Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Περισσότερα από ένα κέντρα δραστηριότητας εντός της Κοινότητας - Επιθεωρητές επιχειρήσεων
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 52)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία παροχής υπηρεσιών - Εργαζόμενοι - Επιθεωρητές επιχειρήσεων - Προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος - Περιορισμοί που δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον - Επιτρέπονται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 48 και 59)
Περίληψη
1. Η επιβολή εκ μέρους κράτους μέλους απαγορεύσεως εγκαταστάσεως στο έδαφός του και ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων με το
αιτιολογικό ότι ο ενδιαφερόμενος είναι εγκατεστημένος και έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως.
2. Δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 48 και 59 της Συνθήκης το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιβάλλει, για την άσκηση του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων στο έδαφός του από πρόσωπο που έχει ήδη άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος, ορισμένες προϋποθέσεις που είναι αντικειμενικά αναγκαίες για την εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων του επαγγέλματος και αφορούν τη μονιμότητα της υποδομής που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των εργασιών του, την πραγματική παραμονή του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος αυτό και τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας, εκτός αν την τήρηση των κανόνων και προϋποθέσεων αυτών εγγυάται ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην επικράτεια αυτή και έχει άδεια διενέργειας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων εντός της επικράτειας αυτής και στην υπηρεσία του οποίου τίθεται, κατά τη διάρκεια των εργασιών του, ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει το επάγγελμα του επιθεωρητή επιχειρήσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-106/91,
η οποία έχει ως αντικείμενο αίτηση του Conseil d' Etat du Luxembourg προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Claus Ramrath
και
Ministre de la Justice,
παρισταμένου και του Institut des reviseurs d' entreprises, παρεμβαίνοντος της κυρίας δίκης,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, M. Diez de Velasco, και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας. H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Ministre de la Justice (Υπουργός Δικαιοσύνης), εκπροσωπούμενος από τον Francis Delaporte, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
- το Institut des reviseurs d' entreprises, εκπροσωπούμενο από τους Claude Kremer και Patrick Kinsch, δικηγόρους Λουξεμβούργου,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Henri Etienne, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Claus Ramrath, εκπροσωπουμένου από τον J. J. Wagner, δικηγόρο Λουξεμβούργου, του Υπουργού Δικαιοσύνης, του Institut des reviseurs d' entreprises και της Επιτροπής, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Φεβρουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 12ης Μαρτίου 1991 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 1991, το Conseil d' Etat du Luxembourg υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ramrath και του Υπουργού Δικαιοσύνης του Λουξεμβούργου (στο εξής:Υπουργός), παρισταμένου και του Institut des reviseurs d' entreprises.
3 Η διαφορά αφορά την ανάκληση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων που είχε λάβει ο Ramrath.
4 Tο επάγγελμα του επιθεωρητή (ελεγκτή) επιχειρήσεων ρυθμίζεται στο Λουξεμβούργο από τον νόμο της 28ης Ιουνίου 1984 (δημοσιευθέντα στο Memorial 1984, σ. 1346). Το άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:
"Ο νόμιμος έλεγχος των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 1 μπορεί να διενεργείται μόνο από πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
1) τα φυσικά πρόσωπα πρέπει, για νά λάβουν την άδεια, να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
a) να είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (...)
b) να παρέχουν εγγυήσεις επαγγελματικών προσόντων και τιμιότητας (...)
c) να έχουν επαγγελματική εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο.
2) Τα νομικά πρόσωπα πρέπει, για να λάβουν την άδεια, να πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1, στοιχεία a και c, καθώς και τις ακόλουθες:
a) τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν τον νόμιμο έλεγχο των εγγράφων τα οποία αφορά το άρθρο 1 για λογαριασμό του νομικού προσώπου πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις της ανωτέρω παραγράφου 1 και να έχουν εξουσία δεσμεύσεως του νομικού προσώπου
(...)
3) Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανακαλεί την άδεια των προσώπων που δεν πληρούν πλέον μία από τις ανωτέρω προϋποθέσεις (...)"
5 Κατά το άρθρο 6 του προαναφερθέντος νόμου,
"το επάγγελμα του επιθεωρητή επιχειρήσεων είναι ασυμβίβαστο προς κάθε δραστηριότητα ικανή να πλήξει την επαγγελματική ανεξαρτησία του ασκούντος αυτό. Αυτός μπορεί να τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας μόνο προς πρόσωπο το οποίο έχει λάβει άδεια διενεργείας επιθεωρήσεως επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 3".
6 Στο κοινοτικό επίπεδο, η άδεια των επιθεωρητών επιχειρήσεων αποτελεί αντικείμενο της ογδόης οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, η οποία βασίζεται στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ, της Συνθήκης ΕΟΚ και αφορά τη χορήγηση άδειας στους υπευθύνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126, σ. 20, στο εξής: όγδοη οδηγία).
7 Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
"Οι αρχές ενός κράτους μέλους χορηγούν άδεια μόνο σε πρόσωπα έντιμα τα οποία δεν ασκούν καμία δραστηριότητα ασυμβίβαστη, σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, προς τον νόμιμο έλεγχο των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1."
8 Τα άρθρα 23, 24, 25 και 26 του τμήματος ΙΙΙ, που φέρει τον τίτλο "Επαγγελματική συνείδηση και ανεξαρτησία", της ογδόης οδηγίας έχουν ως εξής:
"'Αρθρο 23
Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι τα πρόσωπα στα οποία έχουν χορηγήσει άδεια για τον νόμιμο έλεγχο των εγγράφων, που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, εκτελούν τον έλεγχο αυτό με επαγγελματική συνείδηση.
'Αρθρο 24
Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να διενεργούν νόμιμο έλεγχο, εάν δεν είναι ανεξάρτητα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους το οποίο τον επιβάλλει.
'Αρθρο 25
Τα άρθρα 23 και 24 εφαρμόζονται και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τους όρους που καθορίζονται από τα άρθρα 3 έως 19 και τα οποία διενεργούν τον νόμιμο έλεγχο των εγγράφων που αναφέρει το άρθρο 1, παράγραφος 1, στο όνομα μιας εταιρίας ελέγχου.
'Αρθρο 26
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα στα οποία έχει δοθεί άδεια υπόκεινται στις κατάλληλες κυρώσεις σε περίπτωση που δεν διενεργήσουν τον έλεγχο σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24 και 25."
9 Στις 11 Φεβρουαρίου 1985 ο Υπουργός χορήγησε στο Ramrath την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων. Ο Ramrath εργαζόταν την εποχή εκείνη ως μισθωτός στην αστική εταιρία Treuarbeit με έδρα το Λουξεμβούργο (στο εξής: Treuarbeit Luxembourg), η οποία, ως νομικό πρόσωπο, είχε επίσης λάβει την άδεια αυτή για το Λουξεμβούργο.
10 Το 1988 ο Ramrath δήλωσε ότι εργαζόταν στο εξής ως μισθωτός στην εταιρία Treuarbeit με έδρα το Duesseldorf (στο εξής: Treuarbeit Duesseldorf) στη Γερμανία και ότι η επαγγελματική του εγκατάσταση βρισκόταν στην πόλη αυτή. Ο Ramrath ναι μεν διευκρίνισε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Treuarbeit Duesseldorf είχαν λάβει άδεια διενεργείας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων από τις γερμανικές αρχές, πρόσθεσε όμως ότι η Treuarbeit Duesseldorf έπαυε να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή επάνω του μόλις η Treuarbeit Luxembourg του ζητούσε να διενεργήσει επιθεωρήσεις στο Λουξεμβούργο. H Treuarbeit Luxembourg διευκρίνισε στη συνέχεια ότι, όταν αναλάμβανε εργασίες στο Λουξεμβούργο και κατά τη διάρκεια αυτών των εργασιών, ο Ramrath ήταν πράγματι υπάλληλός της.
11 Στις 19 Μαΐου 1989, ο Υπουργός ανακάλεσε την άδεια του Ramrath για τον λόγο, αφενός, ότι είχε εμμέσως παραδεχτεί, αναφέροντας ότι η επαγγελματική του εγκατάσταση ήταν στο Duesseldorf, ότι δεν διέθετε πλέον επαγγελματική εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο c, του νόμου της 28ης Ιουνίου 1984 και, αφετέρου, ότι, εφόσον εργαζόταν ως μισθωτός στην Treuarbeit Duesseldorf, δεν πληρούσε πλέον την προϋπόθεση της επαγγελματικής ανεξαρτησίας που θέτει το άρθρο 6 του νόμου αυτού.
12 Προς στήριξη της πορσφυγής του κατά της εν λόγω αποφάσεως του Υπουργού, ο Ramrath ισχυρίζεται κυρίως ενώπιον του Conseil d' Etat du Luxembourg ότι είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως. Ο Ramrath υποστηρίζει ότι, κατά τον νόμο της 28ης Ιουνίου 1984, το γεγονός ότι ένας επιθεωρητής επιχειρήσεων εργάζεται ως μισθωτός σε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει λάβει άδεια διενεργείας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων από τις λουξεμβουργιανές αρχές συμβιβάζεται προς την επαγγελματική ανεξαρτησία, ενώ δεν επιτρέπεται να εργάζεται ο επιθεωρητής ως μισθωτός σε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει λαβει άδεια διενεργείας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων από τις αρχές άλλου κράτους μέλους, ακόμη και όταν η νομοθεσία του κράτους αυτού προβλέπει παρόμοιες προϋποθέσεις ανεξαρτησίας έναντι των επιχειρηματιών.
13 Το Conseil d' Etat du Luxembourg, με Διάταξη της 12ης Μαρτίου 1991, ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου αποφανθεί το Δικαστήριο επί των ακολούθων προδικαστικών ερωτημάτων:
"1) α) Επιτρέπουν τα άρθρα 52 επ., ή κάποια άλλη διάταξη της Συνθήκης και των νομοθετημάτων που έχουν εκδοθεί κατ' εκτέλεσή τους, στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να θεωρούν ασυμβίβαστη με την εκ μέρους φυσικού προσώπου άσκηση του επαγγέλματος του επιθεωρητή (ελεγκτή) επιχειρήσεων στο εν λόγω κράτος μέλος την εγκατάσταση του ίδιου αυτού προσώπου ως επιθεωρητή επιχειρήσεων σε άλλο κράτος μέλος;
β) Μπορεί ένα κράτος μέλος να απαιτήσει από ένα πρόσωπο που έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο διαθέτει επίσης επαγγελματική εγκατάσταση, να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις σχεικά με τη μονιμότητα της υποδομής που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των εργασιών του, ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις πραγματικής παραμονής στο εν λόγω κράτος μέλος και ορισμένες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας;
2) Επιτρέπουν τα άρθρα 52 επ. της Συνθήκης της Ρώμης, ή κάποια άλλη διάταξη της Συνθήκης και των νομοθετημάτων που έχουν εκδοθεί κατ' εκτέλεσή τους, στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να μη χορηγούν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων παρά μόνο στους τελούντες σε σχέση εξαρτημένης εργασίας προς τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί η άδεια αυτή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να αποκλείουν δε όσους τελούν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας προς πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί η άδεια αυτή σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους;"
14 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
15 Πρέπει να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το εθνικό δικαστήριο δεν προσδιόρισε οριστικά την κατάσταση του Ramrath από πλευράς διατάξεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωσή του. Τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό και η επιλογή των κειμένων του κοινοτικού δικαίου που μνημονεύονται στα προδικαστικά ερωτήματα καθιστούν δυνατές διάφορες υποθέσεις συναφώς, ανάλογα με το αν ο Ramrath εμπίπτει στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκεί ο ίδιος ή της απασχολήσεως την οποία αναζήτησε, ή ακόμη ως τελών σε σχέση εξαρτημένης εργασίας προς πρόσωπο στο οποίο τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
16 Επομένως, η κατάστασή του μπορεί να εμπίπτει είτε στο σχετικό με τους εργαζομένους κεφάλαιο της Συνθήκης, και ειδικότερα στο άρθρο 48, είτε στα σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και τις υπηρεσίες κεφάλαια, και κυρίως στα άρθρα 52, 56 και 59.
17 Πρέπει να υπογραμμιστεί ακόμη ότι από τη σύγκριση μεταξύ των διαφορετικών αυτών διατάξεων εμφαίνεται ότι αυτές στηρίζονται στις ίδιες αρχές όσον αφορά τόσο την είσοδο και τη διαμονή στο έδαφος των κρατών μελών των προσώπων που εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο όσο και την απαγόρευση κάθε δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος τους λόγω της ιθαγενείας τους.
18 Υπό το φως των σκέψεων αυτών πρέπει να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα που έθεσε το Conseil d' Etat du Luxembourg.
Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως η επιβολή εκ μέρους κράτους μέλους απαγορεύσεως εγκαταστάσεως στο έδαφός του και ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων με το αιτιολογικό ότι ο ενδιαφερόμενος είναι εγκατεστημένος και έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος.
20 Συναφώς πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, 107/83, Klopp, Συλλογή 1984, σ. 2971, σκέψη 19, της 7ης Ιουλίου 1988, 143/87, Stanton και l' Etoile 1905, Συλλογή 1988, σ. 3877, σκέψη 11, και της 7ης Ιουλίου 1988, 154/87 και 155/87, Wolf και Microtherm Europe, Συλλογή 1988, σ. 3897, σκέψη 11), το δικαίωμα εγκαταστάσεως περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα δημιουργίας και διατηρήσεως, εφόσον τηρούνται οι επαγγελματικοί κανόνες, περισσοτέρων από ένα κέντρων δραστηριότητας στο έδαφος της Κοινότητας.
21 Eπομένως, το δικαίωμα εγκαταστάσεως εμποδίζει ένα κράτος μέλος να απαιτεί από πρόσωπο που ασκεί ορισμένη δραστηριότητα να έχει μόνο μία εγκατάσταση στο έδαφος της Κοινότητας.
22 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβολή εκ μέρους κράτους μέλους απαγορεύσεως εγκαταστάσεως στο έδαφός του και ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων με το αιτιολογικό ότι ο ενδιαφερόμενος είναι εγκατεστημένος και έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
23 Τα ερωτήματα αυτά αποσκοπούν κυρίως στο να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιβάλλει για την άσκηση του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων στο έδαφός του, από πρόσωπο που έχει ήδη άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος, ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν την ύπαρξη μόνιμης επαγγελματικής υποδομής, την πραγματική παραμονή του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος αυτό και τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας ή, όταν πρόκειται για μισθωτό, την προϋπόθεση να έχει ο κύριος εργοδότης του την ιδιότητα του επιθεωρητή επιχειρήσεων που έχει λάβει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος στο έδαφός του.
24 Χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινιστεί αν ο επιθεωρητής επιχειρήσεων ο οποίος προτίθεται να διενεργεί επιθεωρήσεις επιχειρήσεων σε άλλο κρατος μέλος έχει την ιδιότητα του μισθωτού, του αυτοτελώς εργαζομένου ή του παρέχοντος υπηρεσίες, διευκρίνιση που εναπόκειται, ανάλογα με την περίπτωση, στον εθνικό δικαστή, πρέπει να εξεταστεί το σύνολο των διατάξεων της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, για να διαπιστωθεί αν αντιβαίνει προς αυτές η επιβολή προϋποθέσεων όπως αυτές που προβλέπει ο νόμος της 28ης Ιουνίου 1984.
25 Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 48 της Συνθήκης, εγγυάται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους το δικαίωμα εισόδου στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και παραμονής σ' αυτό για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Η ίδια αρχή εγγυάται επίσης σε κάθε μισθωτό τη δυνατότητα προσωρινής απασχολήσεως σε άλλο κράτος μέλος. Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να του αφαιρεθεί με το αιτιολογικό ότι εργάζεται ήδη ως μισθωτός στο κράτος της καταγωγής του ή ακόμη για τον λόγο ότι στο άλλο κράτος μέλος εργάζεται με μειωμένο ωράριο.
26 Πρέπει να επισημανθεί ακόμη ότι το Δικαστήριο, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1988, Stanton και Wolf, σκέψεις 12, έκρινε ότι οι σκέψεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, ισχύουν εξίσου και για τον μισθωτό που είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος και επιθυμεί να επιδοθεί παράλληλα σε ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους.
27 Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια των άρθρων 59 επ. της Συνθήκης, περιλαμβάνει την κατάργηση κάθε διακρίσεως εις βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω, κυρίως, του γεγονότος ότι είναι εγκατεστημένος σε διαφορετικό κράτος μέλος από εκείνο όπου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80, Webb, Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψη 14).
28 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα άρθρα 48 και 59 της Συνθήκης έχουν σκοπό να διευκολύνουν την άσκηση από τους κοινοτικούς υπηκόους πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας και δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να είναι δυσμενείς για τους εν λόγω υπηκόους όταν αυτοί επιθυμούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και πέραν του εδάφους ενός μόνο κράτους μέλους (βλ. συναφώς τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1988, Stanton και Wolf, σκέψη 13).
29 Διαπιστώνεται ωστόσο ότι, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης φύσεως ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη η επιβολή ορισμένων ειδικών προϋποθέσεων που δικαιολογούνται από τους κανόνες που διέπουν αυτά τα είδη δραστηριοτήτων. Πάντως, η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από το γενικό συμφέρον και επιβαλλόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητές του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου έχει την εγκατάστασή του (βλ. συναφώς την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C-180/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-709, σκέψη 17).
30 Εξάλλου, οι εν λόγω προϋποθέσεις πρέπει να είναι εξ αντικειμένου αναγκαίες για την εξασφάλιση της τηρήσεως των επαγγελματικών κανόνων και τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων που επιδιώκεται με τους κανόνες αυτούς (προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 17).
31 Επομένως οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων διατάξεις μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι υφίστανται, στον τομέα της εξεταζομένης δραστηριότητας, επιτακτικοί λόγοι συνδεόμενοι με το γενικό συμφέρον, δικαιολογούντες περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία, ότι το συμφέρον αυτό δεν έχει ήδη διασφαλιστεί από τους κανόνες του κράτους εγκαταστάσεως του κοινοτικού υπηκόου και ότι το ίδιο αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με κανόνες λιγότερο περιοριστικούς.
32 Πρέπει κατά συνέπεια να εξεταστεί αν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει το κράτος μέλος όπου διεξάγεται ο νόμιμος έλεγχος των λογιστικών εγγράφων και οι οποίες ανάγονται σε μόνιμη επαγγελματική υποδομή, σε πραγματική παρουσία στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους, στην τήρηση των κανόνων που διέπουν το επάγγελμα του επιθεωρητή επιχειρήσεων ή στην ιδιότητα του μισθωτού ενός τέτοιου επιθεωρητή που έχει λάβει άδεια από τις αρχές του κράτους αυτού είναι αντικειμενικώς αναγκαίες.
33 Κατά τον Υπουργό, από τις αιτιολογικές σκέψεις της όγδοης οδηγίας καθώς και από τα άρθρα 3, 23, 24, 25 και 26 προκύπτει ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ορίσει τα κριτήρια ανεξαρτησίας και εντιμότητας των επιθεωρητών επιχειρήσεων. Συναφώς, ο έλεγχος της τηρήσεως στο έδαφός του των επαγγελματικών κανόνων από τον επιθεωρητή επιχειρήσεων συνεπάγεται εμμέσως γι' αυτόν την υποχρέωση να διαθέτει σταθερή υποδομή και να έχει ελάχιστο χρόνο παραμονής σ' αυτό το κράτος μέλος. 'Αλλωστε η τήρηση αυτών των κανόνων από τον μισθωτό επιθεωρητή επιχειρήσεων μπορεί να βεβαιωθεί μόνο από τον εργοδότη του. Ο έλεγχος από τις αρχές της τηρήσεως αυτών των κανόνων μπορεί να γίνει μόνο στο επίπεδο αυτού του τελευταίου, ο οποίος, επομένως, πρέπει να έχει λάβει άδεια από τις αρχές αυτές.
34 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι οι διατάξεις της ογδόης οδηγίας αφήνουν προφανώς στα κράτη μέλη τη μέριμνα να εκτιμήσουν, κατά το έθνικό δίκαιο, την εντιμότητα και την ανεξαρτησία των επιθεωρητών επιχειρήσεων που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο έδαφός τους.
35 Πρέπει να αναγνωριστεί ότι το κράτος μέλος μπορεί να εκπληρώσει το καθήκον αυτό επιβάλλοντας την τήρηση των επαγγελματικών κανόνων που δικαιολογούνται από το γενικό συμφέρον, αφορούν την εντιμότητα και την ανεξαρτησία των επιθεωρητών επιχειρήσεων και τυγχάνουν εφαρμογής σε καθε πρόσωπο που ασκεί στο έδαφος του κράτους αυτού το επάγγελμα του επιθεωρητή επιχειρήσεων. Συναφώς, υποχρεώσεις που αφορούν την ύπαρξη υποδομής στο έδαφος του και ορισμένη πραγματική παρουσία του επιθεωρητή φαίνονται δικαιολογημένες για την εξασφάλιση της προστασίας αυτού του συμφέροντος.
36 Τέτοιες υποχρεώσεις ωστόσο δεν αποδεικνύονται πλέον αντικειμενικά αναγκαίες όταν ο νόμιμος έλεγχος των λογιστικών εγγράφων γίνεται από επιθεωρητή επιχειρήσεων ο οποίος, ενώ είναι εγκατεστημένος και έχει λάβει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος, βρίσκεται προσωρινώς στην υπηρεσία νομικού ή φυσικού προσώπου που έχει λάβει άδεια διενεργείας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων από τις αρχές του κράτους μέλους όπου διενεργείται ο εν λόγω έλεγχος. Πράγματι, σε παρόμοιες περιστάσεις, μέσω του προσώπου αυτού, το κράτος μέλος μπορεί να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων από τον επιθεωρητή που διενεργεί περιοδικά επιθεωρήσεις στο έδαφός του.
37 Από το σύνολο των σκέψεων αυτών προκύπτει ότι στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα του Conseil d' Etat du Luxembourg πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 48 και 59 της Συνθήκης το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιβάλλει, για την άσκηση του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων στο έδαφός του από πρόσωπο που έχει ήδη άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος, ορισμένες προϋποθέσεις που είναι αντικειμενικά αναγκαίες για την εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων του επαγγέλματος και αφορούν τη μονιμότητα της υποδομής που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των εργασιών του, την πραγματική παραμονή του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος αυτό και τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας, εκτός αν την τήρηση των κανόνων και προϋποθέσεων αυτών εγγυάται ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην επικράτεια αυτή και έχει άδεια διενέργειας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων εντός της επικράτειας αυτής και στην υπηρεσία του οποίου τίθεται, κατά τη διάρκεια των εργασιών του, ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει το επάγγελμα του επιθεωρητή επιχειρήσεων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που υπέβαλε το Conseil d' Etat du Luxembourg με Διάταξη της 12ης Μαρτίου 1991, αποφαίνεται:
1) Η επιβολή εκ μέρους κράτους μέλους απαγορεύσεως εγκαταστάσεως στο έδαφός του και ασκήσεως του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων με το αιτιολογικό ότι ο ενδιαφερόμενος είναι εγκατεστημένος και έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως.
2) Δεν αντιβαίνει προς τα άρθρα 48 και 59 της Συνθήκης το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιβάλλει, για την άσκηση του επαγγέλματος του επιθεωρητή επιχειρήσεων στο έδαφός του από πρόσωπο που έχει ήδη άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού σε άλλο κράτος μέλος, ορισμένες προϋποθέσεις που είναι αντικειμενικά αναγκαίες για την εξασφάλιση της τηρήσεως των κανόνων του επαγγέλματος και αφορούν τη μονιμότητα της υποδομής που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των εργασιών του, την πραγματική παραμονή του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος αυτό και τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας, εκτός αν την τήρηση των κανόνων και προϋποθέσεων αυτών εγγυάται ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην επικράτεια αυτή και έχει άδεια διενέργειας επιθεωρήσεων επιχειρήσεων εντός της επικράτειας αυτής και στην υπηρεσία του οποίου τίθεται, κατά τη διάρκεια των εργασιών του, ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει το επάγγελμα του επιθεωρητή επιχειρήσεων.
Full & Egal Universal Law Academy