Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ανταγωνισμός * Δημόσιες επιχειρήσεις * Έννοια * Οργανισμοί ενταγμένοι στη δημόσια διοίκηση * Συμπεριλαμβάνονται
(Οδηγία 88/301 της Επιτροπής, άρθρο 1, δεύτερη παύλα)
2. Ανταγωνισμός * Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη απονέμουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα * Αγορά των τηλεπικοινωνιακών τερματικών * Ανεξαρτησία του φορέα ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, τον έλεγχο της εφαρμογής τους και τη χορήγηση εγκρίσεων * Ένταξη σε διοικητική υπηρεσία επιφορτισμένη επίσης με την εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου και την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών * Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 88/301 της Επιτροπής, άρθρο 6)
3. Ανταγωνισμός * Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη απονέμουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα * Εθνική ρύθμιση απαγορεύουσα την εμπορία μη εγκεκριμένων τηλεπικοινωνιακών τερματικών * Συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών και χορήγηση εγκρίσεων από οργανισμό μη πληρούντα τον όρο της ανεξαρτησίας έναντι όλων των επιχειρηματιών που ασκούν δραστηριότητα στην αγορά των τηλεπικοινωνιών * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 3, στοιχ. στ', 86 και 90 οδηγία 88/301 της Επιτροπής, άρθρο 6)
Περίληψη
1. Το γεγονός ότι η εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου και η εμπορία των τερματικών συσκευών έχει ανατεθεί σε φορείς που είναι ενταγμένοι στη δημόσια διοίκηση δεν αναιρεί την ιδιότητα των φορέων αυτών ως δημοσίων επιχειρήσεων κατά το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, κατά το άρθρο 1, δεύτερη παύλα της οδηγίας 88/301. Πράγματι, για να θεωρηθεί δημόσια επιχείρηση ένα όργανο που ασκεί οικονομικές αρμοδιότητες βιομηχανικής ή εμπορικής φύσεως δεν είναι απαραίτητο να έχει νομική προσωπικότητα διακρινόμενη από αυτήν του κράτους. Στην αντίθετη περίπτωση, θα διακυβευόταν η αποτελεσματικότητα των διατάξεων της οδηγίας καθώς και η ομοιόμορφη εφαρμογή της σε όλα τα κράτη μέλη.
2. Διάφορες διευθύνσεις της αυτής διοικητικής υπηρεσίας, η οποία είναι επιφορτισμένη συγχρόνως με την εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου, με την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, με τη συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, με τον έλεγχο της εφαρμογής τους και με την έγκριση των τερματικών συσκευών, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανεξάρτητες μεταξύ τους ούτε υπό την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με τη συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, τον έλεγχο της εφαρμογής τους και τη χορήγηση εγκρίσεων πρέπει να είναι ανεξάρτητος από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, ούτε από τη σκοπιά του καθεστώτος ανόθευτου ανταγωνισμού που προβλέπει η Συνθήκη.
3. Τα άρθρα 3, στοιχείο στ, 86 και 90 της Συνθήκης και το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301 δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες, επ' απειλή επιβολής κυρώσεων, απαγορεύουν στους επιχειρηματίες να κατασκευάζουν, να εισάγουν, να κατέχουν με σκοπό την πώληση, να πωλούν ή να διαθέτουν τερματικές συσκευές αν δεν αποδεικνύουν, με την προσκόμιση πιστοποιητικού εγκρίσεως ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου θεωρουμένου ως ισοδυνάμου, ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες ουσιώδεις προϋποθέσεις απτόμενες, ιδίως, της ασφάλειας των χρηστών και της καλής λειτουργίας του δικτύου, όταν δεν είναι εξασφαλισμένη η ανεξαρτησία του οργανισμού που χορηγεί την έγκριση ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο και συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες πρέπει να αναποκρίνονται οι συσκευές αυτές έναντι όλων των επιχειρηματιών που προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-69/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour d' appel de Douai (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Francine Gillon, το γένος Decoster,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8), και της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131, σ. 73),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. F. Mancini και J. C. Moitinho de Almeida, προέδρους τμήματος, R. Joliet, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse, M. Zuleeg και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: J.-G. Giraud
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η εφεσείουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον S. Bailleul, δικηγόρο Λίλλης, και τον L. Misson, δικηγόρο Λιέγης,
* η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον P. Pouzoulet, υποδιευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, με αναπληρωτή τον G. de Bergues, κύριο αναπληρωτή γραμματέα του ιδίου υπουργείου,
* η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον E. Roeder, Ministerialrat του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, και τον J. Karl, Regierungsdirektor του ιδίου υπουργείου,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Caudwell, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από την E. Sharpston, barrister,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Η. Lehman, δικηγόρο Παρισιού,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της εφεσείουσας της κύριας δίκης, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Φεβρουαρίου 1991, το cour d' appel de Douai (Γαλλία) υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 109, σ. 8), η οποία τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 81, σ. 75, στο εξής: οδηγία περί τεχνικών προτύπων), καθώς και της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131, σ. 73, στο εξής: οδηγία περί τερματικών), προκειμένου να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτές το σύστημα που θεσπίστηκε με το γαλλικό διάταγμα 85-712, της 11ης Ιουλίου 1985, περί εκτελέσεως του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905 και περί των συσκευών που μπορούν να συνδεθούν με το κρατικό δίκτυο τηλεπικοινωνιών.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά της F. Decoster, η οποία κατηγορείται ότι πώλησε, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1989, τερματικά τηλεπικοινωνιών (τηλεαντιγραφικές συσκευές) χωρίς να ζητήσει ούτε να λάβει προηγουμένως το πιστοποιητικό εγκρίσεως που απαιτείται από το άρθρο L 48 του code des Postes et Τelecommunications (Κώδικα Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών) και από τα άρθρα 1 έως 7 του προαναφερθέντος διατάγματος 85-712. Κρίνοντας ότι η εμπορία μη εγκεκριμένων τερματικών στοιχειοθετεί το πλημμέλημα της εμπορικής απάτης κατά την έννοια του άρθρου 1 του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905, το tribunal correctionnel de Lille καταδίκασε πρωτοδίκως την Decoster σε χρηματική ποινή 50 000 γαλλικών φράγκων (FF).
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το ως άνω διατάγμα απαγορεύει την κατασκευή για την εσωτερική αγορά, την εισαγωγή με σκοπό τη διάθεση στην κατανάλωση, την κατοχή με σκοπό την πώληση, την πώληση ή τη διάθεση εκ χαριστικής ή επαχθούς αιτίας των συσκευών που επιτρέπεται να συνδεθούν στο δημόσιο δίκτυο, αν αυτές δεν είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις αυτές και δεν ανταποκρίνονται σε ορισμένες προδιαγραφές που αποσκοπούν στην καλή λειτουργία του δικτύου και στην ασφάλεια των χρηστών (άρθρα 3 και 4). Προς απόδειξη του ότι οι συσκευές ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές αυτές, οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες οφείλουν να προσκομίζουν είτε έκθεση ενός οργανισμού εξουσιοδοτημένου από το αρμόδιο για τη βιομηχανία υπουργείο είτε πιστοποιητικό καταλληλότητας που έχει χορηγηθεί κατ' εφαρμογήν του νόμου περί προστασίας και ενημερώσεως των καταναλωτών ή άλλο έγγραφο αναγνωρισμένο ως ισοδύναμο με απόφαση του αρμόδιου για τη βιομηχανία υπουργού (άρθρο 6). Το άρθρο 7 του διατάγματος καθορίζει τις ποινές που επιβάλλονται στους παραβάτες της υποχρεώσεως αποδείξεως του ότι οι εν λόγω συσκευές ανταποκρίνονται στις ισχύουσες προδιαγραφές.
4 Προς εφαρμογή του διατάγματος 85-712, ο Υπουργός Βιομηχανικής Αναπτύξεως και Εξωτερικού Εμπορίου εξέδωσε, την 1η Νοεμβρίου 1985, ανακοίνωση σχετικά με τα τερματικά που μπορούν να συνδεθούν με το κρατικό τηλεπικοινωνιακό δίκτυο. Η ανακοίνωση αυτή καθορίζει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποδεικνύουν το συμβατό των τερματικών. Ορίζει, συναφώς, ότι το Centre national d' etudes des telecommunications (CNET) έχει εξουσιοδοτηθεί από το αρμόδιο για τη βιομηχανία υπουργείο να χορηγεί την έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 6 του προαναφερθέντος διατάγματος, ότι η έγκριση, για τον εξοπλισμό που πληροί τις προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στον συνημμένο στην ανακοίνωση κατάλογο, χορηγείται από τη Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών κατ' εφαρμογήν του Κώδικα Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών, καθώς και ότι αργότερα θα εφαρμοστούν και οι άλλοι τρόποι αποδείξεως του συμβατού που προβλέπονται από το άρθρο 6. Από τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατέστη σαφές αν, μετά την έκδοση της ανακοινώσεως του Νοεμβρίου του 1985, θεσπίστηκε σύστημα χορηγήσεως πιστοποιητικών εκτός από το σύστημα της εγκρίσεως και της καταρτίσεως εκθέσεως από το CNET.
5 Ενώπιον του cour d' appel de Douai, η Decoster υποστήριξε ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, και κατά παράβαση της υποχρεώσεως που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 6 της προαναφερθείσας οδηγίας 88/301, η αρχή στην οποία είχε ανατεθεί, στη Γαλλία, η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών και ο έλεγχος του κατά πόσον οι συσκευές πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις δεν είχε καμία ανεξαρτησία έναντι του οργανισμού που διαχειρίζεται το δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και ο οποίος, εξάλλου, εμπορεύεται ο ίδιος τερματικές συσκευές. Η Decoster υποστήριξε, δεύτερον, ότι οι τεχνικές προδιαγραφές που έπρεπε να πληρούνται προκειμένου οι συσκευές να είναι σύμφωνες με το ανωτέρω διάταγμα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ανακοινώσεως όπως προβλέπεται από τις προαναφερθείσες οδηγίες 83/189 και 88/301 και, συνεπώς, δεν μπορούσε να γίνει επίκληση των εν λόγω οδηγιών έναντι αυτής.
6 Ενόψει των ισχυρισμών της κατηγορουμένης, το cour d' appel de Douai αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Έχει άμεση εφαρμογή στο γαλλικό δίκαιο η οδηγία 83/189/ΕΟΚ, της 28ης Μαρτίου 1983, καίτοι δεν ακολούθησε εθνικό νομοθέτημα εφαρμογής της εντός της ταχθείσας προθεσμίας 12 μηνών;
2) Έχει άμεση εφαρμογή στο γαλλικό δίκαιο η οδηγία 88/301/ΕΟΚ, της 16ης Μαΐου 1988, καίτοι δεν ακολούθησε εθνικό νομοθέτημα εφαρμογής της εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η οποία έληξε την 1η Ιουλίου 1989;
3) Προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των εν λόγω δύο οδηγιών υποχρέωση μη εφαρμογής του διατάγματος του 1985;"
7 Στην έκθεση ακροατηρίου περιγράφονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και εκτίθενται οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ
8 Με το δεύτερο ερώτημα, το οποίο ενδείκνυται να εξεταστεί πρώτο, σε συνδυασμό προς το τρίτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν κατά πόσον το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301 εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, η οποία απαγορεύει, επ' απειλή επιβολής κυρώσεων, στους επιχειρηματίες να κατασκευάζουν, να εισάγουν, να κατέχουν με σκοπό την πώληση, να πωλούν ή να διανέμουν τερματικές συσκευές αν δεν αποδεικνύουν, με την προσκόμιση πιστοποιητικού εγκρίσεως ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου θεωρουμένου ως ισοδυνάμου, ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες ουσιώδεις προϋποθέσεις απτόμενες, ιδίως, της ασφάλειας των χρηστών και της καλής λειτουργίας του δικτύου, όταν δεν είναι εξασφαλισμένη η ανεξαρτησία του οργανισμού που χορηγεί την έγκριση ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο και συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές στις οποίες πρέπει να αναποκρίνονται οι συσκευές έναντι όλων των επιχειρηματιών που προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
9 Το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301 ορίζει τα εξής: "Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, από την 1η Ιουλίου 1989, η συστηματοποίηση των προδιαγραφών (...) και ο έλεγχος της εφαρμογής τους, καθώς και οι σχετικές εγκρίσεις, πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή/και υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών."
10 Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, δυνάμει των διατάξεων του διατάγματος 86-129 της 28ης Ιανουαρίου 1986 (άρθρα 13 έως 15), η Γενική Διεύθυνση Τηλεπικοινωνιών του Υπουργείου Ταχυδρομείων ήταν επιφορτισμένη με την εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου, με την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, με τη συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, με τον έλεγχο της εφαρμογής τους και με την έγκριση των τερματικών συσκευών. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι το Centre national d' etudes des telecommunications (CNET), η έκθεση του οποίου θεωρούνταν ισοδύναμη προς έγκριση, αποτελούσε τμήμα της Γενικής Διευθύνσεως Τηλεπικοινωνιών, υπό τη μορφή ερευνητικού κέντρου.
11 Με το διάταγμα 89-327, της 19ης Μαΐου 1989, με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα 86-129, η ευθύνη της συστηματοποιήσεως των τεχνικών προδιαγραφών, του ελέγχου της εφαρμογής τους και της εγκρίσεως των τερματικών συσκευών μεταβιβάστηκε στη νέα Διεύθυνση Γενικών Κανονιστικών Ρυθμίσεων του ιδίου υπουργείου.
12 Συνεπώς, από την επίδικη ρύθμιση προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, διάφορες διευθύνσεις του γαλλικού Υπουργείου Ταχυδρομείων ήταν επιφορτισμένες συγχρόνως με την εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου, με την εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, με τη συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, με τον έλεγχο της εφαρμογής τους και με την έγκριση των τερματικών συσκευών.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί, υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 6 της οδηγίας, αφενός, κατά πόσον η γαλλική υπηρεσία ταχυδρομείων μπορεί να θεωρηθεί ως δημόσια επιχείρηση κατά το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, κατά πόσον τηρείται το κριτήριο της ανεξαρτησίας του φορέα που είναι επιφορτισμένος με τη συστηματοποίηση των προδιαγραφών, τον έλεγχο και τη χορήγηση εγκρίσεων.
14 Όσον αφορά την έννοια της επιχειρήσεως, το άρθρο 1, δεύτερη παύλα, της οδηγίας διευκρινίζει ότι ως επιχειρήσεις νοούνται "οι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς στους οποίους το κράτος εκχωρεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, θέσης σε λειτουργία ή/και συντήρησης τερματικών συσκευών τηλεπικοινωνιών".
15 Παρατηρείται, συναφώς, ότι το γεγονός ότι, όπως στην κύρια υπόθεση, η εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου και η εμπορία των τερματικών συσκευών έχει ανατεθεί σε φορείς που είναι ενταγμένοι στη δημόσια διοίκηση δεν αναιρεί την ιδιότητα των φορέων αυτών ως δημοσίων επιχειρήσεων. Πράγματι, όπως έκρινε το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1980, περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 205), για να θεωρηθεί ένα όργανο που ασκεί οικονομικές αρμοδιότητες βιομηχανικής ή εμπορικής φύσεως δημόσια επιχείρηση δεν είναι απαραίτητο να έχει νομική προσωπικότητα διακρινόμενη από αυτήν του κράτους. Στην αντίθετη περίπτωση, θα διακυβευόταν η αποτελεσματικότητα των διατάξεων της επίδικης οδηγίας καθώς και η ομοιόμορφη εφαρμογή της σε όλα τα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, 118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 2599, σκέψη 13).
16 Όσον αφορά την απαιτουμένη ανεξαρτησία του φορέα ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη συστηματοποίηση των προδιαγραφών, με τον έλεγχο της εφαρμογής τους καθώς και με τη χορήγηση των εγκρίσεων, αρκεί η παρατήρηση ότι οι διάφορες υπηρεσίες μιας και της αυτής διοικήσεως δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανεξάρτητες μεταξύ τους υπό την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας.
17 Πρέπει, τέλος, να παρατηρηθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως έλαβαν χώρα από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1989, δηλαδή κατά την περίοδο εντός της οποίας έληξε η προθεσμία που προέβλεπε το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301. Για τον προ της 1ης Ιουλίου 1989 χρόνο, το υποβληθέν ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά και τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 86 και 90 της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, GB-Inno-BM, Συλλογή 1991, σ. Ι-5941, σκέψη 14).
18 Η Decoster θεωρεί ότι η ταυτόχρονη άσκηση, από τον ίδιο φορέα, τόσο της δραστηριότητας εμπορίας τερματικών συσκευών όσο και των καθηκόντων εγκρίσεως των συσκευών που διατίθενται από τους ανταγωνιστές του φορέα αυτού μπορεί να δημιουργήσει, στο πλαίσιο του Υπουργείου Ταχυδρομείων, σύγκρουση συμφερόντων, καθόσον το υπουργείο θα είναι σε θέση να εφαρμόσει, σε βάρος των ανταγωνιστών του, μια πολιτική αντιβαίνουσα στους κανόνες του ανταγωνισμού.
19 Με την "περί τερματικών" απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1223, σκέψη 51), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ένα καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού όπως το προβλεπόμενο από τη Συνθήκη μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον εξασφαλίζεται η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση ουσιαστικού ανταγωνισμού και η εξασφάλιση διαφάνειας προϋποθέτουν ότι η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, ο έλεγχος της εφαρμογής τους και οι εγκρίσεις θα πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που προσφέρουν ανταγωνιστικά αγαθά ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
20 Με την προαναφερθείσα απόφαση GB-Inno-BM (σκέψη 28), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 90 και 86 της Συνθήκης απαγορεύσουν στα κράτη μέλη να χορηγούν στην εταιρία που εκμεταλλεύεται το δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών την εξουσία να θεσπίζει κανόνες σχετικούς με τις τηλεφωνικές συσκευές και να ελέγχει την τήρησή τους από τους επιχειρηματίες, εφόσον η ως άνω εταιρία ανταγωνίζεται τους εν λόγω επιχειρηματίες εντός της αγοράς των συσκευών αυτών.
21 Αντίθετα με την υπόθεση την οποία αφορούσε η προαναφερθείσα απόφαση GB-Inno-BM, και στην οποία τις ανωτέρω δραστηριότητες ασκούσε η RTT * βελγικός οργανισμός δημοσίου συμφέροντος * οι ίδιες αυτές δραστηριότητες ασκούνται, στην υπό κρίση υπόθεση, από το γαλλικό Υπουργείο Ταχυδρομείων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 14 και 15 της παρούσας αποφάσεως, είναι αδιάφορο το αν τις δραστηριότητες αυτές ασκεί σωρευτικώς ένας οργανισμός νομικώς διακρινόμενος από το κράτος ή από ένα υπουργείο.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 3, στοιχείο στ', 86 και 90 της Συνθήκης και το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301 δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες, επ' απειλή επιβολής κυρώσεων, απαγορεύουν στους επιχειρηματίες να κατασκευάζουν, να εισάγουν, να κατέχουν με σκοπό την πώληση, να πωλούν ή να διαθέτουν τερματικές συσκευές αν δεν αποδεικνύουν, με την προσκόμιση πιστοποιητικού εγκρίσεως ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου θεωρουμένου ως ισοδυνάμου, ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες ουσιώδεις προϋποθέσεις απτόμενες, ιδίως, της ασφάλειας των χρηστών και της καλής λειτουργίας του δικτύου, όταν δεν είναι εξασφαλισμένη η ανεξαρτησία του οργανισμού που χορηγεί την έγκριση ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο και συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές, στις οποίες πρέπει να αναποκρίνονται οι συσκευές αυτές έναντι όλων των επιχειρηματιών που προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Επί της οδηγίας 83/189/ΕΟΚ
23 Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω απαντήσεως, παρέλκει η απάντηση επί των ερωτημάτων που αφορούν την οδηγία 83/189.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία, έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1992 το cour d' appel de Douai, αποφαίνεται:
Tα άρθρα 3, στοιχείο στ', 86 και 90 της Συνθήκης και το άρθρο 6 της οδηγίας 88/301/EOK της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών, δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες, επ' απειλή επιβολής κυρώσεων, απαγορεύουν στους επιχειρηματίες να κατασκευάζουν, να εισάγουν, να κατέχουν με σκοπό την πώληση, να πωλούν ή να διαθέτουν τερματικές συσκευές αν δεν αποδεικνύουν, με την προσκόμιση πιστοποιητικού εγκρίσεως ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου θεωρουμένου ως ισοδυνάμου, ότι οι συσκευές αυτές πληρούν ορισμένες ουσιώδεις προϋποθέσεις απτόμενες, ιδίως, της ασφάλειας των χρηστών και της καλής λειτουργίας του δικτύου, όταν δεν είναι εξασφαλισμένη η ανεξαρτησία του οργανισμού που χορηγεί την έγκριση ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο και συστηματοποιεί τις τεχνικές προδιαγραφές, στις οποίες πρέπει να αναποκρίνονται οι συσκευές αυτές έναντι όλων των επιχειρηματιών που προσφέρουν αγαθά και/ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
Full & Egal Universal Law Academy