Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * ΕΓΤΠΕ * Εκκαθάριση των λογαριασμών * Διαπίστωση του Δικαστηρίου περί της υπάρξεως εντός κράτους μέλους παρατύπων πρακτικών που εξακολούθησαν κατά τη διάρκεια πολλών ετών * 'Αρνηση αναλήψεως των δαπανών μεταγενεστέρου έτους * 'Αρνηση εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους, αντιταχθείσα στις αιτήσεις της Επιτροπής για πραγματοποίηση επιτοπίου ελέγχου * Βάρος αποδείξεως που φέρει το κράτος μέλος
2. Γεωργία * ΕΓΤΠΕ * Εκκαθάριση των λογαριασμών * Ποσά που πρέπει να καταβάλει κράτος μέλος στο Ταμείο ως εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών * Υπολογισμός βάσει στοιχείων παρασχεθέντων από τις εθνικές αρχές * Α posteriori μεταβολή των ανακοινωθέντων στοιχείων * Απαράδεκτο λόγω ελλείψεως εύλογης δικαιολογίας
3. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Αρχές * Εκ νέου υπολογισμός του ποσού καταπτώσεως μιας εγγυήσεως, στον οποίο προέβησαν οι εθνικές αρχές σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από την Επιτροπή υποδείξεις * Απαράδεκτο
Περίληψη
1. Δεδομένου ότι, με πολλές αποφάσεις, το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη, εντός κράτους μέλους, πρακτικών ασυμβιβάστων προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί των κοινών οργανώσεων αγορών και ότι το εν λόγω κράτος μέλος εναντιώθηκε πάντοτε στις αιτήσεις της Επιτροπής για πραγματοποίηση επιτοπίου ελέγχου, η Επιτροπή δικαιούται, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, να θεωρήσει ότι οι πρακτικές αυτές εξακολούθησαν μετά την περιόδο που αποτέλεσε αντικείμενο των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου και να αρνηθεί, ελλείψει αποδείξεως περί του αντιθέτου προσκομισθείσας από το οικείο κράτος μέλος, την ανάληψη εκ μέρους του Ταμείου των δαπανών στον θιγέντα από τις παράτυπες πρακτικές τομέα.
2. Στις εθνικές αρχές, οι οποίες μεταβάλλουν a posteriori αριθμητικά στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία για τον υπολογισμό του ποσού που το οικείο κράτος μέλος οφείλει στο ΕΓΤΠΕ ως εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών, εναπόκειται να παράσχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία για να δικαιολογήσουν αυτή τη μεταβολή.
3. Δεδομένου ότι, κατόπιν της διατυπώσεως παραπόνων σχετικά με την ολοσχερή κατάπτωση εγγυήσεως που είχε συστήσει ένας επιχειρηματίας, ο οποίος είχε λάβει προϊόντα παρεμβάσεως, η Επιτροπή ενημέρωσε τις οικείες εθνικές αρχές για τη δυνατότητα νέου υπολογισμού του ποσού της εγγυήσεως που έπρεπε να θεωρηθεί ως οριστικώς καταπεσούσα, εξαρτώντας τον νέο αυτό υπολογισμό από την προϋπόθεση και μόνο ότι η κύρια αναληφθείσα από τον επιχειρηματία υποχρέωση τηρήθηκε, δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στις εθνικές αρχές, επ' ευκαιρία της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, ότι προέβησαν στον νέο αυτό υπολογισμό ακολουθώντας μέθοδο σύμφωνη προς το περιεχόμενο της ανακοινώσεως, έστω και αν αυτή ήταν εσφαλμένη ή ατελής, που τους είχε απευθυνθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-56/91,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπουμένη αρχικώς από τους Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, νομικό συνεργάτη της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Μελέτη Τσοτσάνη, νομικό του Υπουργείου Γεωργίας, εν συνεχεία δε από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Ξενοφώντα Α. Γιαταγάνα, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 90/644/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988 (ΕΕ L 350, σ. 82),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, προεδρεύοντα, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 21ης Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Φεβρουαρίου 1991, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 90/644/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988 (ΕΕ L 350, σ. 82).
2 Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή αφενός ότι δεν εκτέλεσε ορθώς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990 στις υποθέσεις C-259/87 και C-334/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-2845 και Ι-2873 αντίστοιχα), με τις οποίες έγιναν δεκτά τα αιτήματα του προσφεύγοντος κράτους μέλους και ακυρώθηκαν μερικώς οι αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για τα οικονομικά έτη 1983 και 1984, δυνάμει των οποίων το ΕΓΤΠΕ δεν επιβαρύνθηκε με ορισμένα ποσά στους τομείς, αντιστοίχως, του μαλακού σίτου και του πυρηνελαίου. Αφετέρου η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ με τα ακόλουθα ποσά:
* 869 296 279 δρχ., για επιστροφές κατά την εξαγωγή στις ζωοτροφές
* 215 156 000 δρχ., για εισφορά συνυπευθυνότητας επί των σιτηρών (περίοδος 1987-1988)
* 245 233 δρχ., για εσφαλμένη μείωση του ποσού της καταπεσούσας εγγυήσεως που συνεστήθη κατά την πώληση κρέατος παρεμβάσεως προοριζομένου για μεταποίηση
* 216 800 δρχ., για τη μη ανάκτηση του ποσού της εγγυήσεως (τομέας του γάλακτος)
* 511 862 586 δρχ., για την κακή ποιότητα των αποθεματοποιημένων στην παρέμβαση καπνών
* 528 931 426 δρχ., για τις συνέπειες, για το οικονομικό έτος 1988, μιας διορθώσεως που πραγματοποιήθηκε κατά το οικονομικό έτος 1987 και αφορούσε την ποιότητα των αποθεματοποιημένων στην παρέμβαση καπνών.
3 Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Ελληνική Δημοκρατία παραιτήθηκε από τον λόγο της προσφυγής σχετικά με τη μη ανάκτηση του ποσού της εγγυήσεως (τομέας του γάλακτος), δεδομένου ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να επανεξεταστεί το σημείο αυτό στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των μεταγενεστέρων λογαριασμών, καθώς και από τους λόγους της προσφυγής σχετικά με την κακή ποιότητα των αποθεματοποιημένων στην παρέμβαση καπνών και τις συνέπειες της ανωτέρω αναφερθείσας οικονομικής διορθώσεως, δεδομένου ότι μεταξύ των διαδίκων επήλθε συμφωνία ως προς το θέμα αυτό.
4 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της μη ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990, C-259/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής
5 Η Ελληνική Δημοκρατία προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εκτέλεσε ορθώς την προαναφερθείσα απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο είχε ακυρώσει μερικώς την απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1983, καθόσον η Επιτροπή δεν επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ με το ποσό που αντιστοιχούσε στα εισπραχθέντα ποσά κατά την πώληση δύο παρτίδων 30 000 τόνων μαλακού σίτου και τα οποία καταβλήθηκαν στο ΕΓΤΠΕ, προκαλώντας έτσι αδικαιολόγητο πλουτισμό της Κοινότητας.
6 Κατά το προσφεύγον κράτος μέλος, η Επιτροπή όφειλε, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου, να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ όχι με το ποσό των 596 040 000 δρχ., που αναφέρεται στην επίδικη απόφαση, αλλά με όλες τις δαπάνες που αφορούν την εν λόγω πώληση, δηλαδή ποσό 875 045 976 δρχ.
7 Πρέπει να ληφθεί υπόψη συναφώς ότι, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι πωλήσεις των δύο παρτίδων μαλακού σίτου είχαν πραγματοποιηθεί κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση και ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να μη επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις αντίστοιχες δαπάνες, δηλαδή με ποσό που περιλαμβάνει τη θεωρητική τιμή των παρτίδων και το κόστος της αποσύρσεώς τους από το καθεστώς παρεμβάσεως.
8 Το Δικαστήριο διαπίστωσε, εντούτοις, ότι τα ποσά που εισπράχθηκαν από τις εν λόγω πωλήσεις είχαν καταβληθεί στο ΕΓΤΠΕ. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορούσε, χωρίς να προκαλέσει αδικαιολόγητο πλουτισμό του ΕΓΤΠΕ, και να αρνηθεί την αναγνώριση in toto των δαπανών σχετικά με τις δύο πωλήσεις και να κρατήσει το προϊόν των πωλήσεων αυτών.
9 Συνεπώς, γίνεται δεκτό ότι η Επιτροπή, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση, ήταν υποχρεωμένη να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με το ποσό που αντιστοιχούσε στα εισπραχθέντα ποσά κατά την πώληση των παρτίδων μαλακού σίτου και με το οποίο, εξάλλου, το ΕΓΤΠΕ πιστώθηκε, δηλαδή συνολικό ποσό 596 040 000 δρχ.
10 Δεν αμφισβητήθηκε ούτε το ακριβές του εν λόγω ποσού ούτε το γεγονός ότι πράγματι καταλογίστηκε στο ΕΓΤΠΕ. Επομένως, ο λόγος αυτός της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της μη ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1990, C-334/87, Ελλάδα κατά Επιτροπής
11 Με την προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1984, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό που αντιστοιχούσε στα έξοδα αποθηκεύσεως μιας παρτίδας πυρηνελαίου για το χρονικό διάστημα από 14 Μαρτίου έως 7 Αυγούστου 1984 οι δύο αυτές ημερομηνίες αποτελούσαν αντιστοίχως την ημερομηνία της αιτήσεως παροχής πληροφοριών που οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή ως προς το ζήτημα της ερμηνείας της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως και την ημερομηνία της απαντήσεως της Επιτροπής, η οποία δόθηκε χωρίς καμία δικαιολογία με καθυστέρηση πολλών μηνών.
12 Η επιλυθείσα από το Δικαστήριο κατά τον τρόπον αυτό διαφορά αναγόταν στην πώληση με διαγωνισμό της εν λόγω παρτίδας πυρηνελαίου, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο 1983, ενώ η πραγματική παράδοση έλαβε χώρα τον Οκτώβριο 1984.
13 Η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση προέβλεπε ότι ο αγοραστής είχε την υποχρέωση να αποσύρει το πυρηνέλαιο εντός εξήντα ημερών από της κοινοποιήσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού. Λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές για τη διευκρίνιση ορισμένων πτυχών της κανονιστικής ρυθμίσεως, η Επιτροπή υπολόγισε την προθεσμία των εξήντα ημερών μόνον από την ημερομηνία της απαντήσεώς της, δηλαδή από τις 8 Νοεμβρίου 1983. Δεδομένου πάντως ότι η παράδοση δεν πραγματοποιήθηκε, η Επιτροπή αρνήθηκε, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικείου οικονομικού έτους, να καταλογίσει στο ΕΓΤΠΕ τα έξοδα αποθηκεύσεως που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 1ης Φεβρουαρίου 1984, πρώτης ημέρας του επομένου μήνα από τη λήξη της προθεσμίας αποσύρσεως των εξήντα ημερών, και της ημερομηνίας της παραδόσεως που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο 1984, δηλαδή κατά τη διάρκεια περιόδου 270 ημερών, που αντιστοιχούσαν σε 17 604 833 δρχ.
14 Με την προαναφερθείσα απόφαση, το Δικαστήριο διαπίστωσε το βάσιμο της απόψεως της Επιτροπής, κρίνοντας πάντως ότι η αναφερομένη στην ανωτέρω σκέψη 11 περίοδος δεν μπορούσε να γίνει δεκτή. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ με ποσό 9 389 270 δρχ.
15 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι οι υπολογισμοί της Επιτροπής είναι λανθασμένοι και ότι η επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ έπρεπε να αφορά αριθμό ημερών μεγαλύτερο από αυτόν που έγινε δεκτός. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει συναφώς, καταρχάς, ότι η dies a quo για τον υπολογισμό της προθεσμίας παραδόσεως των εξήντα ημερών έπρεπε να είναι όχι η 8η Νοεμβρίου 1983, αλλά η 20ή Δεκεμβρίου 1983, ημερομηνία του τηλετυπήματος με το οποίο η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι το ΕΓΤΠΕ θα κάλυπτε τα έξοδα αποθηκεύσεως μέχρι τη λήξη της περιόδου αποσύρσεως. Εν συνεχεία ισχυρίζεται ότι η απάντηση στην από 14 Μαρτίου 1984 αίτηση παροχής πληροφοριών δόθηκε στις 9 Αυγούστου και όχι στις 7 Αυγούστου 1984.
16 Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι δυνατό να γίνουν δεκτοί. Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, αρκεί να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο ρητώς απέρριψε, με τη σκέψη 48 της αποφάσεώς του, την άποψη της προσφεύγουσας όσον αφορά την προηγουμένη της 14ης Μαρτίου 1984 χρονική περίοδο, αναγνωρίζοντάς της το δικαίωμα να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τα έξοδα αποθηκεύσεως μόνον από την ημερομηνία αυτή. 'Οσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό, είναι προφανές ότι η προσφεύγουσα αμφισβητεί στην πραγματικότητα όχι την εκτέλεση της αποφάσεως αλλά την ίδια την απόφαση.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι οι υπολογισμοί της Επιτροπής είναι σύμφωνοι προς το περιεχόμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου και απορρίπτεται ο λόγος αυτός της προσφυγής.
Επί των μη αναγνωρισθεισών δαπανών για επιστροφές κατά την εξαγωγή στις ζωοτροφές
18 Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ, για το οικονομικό έτος 1988, με τις δαπάνες για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή στις ζωοτροφές, λόγω των παρεμβάσεων του κράτους στην αγορά μέσω της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχειρίσεως των Εθνικών Προϊόντων (στο εξής: ΚΥΔΕΠ). Η εν λόγω υπηρεσία εφάρμοσε μία παράλληλη και αντίθετη προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση εθνική γεωργική πολιτική, συνισταμένη στην αγορά ζωοτροφών και στην πώλησή τους στους κτηνοτρόφους και στους μεταποιητές σε τιμές χαμηλότερες του κόστους, καθώς και στην κάλυψη με δημόσια κεφάλαια των ελλειμμάτων που προέκυπταν κατ' αυτόν τον τρόπο.
19 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, για να δικαιολογήσει την άρνησή της για κοινοτική χρηματοδότηση, στηρίχθηκε σε εκθέσεις και πρακτικά που αναφέρονται σε περιόδους προγενέστερες του οικονομικού έτους 1988, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την προσφεύγουσα, έγγραφα που αφορούν τα προηγούμενα δεδομένης χρήσεως έτη δεν είναι δυνατό να αποτελούν έγκυρη βάση για την άρνηση αναγνωρίσεως των δαπανών για την εν λόγω χρήση, δεδομένου ότι κάθε χρήση είναι αυτοτελής. Εν προκειμένω, για το οικονομικό έτος 1988, το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε καταβάλει κανένα ποσό για την κάλυψη των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στον τομέα των ζωοτροφών.
20 Πρέπει να υπομνηστεί συναφώς ότι, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. Ι-3125), το Δικαστήριο αναγνώρισε, βάσει των αποδεικτικών εγγράφων που προσκόμισε η Επιτροπή, ότι μεταξύ 1981 και 1984 η ΚΥΔΕΠ παρενέβη στην αγορά των σιτηρών για λογαριασμό του κράτους και ότι τα ελλείμματά της καλύφθηκαν από αυτό. Ομοίως, με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-32/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1321), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές ήλεγχαν τις πράξεις της ΚΥΔΕΠ και είχαν καλύψει τα ελλείμματά της επίσης για το οικονομικό έτος 1986. Ανάλογες διαπιστώσεις διατυπώθηκαν με την απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1992, σ. Ι-2407).
21 Είναι βέβαιο, εξάλλου, ότι οι ελληνικές αρχές εναντιώνονταν πάντοτε, ακόμη και για το 1988, στις επαναλαμβανόμενες αιτήσεις της Επιτροπής για πραγματοποίηση επιτοπίων ελέγχων, προκειμένου ιδίως να εξεταστεί η λειτουργία της αγοράς των ζωοτροφών στην Ελλάδα καθώς και οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ της ΚΥΔΕΠ και του Δημοσίου.
22 Υπό τις περιστάσεις αυτές και ελλείψει αποδείξεως περί του αντιθέτου, δεν είναι δυνατό να προσάπτεται στην Επιτροπή ότι έσφαλε επειδή στηρίχθηκε στην εξακολούθηση των παρατύπων παρεμβάσεων της ΚΥΔΕΠ, ιδίως στην αγορά των ζωοτροφών.
23 Κατά τα λοιπά, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η ΚΥΔΕΠ είχε ελλείμματα λόγω των παρεμβάσεών της στον τομέα των ζωοτροφών το 1988, ούτε ότι τα ελλείμματα αυτά είχαν εγγραφεί στους λογαριασμούς της ΚΥΔΕΠ ως "απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου". Περιορίζεται να ισχυριστεί ότι, κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, το Δημόσιο δεν επιδότησε τις δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ στον εν λόγω τομέα. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι η ΚΥΔΕΠ δεν παρενέβη στην αγορά των ζωοτροφών κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, κατά την περίοδο που αφορά η προσβαλλομένη απόφαση.
24 Ενόψει των σκέψεων αυτών, ο λόγος αυτός της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί των μη αναγνωρισθεισών δαπανών για την εισφορά συνυπευθυνότητας στα σιτηρά
25 Με σκοπό να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία της αγοράς των σιτηρών και έλεγχος της αυξήσεως της παραγωγής, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ L 139, σ. 29), θέσπισε από την 1η Ιουλίου 1986 εισφορά συνυπευθυνότητας. Η εισφορά αυτή οφείλεται επί των σιτηρών που παράγονται στην Κοινότητα όταν αυτά, είτε μεταποιούνται για πρώτη φορά, είτε αγοράζονται στην παρέμβαση, είτε εξάγονται υπό τη μορφή σπόρων. Η εισφορά συνυπευθυνότητας που καθορίσθηκε σε 722 δρχ. ανά τόνο για την περίοδο εμπορίας 1987/1988, εισπράττεται από τους αρμοδίους εθνικούς οργανισμούς και καταβάλλεται στο ΕΓΤΠΕ ως έσοδο.
26 Κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών, η Επιτροπή ελέγχει αν η εισφορά συνυπευθυνότητας εισπράχθηκε ορθώς και εξ ολοκλήρου, καθώς και αν καταβλήθηκε κατόπιν στο ΕΓΤΠΕ. Προς τον σκοπό αυτόν ακολουθεί τη μέθοδο υπολογισμού που επεξεργάστηκε και ανακοίνωσε στα κράτη μέλη και η οποία στηρίζεται σε σειρά στατιστικών στοιχείων που παρέχουν τα ίδια τα κράτη μέλη στη Στατιστική Υπηρεσία των Κοινοτήτων (Eurostat), τα οποία καθιστούν δυνατή την πλήρη και αξιόπιστη εκτίμηση του πραγματικού βαθμού εισπράξεως της εισφοράς σε καθένα από τα κράτη μέλη. Η τυχόν δημοσιονομική διόρθωση εξαρτάται από τις ποσότητες σιτηρών για τις οποίες η εισφορά δεν έχει εισπραχθεί.
27 Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή προέβη στην επίδικη δημοσιονομική διόρθωση βάσει των στατιστικών στοιχείων που ανακοινώθηκαν από τις ελληνικές αρχές ένα έτος και πλέον μετά τη λήξη της περιόδου εμπορίας και δημοσιεύθηκαν από την Eurostat στις 6 Δεκεμβρίου 1989. Αρνήθηκε να λάβει υπόψη αναθεωρημένα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τις ίδιες αρχές στις 6 Φεβρουαρίου 1990.
28 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι τα πρώτα στοιχεία ήταν απλώς προσωρινά, ενώ αυτά που ανακοινώθηκαν στη συνέχεια ήταν οριστικά και ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη αυτά τα τελευταία, σύμφωνα με την ακολουθουμένη πρακτική σε θέματα στατιστικής.
29 Κατά την Επιτροπή, δεν ήταν δυνατό να θεωρηθούν ως προσωρινά τα στοιχεία που καταρτίστηκαν βάσει πληροφοριών που ανακοίνωσαν οι ελληνικές αρχές ένα και πλέον έτος μετά τη συγκομιδή των επιδίκων ποσοτήτων. Επιπλέον, οι εν λόγω αρχές δεν παρέσχον την παραμικρή εξήγηση για να δικαιολογήσουν τις επελθούσες μεταβολές. Εξάλλου, η λήψη υπόψη των νέων στοιχείων απέχει πολύ από του να είναι ευνοϊκή για την Ελληνική Δημοκρατία, συνεπάγεται δε αύξηση της τάξεως των 21 000 τόνων της ποσότητας για την οποία δεν εισπράχθηκε η εισφορά και, συνεπώς, μεγαλύτερη δημοσιονομική διόρθωση από αυτή που αμφισβητείται.
30 Διαπιστώνεται ότι η προκειμένη περίπτωση είναι ταυτόσημη με την περίπτωση ως προς την οποία εκδόθηκε η απόφαση της 20ής Μαΐου 1992, C-385/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3253, σκέψεις 9 έως 14). Με την ευκαιρία αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι στις εθνικές αρχές, οι οποίες μεταβάλλουν a posteriori αριθμητικά στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία για τον υπολογισμό της εισφοράς συνυπευθυνότητας, εναπόκειται να παράσχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία για να δικαιολογήσουν αυτή τη μεταβολή.
31 'Οπως ακριβώς και στην προαναφερθείσα απόφαση, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, και περιορίστηκε σε ισχυρισμούς γενικού χαρακτήρα. Επιπλέον, δεν μπόρεσε να αποδείξει το ανακριβές του ισχυρισμού της Επιτροπής, κατά τον οποίο η λήψη υπόψη νέων στοιχείων θα αύξανε αισθητά την επίδικη δημοσιονομική διόρθωση.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος αυτός της προσφυγής πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί της εσφαλμένης μειώσεως του ποσού της εγγυήσεως που συνεστήθη κατά την πώληση κρέατος παρεμβάσεως προοριζομένου για μεταποίηση
33 Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει, κατά την πώληση κρέατος παρεμβάσεως προοριζομένου για μεταποίηση, τη σύσταση εγγυήσεως η οποία ελευθερώνεται μόνον όταν η μεταποίηση πραγματοποιηθεί εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, η δε σχετική απόδειξη έχει προσκομιστεί επίσης εντός των τασσομένων προθεσμιών. Εντούτοις, έχει προβλεφθεί ορισμένη ελαστικότητα η οποία συνίσταται κατ' ουσία σε κλιμάκωση της καταπτώσεως της εγγυήσεως, ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει πράγματι τηρηθεί η πρωτογενής απαίτηση, δηλαδή η θεμελιώδης για τους σκοπούς του κανονισμού που την επιβάλλει, όπως είναι η απαίτηση της μεταποιήσεως του κρέατος, ενώ έχει σημειωθεί μικρή υπέρβαση της ταχθείσας προθεσμίας, η οποία συνιστά δευτερογενή απαίτηση, ή όταν δεν έχει τηρηθεί μια δευτερογενής απαίτηση, δηλαδή οποιαδήποτε άλλη προβλεπομένη απαίτηση [άρθρα 20 έως 28 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 205, σ. 5), και άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2182/77 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1977, περί λεπτομερειών εφαρμογής της πωλήσεως κατεψυγμένων βοείων κρεάτων τα οποία προέρχονται από αποθέματα παρεμβάσεως και προορίζονται για μεταποίηση εντός της Κοινότητας, (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 98), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1809/87 (ΕΕ L 170, σ. 23)].
34 Η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές της είχαν δηλώσει ότι κατέπεσε εγγύηση καταβληθείσα από την εταιρία "Θράκη Α.Ε." για τον λόγο ότι αυτή δεν είχε τηρήσει τις προθεσμίες μεταποιήσεως ορισμένων ποσοτήτων κρέατος που αγοράστηκε στις 12 Απριλίου 1986 από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως. Δεδομένου ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας διατύπωσε παράπονα στην Επιτροπή, αυτή, στις 20 Νοεμβρίου 1987, απέστειλε στον ελληνικό οργανισμό παρεμβάσεως έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο είχε ως εξής:
"(...) Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπιστώνουν ότι οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2182/77 φαίνεται να έχουν ορθώς εφαρμοστεί από τον ελληνικό οργανισμό παρεμβάσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αρχή της αναλογικότητας μπορούσε να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη επιβεβαιώσεως του γεγονότος ότι τηρήθηκε η πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή η μεταποίηση του κρέατος, η κύρωση μπορεί να υπολογιστεί εκ νέου σύμφωνα προς τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2182/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1809/87."
35 Βάσει του εγγράφου της Επιτροπής, οι ελληνικές αρχές μείωσαν το ποσό καταπτώσεως της εγγυήσεως από 868 909 δρχ σε 623 676 δρχ. Η Επιτροπή ωστόσο, κατά την εκκαθάριση των εν λόγω λογαριασμών, αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών, δηλαδή με 245 233 δρχ.
36 Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το επίδικο ποσό καθόσον οι εθνικές αρχές της εφάρμοσαν τη μέθοδο υπολογισμού που αυτή η ίδια τους είχε υποδείξει.
37 Κατά την Επιτροπή, αντιθέτως, το εν λόγω έγγραφο σήμαινε ότι αυτή ήταν διατεθειμένη να δεχθεί τη μη κατάπτωση της εγγυήσεως * έστω και αν τα σχετικά παραστατικά έφθαναν σ' αυτή εκπροθέσμως * υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι η μεταποίηση καθώς και ο αντίστοιχος έλεγχος διενεργήθηκαν κανονικά. 'Ομως ο έλεγχος διενεργήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1988, δηλαδή δύο χρόνια μετά την υπογραφή των συμβάσεων και, επομένως, προδήλως εκτός των προθεσμιών που προβλέπονται από τις κοινοτικές διατάξεις.
38 Ως προς αυτό, κατ' ανάγκην διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής δεν εναρμονίζονται με το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, που εξαρτά τη δυνατότητα του εκ νέου υπολογισμού της εγγυήσεως από την επιβεβαίωση και μόνον ότι η μεταποίηση του κρέατος πραγματοποιήθηκε. Επομένως, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στις ελληνικές αρχές το ότι ακολούθησαν μέθοδο σύμφωνη προς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, έστω και αν αυτή ήταν εσφαλμένη ή ατελής.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος αυτός της προσφυγής πρέπει να γίνει δεκτός και η απόφαση 90/644/ΕΟΚ της Επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί καθόσον αυτή η τελευταία δεν επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ με το ποσό που αντιστοιχεί στην εκ μέρους του ελληνικού οργανισμού παρεμβάσεως μείωση του ποσού της εγγυήσεως που συνεστήθη από την εταιρία "Θράκη Α.Ε." κατά την πώληση προς αυτή την τελευταία κρέατος παρεμβάσεως προοριζομένου για μεταποίηση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε κατά το ουσιώδες μέρος των λόγων της προσφυγής της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση 90/644/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1988, καθόσον η Επιτροπή δεν επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ με το ποσό που αντιστοιχεί στην εκ μέρους του ελληνικού οργανισμού παρεμβάσεως μείωση του ποσού της εγγυήσεως που συνεστήθη από την εταιρία "Θράκη Α.Ε." κατά την πώληση προς αυτή την τελευταία κρέατος παρεμβάσεως προοριζομένου για μεταποίηση.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy