Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Αποστολή επιβλέψεως που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή - Καθήκον των κρατών μελών - Συνεργασία κατά τις έρευνες όσον αφορά περιπτώσεις παραβάσεως κράτους
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 5 και 155)
Περίληψη
Οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης στα κράτη μέλη αποσκοπούν στη διευκόλυνση την Επιτροπής κατά την εκτέλεση της αποστολής της, και ιδίως της αποστολής που συνίσταται, κατά το άρθρο 155, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα. Συνεπώς, ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις υποχρεώσεις του όταν αρνείται να συνεργαστεί με την Επιτροπή στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγει η τελευταία προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον συνιστούν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου ρυθμίσεις που ισχύουν ή πρακτικές που εφαρμόζονται στο εν λόγω κράτος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-65/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Θεοφάνη Χριστοφόρου και τη Μαρία-Άννα Παρασκευά, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την Ελένη Μαρίνου, δικηγόρο, μέλος της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας στον "κατάλογο Δ", ο οποίος δεν έχει δημοσιευθεί, τα σπίρτα της κλάσεως 36.06 του Κοινού Δασμολογίου, με αποτέλεσμα την άρνηση χορηγήσεως αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα προελεύσεως Σουηδίας και, για ορισμένο χρονικό διάστημα, Βουλγαρίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 288/82 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών (ΕΕ L 35, σ. 1), από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3420/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, περί των καθεστώτων εισαγωγής προϊόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας (ΕΕ L 346, σ. 6), όπως οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, καθώς και από το άρθρο 13 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας (EE 1972, L 300, σ. 97), όπως τροποποιήθηκε με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο ((κανονισμός (ΕΟΚ) 3397/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/023, σ. 2129)) επίσης, να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, αρνούμενη να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα σχετικά με τη διαδικασία εισαγωγής έγγραφα, και ιδίως εκείνα που αφορούν τον "κατάλογο Δ", παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco, D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους διαδίκους που αγόρευσαν κατά τη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 1992, κατά την οποία η Ελληνική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον Ν. Μαυρίκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουνίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με αίτημα να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας στον "κατάλογο Δ", ο οποίος δεν έχει δημοσιευθεί, τα σπίρτα της κλάσεως 36.06 του Κοινού Δασμολογίου, με αποτέλεσμα την άρνηση χορηγήσεως αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα προελεύσεως Σουηδίας και, για ορισμένο χρονικό διάστημα, Βουλγαρίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 288/82 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών (ΕΕ L 35, σ. 1), από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3420/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, περί των καθεστώτων εισαγωγής προϊόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας (ΕΕ L 346, σ. 6), όπως οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, καθώς και από το άρθρο 13 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας (EE 1972, L 300, σ. 97), όπως τροποποιήθηκε με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο ((κανονισμός (ΕΟΚ) 3397/80 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1980, ΕΕ ειδ. έκδ. 11/023, σ. 212))
επίσης, να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, αρνούμενη να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα σχετικά με τη διαδικασία εισαγωγής έγγραφα, και ιδίως εκείνα που αφορούν τον "κατάλογο Δ", παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των περιορισμών των εισαγωγών σπίρτων από τη Σουηδία και τη Βουλγαρία
3 Κατά την Επιτροπή, η "διαδικασία Δ" συνεπάγεται την κατάταξη ενός προϊόντος στον "κατάλογο Δ", ο οποίος τηρείται από την Τράπεζα της Ελλάδος και δεν δημοσιεύεται, και, συνεπώς, την απόρριψη κάθε αιτήσεως εισαγωγής του εν λόγω προϊόντος. Βασιζόμενη σε πληροφορίες που της παρασχέθηκαν από τους ενδιαφερομένους εισαγωγείς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η "διαδικασία Δ" εφαρμόστηκε στα σπίρτα προελεύσεως Σουηδίας από τον Φεβρουάριο του 1987 έως, τουλάχιστον, τις 29 Νοεμβρίου 1989 και στα σπίρτα προελεύσεως Βουλγαρίας από την 1η Φεβρουαρίου 1987 έως τις 27 Απριλίου 1988.
4 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας απαγορεύει την επιβολή κάθε ποσοτικού περιορισμού κατά την εισαγωγή στο εμπόριο μεταξύ της Κοινότητας και της Σουηδίας. Από την προσχώρησή της στην Κοινότητα, η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύεται από την εν λόγω συμφωνία. Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 288/82 προκύπτει ότι η εισαγωγή στην Κοινότητα σπίρτων προελεύσεως Σουηδίας δεν υπόκειται σε κανένα ποσοτικό περιορισμό. Η Επιτροπή αναφέρει ότι, στις 21 Ιουλίου 1987, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν αίτηση κοινοτικής επιτηρήσεως δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 288/82 και ότι, με ανακοίνωση της 3ης Αυγούστου, απέρριψε την αίτηση αυτή, επιτρέποντας όμως στην Ελληνική Δημοκρατία να εφαρμόσει εθνική επιτήρηση. Ωστόσο, από το άρθρο 13 του κανονισμού 288/82 προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι η εφαρμογή εθνικής επιτηρήσεως δεν δικαιολογεί την εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους άρνηση χορηγήσεως αδείας εισαγωγής.
5 Η Επιτροπή διευκρινίζει, στη συνέχεια, ότι, δυνάμει του άρθρου 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 3420/83, η εισαγωγή σπίρτων από τη Βουλγαρία δεν υπόκειται σε κανένα ποσοτικό περιορισμό, εκτός αν το καθεστώς εισαγωγής τροποποιηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 7 έως 10 του ιδίου κανονισμού. Στις 25 Νοεμβρίου 1987, η Ελληνική Δημοκρατία υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση τροποποιήσεως του καθεστώτος και ανακοίνωσε την πρόθεσή της να εφαρμόσει, από την ημερομηνία αυτή, εθνικές ποσοστώσεις ως επείγοντα μέτρα κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 3420/83. Η Επιτροπή, καίτοι ενέκρινε τη λήψη περιοριστικών μέτρων μόνο από 27ης Απριλίου 1988, δέχθηκε, απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε δικαίωμα να εφαρμόσει ποσοτικούς περιορισμούς στα σπίρτα προελεύσεως Βουλγαρίας από τις 25 Νοεμβρίου 1987. Συνεπώς, παραιτήθηκε από την αιτίασή της όσον αφορά τα σπίρτα προελεύσεως Βουλγαρίας για το χρονικό διάστημα από τις 25 Νοεμβρίου 1987 έως τις 27 Απριλίου 1988.
6 Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που επικαλείται η Επιτροπή απαγορεύουν την εκ μέρους των κρατών μελών επιβολή ποσοτικών περιορισμών όσον αφορά τα σπίρτα προελεύσεως Βουλγαρίας και Σουηδίας. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι ο "κατάλογος Δ" καταργήθηκε το 1980 με την απόφαση Ε6/8196/2600, με στόχο την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας ενόψει της προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Κοινότητες. Η διαδικασία που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελούσε, κατά την καθής, απλώς μορφή στατιστικής παρακολουθήσεως και καταργήθηκε, και αυτή, στα τέλη του 1990.
7 Είναι, συνεπώς, δεδομένο ότι η Ελληνική Δημοκρατία, πριν από την προσχώρησή της στις Κοινότητες, εφάρμοζε ένα σύστημα χορηγήσεως αδειών εισαγωγής αποκαλούμενο "κατάλογος Δ" ή "διαδικασία Δ", το οποίο είχε ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των εισαγωγών ορισμένων προϊόντων. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα κείμενο το οποίο να προβλέπει την κατάργηση του συστήματος αυτού. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η απόφαση Ε6/8196/2600 δεν καταργεί ρητώς τη "διαδικασία Δ" η παράγραφος 2 της εν λόγω αποφάσεως περιορίζεται στην κατάργηση της διακρίσεως των διαδικασιών σε "Δ" και "Ε" για τη χορήγηση αδείας εισαγωγής.
8 Πρέπει, στη συνέχεια, να παρατηρηθεί ότι το κείμενο της εγκυκλίου 248, η οποία απεστάλη στις 7 Μαΐου 1986 από την Τράπεζα της Ελλάδος στις ελληνικές εμπορικές τράπεζες, διευκρίνιζε ότι οι εγκρίσεις εισαγωγής σπίρτων προελεύσεως τρίτων χωρών θα χορηγούνταν στο εξής αποκλειστικά από την Τράπεζα της Ελλάδος και ότι οι εμπορικές τράπεζες όφειλαν να μην προβαίνουν στις προκαταβολές που αφορούν τις εν λόγω εισαγωγές χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως την έγκριση αυτή. Μια τέτοια διαδικασία δεν έχει τον χαρακτήρα διαδικασίας αποσκοπούσας στη συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων αλλά μάλλον τον χαρακτήρα διαδικασίας με την οποία επιδιώκεται ο έλεγχος, ή ακόμα και ο περιορισμός των εισαγωγών.
9 Συναφώς, η Επιτροπή προσκόμισε στο Δικαστήριο φωτοαντίγραφα δύο εντύπων αιτήσεων εισαγωγής, τις οποίες υπέβαλαν στην Τράπεζα της Ελλάδος οι εισαγωγείς σπίρτων προελεύσεως Βουλγαρίας και Σουηδίας. Και στα δύο έντυπα, η απόρριψη της αιτήσεως σημειώνεται με το χέρι και συνοδεύεται από το ελληνικό γράμμα "Δ", γραμμένο επίσης με το χέρι. Η απόρριψη των αιτήσεων εισαγωγής είναι άσχετη με καθαρώς στατιστικού χαρακτήρα διαδικασία. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η απόρριψη συνοδεύεται από το γράμμα "Δ" αποδεικνύει τη συνεχή ισχύ ενός συστήματος αποκαλουμένου "κατάλογος Δ" ή "διαδικασία Δ", το οποίο αποβλέπει στον περιορισμό των εισαγωγών και έχει ως αποτέλεσμα ακριβώς την παρεμπόδιση των εν λόγω εισαγωγών.
10 Επομένως, ελλείψει άλλης πειστικής εξηγήσεως εκ μέρους της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στο κράτος αυτό υπήρχε μια "διαδικασία Δ", η οποία είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της εισαγωγής των προϊόντων που περιλαμβάνονταν στον "κατάλογο Δ", μεταξύ των οποίων τα σπίρτα προελεύσεως τρίτων χωρών.
11 Συνεπώς, η Ελληνική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας στον "κατάλογο Δ", ο οποίος δεν δημοσιεύεται, τα σπίρτα της κλάσεως 36.06 του Κοινού Δασμολογίου, με αποτέλεσμα την άρνηση χορηγήσεως αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα προελεύσεως Σουηδίας, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 1987 έως τις 29 Νοεμβρίου 1989, και Βουλγαρίας, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 1987 έως τις 25 Νοεμβρίου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 288/82 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3420/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, περί των καθεστώτων εισαγωγής προϊόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας, όπως οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, καθώς και από το άρθρο 13 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 5 της Συνθήκης
12 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η άρνηση των ελληνικών αρχών να απαντήσουν λεπτομερώς και εμπροθέσμως στις επιστολές της και να παράσχουν τις εσωτερικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις σχετικά με τον "κατάλογο Δ" συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
13 Η Ελληνική Δημοκρατία παρατηρεί ότι η άρνηση κοινοποιήσεως του κειμένου των βαλλομένων διατάξεων δεν οφείλεται σε έλλειψη καλής πίστεως εκ μέρους της αλλά στην ανυπαρξία του "καταλόγου Δ".
14 Πρέπει να υπομνηστεί ότι σκοπός του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ είναι, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η διευκόλυνση της Επιτροπής κατά την εκτέλεση της αποστολής της, και ιδίως της αποστολής που συνίσταται, κατά το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΟΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα (βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, υπόθεση 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1988, σ. 4875).
15 Παρατηρείται συναφώς ότι, παρά τα διαπιστωθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η Ελληνική Κυβέρνηση αρνήθηκε, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, την ύπαρξη του "καταλόγου Δ" και, συνεπώς, την ύπαρξη διατάξεων που τον αφορούσαν, διατεινόμενη ότι τα βαλλόμενα μέτρα αποτελούσαν απλώς μορφή στατιστικής παρακολουθήσεως. Εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε έγγραφα σχετικά με την υποτιθέμενη διαδικασία στατιστικής παρακολουθήσεως.
16 Η στάση της Ελληνικής Κυβερνήσεως και η άρνησή της να συνεργαστεί με την Επιτροπή εμπόδισαν το όργανο αυτό να διαπιστώσει επακριβώς τους όρους υπό τους οποίους εξετάζονταν οι αιτήσεις εισαγωγής σπίρτων και να ελέγξει κατά πόσον οι όροι αυτοί ήταν σύμφωνοι προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Σημειώνεται ότι η Ελληνική Κυβέρνηση τήρησε την ίδια στάση και ενώπιον του Δικαστηρίου.
17 Συνεπώς, η Ελληνική Δημοκρατία, αρνούμενη να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα έγγραφα που αφορούσαν τη διαδικασία εισαγωγής, ειδικότερα δε εκείνα που αφορούν τον "κατάλογο Δ", παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε κατά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, περιλαμβάνοντας στον "κατάλογο Δ", ο οποίος δεν δημοσιεύεται, τα σπίρτα της κλάσεως 36.06 του Κοινού Δασμολογίου, με αποτέλεσμα την άρνηση χορηγήσεως αδειών εισαγωγής για τα εν λόγω προϊόντα προελεύσεως Σουηδίας, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 1987 έως τις 29 Νοεμβρίου 1989, και Βουλγαρίας, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 1987 έως τις 25 Νοεμβρίου 1987, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 288/82 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3420/83 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 1983, περί των καθεστώτων εισαγωγής προϊόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας, όπως οι κανονισμοί αυτοί τροποποιήθηκαν μεταγενεστέρως, καθώς και από το άρθρο 13 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου της Σουηδίας.
2) Η Ελληνική Δημοκρατία, αρνούμενη να διαβιβάσει στην Επιτροπή τα έγγραφα που αφορούσαν τη διαδικασία εισαγωγής, ειδικότερα δε εκείνα που αφορούν τον "κατάλογο Δ", παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
3) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
4) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy