Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος * Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς μη υποκειμένων σε εισφορά * Παραγωγοί που ανέστειλαν τις παραδόσεις τους στα πλαίσια του καθεστώτος μη εμπορίας ή μετατροπής * Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς * Μερική μεταβίβαση εκμεταλλεύσεως * Ανάληψη από τον αγοραστή της υποχρεώσεως μη εμπορίας του πωλητή * Κατανομή της ειδικής ποσότητας αναφοράς κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77 και 857/84, άρθρο 3α PAR 2, εδ. 3, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89)
Περίληψη
Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως εκμεταλλεύσεως κατά την οποία το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση υποχρεούται να τηρήσει τη δέσμευση μη εμπορίας που είχε αναλάβει ο μεταβιβάσας βάσει του κανονισμού 1078/77, την κατανομή της ειδικής ποσότητας μεταξύ του παραχωρήσαντος και του προσώπου προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις.
Η ερμηνεία αυτή δεν θίγει τα δικαιώματα του μεταβιβάζοντος, δεδομένου ότι δεν παρεκκλίνει από την αρχή της αναλογικής κατανομής, που καθιερώνεται από όλες τις διατάξεις περί μεταβιβάσεων των ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως στοιχείων της εκμεταλλεύσεως, και καθιστά δυνατή την εναρμόνιση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αγοραστή με τις επιτακτικές ανάγκες διατηρήσεως της σταθερότητας της αγοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-81/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het Bedrijfsleven προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Tj. Twijnstra
και
Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (EE L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (EE L 84, σ. 2),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Zuleeg, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και F. Grevisse, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. von Holstein, αναπληρωτής γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο Tj. Twijnstra, εκπροσωπούμενος από τον E. H. Pijnacker Hordijk, δικηγόρο 'Αμστερνταμ,
* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. R. Bot, γενικό γραμματέα του Υπουργείου των Εξωτερικών,
* το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον G. Houttuin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
* Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Robert Fischer, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Twijstra, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον H. G. T. W. Knippenberg, σύμβουλο της Πρεσβείας των Κάτω Χωρών στο Λουξεμβούργο, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον C. D. Quassowski, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1991, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Φεβρουαρίου 1991, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τέσσερα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2).
2 Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Twijnstra, κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως, και του Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij, σχετικής με την ειδική ποσότητα αναφοράς στα πλαίσια του καθεστώτος εισφοράς επί του γάλακτος.
3 Το 1980, ο Twijnstra ανέλαβε υποχρέωση μη εμπορίας, στα πλαίσια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (JO L 131, σ. 1). Δυνάμει αυτής, ανέλαβε τη δέσμευση, με αντάλλαγμα την καταβολή πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, να μη παραδίδει γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα παραγόμενα στην εκμετάλλευσή του κατά την περίοδο από 10 Απριλίου 1980 μέχρι 9 Απριλίου 1985.
4 Τον Ιανουάριο του 1984, ήτοι κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου μη εμπορίας, πώλησε τμήμα των εκτάσεων που ανήκαν στην εκμετάλλευσή του. Οι αγοραστές, οι οποίοι ανέλαβαν έναντι του Twijnstra και της αρμοδίας ολλανδικής αρχής τη δέσμευση να μη χρησιμοποιήσουν μέχρι τις 10 Απριλίου 1995 τις εκτάσεις αυτές για την παραγωγή γάλακτος, τήρησαν τη δέσμευσή τους. Συνεπώς, ο πωλητής κράτησε ολόκληρη την πριμοδότηση μη εμπορίας σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1078/77.
5 Το 1988, ο Twijnstra άρχισε εκ νέου την παραγωγή γάλακτος. Εν τω μεταξύ, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10), και τον προμνησθέντα κανονισμό 857/84 θεσπίστηκε συμπληρωματική εισφορά επιβαλλομένη επί των παραδόσεων γάλακτος που υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα αναφοράς. Το 1989, ο Twijnstra ζήτησε, βάσει του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς.
6 Με απόφαση της αρμόδιας ολλανδικής αρχής, του χορηγήθηκε προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς 245 653 χγρ. γάλακτος για την περίοδο εμπορίας 1989/1990. Δεδομένου ότι η ποσότητα γάλακτος βάσει της οποίας είχε καθοριστεί η πριμοδότηση μη εμπορίας ήταν 591 905 χγρ., η αρμόδια ολλανδική αρχή, κατά τον υπολογισμό της ειδικής ποσότητας αναφοράς, τη μείωσε, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 1984 είχε πωληθεί μέρος της εκμεταλλεύσεως.
7 Αφού υπέβαλε ανεπιτυχώς ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής με την οποία του χορηγήθηκε μειωμένη ειδική ποσότητα αναφοράς, ο Twijnstra άσκησε, στις 13 Ιουνίου 1990, προσφυγή κατ' αυτής της αποφάσεως ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven.
8 Κρίνοντας ότι η απόφασή του εξαρτάται από την ερμηνεία και, ενδεχομένως, το κύρος της οικείας κοινοτικής νομοθεσίας, το College van Beroep voor het Bedrijfsleven ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1) Πρέπει το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, σε περιπτώσεις όπως αυτές που περιγράφονται στην κύρια δίκη, να εφαρμόζεται κατά παρέκκλιση από το γράμμα αυτής της διατάξεως;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, πρέπει η διάταξη αυτή να εφαρμόζεται κατ' αντιστοιχία προς την εφαρμογή που τυγχάνει στις Κάτω Χώρες το άρθρο 5, παράγραφος 1, του Beschikking Superheffing SLOM-deelnemers (απόφαση περί συμπληρωματικής εισφοράς στους μετέχοντες στο σύστημα SLOM);
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, συνεπάγεται η εφαρμογή της προαναφερθείσας κοινοτικής διατάξεως, κατά το γράμμα της, ότι το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η μεταβίβαση ουδέποτε μπορεί να διεκδικήσει ειδική ποσότητα αναφοράς, εκτός αποκλειστικά από την περίπτωση κατά την οποία έχει, μέσω συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου με τον εκποιούντα το οικόπεδο SLOM, αποκτήσει το δικαίωμα του τελευταίου για πριμοδότηση SLOM;
4) Καταφατική απάντηση στο ερώτημα 3 έχει ως αποτέλεσμα, ενδεχομένως σε συνδυασμό με άλλες εκτιμήσεις, ότι η προαναφερθείσα διάταξη είναι, πλήρως ή εν μέρει, ανίσχυρη λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου και δη της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης;
9 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη, οι οικείες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Το νομοθετικό πλαίσιο
10 Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο θέλει κυρίως να πληροφορηθεί αν το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, επιτρέπει, σε περίπτωση μεταβιβάσεως μέρους της εκμεταλλεύσεως κατά την οποία ο αγοραστής δεσμεύεται να τηρεί την υποχρέωση μη εμπορίας που έχει αναλάβει ο πωλητής στα πλαίσια του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, να κατανέμεται η ειδική ποσότητα αναφοράς μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή ή έχει την έννοια, με κίνδυνο να κηρυχθεί ανίσχυρο ως παραβιάζον την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ότι το σύνολο της ειδικής ποσότητας αναφοράς περιέρχεται στον πωλητή.
11 Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η κοινοτική νομοθεσία περί συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος αρχικά δεν περιείχε καμιά ειδική διάταξη προβλέπουσα τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, εκπληρώνοντας υποχρέωση αναληφθείσα στα πλαίσια του προμνησθέντος κανονισμού 1078/77, δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά το έτος αναφοράς που επέλεξε το οικείο κράτος μέλος. Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 120/86, Mulder (Συλλογή, σ. 2321, σκέψη 28) και 170/86, von Deetzen (Συλλογή, σ. 2355, σκέψη 17), το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρη τη νομοθεσία αυτή, με το αιτιολογικό ότι είχε εκδοθεί κατά παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
12 Με τις προμνησθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο επιχειρηματίας ο οποίος σταμάτησε ελεύθερα την παραγωγή του για ορισμένο διάστημα δεν μπορεί θεμιτώς να αναμένει ότι θα μπορεί να αρχίσει εκ νέου την παραγωγή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, όπως αυτές που ίσχυαν προηγουμένως, και να μην υπόκειται σε εν τω μεταξύ, ενδεχομένως, θεσπισθέντες κανόνες που εμπίπτουν στον τομέα της εμπορικής ή της διαρθρωτικής πολιτικής (απόφαση Mulder, όπ.π., σκέψη 23 απόφαση vοn Deetzen, όπ.π., σκέψη 12). Το Δικαστήριο έκρινε ότι παρ' όλα αυτά, ο επιχειρηματίας αυτός, όταν ενθαρρύνθηκε, όπως εν προκειμένω, συνεπεία πράξεως της Κοινότητας να αναστείλει την εμπορία για περιορισμένη περίοδο, προς το γενικό συμφέρον και αντί καταβολής πριμοδοτήσεως, μπορεί θεμιτώς να αναμένει ότι δεν θα υπόκειται, με τη λήξη της δεσμεύσεώς του, σε ειδικούς περιορισμούς, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που παράγονται με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση (απόφαση Mulder, σκέψη 24 απόφαση von Deetzen, σκέψη 13).
13 Κατόπιν των αποφάσεων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 20 Μαρτίου 1989, τον προαναφερθέντα κανονισμό 764/89. Ο κανονισμός αυτός προσέθεσε νέο άρθρο 3α στον κανονισμό 857/84, το οποίο εν ολίγοις προβλέπει ότι οι παραγωγοί οι οποίοι, προς εκπλήρωση υποχρεώσεως αναληφθείσας στα πλαίσια του κανονισμού 1078/77, δεν παρέδωσαν γάλα κατά την περίοδο αναφοράς λαμβάνουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ειδική ποσότητα αναφοράς υπολογιζομένη βάσει της ποσότητας γάλακτος που παραδόθηκε ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος που πωλήθηκε από τον παραγωγό κατά το δωδεκάμηνο πριν από τον μήνα υποβολής της αιτήσεώς του για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής. Η χορήγηση αυτής της ειδικής ποσότητας αναφοράς τελεί υπό την προϋπόθεση να έχει διατηρηθεί ή αποκτηθεί το δικαίωμα πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, το οποίο αποτελεί το αντάλλαγμα για την εγκαταλειφθείσα γαλακτοπαραγωγή στα πλαίσια του καθεστώτος της μη εμπορίας.
14 Από τον συνδυασμό των έξι πρώτων αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 764/89 προκύπτει ότι το άρθρο 3α επιδιώκει να συμβιβάσει τα συμφέροντα των παραγωγών, όπως ορίζονται στις προμνησθείσες αποφάσεις Mulder και von Deetzen, με τους σκοπούς του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος.
15 Μεταξύ αυτών των σκοπών πρέπει ιδίως να τονιστεί η επιτακτική ανάγκη να μη θιγεί η εύθραυστη σταθερότητα που είχε επιτευχθεί επί του παρόντος στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως αναφέρεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 764/89. Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 3α προνοούν ώστε να αποκλείεται η υπέρβαση των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς τόσο σε ατομικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
16 Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, ο οποίος διέπει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως μέρους της εκμεταλλεύσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας.
17 Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, προβλέπει στην πρώτη παύλα ότι
"σε περίπτωση που ο παραγωγός εκχώρησε μέρος της εκμετάλλευσής του κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής:
* η ειδική ποσότητα αναφοράς του εκχωρούντος (...) ισούται με το 60 % της ποσότητας για την οποία είχε διατηρηθεί το δικαίωμα πριμοδότησης,
* (...)"
Σύμφωνα με τη δεύτερη παύλα του τρίτου εδαφίου, ο πωλητής μπορεί να ζητήσει ειδική ποσότητα αναφοράς ίση προς το 60 % της ποσότητας "για την οποία είχε αποκτηθεί το δικαίωμα πριμοδοτήσεως."
18 'Οσον αφορά τη χορήγηση του δικαιώματος πριμοδοτήσεως, σε περίπτωση μεταβιβάσεως μέρους της εκμεταλλεύσεως, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1078/77 προβλέπει:
"Σε περίπτωση που μεταβιβάζεται μόνον τμήμα της εκμεταλλεύσεως, ο αιτούμενος πριμοδότηση διατηρεί το δικαίωμά του, εάν ο προς ον η μεταβίβαση δεσμεύεται εγγράφως να συνεχίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο δικαιοπάροχός του. Στην αντίθετη περίπτωση, μέρος των ήδη καταβληθέντων ποσών, υπολογιζόμενο σε συνάρτηση με την επιφάνεια των μεταβιβασθέντων βοσκοτόπων, επιστρέφεται από τον δικαιοπάροχο."
Ερμηνεία του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84
19 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προτείνουν την κατά γράμμα ερμηνεία των δύο προμνησθεισών συνδυασμένων διατάξεων. Κατ' αυτήν την ερμηνεία, μόνον ο πωλητής μπορεί, εν προκειμένω, να ζητήσει ολόκληρη την ειδική ποσότητα αναφοράς. Αντιθέτως, ο αγοραστής αποκλείεται τελείως από το καθεστώς της ειδικής ποσότητας αναφοράς.
20 Η ερμηνεία αυτή θεμελιώνεται στον τυπικό σύνδεσμο, τον οποίο καθιερώνει ο κανονισμός 764/89, μεταξύ του δικαιώματος επί ποσότητας αναφοράς και της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εαμπορίας. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1078/77, που ρυθμίζει την τύχη της πριμοδοτήσεως σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως, ο πωλητής διατηρεί στο ακέραιο το δικαίωμα πριμοδοτήσεως εφόσον ο αγοραστής αναλαμβάνει τη δέσμευση, με τη μερική μεταβίβαση, να τηρήσει την υποχρέωση μη εμπορίας.
21 Πρώτον, πρέπει να τονιστεί ότι η ερμηνεία αυτή, εάν γίνει δεκτή, θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστήσει άνευ περιεχομένου και αντικειμένου τις διατάξεις της δεύτερης παύλας του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί, οι οποίες προβλέπουν τη χορήγηση στον αγοραστή ειδικής ποσότητας αναφοράς, εφόσον έχει αποκτήσει το δικαίωμα πριμοδοτήσεως. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1078/77, όμως, δεν προβλέπει την απόκτηση της πριμοδοτήσεως από τον αγοραστή σε περίπτωση μεταβιβάσεως μέρους της εκμεταλλεύσεως.
22 Η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά την οποία οι διατάξεις της δεύτερης παύλας αφορούν μόνον την ειδική περίπτωση μεταβιβάσεως του τελευταίου εναπομένοντος τμήματος της εκμεταλλεύσεως μετά σειράν τμηματικών μεταβιβάσεων, δεν στηρίζεται σε καμιά συγκεκριμένη διάταξη της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας και φαίνεται, για τους λόγους που αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 16 των προτάσεών του, ελάχιστα πειστική.
23 Δεύτερον, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η προτεινόμενη ερμηνεία προσκρούει στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την οποία μπορεί να επικαλεστεί ο αγοραστής. Αφού απέκτησε μέρος της εκμεταλλεύσεως του πωλητή και αναδέχθηκε την υποχρέωση μη εμπορίας, μπορεί θεμιτώς να αναμένει, όπως οι παραγωγοί στις προμνησθείσες υποθέσεις Mulder και von Deetzen, ότι θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις αγορασθείσες εκτάσεις για την παραγωγή γάλακτος, μόλις λήξει η περίοδος μη εμπορίας. Η αφαίρεση της δυνατότητας αυτής από τον αγοραστή θα συνεπαγόταν παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
24 Οι διατάξεις όμως του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο σύμφωνο με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι η αρχή αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.
25 Τέλος, το καθεστώς των ποσοτήτων αναφοράς στηρίζεται στη γενική αρχή που καθιερώνουν το άρθρο 7, του κανονισμού 857/84, και το άρθρο 5, του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), κατά την οποία η ποσότητα αναφοράς, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος της εκμεταλλεύσεως, χορηγείται στον αγοραστή κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις. Από τις αιτιολογικές σκέψεις του εν λόγω κανονισμού δεν προκύπτει ότι η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να παρεκκλίνει από αυτή τη γενική αρχή.
26 Εξάλλου, η γενική αυτή αρχή καθιστά δυνατή την εναρμόνιση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης με τις επιτακτικές ανάγκες διατηρήσεως της σταθερότητας της αγοράς.
27 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων υπέρ της κατανομής της ειδικής ποσότητας αναφοράς μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή κατ' αναλογία προς τις διατηρούμενες και τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις δεν συνεπάγεται υπέρβαση της συνολικής ειδικής ποσότητας αναφοράς, την οποία θα μπορούσε να ζητήσει ο ιδιοκτήτης σε περίπτωση μη μεταβιβάσεως μέρους της εκμεταλλεύσεώς του.
28 'Οσον αφορά τον πωλητή, πρέπει να τονιστεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 υπέρ της κατανομής της ειδικής ποσότητας αναφοράς δεν θίγει τα δικαιώματά του. Δεδομένου ότι η γενική αρχή της αναλογικής κατανομής διέπει το καθεστώς των ποσοστώσεων ήδη από της ενάρξεως ισχύος του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, ο παραγωγός που αρχικά δεν έλαβε ποσόστωση γάλακτος λόγω της συμμετοχής του στο πρόγραμμα μη εμπορίας δεν μπορούσε να έχει τη θεμιτή προσδοκία ότι θα του χορηγηθεί ολόκληρη η ειδική ποσότητα αναφοράς μετά τη μεταβίβαση μέρους της εκμεταλλεύσεώς του.
29 Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, σε περίπτωση μεταβιβάσεως μέρους της εκμεταλλεύσεως κατά την οποία ο αγοραστής υποχρεούται να τηρήσει την υποχρέωση μη εμπορίας που ανέλαβε ο πωλητής στα πλαίσια του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, την κατανομή της ειδικής ποσότητας αναφοράς μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven, με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1992, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως εκμεταλλεύσεως κατά την οποία το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση υποχρεούται να τηρήσει τη δέσμευση μη εμπορίας που είχε αναλάβει ο μεταβιβάσας βάσει του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, την κατανομή της ειδικής ποσότητας μεταξύ του παραχωρήσαντος και του προσώπου προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις.
Full & Egal Universal Law Academy