195).
60 Το 1986, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1984, η Επιτροπή ανακάλυψε ότι δεν υπήρχε αντιστοιχία μεταξύ των πραγματικά καλλιεργουμένων εκτάσεων και των εκτάσεων για τις οποίες είχαν χορηγηθεί ενισχύσεις στην Ιταλία. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή, με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1987, κάλεσε τις ιταλικές αρχές να κινήσουν διοικητική έρευνα προς εξακρίβωση των στοιχείων σχετικά με τις εκτάσεις που προορίζονταν για την καλλιέργεια σκληρού σίτου και μπορούσαν να τύχουν κοινοτικών ενισχύσεων.
61 Το αίτημα βασιζόταν στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1972, περί των ανωμαλιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ως και της οργανώσεως συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτό (ΕΕ 03/007, σ. 148). Η διάταξη αυτή προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι, "εφόσον η Επιτροπή κρίνει ότι διαπράχθηκαν ανωμαλίες ή αμέλεις σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, ενημερώνει σχετικά το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τα οποία προβαίνουν σε σχετική διοικητική έρευνα, στην οποία δύνανται να μετέχουν υπάλληλοι της Επιτροπής".
62 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, η αιτηθείσα έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1987 από Ιταλούς τεχνικούς τους οποίους συνόδευαν οι υπάλληλοι της Κοινότητας. Τα αποτελέσματα της έρευνας κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 1988.
63 Με έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1989, η Επιτροπή απέρριψε τα συμπεράσματα της ιταλικής διοικήσεως και πρότεινε χρηματοοικονομική διόρθωση βασιζόμενη στο κριτήριο της κατ' επέκταση εφαρμογής των διαπιστωθεισών ανωμαλιών σε όλες τις ιταλικές διοικητικές περιφέρειες στις οποίες χορηγήθηκαν ενισχύσεις. Μετά από διάφορες ανταλλαγές απόψεων με την ιταλική διοίκηση, η Επιτροπή, με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1989, μείωσε την αρχικά προβλεφθείσα διόρθωση σε 67 500 305 800 LIT. Για λόγους επιεικείας, δέχθηκε πράγματι να λάβει υπόψη τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν πριν από την έναρξη της έρευνας, δηλαδή τις πληρωμές που αφορούσαν τα έτη 1984 και 1985 (βλ. έγγραφο της Επιτροπής της 19ης Νοεμβρίου 1990).
64 Παρά την πραγματοποιηθείσα μείωση, η Ιταλία αμφισβήτησε τη διόρθωση την οποία αποφάσισε τελικά η Επιτροπή για διαφόρους λόγους. Πρώτον, οι λόγοι επιεικείας, που οδήγησαν την Επιτροπή να παραιτηθεί από τις διορθώσεις για τις ήδη πραγματοποιηθείσες πριν από την αρχή του έτους πληρωμές (δηλαδή, εκείνες που αντιστοιχούσαν στα έτη 1984 και 1985), είχαν επίσης εφαρμογή στις πληρωμές του έτους 1986, καθόσον και αυτές είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξη της έρευνας. Συγκεκριμένα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2835/77 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί των λεπτομερειών ενισχύσεως για τον σκληρό σίτο (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 206), η καταβολή της εν λόγω ενισχύσεως πρέπει να πραγματοποιείται πριν από τις 30 Απιρλίου του έτους που έπεται εκείνου της παραγωγής. Στην πραγματικότητα, κατά την ιταλική νομοθεσία, οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται πριν από τις 5 Απριλίου κάθε έτους.
65 Η δεύτερη ομάδα επιχειρημάτων αφορά τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν για τα επόμενα έτη. Πρώτον, ακόμη και αν το επιθυμούσε, η Ιταλία δεν μπορούσε να παύσει την καταβολή των ενισχύσεων προτού η Επιτροπή της ανακοινώσει τα αποτελέσματα της έρευνας, χωρίς να παραβεί την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Δεύτερον, η κατ' επέκταση εφαρμογή των αποτελεσμάτων της έρευνας στις άλλες ιταλικές διοικητικές περιφέρειες που παράγουν σιτηρά, καθώς και για τα άλλα οικονομικά έτη, στερείται ερείσματος. Τρίτον, η Επιτροπή δεν πληροφόρησε την ιταλική διοίκηση ως προς τους σκοπούς της έρευνας και, επειδή η ιταλική διοίκηση θεωρούσε ότι επρόκειτο για απλό έλεγχο των στατιστικών, πραγματοποίησε περιορισμένο αριθμό ελέγχων. Αν γνώριζε τις πραγματικές προθέσεις της Επιτροπής, θα περιέβαλλε την έρευνα με περισσότερες εγγυήσεις. Τέταρτον, η Ιταλία θεωρεί ότι ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της διαβιβάσεως των αποτελεσμάτων της έρευνας στην Επιτροπή και της απαντήσεως της Επιτροπής ήταν υπερβολικός, με αποτέλεσμα η ιταλική διοίκηση να πιστέψει ότι όντως δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ως προς τη νομιμότητα των πληρωμών. Τέλος, η Ιταλία αμφισβητεί το ποσοστό των ανωμαλιών στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, η έρευνα αποκάλυψε ότι το 8 % των πριμοδοτήσεων * και όχι το 12 %, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή * ήταν αμφιβόλου χαρακτήρα τα αποτελέσματα αυτά δεν διαψεύσθηκαν από την Επιτροπή.
66 Στην επιχειρηματολογία αυτή, η Επιτροπή απαντά, πρωτίστως, ότι ουδόλως ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί τις παράνομες πληρωμές που πραγματοποίησε η ιταλική διοίκηση. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς δεν μπορεί να γίνει λόγος για κεκτημένα δικαιώματα ούτε επίκληση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων. 'Οσον αφορά τα αποτελέσματα της έρευνας, η Επιτροπή υπογραμμίζει, εν συνεχεία, ότι χρειάστηκε ένα έτος για να τα μελετήσει κατά τρόπο εμπεριστατωμένο. Από τη μελέτη αυτή, η Επιτροπή άντλησε τις αιτιάσεις ως προς τις ελλείψεις του ιταλικού συστήματος ελέγχου. 'Οσον αφορά την εφαρμογή της μεθόδου της κατ' επέκταση εφαρμογής των αποτελεσμάτων, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι συνιστά την καλύτερη λύση για το κράτος μέλος, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να αποκλειστούν όλες οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες στο πλαίσιο των αντικανονικών ελέγχων. Τέλος, η Ιταλία δεν μπορεί να αμφισβητεί τα στοιχεία της έρευνας διότι τα είχε συγκεντρώσει και επαληθεύσει η ίδια.
67 Συναφώς, παρατηρείται ότι η χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ των δαπανών τις οποίες διενεργούν οι εθνικές αρχές διέπεται από τον κανόνα ότι μόνον οι δαπάνες οι οποίες διενεργούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες καταλογίζονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Κατά συνέπεια, διαπιστώνοντας την ύπαρξη παραβάσεως των κοινοτικών διατάξεων στις πληρωμές που διενεργεί ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή υποχρεούται να προβεί σε διόρθωση των λογαριασμών που υποβάλλει το κράτος μέλος. Το ότι η Επιτροπή δεν προέβη στην οφειλόμενη διόρθωση κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, αλλά ανέχθηκε τις πλημμέλειες για λόγους επιεικείας, δεν σημαίνει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποκτά δικαίωμα να απαιτεί την ίδια συμπεριφορά για τις πλημμέλειες του επόμενου οικονομικού έτους βάσει της αρχής της ασφαλείας δικαίου ή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
68 Εξάλλου, όσον αφορά τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν μετά την έναρξη της έρευνας, επιβάλλεται να απορριφθούν οι αιτιάσεις ως προς τους στόχους της έρευνας που ζήτησε η Επιτροπή. Πράγματι, από το άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 283/72 προκύπτει ότι μια τέτοια έρευνα αποβλέπει στον εντοπισμό των ενδεχομένων πλημμελειών. Επίσης, οι επικρίσεις ως προς τη μέθοδο της κατ' επέκταση εφαρμογής των αποτελεσμάτων δεν ασκούν επιρροή εφόσον η Ιταλία γνώριζε τον σκοπό της έρευνας. Επομένως, η Ιταλία όφειλε να αποφασίσει πόσο εξαντλητική έπρεπε να είναι η έρευνα.
69 Ομοίως, η αιτίαση ως προς το γεγονός ότι η Επιτροπή απάντησε με καθυστέρηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Κατά πάγια νομολογία (βλ., ιδίως, την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1988, 349/85, Δανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 169), ελλείψει οποιασδήποτε κυρώσεως που να συνδέεται με τη μη τήρηση από την Επιτροπή της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 προς έκδοση της αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως προθεσμία απλού διαδικαστικού χαρακτήρα, εφόσον δεν θίγονται τα συμφέροντα κράτους μέλους. Επομένως, η παρέλευση μιας τέτοιας προθεσμίας, έστω και πολύ μεγάλης, δεν συνεπάγεται ευθύνη της Επιτροπής εκτός αν είναι συνέπεια αμελείας της Επιτροπής. Εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι υπήρξε αμέλεια.
70 Τέλος, στην Ιταλική Κυβέρνηση * η οποία ισχυρίζεται ότι τα συμπεράσματα που συνήγαγε η διοίκησή της από την έρευνα πρέπει να θεωρούνται ως έγκυρα εφόσον χρόνον η Επιτροπή δεν απέδειξε το αντίθετο * επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι αρκεί ότι η Επιτροπή διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των στοιχείων που παρέσχε το κράτος μέλος για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ για να αντιστραφεί το βάρος της αποδείξεως.
71 Εν προκειμένω, μολονότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ανακρίβεια των συμπερασμάτων που συνήγαγε από την έρευνα η ιταλική διοίκηση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοιες σοβαρές αμφιβολίες όντως υπάρχουν. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εναπέκειτο στην Ιταλία να αποδείξει ότι οι υπολογισμοί της Επιτροπής ήσαν εσφαλμένοι. Εφόσον η απόδειξη αυτή δεν προσκομίστηκε, πρέπει η προσφυγή να απορριφθεί και επί του σημείου αυτού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
72 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικατικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy