Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - 'Ορια - Ερμηνεία που ζητείται λόγω εφαρμογής διατάξεως του κοινοτικού δικαίου συνεπεία παραπομπής σε αυτήν με συμβατική ρήτρα - Αρμοδιότητα να δοθεί ερμηνεία, όχι όμως να συναχθούν οι συνέπειες της παραπομπής αυτής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 177)
2. Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ - Μέτρα παρεμβάσεως - Κατάρτιση ετήσιων λογαριασμών - Αποθεματοποίηση παρθένου μειονεκτικού ελαιολάδου - Κλαπείσα ποσότητα - Υπολογισμός της αξίας - Εφαρμογή της τιμής αγοράς στην παρέμβαση που ίσχυε κατά τον χρόνο της κλοπής, αυξημένης με τις μηνιαίες προσαυξήσεις - Συνεκτίμηση του βαθμού οξύτητας του κλαπέντος ελαίου - Αδυναμία προσδιορισμού του βαθμού οξύτητας του κλαπέντος ελαίου - Εφαρμογή της τιμής του αποθεματοποιηθέντος στις αποθήκες όπου διεπράχθη η κλοπή ελαίου με τον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας
(Κανονισμός 3247/81 του Συμβουλίου, άρθρο 3 PAR 2, εδ. τέταρτο, και παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 2632/85))
Περίληψη
1. Δεδομένου ότι η κοινοτική έννομη τάξη έχει πρόδηλο συμφέρον, προκειμένου να αποφεύγονται ενδεχόμενες αποκλίσεις ως προς την ερμηνεία, να ερμηνεύεται κατά τρόπο ενιαίο κάθε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες εφαρμόζεται, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος σε περίπτωση που συμβατική ρήτρα παραπέμπει στο περιεχόμενο κοινοτικών κανόνων προκειμένου να καθορίσει τα όρια ενδεχόμενης χρηματικής ευθύνης ενός των μερών.
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται πάντως μόνο στην εξέταση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, με την απάντησή του στο εθνικό δικαστήριο, να λάβει υπόψη τη γενική οικονομία της συμβάσεως ούτε των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες μπορούν να προσδιορίζουν την έκταση των συμβατικών υποχρεώσεων. Ο σεβασμός των ορίων στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, τα οποία μπορούν να καθορίζουν το εσωτερικό δίκαιο και η σύμβαση, εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως του εθνικού δικαστηρίου.
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού 3247/81 και το παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, του ιδίου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2632/85, έχουν την έννοια ότι, για την κατάρτιση των ετησίων λογαριασμών για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως υπό μορφή αποθεματοποιήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, η αξία των ποσοτήτων παρθένου ελαιολάδου lampante που λείπουν λόγω κλοπής πρέπει να προσδιορίζεται πολλαπλασιάζοντας τις αφαιρεθείσες ποσότητες επί την τιμή αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία η κλοπή διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε, προσαυξημένη καθόλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις που εφαρμόζονται σε έναν τύπο ελαιολάδου που έχει βαθμό οξύτητας ίσο προς τον βαθμό οξύτητας των αφαιρεθεισών ποσοτήτων ή, οσάκις ουδέν αποδεικτικό στοιχείο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του βαθμού οξύτητας του κλαπέντος ελαιολάδου, εφαρμόζοντας την τιμή αγοράς που αντιστοιχεί στον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας του ελαίου που αποθεματοποιήθηκε κατά την εν λόγω περίοδο εμπορίας, στην αποθήκη όπου διεπράχθη η κλοπή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-88/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte d' appello di Roma προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Federazione italiana dei consorzi agrari (Federconsorzi)
και
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, και του παραρτήματος ΙΙ, σημείο VIII, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981, περί της χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, ορισμένων μέτρων παρεμβάσεως, και ιδίως εκείνων που συνίστανται στην αγορά, αποθεματοποίηση και πώληση γεωργικών προϊόντων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 327, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών, και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, περί των λεπτομερειών αγοράς και αποθεματοποιήσεως ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Federconsorzi, εκπροσωπουμένη από τους δικηγόρους Emilio Cappelli και Paolo de Caterini,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Giuseppe Marchesini, δικηγόρο παρά τω Corte di cassazione της Ιταλικής Δημοκρατίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Federconsorzi, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαρτίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Απριλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1990, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου 1991, το Corte d' appello di Roma υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, και του παραρτήματος ΙΙ, σημείο VIII, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981, περί της χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, ορισμένων μέτρων παρεμβάσεως και ιδίως εκείνων που συνίστανται στην αγορά, αποθεματοποίηση και πώληση γεωργικών προϊόντων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 327, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985 (ΕΕ L 251, σ. 1), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3472/85 της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1985, περί των λεπτομερειών αγοράς και αποθεματοποιήσεως ελαιολάδου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ L 333, σ. 5).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Federazione italiana dei consorzi agrari (στο εξής: Federconsorzi), υπέρ ης η κατακύρωση των πράξεων παρεμβάσεως στον τομέα του ελαιολάδου για την περίοδο εμπορίας 1985/86, και του Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (στο εξής: ΑΙΜΑ), σχετικά με τον υπολογισμό του οφειλομένου ποσού κατόπιν κλοπής 6 127,33 εκατολίτρων παρθένου μειονεκτικού (lampante) ελαιολάδου αγορασθέντων στην παρέμβαση κατά την περίοδο εμπορίας 1983/84, η οποία διαπιστώθηκε στις αποθήκες της αναδόχου στην Gioia Tauro.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η συναφθείσα μεταξύ Federconsorzi και ΑΙΜΑ σύμβαση κατακυρώσεως προέβλεπε στο άρθρο 3 ότι
"ο υπέρ ου η κατακύρωση υφίσταται τις ζημίες που οφείλονται σε γεγονότα για τα οποία ευθύνεται μέχρι της αξίας που καθορίζεται με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία".
4 Διαπιστώνοντας ότι η υποβληθείσα σ' αυτό διαφορά έθετε ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί του ακολούθου ερωτήματος:
"'Εχουν οι κοινοτικές διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, και του παραρτήματος ΙΙ, σημείο VIII, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 136/66 του Συμβουλίου, καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3472/75 της Επιτροπής, την έννοια ότι, υπό το πρίσμα των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, η αξία του παρθένου ελαιολάδου lampante, το οποίο βρίσκεται στην παρέμβαση απ' όπου αφαιρείται διά κλοπής, πρέπει να καθορίζεται, λαμβανομένων υπόψη των αφαιρεθεισών ποσοτήτων, βάσει της τιμής που έχει καθοριστεί - για την περίοδο κατά την οποία συνέβη η κλοπή και με τις προβλεπόμενες μηνιαίες προσαυξήσεις - για το παρθένο ελαιόλαδο lampante οξύτητας 1 ή οξύτητας ίσης προς την ελαχίστη οξύτητα που κατεγράφη, στην οικεία αποθήκη, κατά την περίοδο στην οποία ανάγεται το κλαπέν έλαιο ή μήπως η εν λόγω αξία πρέπει να καθορίζεται δι' ειδικής και συγκεκριμένης αναγωγής στην τιμή η οποία καταβλήθηκε κατά τον χρόνο της παραδόσεως της κλαπείσας ποσότητας και ποιότητας ή, περαιτέρω, βάσει κάποιου άλλου κριτηρίου πέραν των προεκτεθέντων;"
5 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς το νομοθετικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχείρηματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
6 Πρέπει να τονιστεί ότι, δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημά του στα πλαίσια υποθέσεως επί της οποίας η κοινοτική νομοθεσία έχει εφαρμογή μόνον μέσω συμβατικής ρήτρας που συναποδέχθηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, τίθεται το ζήτημα αν το Δικαστήριο επελήφθη εγκύρως της υποθέσεως.
7 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/88 και C-197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. Ι-3783), όπου εξετάστηκε το ζήτημα αν το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ αποκλείει από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αναφέρονται σε κοινοτική διάταξη, ειδικότερα δε στην περίπτωση όπου το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στη διάταξη αυτή προκειμένου να προσδιορίσει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται σε καθαρά εσωτερική του κατάσταση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κοινοτική έννομη τάξη έχει πρόδηλο συμφέρον, προκειμένου να αποφεύγονται ενδεχόμενες αποκλίσεις ως προς την ερμηνεία, να ερμηνεύεται κατά τρόπο ενιαίο κάθε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες εφαρμόζεται.
8 Δεδομένου ότι η εν λόγω συμβατική ρήτρα παραπέμπει στο περιεχόμενο των κοινοτικών κανόνων για τον προσδιορισμό των ορίων ενδεχομένης χρηματικής ευθύνης ενός των μερών, τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αποφανθεί, με προδικαστική απόφαση, ως προς την ερμηνεία αυτών των κανόνων.
9 Επομένως, συνάγεται ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
10 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, με την απάντησή του στο εθνικό δικαστήριο, να λάβει υπόψη την οικονομία της συμβάσεως ή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες προσδιορίζουν και την έκταση των συμβατικών υποχρεώσεων. Η τήρηση των ορίων στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, τα οποία μπορούν να καθορίζουν το εθνικό δίκαιο και η σύμβαση, εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως του εθνικού δικαστηρίου.
Επί της ουσίας
11 Πρωτ' απ' όλα, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 35 του προμνησθέντος κανονισμού 136/66,
"με την επιφύλαξη της εναρμονίσεως των νομοθεσιών που αφορούν τα ελαιόλαδα που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή, τα κράτη μέλη αποδέχονται για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις συναλλαγές με τρίτες χώρες, εξαιρέσει των εξαγωγών προς αυτές, τις ονομασίες και τους ορισμούς των ελαιολάδων που προβλέπονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού".
12 Το εν λόγω παράρτημα προβλέπει, λαμβάνοντας υπόψη τόσο οργανοληπτικά κριτήρια όσο και τις διαφορές του βαθμού οξύτητας, τέσσερις κατηγορίες παρθένου ελαιολάδου: εξαιρετικό, εκλεκτό, κουράντε (ημι-φίνο) και μειονεκτικό (lampante). Η τελευταία κατηγορία ορίζεται ως εξής:
"ελαιόλαδο μειονεκτικό, ελαττωματικής γεύσεως ή του οποίου η περιεκτικότητα σε ελεύθερα λιπαρά οξέα, εκφραζομένη σε ελαϊκό οξύ, είναι ανώτερη των 3,3 γραμμαρίων ανά 100 γραμμάρια".
13 Το άρθρο 3 του προμνησθέντος κανονισμού 3472/85 της Επιτροπής προβλέπει, στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, ότι η τιμή αγοράς στην παρέμβαση
"είναι αυτή που ισχύει την ημέρα της παραδόσεως (...), και αφού ληφθούν υπόψη οι προσαυξήσεις και μειώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
Η προσαρμογή της τιμής αγοράς διενεργείται εφαρμόζοντας στην τιμή παρεμβάσεως τις προσαυξήσεις και μειώσεις που αναγράφονται στο παράρτημα (...)".
14 'Οσον αφορά το παρθένο μειονεκτικό (lampante) ελαιόλαδο, το εν λόγω παράρτημα προβλέπει μείωση 8,14 ECU για το ελαιόλαδο του οποίου ο βαθμός οξύτητας είναι ίσος με 1 και αύξηση της μειώσεως αυτής κατά 0,32 ή 0,35 ECU για κάθε επιπλέον δέκατο βαθμού οξύτητας, ανάλογα με το αν η οξύτητα του εν λόγω ελαίου είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη των 8 βαθμών.
15 Εντός αυτού του κανονιστικού πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί το σημείο VIII του παραρτήματος ΙΙ του προμνησθέντος κανονισμού 3247/81, όπως τροποποιήθηκε, κατά το οποίο
"για την εφαρμογή των διατάξεων των σχετικών με τις ποσότητες που χάνονται λόγω κλοπής ή άλλων ζημιών που προκύπτουν από συγκεκριμένες αιτίες, χρησιμοποιείται η τιμή παρεμβάσεως για την οικεία ποιότητα, προσαυξημένη καθόλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις".
16 Η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι ο όρος "ποιότητα", που περιέχεται στη διάταξη αυτή, παραπέμπει στις τέσσερις κατηγορίες ελαιολάδου (εξαιρετικό, εκλεκτό, κουράντε και μειονεκτικό) που μνημονεύονται στο παράρτημα του προαναφερθέντος κανονισμού 136/66, χωρίς να υπάρχει λόγος να γίνει διάκριση, στα πλαίσια εκάστης κατηγορίας, ανάλογα με τον βαθμό οξύτητας του εν λόγω ελαίου.
17 Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Μολονότι τα προβλεπόμενα τέσσερα είδη αποτελούν ποιοτικές κατηγορίες, ουδαμώς έπεται ότι είναι οι μόνες στις οποίες μπορεί να γίνεται παραπομπή για την αξιολόγηση της ποιότητας του ελαίου κατά την έννοια του σημείου VIII του παραρτήματος ΙΙ του προμνησθέντος κανονισμού 3247/81.
18 Ο ισχυρισμός αυτός επιρρωννύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, ορίζει ότι η τιμή αγοράς του ελαιολάδου που προσφέρεται στην παρέμβαση
"(...) προσαρμόζεται δι' εφαρμογής πίνακα προσαυξήσεων και μειώσεων εάν η ονομασία ή η ποιότητα του ελαίου που προσφέρεται στην παρέμβαση δεν ανταποκρίνεται προς εκείνη για την οποία έχει καθορισθεί η τιμή παρεμβάσεως"
και ότι το παράρτημα του προμνησθέντος κανονισμού 3472/85 προβλέπει, υπό τον τίτλο "Ονομασία και ποιότητα κατά την έννοια του παραρτήματος του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ", τις αυξήσεις της εφαρμοστέας μειώσεως στις οποίες έχει ήδη γίνει αναφορά.
19 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, όσον αφορά το παρθένο μειονεκτικό (lampante) ελαιόλαδο, ο βαθμός οξύτητας είναι καθοριστικό στοιχείο της "οικείας ποιότητας" αυτού του είδους ελαιολάδου, για την εφαρμογή του σημείου VIII του παραρτήματος ΙΙ του προμνησθέντος κανονισμού 3247/81.
20 Επομένως, η αξία των ποσοτήτων παρθένου μειονεκτικού ελαιολάδου που εκλάπησαν πρέπει να υπολογιστεί πολλαπλασιάζοντας τις αφαιρεθείσες ποσότητες με την τιμή αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας κατά τη διάρκεια της οποίας διεπράχθη ή διαπιστώθηκε η κλοπή, προσθέτοντας όλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις, για την κατηγορία του εν λόγω ελαίου με βαθμό οξύτητας αντίστοιχο του βαθμού οξύτητας των αφαιρεθεισών ποσοτήτων.
21 Πρέπει να προστεθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση ο ακριβής υπολογισμός του βαθμού οξύτητας των ποσοτήτων που εκλάπησαν αποτελεί πραγματικό ζήτημα επί του οποίου αποφαίνεται το εθνικό δικαστήριο.
22 Εντούτοις, η αρχή κατά την οποία, όσον αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, το βάρος αποδείξεως φέρει ο ισχυριζόμενος ότι δικαιούται χρηματοδοτήσεως (βλ. τελευταία την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-335/87, Συλλογή 1990, σ. Ι-2875) επάγεται ότι, στην περίπτωση που ουδέν αποδεικτικό στοιχείο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του βαθμού οξύτητας του κλαπέντος ελαίου, η αξία του πρέπει να υπολογιστεί εφαρμόζοντας την τιμή αγοράς που αντιστοιχεί στον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας του ελαίου που αποθεματοποιήθηκε, κατά την οικεία περίοδο εμπορίας, στην αποθήκη όπου διεπράχθη η κλοπή.
23 Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981, και το παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, έχουν την έννοια ότι, για την κατάρτιση των ετησίων λογαριασμών για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως υπό μορφή αποθεματοποιήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, η αξία των ποσοτήτων παρθένου ελαιολάδου lampante που λείπουν λόγω κλοπής πρέπει να προσδιορίζεται πολλαπλασιάζοντας τις αφαιρεθείσες ποσότητες επί την τιμή αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η κλοπή, προσαυξημένη καθόλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις που εφαρμόζονται σε ένα τύπο ελαιολάδου που έχει βαθμό οξύτητας ίσον προς τον βαθμό οξύτητας των αφαιρεθεισών ποσοτήτων ή, οσάκις ουδέν αποδεικτικό στοιχείο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του βαθμού οξύτητας του κλαπέντος ελαιολάδου, εφαρμόζοντας την τιμή αγοράς που αντιστοιχεί στον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας του ελαίου που αποθεματοποιήθηκε, κατά την οικεία περίοδο εμπορίας, στην αποθήκη όπου διεπράχθη η κλοπή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 11ης Δεκεμβρίου 1990 το Corte d' appello di Roma, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3247/81 του Συμβουλίου, της 9ης Νοεμβρίου 1981, περί της χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, ορισμένων μέτρων παρεμβάσεως, και ιδίως εκείνων που συνίστανται στην αγορά, αποθεματοποίηση και πώληση γεωργικών προϊόντων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, και το παράρτημα ΙΙ, σημείο VIII, του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2632/85 του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, έχουν την έννοια ότι, για την κατάρτιση των ετησίων λογαριασμών για τη χρηματοδότηση των μέτρων παρεμβάσεως υπό μορφή αποθεματοποιήσεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, η αξία των ποσοτήτων παρθένου ελαιολάδου lampante που λείπουν λόγω κλοπής πρέπει να προσδιορίζεται πολλαπλασιάζοντας τις αφαιρεθείσες ποσότητες επί την τιμή αγοράς που ίσχυε κατά την περίοδο εμπορίας κατά την οποία διαπράχθηκε ή διαπιστώθηκε η κλοπή, προσαυξημένη καθόλες τις μηνιαίες προσαυξήσεις που εφαρμόζονται σε έναν τύπο ελαιολάδου που έχει βαθμό οξύτητας ίσον προς τον βαθμό οξύτητας των αφαιρεθεισών ποσοτήτων ή, οσάκις ουδέν αποδεικτικό στοιχείο καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό του βαθμού οξύτητας του κλαπέντος ελαιολάδου, εφαρμόζοντας την τιμή αγοράς που αντιστοιχεί στον χαμηλότερο βαθμό οξύτητας του ελαίου που αποθεματοποιήθηκε, κατά την οικεία περίοδο εμπορίας, στην αποθήκη όπου διεπράχθη η κλοπή.
Full & Egal Universal Law Academy