Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Οικογενειακές παροχές * Κοινοτικοί κανόνες περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως * 'Αρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i, του κανονισμού 574/72 * Εργαζόμενος που δικαιούται παροχές στο κράτος εργασίας για τέκνο υπέρ του οποίου χορηγούνται επίσης παροχές από άλλο κράτος μέλος, στο οποίο κατοικεί και εργάζεται το άτομο που έχει την επιμέλειά του * Αναστολή του δικαιώματος λήψεως παροχών στο κράτος εργασίας μέχρι του ποσού των χορηγουμένων από το κράτος κατοικίας παροχών
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1408/71, άρθρο 73, και 574/72, άρθρο 10, PAR 1, στοιχ. β', περίπτωση i)
Περίληψη
Η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από άτομο που έχει την επιμέλεια των τέκνων στο κράτος μέλος της κατοικίας των τέκνων και, ειδικότερα, από τον σύζυγο του δικαιούχου κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 αναστέλλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, το δικαίωμα λήψεως των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 μέχρι του ποσού των παροχών της ίδιας φύσεως τις οποίες καταβάλλει το κράτος κατοικίας, τούτο δε ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο άμεσος δικαιούχος των οικογενειακών παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-119/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal in Northern Ireland προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Una McMenamin
και
Adjudication Officer,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 13 και 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2001/83 και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1660/85 του Συμβουλίου, 13ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 160, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, M. Zuleeg, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο Adjudication Officer, εκπροσωπούμενος από τους Β. F. Κerr, QC, R. Ε. Weatherup, BL, και H. A. Nelson, solicitor,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον E. Roeder, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδικό Υπουργείο Οικονομικών
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον N. Khan, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Adjudication Officer και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Μαΐου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 11ης Απριλίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Απριλίου 1991, το Court of Appeal in Northern Ireland υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 13 και 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), και 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2001/83 και με τον κανονισμού (ΕΟΚ) 1660/85, του Συμβουλίου, 13ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 160, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της McMenamin και του Adjudication Officer όσον αφορά το περιεχόμενο του δικαιώματος της McMenamin να λάβει οικογενειακές παροχές στη Βόρεια Ιρλανδία.
3 Η McMenamin έχει την ιδιότητα του μεθοριακού εργαζομένου και διδάσκει σε σχολείο στη Βόρεια Ιρλανδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατοικεί δε με τον σύζυγό της και τα τέσσερα τέκνα τους στην Ιρλανδία. Ο σύζυγός της εργάζεται στην Ιρλανδία στην υπηρεσία Revenue Commissioners.
4 Η ιρλανδική νομοθεσία [Social Welfare (Consolidation) Act 1981] προβλέπει τη χορήγηση επιδόματος τέκνου στο άτομο με το οποίο κατοικεί συνήθως το τέκνο αυτό. Αν το τέκνο κατοικεί με τον πατέρα του και τη μητέρα του, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο νόμος Social Welfare (Children' s Allowances) (Normal Residence) Rules 1974 προβλέπει ότι το άτομο που δικαιούται το επίδομα είναι η μητέρα του τέκνου.
5 Την 1η Δεκεμβρίου 1986 η McMenamin υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως επιδόματος τέκνου στη Βόρεια Ιρλανδία κατ' εφαρμογή του Child Benefit (Northern Ireland) Order 1975, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια. Ο Adjudication Officer αποφάσισε ότι η McMenamin εδικαιούτο συμπλήρωμα μόνο μετά τις 2 Δεκεμβρίου 1985, ήτοι ότι έπρεπε να λάβει μόνο το ποσό που υπολειπόταν ώστε το επίδομα τέκνου που εδικαιούτο βάσει της αντίστοιχης νομοθεσίας της Ιρλανδίας να φθάσει το επίπεδο του επιδόματος τέκνου που οφειλόταν δυνάμει του νόμου του 1975. Η McMenamin προσέφυγε ενώπιον του Social Security Appeal Tribunal, το οποίο επιβεβαίωσε την απόφαση του Adjudication Officer. Τότε η ΜcMenamin άσκησε προσφυγή ενώπιον του Social Security Commissioner.
6 Ο Adjudication Officer δέχθηκε ότι η αίτηση χορηγήσεως επιδόματος τέκνου, την οποία υπέβαλε στις 16 Ιουλίου 1979 η McMenamin στην Ιρλανδία, σύμφωνα προς την αντίστοιχη νομοθεσία της χώρας αυτής, έπρεπε να θεωρηθεί ως ισχυρή στη Βόρεια Ιρλανδία και, κατά συνέπεια, ο Social Security Commissioner χορήγησε, με προσωρινή απόφασή του της 26ης Απριλίου 1989, στη McMenamin συμπληρωματικό επίδομα τέκνου από τις 17 Ιουλίου 1978 (δηλαδή ένα έτος πριν την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως) μέχρι τις 19 Ιουνίου 1985 (την προηγουμένη της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού 1660/85).
7 Με την οριστική απόφασή του, που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1989, ο Social Security Commissioner δέχθηκε ότι η McMenamin εδικαιούτο από τις 20 Ιουνίου 1985 το σύνολο του επιδόματος τέκνου που χορηγείται από το Ηνωμένο Βασίλειο, με την αιτιολογία ότι, κατά την ιρλανδική νομοθεσία, η McMenamin είναι ο δικαιούχος των καταβαλλόμενων από την Ιρλανδία οικογενειακών παροχών και ότι αυτή δεν ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα σ' αυτή τη χώρα. Από αυτό ο Social Security Commissioner συνεπέρανε ότι η δεν έπρεπε να αναστέλλεται πλέον η καταβολή του χορηγουμένου από το Ηνωμένο Βασίλειο επιδόματος.
8 Κατ' αυτής και μόνης της αποφάσεως ο Adjudication Officer άσκησε έφεση ενώπιον του Court of Appeal in Northern Ireland, δεδομένου ότι η απόφαση του Social Security Commissioner είχε ως αποτέλεσμα η καταβολή του συνόλου του εν λόγω επιδόματος τέκνου να επιβαρύνει τους δημόσιους πόρους του Ηνωμένου Βασιλείου.
9 Εκτιμώντας ότι από τη διαφορά ανακύπτουν προβλήματα ερμηνείας κοινοτικού δικαίου το ανωτέρω δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Μήπως, λόγω των διατάξεων του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (δυνάμει του οποίου η εφεσίβλητη πρέπει να θεωρείται ότι υπάγεται μόνο στη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου), η έκφραση 'δικαιούχος οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων' στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου (όπως τροποποιήθηκε) δεν καλύπτει την περίπτωση της εφεσίβλητης παρά το γεγονός ότι, κατά τη νομοθεσία της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας (και παρά το ανωτέρω άρθρο 13), η εφεσίβλητη είναι το άτομο το οποίο δικαιούται το επίδομα τέκνου;
2) Δεδομένου ότι ο σύζυγος της εφεσίβλητης ασκεί επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και δικαιούται επιδόματος τέκνου δυνάμει της νομοθεσίας της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας αν για οποιοδήποτε λόγο η εφεσίβλητη είτε απολέσει είτε αδυνατεί να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, αναστέλλει το προαναφερθέν άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i (όπως τροποποιήθηκε), το κατά το άρθρο 73, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου δικαίωμα της εφεσίβλητης να λάβει επίδομα τέκνου στο Ηνωμένο Βασίλειο;"
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
11 Με αυτά τα δύο ερωτήματα, που πρέπει να εξεταστούν μαζί, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα της εφαρμογής των άρθρων 13 και 76 του κανονισμού 1408/71 και 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i, του κανονισμού 574/72 σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οποία έχει ως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, κατά τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας, ο μεθοριακός εργαζόμενος, που είναι ο δικαιούχος των παροχών τις οποίες καταβάλλει το κράτος εργασίας, δικαιούται επίσης παροχές καταβαλλόμενες από το κράτος κατοικίας, στο έδαφος του οποίου εργάζεται μόνον ο σύζυγός του.
12 Κατά τον Adjudication Officer, το άρθρο 13 του κανονισμού 1408/71 δίδει τη λύση στην περίπτωση αυτή. Πράγματι, κατά το άρθρο αυτό ο μεθοριακός εργαζόμενος υπάγεται αποκλειστικά στη νομοθεσία του κράτους εργασίας. Με τον τρόπο αυτό η νομοθεσία του κράτους κατοικίας δεν έχει εφαρμογή στον μεθοριακό εργαζόμενο, ο οποίος, επομένως, δεν δικαιούται πλέον την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία αυτής της τελευταίας χώρας οικογενειακή παροχή. Αρκεί επομένως να επιλυθεί το ζήτημα της σωρεύσεως μεταξύ του δικαιώματος του διακινουμένου εργαζομένου να λάβει παροχές από το κράτος εργασίας (που προβλέπεται στο άρθρο 73) και του δικαιώματος του συζύγου να λάβει παροχές από το κράτος κατοικίας στο οποίο εργάζεται. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή συντάχθηκε με αυτή την άποψη.
13 Ο Adjudication Officer και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η McMenamin υπάγεται, δυνάμει του άρθρου 13, αποκλειστικά στη νομοθεσία του κράτους εργασίας, εν προκειμένω το Ηνωμένο Βασίλειο, και όχι σ' εκείνη της Ιρλανδίας, χώρας στην οποία κατοικεί. Κατά συνέπεια, μόνον ο σύζυγός της και όχι η ίδια η McMenamin δικαιούται παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας, δηλαδή της Ιρλανδίας. Δεδομένου ότι ο εν λόγω σύζυγος ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στην Ιρλανδία, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, οπότε πρέπει να ανασταλούν οι χορηγούμενες από το Ηνωμένο Βασίλειο παροχές.
14 Εντούτοις, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 27ης Μαΐου 1982, 227/81, Aubin (Συλλογή 1982, σ. 1991, σκέψη 11), και της 12ης Ιανουαρίου 1983, 150/82, Coppola (Συλλογή 1983, σ. 43, σκέψη 11), ο προβλεπόμενος από το εν λόγω άρθρο 13 κανόνας της υπαγωγής στη νομοθεσία μόνο του κράτους μέλους κατοικίας δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες παροχές να διέπονται από ειδικότερες διατάξεις του ίδιου κανονισμού.
15 Επομένως, η παρούσα υπόθεση πρέπει να εξετασθεί με βάση τις προληπτικού χαρακτήρα διατάξεις περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, ήτοι τα άρθρα 76 του κανονισμού 1408/71 και 10 του κανονισμού 574/72, στα οποία ορίζονται οι κανόνες βάσει των οποίων σταματάει η σώρευση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας δικαιωμάτων και εκείνων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους εργασίας.
16 Συνεπώς, για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να εξετασθεί αν το γεγονός ότι ο σύζυγος του δικαιούχου των οικογενειακών παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος κατοικίας αρκεί για να προκαλέσει την αναστολή του δικαιώματος που στηρίζεται στο ανωτέρω άρθρο 73, παρά το ότι ο ανωτέρω σύζυγος δεν είναι "δικαιούχος οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων ή (...) το πρόσωπο στο οποίο αυτές οι παροχές καταβάλλονται" * κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i *, βάσει της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας.
17 Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 574/72, οι χορηγούμενες από το κράτος εργασίας παροχές υπερισχύουν έναντι των παροχών τις οποίες καταβάλλει το κράτος κατοικίας, οι οποίες, για τον λόγο αυτό, αναστέλλονται.
18 Εντούτοις, όταν ασκείται επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος κατοικίας, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β', περίπτωση i, προβλέπει την αντίστροφη λύση, ήτοι ότι το δικαίωμα λήψεως των χορηγουμένων από το κράτος κατοικίας παροχών υπερέχει έναντι του αφορώντος τις χορηγούμενες από το κράτος εργασίας παροχές, οι οποίες κατ' αυτόν τον τρόπο αναστέλλονται.
19 Η διάταξη αυτή ορίζει ότι η επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία έχει ως αποτέλεσμα αυτή την αντιστροφή των προτεραιοτήτων, πρέπει να ασκείται, στο κράτος κατοικίας, "από τον δικαιούχο οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων ή το πρόσωπο στο οποίο αυτές οι παροχές καταβάλλονται".
20 Αυτό το τμήμα της φράσεως προστέθηκε με τον κανονισμό 1660/85 του Συμβουλίου, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 20 Ιουνίου 1985. 'Οπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της, η διάταξη προέβλεπε την αναστολή των χορηγουμένων δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 από το κράτος εργασίας παροχών μόνο σε περίπτωση ασκήσεως εκ μέρους του συζύγου επαγγελματικής δραστηριότητας στο κράτος κατοικίας των τέκνων.
21 Με την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1983, 149/82, Robarts (Συλλογή 1983, σ. 171), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αυτή η αναστολή την οποία υπαγόρευε η διάταξη πριν από την τροποποίησή της πρέπει να επέρχεται και σε περιπτώσεις ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας εκ μέρους του διαζευγμένου συζύγου στο κράτος κατοικίας. Με την ευκαιρία αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:
"(...) η ερμηνεία (...) της εν λόγω διατάξεως πρέπει να περιοριστεί στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και που είναι ακριβώς η περίπτωση ενός διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος δεν έχει συνάψει νέο γάμο και ο οποίος ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα. Στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο εναπόκειται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την τροποποίηση της διατάξεως αυτής, αν κρίνουν ότι η τροποποίηση αυτή είναι αναγκαία, για να γίνει δυνατό να δοθούν ικανοποιητικές λύσεις σε όλες τις περιπτώσεις" (σκέψη 19 in fine).
22 Γι' αυτό το Συμβούλιο αντικατέστησε τη λέξη "σύζυγο" με την έκφραση "δικαιούχο οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων ή (...) πρόσωπο στο οποίο αυτές οι παροχές καταβάλλονται".
23 'Οπως προκύπτει από τη 13η και τη 14η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1660/85 και ενόψει της σκέψεως 17 της προαναφερθείσας αποφάσεως Robards, πρόθεση του Συμβουλίου ήταν να επεκτείνει και όχι να περιορίσει τις περιπτώσεις αναστολής των παροχών που οφείλονται δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις διαλαμβάνεται ότι:
"(...) ο κανόνας που αναφέρεται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, ο οποίος προβλέπει ότι το δικαίωμα οικογενειακών παροχών γεννάται βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα τέκνα, ισχύει μόνο όταν το άτομο που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα και κατοικεί εντός του κράτους μέλους το οποίο ενεργοποιεί τη μεταβίβαση της προτεραιότητας είναι ο σύζυγος ή η σύζυγος του μισθωτού ή του πρώην μισθωτού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη εάν ο σύζυγος ή η σύζυγος δικαιούνται ή όχι της παροχής".
"(...) στην πράξη αυτές οι διατάξεις οδηγούν σε άδικες καταστάσεις όταν ο δικαιούχος παροχής που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα δεν υπήρξε ή έπαψε να είναι σύζυγος του μισθωτού ή του πρώην μισθωτού και ότι, κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές θα πρέπει να τροποποιηθούν για να διορθωθεί αυτή η ανωμαλία".
24 Επομένως, η έκφραση "δικαιούχος οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων ή (...) πρόσωπο στο οποίο αυτές οι παροχές καταβάλλονται" πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά ιδίως, πέραν του συζύγου, το άτομο το οποίο δεν είναι ή δεν είναι πλέον σύζυγος του ατόμου που δικαιούται τις παροχές οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 ή αυτό το ίδιο άτομο, στην περίπτωση κατά την οποία η σώρευση των οικογενειακών παροχών οφείλεται στο γεγονός ότι αυτό το άτομο εργάζεται επίσης στο κράτος κατοικίας. Ο νομοθέτης προτίμησε να ορίσει αυτό το σύνολο ατόμων με βάση το κοινό τους χαρακτηριστικό, ήτοι την ιδιότητά τους ως δικαιούχων οικογενειακών παροχών, στο κράτος κατοικίας, και όχι με εξαντλητική απαρίθμησή τους. Εξάλλου, με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, 168/88, Dammer (Συλλογή 1989, σ. 4553, σκέψη 16), έγινε δεκτό ότι:
"(...) η κοινοτική νομοθεσία θεωρεί ως περίπτωση απαγορευόμενης σωρεύσεως την περίπτωση κατά την οποία δύο γονείς εργάζονται σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη και έχουν, στο κράτος όπου απασχολείται ο καθένας, δικαίωμα προς λήψη οικογενειακών παροχών για το ίδιο μέλος της οικογενείας, ως λύση δε καθιερώνει κανόνα προτεραιότητας μεταξύ των δύο εθνικών νομοθεσιών, σε περίπτωση που το εν λόγω μέλος της οικογενείας κατοικεί σε ένα από τα δύο κράτη απασχολήσεως (...)".
25 Η αρχή η οποία συνάγεται είναι η ακόλουθη: αν ένα άτομο, που έχει την επιμέλεια των τέκνων, ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους κατοικίας αυτών των τέκνων, τότε επέρχεται αναστολή των παροχών που χορηγούνται από το κράτος εργασίας, δυνάμει του άρθρου 73.
26 Πρέπει να προστεθεί ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, που επαναλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1249/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 (ΕΕ L 136, σ. 28), η αναστολή των βασιζόμενων στο άρθρο 73 δικαιωμάτων είναι μόνο μερική αν οι χορηγούμενες από το κράτος εργασίας παροχές είναι ανώτερες των χορηγούμενων από το κράτος κατοικίας. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δικαιούται συμπληρώματος παροχών ίσου προς τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ποσών, καταβαλλόμενο από τον αρμόδιο φορέα του κράτους εργασίας (απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, 24/88, Georges, Συλλογή 1989, σ. 1905). Εξάλλου, η αναστολή των στηριζόμενων στο άρθρο 73 δικαιωμάτων επέρχεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι παροχές χορηγούνται πράγματι εντός του κράτους κατοικίας (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1990, C-117/89, Kracht, Συλλογή 1990, σ. Ι-2781).
27 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από άτομο που έχει την επιμέλεια των τέκνων στο κράτος μέλος της κατοικίας των τέκνων και, ειδικότερα, από τον σύζυγο του δικαιούχου κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 αναστέλλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 του κανονισμού 574/72, το δικαίωμα λήψεως των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71 μέχρι του ποσού των παροχών της ίδιας φύσεως τις οποίες καταβάλλει το κράτος κατοικίας, τούτο δε ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο άμεσος δικαιούχος των οικογενειακών παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 11ης Απριλίου 1991, το Court of Appeal in Northern Ireland, αποφαίνεται:
Η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από άτομο που έχει την επιμέλεια των τέκνων στο κράτος μέλος της κατοικίας των τέκνων και, ειδικότερα, από τον σύζυγο του δικαιούχου κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, αναστέλλει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2001/83 και με τον κανονισμού (ΕΟΚ) 1660/85 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1985, το δικαίωμα λήψεως των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 μέχρι του ποσού των παροχών της ίδιας φύσεως τις οποίες καταβάλλει το κράτος κατοικίας, τούτο δε ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο άμεσος δικαιούχος των οικογενειακών παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας.
Full & Egal Universal Law Academy