Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Ελευθερία εγκαταστάσεως * Εταιρίες * Οδηγία 77/91 * Μεταβολή του κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας * 'Αμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 25, παράγραφος 1, της οδηγίας * Εθνική κανονιστική ρύθμιση προβλέπουσα την μέσω διοικητικής πράξεως αύξηση του κεφαλαίου προβληματικής εταιρίας * Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 77/91 του Συμβουλίου, άρθρα 25 και 41 PAR 1)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * Απαγορεύονται * Εξαιρέσεις * Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής * 'Ορια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 PAR 1 και 93 απόφαση 88/167 της Επιτροπής)
Περίληψη
1. Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι των δημοσίων αρχών το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 77/91, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας καθώς και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της.
Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 25 και του άρθρου 41, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας έχουν την έννοια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές εθνική ρύθμιση η οποία, προς εξασφάλιση της επιβιώσεως και της συνεχίσεως της δραστηριότητας επιχειρήσεων που έχουν, από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, ιδιαίτερη σημασία για το κοινωνικό σύνολο και οι οποίες αντιμετωπίζουν, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, εξαιρετική κατάσταση, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασιστεί με διοικητική πράξη η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου τους υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά την έκδοση των νέων μετοχών.
2. Η εξουσία εκτιμήσεως που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 93 της Συνθήκης, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, δεν της παρέχει τη δυνατότητα να επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πλην εκείνων που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συνεπώς, απόφαση που έλαβε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 93 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επέτρεψε στο κράτος μέλος στο οποίο απευθυνόταν να διατηρήσει σε ισχύ, έστω και προσωρινώς, διάταξη της εθνικής νομοθεσίας αντικείμενη στη δεύτερη οδηγία 77/91, περί δικαίου των εταιριών.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-134/91 και C-135/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Εφετείου Αθηνών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Kerafina * Κeramishe- und Finanz Holding AG,
Βιοκτηματικής ΑΕΒΕ
και
Ελληνικού Δημοσίου,
Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 25, 41 και 42 της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. εκδ. 06/001, σ. 230), καθώς και ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως 88/167/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1987, της σχετικής με τον νόμο 1386/1983 βάσει του οποίου η Ελληνική Κυβέρνηση χορηγεί ενισχύσεις στην ελληνική βιομηχανία (ΕΕ 1988, L 76, σ. 18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: L. F. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Kerafina * Κeramishe- und Finanz Holding AG και η Βιοκτηματική ΑΕΒΕ, εκπροσωπούμενες απο τους δικηγόρους Αθηνών Γ. Ι. Αναστασόπουλο και Ι. Αναστασοπούλου,
* ο Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ, εκροσωπούμενος από τους δικηγόρους Αθηνών Λ. Γεωργακόπουλο και Β. Καραγιάννη,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Νικόλαο Μαυρίκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* η Επιτροπή, εκροσωπούμενη απο τον νομικό της σύμβουλο Αntonio Caeiro και τη Μαρία Πατακιά, μέλος της νομικής υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ, εκπροσωπούμενου από τους δικηγόρους Λ. Γεωργακόπουλο και Β. Καραγιάννη, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Φ. Γεωργακόπουλο, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον νομικό της σύμβουλο Δ. Γκουλούση, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1991, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 24 Μαΐου 1991, το Εφετείο Αθηνών υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. εκδ. 06/001, σ. 230, στο εξής: δεύτερη οδηγία), καθώς και της αποφάσεως 88/167/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1987, που αφορά τον νόμο αριθ. 1386/1983 βάσει του οποίου η Ελληνική Κυβέρνηση χορηγεί ενισχύσεις στην ελληνική βιομηχανία (ΕΕ 1988, L 76, σ. 18).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ορισμένων μετόχων της εταιρίας Kerafina ΑΒΕΤΕ (στο εξής: Kerafina), αφενός, και του Ελληνικού Δημοσίου και του Οργανισμού Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων ΑΕ (στο εξης: ΟΑΕ), αφετέρου. Η διαφορά αφορά τις αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου της Kerafina, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος που προβλέπεται από τον ελληνικό νόμο 1386/1983, της 5ης Αυγούστου 1983 (ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 107, της 8.8.1983, σ. 14), και στο οποίο υπήχθη η Kerafina με απόφαση του Υπουργού Εθνικης Οικονομίας (υπουργική απόφαση 271, ΦΕΚ, τεύχος Β, αριθ. 113, της 4.3.1985).
3 Ο ΟΑΕ είναι οργανισμός του δημοσίου τομέα και συστάθηκε με τον νόμο 1386/1983. 'Εχει τη μορφή ανώνυμης εταιρίας και ενεργεί υπό κρατική εποπτεία χάριν του κοινού συμφέροντος. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νόμου αυτού, σκοπός του ΟΑΕ είναι η συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας με την οικονομική εξυγίανση επιχειρήσεων, την εισαγωγή και εφαρμογή αλλοδαπής τεχνογνωσίας, καθώς και την ίδρυση και εκμετάλλευση κοινωνικοποιημένων ή μικτής οικονομίας επιχειρήσεων.
4 Στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του νόμου 1386/1983 απαριθμούνται οι εξουσίες που παρέχονται στον ΟΑΕ προς επίτευξη του σκοπού αυτού. Κατά το άρθρο αυτό, ο ΟΑΕ μπορεί να αναλαμβάνει τη διοίκηση και την τρέχουσα διαχείριση των υπό εξυγίανση ή κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων, να συμμετέχει στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, να χορηγεί δάνεια, να εκδίδει ομολογιακά δάνεια ή να συνάπτει δάνεια, να αποκτά ομολογίες, καθώς και να μεταβιβάζει μετοχές ιδίως στους εργαζομένους ή στους φορείς εκπροσωπήσεώς τους, στους φορείς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σε κοινωφελή ιδρύματα, σε κοινωνικούς φορείς ή σε ιδιώτες.
5 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου 1386/1983, με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας μπορούν να υπαχθούν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες.
6 Κατά το άρθρο 7 του ιδίου αυτού νόμου, με απόφαση του αρμοδίου υπουργού μπορεί να ανατεθεί στον ΟΑΕ η διοίκηση της υπαγομένης στο καθεστώς του προαναφερθέντος νόμου επιχειρήσεως, να ρυθμιστούν οι υποχρεώσεις της κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητά της ή να κινηθεί η διαδικασία εκκαθαρίσεώς της.
7 Το άρθρο 8 του νόμου 1386/1983 περιέχει τις διατάξεις περί αναλήψεως της διοικήσεως των επιχειρήσεων από τον ΟΑΕ. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1472/1984 (ΦΕΚ τεύχος Α, αριθ. 112, της 6.8.1984, σ. 1273), καθορίζει τις λεπτομέρειες μιας τέτοιας αναλήψεως της διοικήσεως και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των επιφορτισμένων με τη διοίκηση της επιχειρήσεως προσώπων, τα οποία διορίζονται από τον ΟΑΕ, και των οργάνων της επιχειρήσεως. Στη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι με τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως περί υπαγωγής της επιχειρήσεως στις ρυθμίσεις του νόμου παύει η εξουσία των οργάνων διοικήσεως της επιχειρήσεως, καθώς και ότι η γενική συνέλευση διατηρείται μεν, δεν μπορεί όμως να αποφασίζει την ανάκληση μελών της διοικήσεως που έχουν διοριστεί από τον ΟΑΕ.
8 Το άρθρο 8, παράγραφος 8, του νόμου 1386/1983 προβλέπει ότι, κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοικήσεως της υπαχθείσας στο εν λόγω νομικό καθεστώς επιχειρήσεως, ο ΟΑΕ μπορεί να αποφασίσει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρίας, κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις περί ανωνύμων εταιριών. Η αύξηση πρέπει να εγκριθεί από τον αρμόδιο υπουργό. Οι παλαιοί μέτοχοι διατηρούν δικαίωμα προτιμήσεως, το οποίο ασκείται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται με την εγκριτική υπουργική απόφαση.
9 Αναφορικά με τον νόμο 1386/1983 η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, την οποία περάτωσε με την προαναφερθείσα απόφασή της 88/167. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, υπό την επιφύλαξη, μεταξύ άλλων, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα τροποποιήσει το βραδύτερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 τις διατάξεις περί αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου προκειμένου να τις καταστήσει σύμφωνες προς τα άρθρα 25 επ., καθώς και τα άρθρα 29 επ., της δεύτερης οδηγίας.
10 Η Kerafina υπήχθη στις διατάξεις του νόμου 1386/1983 με την προαναφερθείσα απόφαση 271 του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου ο ΟΑΕ ανέλαβε τη διοίκηση της εταιρίας. Στο πλαίσιο της προσωρινής διοικήσεώς της, ο ΟΑΕ αποφάσισε να αυξήσει, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 8, του νόμου, το κεφάλαιο της Kerafina. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή το κεφάλαιο αυξήθηκε διαδοχικώς κατά 200 000 000 δραχμές και κατά 486 222 000 δραχμές. Οι δύο αυτές αυξήσεις, οι οποίες εγκρίθηκαν από τον Υπουργό Βιομηχανίας, 'Ερευνας και Τεχνολογίας και κατόπιν των οποίων ο ΟΑΕ απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της Kerafina, αποτελούν το αντικείμενο των διαφορών της κύριας δίκης.
11 Οι παλαιοί μέτοχοι της Kerafina θεώρησαν ότι οι αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου που αποφάσισε ο ΟΑΕ αντιβαίνουν προς το άρθρο 25 της δεύτερης οδηγίας και, τον Νοέμβριο του 1988, άσκησαν αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές τους. Κατά των αποφάσεων αυτών οι παλαιοί μέτοχοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι στις εκκρεμούσες ενώπιόν του υποθέσεις ανακύπτουν ζητήματα ερμηνείας της δεύτερης οδηγίας και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Είναι οι διατάξεις του άρθρου 25, σε συνδυασμό προς το άρθρο 41, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, απαλλαγμένες από προϋποθέσεις που απόκεινται στην εκτίμηση των κρατών μελών και αρκούντως επακριβείς, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση αυτών έναντι της διοικήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου από διοικούμενο, που προβάλλει ότι είναι ασυμβίβαστη προς αυτές ρύθμιση εμπεριεχόμενη σε διάταξη νόμου;
2) Εμπίπτει, κατά την έννοια του άρθρου 25 της πιο πάνω οδηγίας, στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής και σε καταφατική απάντηση, κατά πόσο συμβιβάζεται προς τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη το άρθρου 41, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, διάταξη νόμου, η οποία δεν ρυθμίζει, ως πάγιο νομικό καθεστώς, τα θέματα της αυξήσεως του εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας, αλλά αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της εξαιρετικής καταστάσεως στην οποία, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, έχουν περιέλθει επιχειρήσεις που είναι ιδιαίτερης, από οικονομική και κοινωνική άποψη, σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, και που προβλέπει, χάριν του σκοπού της εξασφαλίσεως της επιβιώσεώς τους και της συνεχίσεως της λειτουργίας τους, ότι είναι δυνατή η με διοικητική πράξη λήψη αποφάσεως για αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, με διαφύλαξη, πάντως, του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά τη διάθεση των νέων μετοχών;
3) Εισάγεται με την απόφαση 88/167/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1987, με την οποία η τελευταία (Επιτροπή) δήλωσε ότι δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την εφαρμογή του ν. 1386/1983, με την επιφύλαξη των διατυπουμένων στην απόφασή της όρων, μεταξύ των οποίων και ο όρος, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα τροποποιήσει μέχρις τις 31 Δεκεμβρίου 1987 τις διατάξεις του παραπάνω νόμου 1386/1983, ώστε να είναι σύμφωνες με τα άρθρα 25 επ. και 29 επ. της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ, για την Ελληνική Δημοκρατία εξαίρεση από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής μέχρι την παραπάνω προθεσμία (31 Δεκεμβρίου 1987);"
12 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, οι ισχύουσες κανονιστικές ρυθμίσεις, καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
13 Παρατηρείται προκαταρκτικώς ότι τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα θέτουν προβλήματα επί των οποίων το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί δύο φορές, συγκεκριμένα με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, C-19/90 και C-20/90, Καρέλλα και Καρέλλας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2691), και με την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1992, C-381/89, Σύνδεσμος Μελών της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας (Συλλογή 1992, σ. Ι-0000).
14 Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στις παρούσες υποθέσεις είναι σε μεγάλο βαθμό όμοιες με εκείνες που κατατέθηκαν στο πλαίσιο των δύο προηγουμένων διαδικασιών. Ωστόσο, περιλαμβάνουν σχόλιο των προαναφερθεισών αποφάσεων. Συγκεκριμένα, ο ΟΑΕ και η Ελληνική Κυβέρνηση παρατήρησαν ότι οι απαντήσεις που έδωσε το Δικαστήριο στα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο αυτών των υποθέσεων δεν είναι ορθές, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα απαιτούμενα δεδομένα ώστε να δώσει την ενδεδειγμένη απάντηση.
15 Πράγματι, ο ΟΑΕ και η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρούν ότι, εκδίδοντας τις αποφάσεις του αυτές, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ούτε τις περιστάσεις υπό τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία μετέφερε στην εσωτερική της νομοθεσία τη δεύτερη οδηγία, ούτε την ακριβή φύση του νόμου 1386/1983, ο οποίος σχετίζεται με το πτωχευτικό δίκαιο και την αναγκαστική εκτέλεση. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, ο ΟΑΕ διευκρίνισε ότι η Κοινότητα είναι παντελώς αναρμόδια να παρεμβαίνει σ' αυτόν τον κλάδο του δικαίου. Τέλος, ο ΟΑΕ θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν την ανάγκη αυξήσεως του κεφαλαίου των εταιριών που υπήχθησαν στο καθεστώς του νόμου 1386/1983.
16 Επιβάλλεται σχετικώς να υπογραμμιστούν καταρχάς ορισμένες αρχές που διέπουν την κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Πρώτον, το εθνικό δικαστήριο έχει την αποκλειστική ευχέρεια να διαμορφώνει τα υποβαλλόμενα στο Δικαστήριο ερωτήματα, οι δε διάδικοι της κύριας δίκης δεν μπορούν να τροποποιούν το περιεχόμενο των ερωτημάτων (βλ. σχετικώς απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Hessische Knappschaft, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201). Δεύτερον, το άρθρο 177 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο ούτε να εφαρμόζει το κοινοτικό δίκαιο σε συγκεκριμένη περίπτωση ούτε να αποφαίνεται επί του κύρους, σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο, διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας, δυνατότητα που του παρέχει η διαδικασία του άρθρου 169 (βλ. σχετικώς απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191).
17 Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι με τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στις παρούσες υποθέσεις δεν προσκομίστηκε κανένα νέο στοιχείο εκτιμήσεως, βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα απαντήσεις διαφορετικές από εκείνες που έδωσε στις προαναφερθείσες αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1991 και της 24ης Μαρτίου 1992, σε προδικαστικά ερωτήματα κατά γράμμα όμοια.
18 Αρκεί, συνεπώς, η παραπομπή στο σκεπτικό των δύο αυτών αποφάσεων και, ιδίως, στο διατακτικό της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 1991, κατά το οποίο
* οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι των δημοσίων αρχών το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας οι δε
* συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 25 και του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας έχουν την έννοια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές εθνική ρύθμιση η οποία, προς εξασφάλιση της επιβιώσεως και της συνεχίσεως της δραστηριότητας επιχειρήσεων που έχουν, από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, ιδιαίτερη σημασία για το κοινωνικό σύνολο και οι οποίες αντιμετωπίζουν, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, εξαιρετική κατάσταση, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασιστεί με διοικητική πράξη η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου τους υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά την έκδοση νέων μετοχών.
Επί του τρίτου ερωτήματος
19 Με το ερώτημα αυτό το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί κατ' ουσία να διευκρινιστεί αν η προαναφερθείσα απόφαση 88/167 της Επιτροπής επέτρεψε στην Ελληνική Δημοκρατία να διατηρήσει σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 τις αντίθετες προς τη δεύτερη οδηγία διατάξεις του νόμου 1386/1983.
20 Διαπιστώνεται σχετικώς, και σύμφωνα με την άποψη του γενικού εισαγγελέα (σημείο 4 των προτάσεών του), ότι η εξουσία εκτιμήσεως που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 93 της Συνθήκης, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, δεν της παρέχει τη δυνατότητα να επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πλην εκείνων που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
21 Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση 88/167, η Επιτροπή ουδόλως είχε την πρόθεση να επιτρέψει στις ελληνικές αρχές να παρεκκλίνουν από την εφαρμογή της δεύτερης οδηγίας. Πράγματι, τονίζοντας ότι οι διατάξεις του νόμου 1386/1983, οι οποίες ήταν ασυμβίβαστες προς την εν λόγω οδηγία, έπρεπε να τροποποιηθούν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 το βραδύτερο, η Επιτροπή ρητώς ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση να θέσει τέλος στην παραβίαση αυτή του κοινοτικού δικαίου.
22 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα του Εφετείου Αθηνών πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι με την απόφαση 88/167 δεν επιτράπηκε στην Ελληνική Δημοκρατία να διατηρήσει σε ισχύ, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 το βραδύτερο, τις αντίθετες προς τη δεύτερη οδηγία διατάξεις του νόμου 1386/1983.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 1991, το Εφετείο Αθηνών, αποφαίνεται:
1) Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναντι των δημοσίων αρχών το άρθρο 25, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, όσον αφορά τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας καθώς και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της.
2) Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 25 και του άρθρου 41, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας έχουν την έννοια ότι αντίκειται στις διατάξεις αυτές εθνική ρύθμιση η οποία, προς εξασφάλιση της επιβιώσεως και της συνεχίσεως της δραστηριότητας επιχειρήσεων που έχουν, από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, ιδιαίτερη σημασία για το κοινωνικό σύνολο και οι οποίες αντιμετωπίζουν, λόγω της υπερχρεώσεώς τους, εξαιρετική κατάσταση, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασιστεί με διοικητική πράξη η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου τους υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως των παλαιών μετόχων κατά την έκδοση νέων μετοχών.
3) Με την απόφαση 88/167/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 1987, που αφορά τον νόμο αριθ. 1386/1983 βάσει του οποίου η Ελληνική Κυβέρνηση χορηγεί ενισχύσεις στην ελληνική βιομηχανία, δεν επιτράπηκε στην Ελληνική Δημοκρατία να διατηρήσει σε ισχύ, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 το βραδύτερο, τις αντίθετες προς τη δεύτερη οδηγία διατάξεις του νόμου 1386/1983.
Full & Egal Universal Law Academy