Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή κατά παραβάσεως * Αντικείμενο της διαφοράς * Προσδιορίζεται κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία * Τυπική απλώς προσαρμογή των αιτιάσεων μετά την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης, λόγω τροποποιήσεως της εθνικής νομοθεσίας * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
2. Προσφυγή κατά παραβάσεως * Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο * Δεν ισχύει η αρχή "de minimis"
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
3. Προσφυγή κατά παραβάσεως * Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο * Ποια κατάσταση λαμβάνεται υπόψη * Η κατάσταση που ίσχυε κατά τη λήξη της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
4. Φορολογικές διατάξεις * Εσωτερικοί φόροι * Σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας των επιβατικών αυτοκινήτων * Εφαρμογή στα εισαγόμενα ιδιωτικά αυτοκίνητα φορολογικού συντελεστή υψηλότερου από εκείνον που εφαρμόζεται στα εγχωρίας κατασκευής * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 95)
Περίληψη
1. Ναι μεν είναι αληθές ότι το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή και ότι, κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στις αυτές αιτιάσεις, η επιταγή αυτή όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Ειδικότερα, οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί το σύστημα εκείνο, το οποίο είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που εβάλλετο κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, να διατηρήθηκε, ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά, και με τα νέα μέτρα τα οποία θέσπισε το κράτος μέλος μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή.
2. Άπαξ, στο πλαίσιο προσφυγής του άρθρου 169 της Συνθήκης, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει παράβαση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη από τη Συνθήκη, η παράβαση αυτή υφίσταται ανεξάρτητα από τη συχνότητα και την έκταση των επικρινομένων καταστάσεων.
3. Στο πλαίσιο προσφυγής του άρθρου 169 της Συνθήκης, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανιζόταν κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας κατά συνέπεια, οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
4. Παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης το κράτος μέλος που * χάριν προστασίας της εγχώριας παραγωγής * εφαρμόζει στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη συντελεστές του βαρύνοντος τα οχήματα αυτά ειδικού φόρου κατανάλωσης ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας τα οποία παράγονται ή συναρμολογούνται εντός της επικρατείας του.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-105/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη αρχικά μεν από τον D. Calleja και τη Μ. Πατακιά, μέλη της νομικής υπηρεσίας, στη συνέχεια δε από τον D. Calleja και τον Θ. Μαργέλλο, εθνικό εμπειρογνώμονα απεσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον R. Hayder, εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον Π. Μυλωνόπουλο, δικηγόρο, νομικό συνεργάτη της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ελληνική πρεσβεία, Val Sainte Croix, 117,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης αυτοκινήτων ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει στα παραγόμενα ή συναρμολογούμενα στην Ελλάδα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιουνίου 1992, κατά την οποία η Ελληνική Δημοκρατία εκπροσωπήθηκε από τον Ν. Μαυρίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Απριλίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης αυτοκινήτων ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει στα παραγόμενα ή συναρμολογούμενα στην Ελλάδα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Ο ελληνικός νόμος 363 της 22ας Ιουνίου 1976, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1676/1986, θέσπισε, για τα επιβατικά αυτοκίνητα που είτε εισάγονται είτε συναρμολογούνται στην Ελλάδα, ειδικό φόρο κατανάλωσης, του οποίου ο συντελεστής μεταβάλλεται σε συνάρτηση προς τον κυλινδρισμό του κινητήρα του αυτοκινήτου.
3 Ο νόμος 1858 της 31ης Μαΐου 1989, ο οποίος ίσχυσε αναδρομικά από την 1η Μαρτίου 1989, μείωσε, με το άρθρο 1, τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα επιβατικά αυτοκίνητα τα λεγόμενα "νέας τεχνολογίας" ή "αντιρρυπαντικής τεχνολογίας", τα οποία ανταποκρίνονταν στα κριτήρια της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 12141 της 22ας Μαΐου 1989. Για την εφαρμογή αυτού του άρθρου 1, δεν υπήρξε καμμία διάκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων αυτοκινήτων. Εξ άλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου επεξέτεινε αυτούς τους μειωμένους συντελεστές στα επιβατικά αυτοκίνητα κλασικής τεχνολογίας που θα παράγονταν στις εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990, καθώς και στα εισαγόμενα αυτοκίνητα κλασικής τεχνολογίας. Ως προς αυτά τα τελευταία όμως, η εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών εξαρτήθηκε από την προϋπόθεση ότι αυτά θα είχαν εκτελωνισθεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 1989 και ότι μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1989 είχαν τηρηθεί οι ακόλουθες προϋποθέσεις: πρώτον, ότι είχε ανοιχθεί ενέγγυα ανέκκλητη πίστωση για ολόκληρο ή για μέρος του τιμήματός τους δεύτερον, ότι είχαν φορτωθεί ή είχαν διέλθει τα σύνορα της χώρας από την οποία προέρχονταν, εφόσον επρόκειτο για μεταφορά με ίδια μέσα τρίτον, ότι είχαν κομιστεί στη χώρα και, τέταρτον, ότι οι εισαγωγείς τους είχαν αποδεδειγμένα αποκτήσει την κυριότητά τους στο εξωτερικό και ότι είχαν εισαχθεί χωρίς συναλλαγματικές διατυπώσεις.
4 Με επιστολή της 14ης Δεκεμβρίου 1989, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι θεωρούσε τη ρύθμιση αυτή αντίθετη προς το άρθρο 95 της Συνθήκης και την κάλεσε να τις υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός μηνός.
5 Μη ικανοποιηθείσα από την απάντηση που της είχε δώσει η Ελληνική Κυβέρνηση, η Επιτροπή διατύπωσε, στις 16 Μαρτίου 1990, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επαναλάμβανε την αιτίαση που είχε διατυπώσει με την έγγραφη όχληση και έταξε στην Ελληνική Κυβέρνηση προθεσμία ενός μηνός για να συμμορφωθεί προς τις κοινοτικές της υποχρεώσεις.
6 Στις 10 Μαΐου 1990, η Ελληνική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι ορισμένες διατάξεις του νόμου 1858/1989 είχαν τροποποιηθεί και καταργηθεί με τον νόμο 1882 της 21ης Μαρτίου 1990.
7 Το τελευταίο αυτό νομοθέτημα επέφερε νέα μείωση των συντελεστών που εφαρμόζονταν στα αυτοκίνητα αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Με το άρθρο 42, παράγραφοι 4 και 5, επεξέτεινε, εξ άλλου, με μηχανισμό όμοιο με τον του νόμου 1858/1989, τους νέους συντελεστές σε όλα τα αυτοκίνητα κλασικής τεχνολογίας που θα κατασκευάζονταν από τις εγχώριες αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990. Εξ άλλου, για τα ίδια αυτά αυτοκίνητα, αυτή η ημερομηνία κατασκευής παρατάθηκε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1991, εφόσον ο κυβισμός τους ήταν κατώτερος των 1 400 cm3 και εφόσον πληρούσαν, ως προς τις εκπομπές καυσαερίων, τις λιγότερο αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζονταν για τα αυτοκίνητα κυβισμού μεγαλυτέρου ή ίσου των 1 400 cm3 και μικροτέρου ή ίσου των 2 000 cm3.
8 Τα εισαγόμενα αυτοκίνητα συμβατικής τεχνολογίας υποβλήθηκαν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42, παράγραφος 6, του νέου νόμου, στους, ούτως ή άλλως, λιγότερο ευνοϊκούς συντελεστές που παλαιότερα προβλέπονταν στο άρθρο 1 του νόμου 1858/1989, μόνον όμως εφόσον είχαν κομιστεί στη χώρα μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου 1990 και θα εκτελωνίζονταν μέχρι τις 30 Απριλίου 1990. Ως προς αυτά, επομένως, ο νόμος 1858/1989 εξακολούθησε να ισχύει.
9 Με δικόγραφο της 28ης Ιανουαρίου 1991, η Επιτροπή άσκησε τότε την υπό κρίση προσφυγή. Στα τμήματα που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά και τη νομική θεμελίωση της προσφυγής της, γίνεται αναφορά τόσο στον νόμο 1882/1990 όσο και στον νόμο 1858/1989. Στο αιτητικό, αντιθέτως, ουδεμία μνεία νόμου γίνεται.
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς η εθνική νομοθεσία, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι αιτιάσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
11 Η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι διατάξεις του νόμου 1882/1990, κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή, δεν είχαν επικριθεί κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο. Φρονεί, επομένως, ότι υπάρχει παράβαση του άρθρου 169 της Συνθήκης και ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
12 Ναι μεν είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, και ότι, κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στις αυτές αιτιάσεις (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 4343).
13 Η επιταγή αυτή όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να επιβάλλει, σε κάθε περίπτωση, πλήρη σύμπτωση μεταξύ των εθνικών διατάξεων που μνημονεύονται στην αιτιολογημένη γνώμη και εκείνων που διαλαμβάνονται στην προσφυγή. Ειδικότερα, οσάκις μεταξύ των δύο αυτών σταδίων της διαδικασίας επέρχεται νομοθετική μεταβολή, αρκεί το σύστημα εκείνο, το οποίο είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που εβάλλετο κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, να διατηρήθηκε, ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά, και με τα νέα μέτρα τα οποία θέσπισε το κράτος μέλος μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή (βλ. αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 45/64, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 173, και της 5ης Ιουλίου 1990 στην υπόθεση C-42/89, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1990, σ. I-2821).
14 Εν προκειμένω, από την αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι οι επικρίσεις τις οποίες διατύπωσε η Επιτροπή κατά το προ της ασκήσεως προσφυγής στάδιο αφορούσαν την προσωρινή εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών για τα αυτοκίνητα παραδοσιακής τεχνολογίας, αναλόγως του αν αυτά είχαν συναρμολογηθεί ή είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα. Αυτή η διαφορά συντελεστών διατηρήθηκε, αν δεν επιδεινώθηκε, με τις επίμαχες διατάξεις του νόμου 1882/1990. Όπως φαίνεται και από το αιτητικό της προσφυγής, που έχει πανομοιότυπη διατύπωση με την της αιτιολογημένης γνώμης, το σύστημα κατά του οποίου βάλλει με την υπό κρίση προσφυγή η Επιτροπή είναι επίσης το ίδιο.
15 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή, επικρίνοντας με την προσφυγή της τις διατάξεις του νόμου 1882/1990, δεν διεύρυνε το αντικείμενο της προσφυγής, ούτε παρέβη το άρθρο 169 της Συνθήκης. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
16 Η διάκριση, την οποία επισημαίνει η Επιτροπή, μεταξύ των συντελεστών που ισχύουν για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα κλασικής τεχνολογίας και των συντελεστών που ισχύουν για τα αυτοκίνητα κλασικής τεχνολογίας εγχώριας κατασκευής είναι προφανής, υπό το κράτος τόσο του νόμου 1858/1989 όσο και του νόμου 1882/1990.
17 Συγκεκριμένα, από το άρθρο 2 του νόμου 1858/1989 προκύπτει ότι τα αυτοκίνητα κλασικής τεχνολογίας που κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990 υπέκειντο στους μειωμένους συντελεστές του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, ενώ τα εισαγόμενα αυτοκίνητα της ίδιας τεχνολογίας υπέκειντο στους συντελεστές αυτούς μόνον αν εκτελωνίζονταν μέχρι τις 30 Ιουνίου 1989 και αν, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, πληρούσαν όλη τη σειρά των * πολύ περιοριστικών * προϋποθέσεων που ορίζονταν στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β'.
18 Όπως ήδη ελέχθη, αυτή η διαφορά συντελεστών διατηρήθηκε, αν δεν επιδεινώθηκε, με τις διατάξεις του νόμου 1882/1990. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή του άρθρου 42 του νόμου αυτού δημιούργησε, στην πράξη, τέσσερις κατηγορίες αυτοκινήτων κλασικής τεχνολογίας: τα αυτοκίνητα εγχώριας κατασκευής τα παραγόμενα μέχρι τις 31 Αυγούστου 1990 τα αυτοκίνητα εγχώριας κατασκευής τα παραγόμενα μετά τις 31 Αυγούστου 1990, εφόσον ήσαν κυλινδρισμού κάτω των 1 400 cm3 και πληρούσαν, όσον αφορά τις εκπομπές καυσαερίων, τις λιγότερο αυστηρές προδιαγραφές που ίσχυαν για αυτοκίνητα κυβισμού μικρότερου ή ίσου των 2 000 cm3 τα εισαγόμενα αυτοκίνητα που κομίστηκαν στην Ελλάδα πριν από τις 27 Φεβρουαρίου 1990 και εκτελωνίστηκαν μέχρι τις 30 Απριλίου 1990 και, τέλος, τα εισαγόμενα αυτοκίνητα που κομίστηκαν στη χώρα μετά τις 27 Φεβρουαρίου 1990 και εκείνα που, ασχέτως του πότε κομίστηκαν, εκτελωνίστηκαν μετά τις 30 Απριλίου 1990. Ενώ οι δύο πρώτες κατηγορίες, που περιλαμβάνουν αυτοκίνητα εγχώριας κατασκευής, υποβάλλονται στους νέους μειωμένους συντελεστές του άρθρου 37, παράγραφος 2, του νόμου 1882/1990, οι δύο άλλες κατηγορίες, που περιλαμβάνουν εισαγόμενα αυτοκίνητα, υπόκεινται σε λιγότερο ευνοϊκούς συντελεστές: για τη μεν τρίτη κατηγορία, στους συντελεστές του άρθρου 1 του νόμου 1858/1989, για τη δε τέταρτη, στους * υψηλότερους * κανονικούς συντελεστές του νόμου 363/1976, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1676/1986.
19 Η Ελληνική Κυβέρνηση προέβαλε, προς άμυνά της, τρία επιχειρήματα. Κατ' αρχάς, δεδομένου ότι η παραγωγή ελληνικών αυτοκινήτων δεν υπερβαίνει το 10 % της εγχωρίας ζητήσεως, η διάκριση δεν είναι εμφανής. Έπειτα, το άρθρο 42 του νόμου 1882/1990 είχε παύσει, στην πράξη, να εφαρμόζεται από τις 30 Απριλίου 1991. Τέλος, οι επίμαχες διατάξεις δικαιολογούνται από τη μέριμνα να αντισταθμιστεί η δυσμενέστερη ανταγωνιστική θέση της ελληνικής αυτοκινητοβιομηχανίας έναντι των κατασκευαστών των άλλων κρατών μελών και να διευκολυνθεί έτσι η προσαρμογή της στις νέες κοινοτικές προδιαγραφές που επιδιώκουν την προστασία του περιβάλλοντος.
20 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στο πρώτο επιχείρημα αρκεί να αντιλεχθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η παράβαση των υποχρεώσεων τις οποίες υπέχουν τα κράτη μέλη από τη Συνθήκη υφίσταται ανεξάρτητα από τη συχνότητα και την έκταση των επικρινομένων καταστάσεων (βλ. απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991 στην υπόθεση C-209/89, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1991, σ. I-1575, σκέψη 19).
21 Ομοίως, στο δεύτερο επιχείρημα, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη νομοθεσία έχει παύσει να εφαρμόζεται από τις 30 Απριλίου 1991, πρέπει να αντιλεχθεί ότι, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή εμφανιζόταν κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι, κατά συνέπεια, οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. I-4299). Εν προκειμένω, η επίδικη πρακτική έληξε αρκετό χρόνο μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η οποία, σημειωτέον, εκδόθηκε στις 16 Μαρτίου 1990.
22 Όσον αφορά το τρίτο επιχείρημα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αναδεικνύει τον προστατευτικό χαρακτήρα της επικρινόμενης νομοθεσίας και επιβεβαιώνει, επομένως, την παράβαση.
23 Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης αυτοκινήτων ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει στα παραγόμενα ή συναρμολογούμενα στην Ελλάδα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας στα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης αυτοκινήτων ανώτερους από εκείνους που εφαρμόζει στα παραγόμενα ή συναρμολογούμενα στην Ελλάδα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως κλασικής τεχνολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy