Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Παροχές - Εθνικές διατάξεις που απαγορεύουν τη σώρευση - Δικαίωμα που γεννάται δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας - Εφαρμογή - 'Ορια - Κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, περιλαμβανομένων και των διατάξεών της που απαγορεύουν τη σώρευση, ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1408/71, άρθρα 12 PAR 2, και 46)
Περίληψη
Το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 επιβάλλει στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους την υποχρέωση, όταν αυτός υπολογίζει τη σύνταξη που οφείλει να χορηγήσει στον διακινούμενο εργαζόμενο λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, να συγκρίνει τις παροχές που οφείλονται στον εργαζόμενο κατ' εφαρμογή μόνο του εθνικού δικαίου με αυτές που του οφείλονται κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και να του χορηγήσει την υψηλότερη παροχή.
Προς τούτο, για τον υπολογισμό της παροχής που οφείλεται δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας του, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να εφαρμόσει μόνο τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις ενώ για τον υπολογισμό της παροχής που οφείλει δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, δεν πρέπει να λάβει υπόψη τις εθνικές απαγορεύεουσες τη σώρευση διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, αλλά να διορθώσει, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, το ποσό της οφειλομένης παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3.
A/t
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-90/91 και C-91/91,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του cour du travail de Liege (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των δικών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Office national des pensions (ONP)
και
Emidio Di Crescenzo
και μεταξύ
Office national des pensions (ONP)
και
Angela Casagrande, χήρα Romeo Βarel,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- το Office national des pensions, εκπροσωπούμενο από τον R. Masyn, διευθύνοντα σύμβουλο,
- ο Di Crescenzo και η Casagrande, εκπροσωπούμενοι από τον J. Raskin, δικηγόρο Λιέγης,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Office national des pensions, εκπροσωπηθέντος από τον Lheureux, γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου, του Di Crescenzo και της Casagrande και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Απριλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1991, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 12 Μαρτίου του ίδιου έτους, το cour du travail της Λιέγης υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δικών μεταξύ του Office national des pensions (Εθνικό Ταμείο Συντάξεων, στο εξής: ΟΝΡ) και των Emidio Di Crescenzo αφενός και Angela Casagrande αφετέρου, σχετικά με τον υπολογισμό από το ΟΝΡ της συντάξεως του Di Crescenzo και της συντάξεως επιζώντος της Casagrande.
3 'Οπως προκύπτει από τις δικογραφίες που διαβίβασε στο Δικαστήριο το εθνικό δικαστήριο, ο Di Crescenzo, Ιταλός υπήκοος, εργάστηκε στο Βέλγιο ως εργάτης ορυχείου επί 27 έτη. Προηγουμένως είχε εργαστεί στην Ιταλία ως μισθωτός ή είχε ασκήσει εξομοιουμένη δραστηριότητα επί διακόσιες πενήντα έξι εβδομάδες.
4 Την 1η Απριλίου 1975 ο Di Crescenzo απέκτησε δικαίωμα πλήρους βελγικής συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ως εργάτης ορυχείου, που του χορηγήθηκε από τον αρμόδιο βελγικό φορέα, το Office national des pensions pour travailleurs salaries (στο εξής: ONPTS). Το δικαίωμα αυτό στηρίχθηκε σε 27 έτη πραγματικής εργασίας που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος στο Βέλγιο συν τρία πλασμαστικά έτη που του αναγνωρίστηκαν δυνάμει των βελγικών διατάξεων, οι οποίες διέπουν τις συντάξεις των εργατών ορυχείου.
5 Από 1ης Ιουλίου 1980 ο Di Crescenzo απέκτησε επίσης δικαίωμα για ιταλική σύνταξη. Το ONPTS, στηριζόμενο στις βελγικές διατάξεις που απαγορεύουν τη σώρευση και λαμβάνοντας υπόψη τα έτη για τα οποία χορηγήθηκε στον ενδιαφερόμενο ιταλική σύνταξη, μείωσε, με διορθωτική απόφαση που κοινοποιήθηκε στις 17 Μαΐου 1985, τον αριθμό των πλασματικών ετών που αναγνωρίσθηκαν στον Di Crescenzo και συνεπώς το ποσό της συντάξεώς του από 1ης Ιουλίου 1980.
6 Η Casagrande είναι χήρα του Barel, οποίος απεβίωσε στις 16 Ιανουαρίου 1983. Σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία, το ONPTS υπολόγισε τη σύνταξη επιζώντος της Casagrande με βάση τη σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου που θα δικαιούτο ο σύζυγός της. Ο Barel, Ιταλός υπήκοος, εργάστηκε στο Βέλγιο ως εργάτης ορυχείου επί 21 έτη. Προηγουμένως είχε εργαστεί στην Ιταλία ως μισθωτός ή είχε ασκήσει εξομοιουμένη δραστηριότητα επί 14 έτη.
7 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1983 αναγνωρίστηκε προσωρινά στην Casagrande το δικαίωμα πλήρους συντάξεως επιζώντος μισθωτού. Το δικαίωμα αυτό στηρίχθηκε στα 21 έτη πραγματικής εργασίας που είχε συμπληρώσει ο σύζυγός της στο Βέλγιο ως εργάτης ορυχείου στα οποία προστέθηκαν τα 14 έτη τεκμαιρομένης απασχολήσεως υπό την ιδιότητα του μισθωτού που του αναγνωρίστηκαν δυνάμει των διατάξεων της βελγικής νομοθεσίας περί συντάξεως μισθωτών.
8 Το ONPTS, με οριστική απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1986 και στηριζόμενο στις απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας και λαμβάνοντας υπόψη τα έτη για τα οποία η ενδιαφερομένη είχε δικαίωμα ιταλικής συντάξεως επιζώντος, μείωσε τον αριθμό των ετών τεκμαιρομένης απασχολήσεως που είχε αναγνωρίσει αρχικά στον Barel και κατά συνέπεια το ποσό της συντάξεως που χορήγησε στην Casagrande.
9 Ο Di Crescenzo και η Casagrande προσέφυγαν στο tribunal de travail της Λιέγης κατά των αποφάσεων της 17ης Μαΐου 1985 και της 12ης Οκτωβρίου 1984 και υποστήριξαν ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71 δεν επιτρέπει την εφαρμογή στους κοινοτικούς υπηκόους εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν τη σώρευση. Το tribunal δέχθηκε τις προσφυγές τους και τους αναγνώρισε δικαίωμα πλήρους συντάξεως.
10 Το ΟΝΡ που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ONPTS, συμφώνησε για τη χορήγηση πλήρους συντάξεως στον Di Crescenzo μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1980, λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο ότι η βελγική νομοθεσία δεν περιελάμβανε τότε καμιά διάταξη απαγορεύουσα τη σώρευση. 'Ασκησε πάντως έφεση ενώπιον του cour du travail της Λιέγης κατά της αποφάσεως του tribunal όσον αφορά το ζήτημα του υπολογισμού της συντάξεως του Di Crescenzo από 1ης Ιανουαρίου 1981 και κατά της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίστηκε υπέρ της Casagrande δικαίωμα πλήρους συντάξεως επιζώντος.
11 Το cour du travail της Λιέγης, εκτιμώντας ότι ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, ακριβώς όμοια και στις δύο υποθέσεις:
1. Στην περίπτωση χορηγήσεως παροχής δυνάμει μόνο της βελγικής νομοθεσίας (εν προκειμένω πλήρους συντάξεως), πρέπει να εφαρμοστεί το σύνολο των διατάξεων του άρθρου 46 του κανονισμού, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 3, προκειμένου να ρυθμιστεί η σώρευση με σύνταξη χορηγούμενη από άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω την Ιταλία; Εξακολουθεί να ισχύει η νομολογία Petroni;
2. Ισχύει ο ίδιος κανόνας στην περίπτωση που δεν πρόκειται για σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου, η οποία είναι ανάλογη των ετών ασφαλίσεως και των εξομοιουμένων με αυτά, αλλά για σύνταξη αναπηρίας που χορηγείται από το εθνικό ταμείο συντάξεως εργατών ορυχείου, που είναι ίδια για όλους, με διαφοροποιήσεις μόνον αναλόγως της οικογενειακής καταστάσεως;
3. Μπορεί η λόγω της εφαρμογής του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού 1408/71 εξουδετέρωση μιας εθνικής ρήτρας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως η οποία μειώνει το δικαίωμα παροχών που προσδιορίζεται βάσει μόνο των περιόδων ασφαλίσεως στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, αναλόγως του δικαιώματος παροχών της ίδιας φύσεως που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος, να επιφέρει μείωση της εθνικής παροχής κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, τη στιγμή που δεν απαιτήθηκε εφαρμογή του συστήματος του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως για την απόκτηση του δικαιώματος παροχών στο κράτος αυτό, το δε άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού είχε ως μόνο αποτέλεσμα τη διατήρηση δικαιώματος που αποκτήθηκε βάσει μόνης της εθνικής νομοθεσίας;
12 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών στην κύρια δίκη, τα της εξελίξεως της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου και του τρίτου ερωτήματος
13 Από το σκεπτικό των αποφάσεων περί παραπομπής προκύπτει ότι με αυτά τα ερωτήματα, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους οφείλει να εφαρμόσει το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 στο σύνολό του, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 3, στην περίπτωση όπου ένας διακινούμενος εργαζόμενος έχει δικαίωμα πλήρους συντάξεως δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας και αν, υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 12, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού εξουδετερώνει την εθνική, απαγορεύουσα τη σώρευση διάταξη, βάσει της οποίας το δικαίωμα για παροχές μειώνεται λόγω του ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη και σε άλλο κράτος μέλος.
14 Πρέπει να σημειωθεί εκ προοιμίου ότι με την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni (Rec. 1975, σ. 1149), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν θα επιτυγχανόταν αν οι εργαζόμενοι, ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, έχαναν τα πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που τους αναγνωρίζει εν πάση περιπτώσει μόνη η νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Η εφαρμογή δηλαδή της κοινοτικής ρυθμίσεως δεν μπορεί να επιφέρει μείωση των παροχών που χορηγούνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους [βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 1980, 807/90, Gravina (Rec. 1980, σ. 2205)].
15 Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι κατά πάγια νομολογία (βλ. πλέον πρόσφατα την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992, C-5/91, Di Prinzio (Συλλογή 1992, σ. Ι-0000), όταν ο διακινούμενος εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν απαγορεύουν την εφαρμογή στην περίπτωσή του της εθνικής αυτής νομοθεσίας στο σύνολό της, περιλαμβανομένων και των απαγορευουσών τη σώρευση διατάξεων.
16 Από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι, αν η εφαρμογή μόνης της νομοθεσίας του συγκεκριμένου κράτους μέλους αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από το κοινοτικό σύστημα του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού στο σύνολό τους.
17 Κατά συνέπεια, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να συγκρίνει τις παροχές που οφείλονται κατ' εφαρμογή μόνο του εθνικού δικαίου περιλαμβανομένων και των απαγορευουσών τη σώρευση διατάξεών του, με παροχές που θα οφείλονταν κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένου και του απαγορευτικού της σωρεύσεως κανόνα του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, και να χορηγήσει στον διακινούμενο εργαζόμενο την υψηλότερη παροχή.
18 Δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, οι διατάξεις περί μειώσεως, που προβλέπει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους, δεν εφαρμόζονται οσάκις ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει παροχές γήρατος της ίδιας φύσεως που καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του ίδιου κανονισμού.
19 Ο υπολογισμός του ποσού των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 γίνεται σε τρία στάδια. Πρώτον, ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει την καλούμενη "αυτοτελή" παροχή σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού. Δεύτερον, υπολογίζει, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, το ποσό της παροχής "κατόπιν αναλογικού επιμερισμού" σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Τρίτον, ο αρμόδιος φορέας συγκρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη φράση, την αυτοτελή παροχή με την παροχή που προκύπτει κατόπιν αναλογικού επιμερισμού και επιλέγει την υψηλότερη. Τέταρτον, εφαρμόζει τον κοινοτικό κανόνα που απαγορεύει τη σώρευση, δηλαδή το άρθρο 46, παράγραφος 3.
20 Κατά το πρώτο στάδιο, δηλαδή για τον υπολογισμό της αυτοτελούς παροχής, ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει κατά την οικεία νομοθεσία το ποσό της παροχής που αναλογεί στη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει της νομοθεσίας αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, δεν εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις περί μειώσεως.
21 Πρέπει να σημειωθεί επ' αυτού ότι μια εθνική διάταξη που μειώνει τα πρόσθετα έτη πλασματικής απασχολήσεως, που μπορούν να αναγνωριστούν υπέρ του εργαζομένου κατά τον αριθμό των ετών για τα οποία ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη σε άλλο κράτος μέλος, αποτελεί ρήτρα περί μειώσεως κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 (βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992, Di Prinzio, όπ.π).
22 Κατά συνέπεια, όταν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους αναγνωρίζει δικαίωμα πλήρους συντάξεως, κατόπιν προσθήκης ορισμένου αριθμού πλασματικών ή τεκμαιρομένων ετών στην πραγματική ή εξομοιουμένη περίοδο απασχολήσεως και αποκλειομένης της εφαρμογής οποιασδήποτε εθνικής διατάξεως περί μειώσεως, η αυτοτελής παροχή που οφείλεται βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ισούται με την πλήρη σύνταξη.
23 Το δεύτερο στάδιο, δηλαδή ο υπολογισμός της παροχής δι' αναλογικού επιμερισμού, γίνεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 2, σημείο α, του κανονισμού 1408/71, το θεωρητικό ποσό της παροχής. Σε δεύτερη φάση υπολογίζει, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β, το πραγματικό ποσό της παροχής.
24 Κατά το άρθρο 46, παράγραφος 2, σημείο α, το θεωρητικό ποσό της παροχής είναι αυτό που θα μπορούσε να αξιώσει ο εργαζόμενος αν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως που συμπλήρωσε σε πλείονα κράτη μέλη είχαν συμπληρωθεί στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας κατά τον χρόνο της εκκαθαρίσεως της παροχής.
25 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι το άρθρο 46, παράγραφος 2, σημείο γ, προβλέπει ότι το σύνολο των περιόδων ασφαλίσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μεγίστη διάρκεια που απαιτεί, για την αναγνώριση δικαιώματος πλήρους παροχής, η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο εξαρτάται ο φορέας που πραγματοποιεί τον υπολογισμό. Επομένως, οσάκις ο εργαζόμενος δικαιούται πλήρους συντάξεως δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, χωρίς να επικαλείται συνυπολογισμό των περιόδων που συμπλήρωσε υπό τις νομοθεσίες άλλων κρατών μελών, ο συνυπολογισμός των περιόδων αυτών δεν είναι αναγκαίος για τη συμπλήρωση των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία του κράτους μέλους ενόψει της αποκτήσεως του δικαιώματος παροχών. Στην περίπτωση αυτή ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής χωρίς να λάβει υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε ο εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος.
26 Σημειωτέον εν συνεχεία ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 46, παράγραφος 2, σημείο α, του κανονισμού 1408/71, ο αρμόδιος φορέας εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία στο σύνολό της. Αν επομένως η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι η παροχή υπολογίζεται βάσει όχι μόνο των περιόδων πραγματικής ή εξομοιουμένης απασχολήσεως, αλλά και βάσει ορισμένου αριθμού πλασματικών ή τεκμαιρομένων ετών, τα έτη αυτά πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού της παροχής.
27 Πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, ο αρμόδιος φορέας οφείλει, κατά τον υπολογισμού του θεωρητικού ποσού, να μη λάβει υπόψη καμιά εθνική διάταξη περί μειώσεως. Επομένως, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το θεωρητικό ποσό της συντάξεως ισούται με το ποσό της πλήρους συντάξεως που οφείλεται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
28 Κατά το άρθρο 46, παράγραφος 2, σημείο β, του κανονισμού 1408/71, ο υπολογισμός του πραγματικού ποσού της παροχής γίνεται βάσει του θεωρητικού ποσού που υπολογίστηκε προηγουμένως και κατ' αναλογία προς τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας, σε σχέση προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών.
29 Από την προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση Di Prinzio προκύπτει ότι σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση στις κύριες δίκες, όπου η εθνική νομοθεσία αναγνωρίζει πλασματικές ή τεκμαιρόμενες περιόδους, προγενέστερες της επελεύσεως του κινδύνου, αυτές οι πλασματικές ή τεκμαιρόμενες περίοδοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του πραγματικού ποσού κατόπιν αναλογικού επιμερισμού.
30 Το τρίτο στάδιο συνίσταται στη σύγκριση μεταξύ της αυτοτελούς παροχής και της παροχής που προκύπτει κατόπιν αναλογικού επιμερισμού με στόχο να προσδιοριστεί το υψηλότερο ποσό. Επ' αυτού αρκεί να σημειωθεί ότι, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, όπου το θεωρητικό ποσό της παροχής ισούται με το ποσό της αυτοτελούς παροχής, το ποσό της παροχής που προκύπτει κατόπιν αναλογικού επιμερισμού είναι κατ' ανάγκη χαμηλότερο του ποσού της αυτοτελούς παροχής. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει ευνοϊκότερο για τον εργαζόμενο αποτέλεσμα.
31 Το τέταρτο στάδιο είναι η εφαρμογή του κοινοτικού κανόνα που απαγορεύει τη σώρευση. Ο αρμόδιος φορέας οφείλει δηλαδή να ελέγξει μήπως το άθροισμα όλων των παροχών, αυτοτελών ή υπολογιζομένων κατόπιν αναλογικού επιμερισμού, τις οποίες μπορεί να λάβει ο εργαζόμενος, υπερβαίνει το ανώτατο όριο που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 3, δηλαδή το υψηλότερο θεωρητικό ποσό. Ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις, όπως οι περιπτώσεις στις κύριες δίκες, όπου το θεωρητικό ποσό ισούται με το ποσό της πλήρους παροχής η οποία οφείλεται δυνάμει μόνης της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους [βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C-199/88, Cabras (Συλλογή 1990, σ. Ι-1023)].
32 Αν το εν λόγω άθροισμα υπερβαίνει το ανώτατο όριο, ο αρμόδιος φορέας πρέπει να εφαρμόσει τη μείωση που προβλέπει το άρθρο 46, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1408/71 και δη αποκλείοντας την εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως περί μειώσεως (βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992, Di Prinzio, όπ.π.).
33 Οσάκις ένας μόνο φορέας χορηγεί αυτοτελή παροχή, οφείλει να τη μειώσει κατά το ποσό κατά το οποίο το άθροισμα αυτής και των παροχών που υπολογίζονται κατόπιν αναλογικού επιμερισμού υπερβαίνει το υψηλότερο θεωρητικό ποσό [βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 323/86, Collini (Συλλογή 1987, σ. 5489)].
34 Αφού προβεί στον κατά το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 υπολογισμό, ο αρμόδιος φορέας οφείλει, όπως προελέχθη στη σκέψη 16 της παρούσας απόφασης, να συγκρίνει το ποσό της παροχής που οφείλεται κατ' εφαρμογή μόνης της εθνικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων και των διατάξεων περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως που περιλαμβάνει αυτή με το ποσό της παροχής που οφείλεται κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο σύνολό του, περιλαμβανομένων και των απαγορεουσών τη σώρευση διατάξεών του. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή παρά μόνο εάν καθιστά δυνατή τη χορήγηση στον διακινούμενο εργαζόμενο μιας παροχής που είναι τουλάχιστον ισόποση προς αυτή που οφείλεται δυνάμει μόνης της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας (βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, Cabras, όπ.π.).
35 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο πρώτο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι τα άρθρα 46 και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι, για τον προσδιορισμό παροχής που οφείλεται δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, ο αρμόδιος φορέας πρέπει να εφαρμόζει μόνο τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις. Αντιθέτως, για τον υπολογισμό παροχής που οφείλεται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ο αρμόδιος φορέας δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, αλλά να διορθώνει, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, το ποσό της οφειλομένης παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3. Ο εργαζόμενος δικαιούται το υψηλότερο από τα ποσά που προκύπτουν από τους υπολογισμούς αυτούς.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
36 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία καθώς και από τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι των διαδίκων της κύριας δίκης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το δεύτερο ερώτημα που αφορά το σύστημα το οποίο διέπει τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας από το εθνικό ταμείο συντάξεων εργατών ορυχείου είναι άσχετο με τις διαφορές στο πλαίσιο των οποίων υποβλήθηκε ή αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο δεν έχει παράσχει κάποια άλλη διευκρίνιση, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με δύο αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1991 το cour de travail της Λιέγης, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 46 και 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι, για τον προσδιορισμό παροχής που οφείλεται δυνάμει μόνης της εθνικής νομοθεσίας, ο αρμόδιος φορέας πρέπει να εφαρμόζει μόνο τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις. Αντιθέτως, για τον υπολογισμό παροχής που οφείλεται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ο αρμόδιος φορέας δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εθνικές απαγορεύουσες τη σώρευση διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, αλλά να διορθώνει, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, το ποσό της οφειλομένης παροχής, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3. Ο εργαζόμενος δικαιούται το υψηλότερο από τα ποσά που προκύπτουν από τους υπολογισμούς αυτούς.
Full & Egal Universal Law Academy