Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διαδικασία * Αναθεώρηση αποφάσεως * Προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως * Νέο γεγονός * Γεγονός γνωστό πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως * Απαράδεκτο
(Οργανισμός ΕΟΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 41)
Περίληψη
Από το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναθεώρηση δεν αποτελεί είδος εφέσεως, αλλά έκτακτο ένδικο μέσο που παρέχει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως του δεδικασμένου από απορρέει από οριστική απόφαση όσον αφορά τις διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών στις οποίες στηρίχθηκε η απόφαση. Η αναθεώρηση προϋποθέτει την αποκάλυψη προϋπαρξάντων της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αλλά αγνώστων μέχρι τότε στο εκδόν την απόφαση αυτή δικαστήριο καθώς και στον αιτούμενο την αναθεώρηση διάδικο πραγματικών στοιχείων, τα οποία θα μπορούσαν, αν το δικαστήριο τα είχε λάβει υπόψη, να το οδηγήσουν σε διαφορετική επίλυση της διαφοράς.
Επομένως, είναι απαράδεκτη αίτηση αναθεωρήσεως προς στήριξη της οποίας δεν προβάλλεται κανένα νέο πραγματικό στοιχείο προϋπάρξαν της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Διάδικοι
++++
Στην υπόθεση C-130/91 REV II,
ISAE/VP (Instituto Social de Apoio ao Emprego e ΰ Valorizaηγo Profissional), εταιρία πορτογαλικού δικαίου, με έδρα τη Λισαβόνα,
και
Interdata (Centro de Processamento de Dados Ld.a), εταιρία πορτογαλικού δικαίου, με έδρα τη Λισαβόνα,
εκπροσωπούμενες από τον Agostinho Amado Rodrigues, δικηγόρο Λισαβόνας, Pη. do Campo Pequeno, 50-2ο Esq., 1000 Λισαβόνα,
αιτούσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από την Ana Maria Alves Vieira, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση της διατάξεως την οποία εξέδωσε το Δικασατήριο στις 14 Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-130/91, ISAE/VP και Interdata κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-69),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J. L. Murray (εισηγητή), P. Jann, H. Ragnemalm, L. Senσn και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αίτηση που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαου 1995, οι εταιρίες ISAE/VP (Instituto Social de Apoio ao Emprego e ΰ Valorizaηγo Profissional) και Interdata (Centro de Processamento de Dados Ld.a) ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 41 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, την αναθεώρηση της διατάξεως την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στις 14 Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-130/91, ISAE/VP και Interdata κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-69), μαζί με την παροχή του ευεργετήματος πενίας.
2 Με τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή με την οποία εζητείτο η ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής εκδοθείσας σε άγνωστη ημερομηνία, με την οποία αυτή αρνήθηκε να καταβάλει συνεισφορές του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου, οι οποίες είχαν εγκριθεί προηγουμένως για τις αιτήσεις συνδρομής υπ' αριθ. 87.0730/Ρ1, 88.0705/Ρ1 και 88.0706/Ρ1.
3 Κατά τις αιτούσες, η Επιτροπή αρνήθηκε την πληρωμή των συνεισφορών επικαλουμένη σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη παρανομίας. Το Τμήμα των Υποθέσεων του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου στη Λισαβόνα (στο εξής: DAFSE) υπέβαλε μήνυση βάσει των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως και, επομένως, ανέστειλε οποιαδήποτε καταβολή συνεισφορών μέχρι περατώσεως της εν λόγω δίκης. Προς στήριξη της αιτήσεώς τους αναθεωρήσεως, οι αιτούσες αναφέρονται σε γνωμοδότηση, φέρουσα ημερομηνία 20 Νοεμβρίου 1993 και εκδοθείσα από δύο καθηγητές του δικαίου του Πανεπιστημίου της Κομβρα, η οποία αφορούσε ποινική δίκη εκκρεμούσα ενώπιον των πορτογαλικών δικαστηρίων κατά άλλης επιχειρήσεως. Κατά τη γνωμοδότηση αυτή, η στάση της Επιτροπής και του DAFSE, η οποία συνίστατο στην αναβολή της πληρωμής των εν λόγω ποσών μέχρι περατώσεως της ποινικής δίκης που είχε αρχίσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, είναι παράνομη. Οι αιτούσες θεωρούν ότι η γνωμοδότηση αυτή αποτελεί νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή και το οποίο ήταν άγνωστο πριν από τη δημοσίευση της προπαρατεθείσας διατάξεως του Δικαστηρίου. Επομένως, ζητούν από το Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 1992 και να διατάξει, συνεπώς, την πληρωμή των εν λόγω συνεισφορών.
4 Η Επιτροπή θεωρεί απαράδεκτη την αίτηση αναθεωρήσεως, καθόσον το έγγραφο και τα προβαλλόμενα από τις αιτούσες πραγματικά περιστατικά δεν ήσαν νέα ούτε άγνωστα για το Δικαστήριο ή για τον αιτούντα την αναθεώρηση διάδικο, κατά την έννοια του άρθρου 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Πράγματι, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί νέο πραγματικό περιστατικό μία νομική γνωμοδότηση εκδοθείσα το 1993, η οποία αφορά μια εντελώς ξένη προς τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι από την αίτηση αναθεωρήσεως προκύπτει ότι αυτή ουδέποτε έλαβε απόφαση όσον αφορά τις αιτήσεις πληρωμής του υπολοίπου στο πλαίσιο των επίδικων φακέλων.
5 Για να κριθεί το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, «η αναθεώρηση της αποφάσεως δύναται να ζητηθεί από το Δικαστήριο εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο, προ της εκδόσεως της αποφάσεως, ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στον διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση».
6 Εξ αυτού προκύπτει ότι η αναθεώρηση δεν αποτελεί είδος εφέσεως, αλλά έκτακτο ένδικο μέσο, που παρέχει τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της ισχύος δεδικασμένου οριστικής αποφάσεως όσον αφορά τις διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών στις οποίες στηρίχθηκε το Δικαστήριο. Η αναθεώρηση προϋποθέτει την αποκάλυψη πραγματικών στοιχείων προϋπαρξάντων μεν της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, αλλ' αγνώστων μέχρι τότε στο εκδόν την απόφαση αυτή δικαστήριο καθώς και στον αιτούντα την αναθεώρηση διάδικο, και τα οποία θα μπορούσαν, αν το Δικαστήριο τα είχε λάβει υπόψη, να το οδηγήσουν σε διαφορετική επίλυση της διαφοράς (βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1992, C-185/90 P-Rιv., Gill κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-993, σκέψη 12, και απόφαση της 7ης Μαρτίου 1995, C-130/91 REV, ISAE/VP και Interdata κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-407, σκέψη 6).
7 Η γνωμοδότηση όμως που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνιστά νέο πραγματικό στοιχείο προγενέστερο της δημοσιεύσεως της αποφάσεως και αποφασιστικής σημασίας κατά την έννοια του άρθρου 41, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού.
8 Κατά συνέπεια, η αίτηση αναθεωρήσεως της προπαρατεθείσας διατάξεως του Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου 1992 πρέπει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 100, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
9 Εφόσον η αίτηση είναι απαράδεκτη, παρέλκει η εξέταση της αιτήσεως παροχής του ευεργετήματος πενίας, την οποία υπέβαλαν οι αιτούσες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
10 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι αιτούσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναθεωρήσεως ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τις αιτούσες στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy