Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι - Αποδοχές - Οικογενειακά επιδόματα - Επίδομα συντηρουμένου τέκνου - Εξομοίωση προσώπου προς συντηρούμενο τέκνο - 'Αρθρο 2 PAR 4, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως - Πεδίο εφαρμογής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρο 67 παράρτημα VII, άρθρο 2)
2. Υπάλληλοι - Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως - Γενικές εκτελεστικές διατάξεις - Διατάξεις του άρθρου 2 PAR 4, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως - 'Ελλειψη νομιμότητας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων, άρθρα 67 και 110 παράρτημα VII, άρθρο 2 PAR 4)
Περίληψη
1. Ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το οποίο επιτρέπει στην αρμόδια για τους διορισμούς
αρχή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να εξομοιώνει προς συντηρούμενο τέκνο κάθε πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει νόμιμες υποχρεώσεις διατροφής και η συντήρηση του οποίου συνεπάγεται γι' αυτόν σημαντική επιβάρυνση, έχει την έννοια ότι δεν αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, λόγω της μόνης ιδιότητάς του ως νομίμου, φυσικού ή θετού τέκνου του υπαλλήλου ή του/της συζύγου του, το τέκνο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος συντηρουμένου τέκνου, που ορίζουν οι παράγραφοι 3 και 5 του εν λόγω άρθρου.
2. Τα άρθρα 3 και 7 της αποφάσεως του Συμβουλίου περί γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, επιβάλλοντας κατώτατο και ανώτατο όριο ηλικίας για την εξομοίωση προσώπου προς συντηρούμενο τέκνο, περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και στερούν από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τη δυνατότητα να ασκήσει την εξουσία της εκτιμήσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Τα εν λόγω άρθρα αντιβαίνουν, με αυτό τον τρόπο, προς τον στόχο της προαναφερθείσας διατάξεως του ΚΥΚ που συνίσταται στην αντιμετώπιση, κατά γενικό τρόπο, των καταστάσεων στις οποίες ο υπάλληλος δεν μπορεί να ζητήσει το ευεργέτημα των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 2 του παραρτήματος VII, ενώ οφείλει να αναλάβει την πραγματική συντήρηση προσώπου που συνεπάγεται γι' αυτόν συγκρίσιμη επιβάρυνση.
Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα άρθρα 3 και 7 της αποφάσεως του Συμβουλίου έπασχαν από έλλειψη νομιμότητας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-70/91 P,
Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τους Arthur Alan Dashwood και Jorge Monteiro, αντιστοίχως διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου και μέλος της εν λόγω υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Xavier Herlin, βοηθό διευθυντή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
αναιρεσείον,
που έχει ως αντικείμενο αναίρεση ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) της 14ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-75/89, Brems κατά Συμβουλίου, με την οποία ζητείται η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Anita Brems, υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Relegem (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener, που ζητεί την απόρριψη της αναιρέσεως ως εντελώς αβάσιμης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, M. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Φεβρουαρίου 1991, το Συμβούλιο άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΟΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-75/89, Brems κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-899), κατά το ότι αυτό έκρινε βάσιμη την ασκηθείσα από την Brems προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της ΑΔΑ της 29ης Νοεμβρίου 1988 περί αρνήσεως εξομοιώσεως του τέκνου της προς συντηρούμενο τέκνο.
2 Προς στήριξη της αναιρέσεως, το Συμβούλιο προβάλλει τους εξής τρεις λόγους:
α) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως ερμήνευσε το άρθρο 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), το Συμβούλιο προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στήριξε τη συλλογιστική του στη γραμματική ερμηνεία της εκφράσεως "κάθε πρόσωπο", η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τη γενική οικονομία και τον σκοπό του εν λόγω άρθρου 2 ούτε τον εξαιρετικό χαρακτήρα της προβλεπομένης στην παράγραφο 4 εξομοιώσεως. Συναφώς, το Συμβούλιο θεωρεί, ιδίως, ότι, εάν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε αντιμετωπίσει τετάρτη περίπτωση χορηγήσεως επιδόματος συντηρουμένου τέκνου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, θα το είχε ρητώς προβλέψει.
β) Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στο ότι το Συμβούλιο δεν εφάρμοσε ορθώς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, υποστηρίζει ότι η εν λόγω αρχή δεν αγνοήθηκε, στο μέτρο που οι κατηγορίες προσώπων στις οποίες αναγνωρίστηκε το καθεστώς εξομοιουμένου προς συντηρούμενο τέκνο προσώπου, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, από το Δικαστήριο ή από την απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1976 περί γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ (στο εξής: γενικές εκτελεστικές διατάξεις), πληρούν τα ίδια όρια ηλικίας με τα επιβαλλόμενα για τα συντηρούμενα τέκνα από το άρθρο 2, παράγραφος 3.
γ) Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που συνίσταται στην κακή εκτίμηση υπό του Πρωτοδικείου των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, το Συμβούλιο θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο, με την απόφασή του, αγνόησε το γεγονός ότι ο σκοπός της επιβολής των καθορισθέντων με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις ανωτάτων και κατωτάτων ορίων ηλικίας δεν συνίσταται απλώς στη διευκρίνιση του όρου "κάθε πρόσωπο", αλλά και στην επισήμανση του εξαιρετικού χαρακτήρα της εξομοιώσεως. Το επιβληθέν όριο προκύπτει από την εκτίμηση της ΑΔΑ ως προς το τι πρέπει να θεωρείται ως εξαιρετική περίπτωση.
3 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Ι - Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
4 Παρατηρείται, συναφώς, ότι, όπως προκύπτει από το σύστημα του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, η εν λόγω διάταξη αφορά δύο ειδών περιπτώσεις στις οποίες ο υπάλληλος μπορεί να δικαιούται επιδομάτων συντηρουμένου τέκνου.
5 Οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 2 αφορούν τις περιπτώσεις όπου το τέκνο του υπαλλήλου θεμελιώνει οπωσδήποτε δικαίωμα προς επίδομα συντηρουμένου τέκνου, λόγω του ότι αυτές οι διατάξεις προεικάζουν ότι το τέκνο που αφορούν, εκ μόνης της ιδιότητάς του ως ανηλίκου, σπουδαστή, ασθενούς ή αναπήρου, συντηρείται όντως από τον υπάλληλο.
6 Αντιθέτως, η παράγραφος 4 του άρθρου 2 προβλέπει την ευχέρεια, για κάθε πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει νόμιμες υποχρεώσεις διατροφής και του οποίου η συντήρηση συνεπάγεται γι' αυτόν σημαντική επιβάρυνση, να εξομοιωθεί κατ' εξαίρεση προς συντηρούμενο τέκνο με ειδική και αιτιολογημένη απόφαση της ΑΔΑ που λαμβάνεται βάσει αποδεικτικών εγγράφων. Επομένως, αυτή η διάκριση, αφενός, απαιτεί από τον υπάλληλο να αποδείξει ότι συντρέχουν οι δύο προβλεπόμενες από την εν λόγω διάταξη προϋποθέσεις και, αφετέρου, αφήνει στην ΑΔΑ ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως των προβαλλομένων περιστάσεων, σε κάθε ειδική περίπτωση, προς στήριξη της αιτήσεως εξομοιώσεως.
7 Επομένως, οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 2 δεν αφορούν μόνο τις περιπτώσεις όπου ο υπάλληλος μπορεί να δικαιούται επιδόματος συντηρουμένου τέκνου. Πράγματι, η παράγραφος 4 του άρθρου 2 έχει, ακριβώς, ως αντικείμενο να διασφαλίζει ότι ένα πρόσωπο μπορεί να εξομοιωθεί προς συντηρούμενο τέκνο σε άλλες περιπτώσεις όπου ο υπάλληλος οφείλει να αναλάβει την πραγματική συντήρηση αυτού του προσώπου, το οποίο δεν είναι ούτε ανήλικο ούτε ενήλικο τέκνο του σε στάδιο σχολικής ή επαγγελματικής καταρτίσεως, ούτε ασθενές ή ανάπηρο τέκνο του, είναι, όμως, πρόσωπο που συνεπάγεται γι' αυτόν τις ίδιες επιβαρύνσεις όπως τα τέκνα αυτά.
8 Κατά συνέπεια, η παράγραφος 4 του άρθρου 2 δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι αποκλείει από το ευεργέτημα της εξομοιώσεως τα συντηρούμενα από τον υπάλληλο τέκνα που τελούν σε καταστάσεις διάφορες των προβλεπομένων στις παραγράφους 3 και 5 της εν λόγω διατάξεως.
9 Εξάλλου, το εν λόγω επίδομα, όπως ακριβώς και η φορολογική έκπτωση για συντηρούμενο τέκνο, ανταποκρίνεται σε στόχο κοινωνικής φύσεως (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 1980, 81/79, 82/79 και 146/79, Sorasio-Allo κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σ. 3557), δικαιολογούμενο από τα έξοδα που απορρέουν από πραγματική και βεβαία ανάγκη, συνδεόμενη με την ύπαρξη του τέκνου και την πραγματική του συντήρηση.
10 Επομένως, ο εξαιρετικός χαρακτήρας της εξομοιώσεως προς συντηρούμενο τέκνο αποτελεί το κριτήριο που επιτρέπει να διαπιστώνεται έαν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, οι κοινωνικής φύσεως λόγοι που αποτελούν τη βάση της προβλεπόμενης στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ εξομοιώσεως δικαιολογούν τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος. Αντιθέτως, η κατ' εξαίρεση εξομοίωση δεν σημαίνει ότι το τέκνο του υπαλλήλου ή του/της συζύγου του αποκλείεται αναγκαστικά από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 2, παράγραφος 4.
11 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με την 24η και την 25η σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εφόσον η ratio του εν λόγω άρθρου 2, παράγραφος 4, "έγκειται στο να μπορεί η ΑΔΑ να συνδράμει σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπαλλήλους που υφίστανται σημαντική επιβάρυνση λόγω νόμιμης υποχρεώσεως", η "διαφορετική φύση των εξουσιών της ΑΔΑ που προβλέπουν οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 2 του παραρτήματος, αφενός, και η παράγραφος 4 αυτού, αφετέρου, καθώς και η γενικότητα της ορολογίας που χρησιμοποιείται στη δεύτερη αυτή διάταξη (...), επιτρέπουν να συναχθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν είχε πρόθεση να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4, το τέκνο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδόματος συντηρουμένου τέκνου, όπως αυτές καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 5 απλώς και μόνο λόγω της ιδιότητάς του ως 'νομίμου, φυσικού ή θετού τέκνου του υπαλλήλου ή του/της συζύγου του' , κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2".
12 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
ΙΙ - Επί του δευτέρου και τρίτου λόγου αναιρέσεως
13 Διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι το Συμβούλιο, με τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται, στην ουσία, ότι το Πρωτοδικείο κακώς εκτίμησε τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις και, ειδικότερα, κακώς έκρινε ότι τα άρθρα 3 και 7 των εν λόγω διατάξεων ήταν μη νόμιμα κατά το ότι επέβαλαν ανώτατα και κατώτατα όρια ηλικίας εφαρμοστέα σε εξομοιούμενα προς συντηρούμενο τέκνο πρόσωπα.
14 Υπ' αυτές τις συνθήκες, αυτοί οι δύο λόγοι αναιρέσεως πρέπει να εξεταστούν από κοινού.
15 Για να εκτιμηθεί το βάσιμο αυτών των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η επιβολή, με τα άρθρα 3 και 7 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, κατωτάτου και ανωτάτου ορίου ηλικίας εφαρμοστέων σε πρόσωπα εξομοιούμενα προς συντηρούμενο τέκνο έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ όλων των προσώπων που βρίσκονται μεταξύ των ορίων ηλικίας που επιβάλλουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, ακόμα και αν πρόκειται περί προσώπου έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει νόμιμες υποχρεώσεις διατροφής και του οποίου η συντήρηση συνεπάγεται γι' αυτόν σημαντική επιβάρυνση, κατά την έννοια της παραγράφου 4 του εν λόγω άρθρου.
16 Επομένως, τα άρθρα 3 και 7 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων συνεπάγονται όχι μόνο τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής μιας διατάξεως του ΚΥΚ, αλλά και τη στέρηση από την ΑΔΑ της δυνατότητας ασκήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με αυτή τη διάταξη.
17 Εξάλλου, τα εν λόγω άρθρα των γενικών εκτελεστικών διατάξεων αντιβαίνουν προς τον στόχο του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση, κατά γενικό τρόπο, των καταστάσεων στις οποίες ο υπάλληλος δεν μπορεί να ζητήσει το ευεργέτημα των παραγράφων 3 και 5 του εν λόγω άρθρου, ενώ οφείλει να αναλάβει την πραγματική συντήρηση προσώπου που συνεπάγεται γι' αυτόν σημαντική επιβάρυνση.
18 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, το Πρωτοδικείο έκρινε, κατ' ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι τα άρθρα 3 και 7 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων έπασχαν από έλλειψη νομιμότητας.
19 Διαπιστώνεται, επομένως, ότι ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι ωσαύτως αβάσιμοι.
20 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που προέβαλε το Συμβούλιο δεν μπόρεσε να γίνει δεκτός, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει, επομένως, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αναίρεση.
2) Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy