Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Διαδικασία * Υποβολή υποθέσεως στο Δικαστήριο βάσει ρήτρας διαιτησίας * Ρήτρα διαιτησίας * 'Εννοια * Παροχή αρμοδιότητας στο Δικαστήριο, προβλεπόμενη από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί προμήθειας προϊόντων που προορίζονται για την επισιτιστική βοήθεια * Περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 181 κανονισμός 3972/86 του Συμβουλίου κανονισμός 2200/87 της Επιτροπής, άρθρο 23)
2. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Επισιτιστική βοήθεια * Οργάνωση * Προκήρυξη διαγωνισμού * Καθυστερημένη παράδοση * Κύρωση * Κράτηση επί του ποσού που οφείλεται ως τίμημα για τις προμήθειες * Παράνομη * Δικαίωμα επιστροφής των παρακρατηθέντων ποσών εντόκως, εκτός αν υπήρξε παραίτηση ή αν επήλθε παραγραφή
(Κανονισμός 2200/87 της Επιτροπής)
Περίληψη
1. Σύμφωνα προς τον κανονισμό 3972/86, σχετικά με την πολιτική και τη διαχείριση της επισιτιστικής βοήθειας, η βοήθεια αυτή χορηγείται βάσει συμβατικών αναλήψεων υποχρεώσεων μεταξύ της Επιτροπής και των αναδόχων. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι σχέσεις μεταξύ των τελευταίων και της Επιτροπής διέπονται πλήρως από κανονιστικές διατάξεις, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η τιμή των προμηθειών αποτελεί συνάρτηση των τιμών τις οποίες ζητούν οι υποβάλλοντες σχετική προσφορά και της αποδοχής τους από την Επιτροπή. Εφόσον οι κανονισμοί βάσει των οποίων διενεργήθηκε διαγωνισμός προβλέπουν ότι οι προμήθειες πραγματοποιούνται σύμφωνα προς τον κανονισμό 2200/87, για τις γενικές διατάξεις της συγκεντρώσεως στην Κοινότητα των προϊόντων που χορηγούνται ως κοινοτική επισιτιστική βοήθεια, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 23 του κανονισμού αυτού ρήτρα, κατά την οποία το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για την επίλυση κάθε διαφοράς που προκύπτει από την εκτέλεση, τη μη εκτέλεση ή την ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τις προμήθειες οι οποίες εκτελούνται σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των συμβάσεων προμηθειών και, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ως ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης.
2. Ο κανονισμός 2200/87, για τις γενικές διατάξεις της συγκεντρώσεως στην Κοινότητα των προϊόντων που χορηγούνται ως κοινοτική επισιτιστική βοήθεια, δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να προβαίνει σε κρατήσεις κατά την πληρωμή μιας προμήθειας στο πλαίσιο της επισιτιστικής βοήθειας λόγω καθυστερημένης παραδόσεως. Το γεγονός ότι, πριν το Δικαστήριο κρίνει παράνομη την πρακτική αυτή, ένας ανάδοχος δεν προέβαλε αντιρρήσεις στην εκ μέρους της Επιτροπής διενέργεια κρατήσεως δεν δικαιολογεί, εφόσον δεν υπήρξε παραίτηση ή δεν επήλθε παραγραφή, τη μη απόδοση των ποσών που παρακρατήθηκαν, πλέον των προβλεπόμενων από τον εν λόγω κανονισμό τόκων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-142/91,
Cebag BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Zwolle (Κάτω Χώρες), εκπροσωπουμένη από τους J. M. E. Feije και H. J. Bronkhorst, δικηγόρους Χάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο J. Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγoυσα-ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Robert Caspar Fischer, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή-αγωγή που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΟΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2200/87 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1987, για τις γενικές διατάξεις της συγκεντρώσεως στην Κοινότητα των προϊόντων που χορηγούνται ως κοινοτική επισιτιστική βοήθεια (ΕΕ L 204, σ. 1), με την οποία ζητείται η καταβολή των ποσών που παρακράτησε η Επιτροπή κατά τον διακανονισμό σχετικά με ορισμένες παραδόσεις στον τομέα της επισιτιστικής βοήθειας και η ακύρωση του σχετικού τηλετυπήματος της 27ης Μαρτίου 1991,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez, πρόεδρο τμήματος, M. Zuleeg, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαΐου 1991, η εταιρία Cebag BV (στο εξής: Cebag), με έδρα το Zwolle (Κάτω Χώρες), άσκησε προσφυγή-αγωγή, στηριζόμενη στο άρθρο 181 της Συνθήκης (ΕΟΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2200/87 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1987, για τις γενικές διατάξεις της συγκεντρώσεως στην Κοινότητα των προϊόντων που χορηγούνται ως κοινοτική επισιτιστική βοήθεια (ΕΕ L 204, σ. 1), ζητώντας, αφενός, να υποχρεωθεί η Κοινότητα, ή τουλάχιστον η Επιτροπή, να της καταβάλει 104 508,61 ECU, που αντιστοιχούν στο ποσό το οποίο παρακράτησε η Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 22, παράγραφος 2, στοιχείο β', του προαναφερθέντος κανονισμού 2200/87, προσαυξημένο με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 18 του κανονισμού αυτού τόκους υπερημερίας, και αφετέρου, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που περιλαμβάνεται σε τηλετύπημα της 27ης Μαρτίου 1991, με την οποία η τελευταία απέρριψε αίτημα περί αποδόσεως των εν λόγω ποσών.
2 Με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 151/90 της 22ας Ιανουαρίου 1990 (ΕΕ L 18, σ. 19), 419/90, της 19ης Φεβρουαρίου 1990 (ΕΕ L 44, σ. 10), και 840/90, της 2ας Απριλίου 1990 (ΕΕ L 88, σ. 11), η Επιτροπή προκήρυξε διαγωνισμούς, σύμφωνα προς τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2200/87, σχετικούς, ιδίως, με την προμήθεια εξευγενισμένου κραμβελαίου στο πλαίσιο της επισιτιστικής βοήθειας στην Ουγκάντα (δράση 401/89), τη Μοζαμβίκη (δράσεις 759/89 και 760/89) και το Μπαγκλαντές (δράση 904/89) αντιστοίχως. Οι όροι των διαγωνισμών αυτών καθορίζονται στα παραρτήματα των προαναφερθέντων κανονισμών 151/90, 419/90 και 840/90.
3 Κατά τη διάρκεια του έτους 1990 η Επιτροπή ανέθεσε στην Cebag να προβεί στις ως άνω παραδόσεις. Οι εγγυήσεις παραδόσεως, τις οποίες συνέστησε η εταιρία αυτή στο πλαίσιο των εν λόγω παραδόσεων, σύμφωνα προς το άρθρο 12 του κανονισμού 2200/87, αποδεσμεύθηκαν αργότερα από την Επιτροπή.
4 Λόγω των καθυστερήσεων που σημειώθηκαν κατά την παράδοση των εμπορευμάτων, η Επιτροπή προέβη σε κρατήσεις συνολικού ύψους 104 508,61 ECU κατά τον τελικό διακανονισμό, ο οποίος πραγματοποιήθηκε προς τα τέλη του έτους 1990 όσον αφορά τις προμήθειες στην Ουγκάντα και τη Μοζαμβίκη, και τον Ιανουάριο του 1991, όσον αφορά τις προμήθειες στο Μπαγκλαντές, δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 2200/87, όπως ίσχυε τότε στην προκειμένη υπόθεση.
5 Με πέντε έγγραφα της 4ης Μαρτίου 1991, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε από την Επιτροπή την απόδοση των παρακρατηθέντων ποσών, προσαυξημένων με τόκους υπερημερίας, βασιζόμενη στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C-172/89, Vandemoortele κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-4677), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 2200/87 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να προβαίνει, κατά την πληρωμή, σε κρατήσεις λόγω καθυστερήσεων κατά την παράδοση.
6 Με τηλετύπημα της 27ης Μαρτίου 1991, η Επιτροπή απέρριψε τις αιτήσεις αποδόσεως όσον αφορά τις δράσεις 401/89, 759/89 και 760/89, με την αιτιολογία ότι η επίκληση της προαναφερθείσας αποφάσεως Vandemoortele κατά Επιτροπής δεν είναι δυνατή παρά μόνο για δράσεις σχετικά με τις οποίες η πληρωμή πραγματοποιήθηκε πριν τις 23 Ιανουαρίου 1991, ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
7 Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή διευκρίνισε ότι θεωρούσε το αίτημα αποδόσεως των παρακρατηθέντων ποσών σχετικά με τη δράση 904/89 (Μπαγκλαντές) ως εμπροθέσμως υποβληθέν, δεδομένου ότι το υπόλοιπο των οφειλόμενων για τη δράση αυτή ποσών καταβλήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1991. Ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ζητούμενο ποσό των 39 415,51 ECU, πλέον τόκων υπερημερίας ύψους 1 775,31 ΕCU.
8 Τότε η Cebag τροποποίησε το αίτημα της προσφυγής-αγωγής της με το υπόμνημα απαντήσεώς της, ζητώντας μόνο την απόδοση ποσού 65 093,10 ECU, προσαυξημένου με τους τόκους υπερημερίας που προβλέπονται στο προαναφερθέν άρθρο 18 του κανονισμού 2200/87.
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
10 Η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι η έννομη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και του αναδόχου στο πλαίσιο των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 2200/87 παραδόσεων διέπεται αποκλειστικά από κοινοτικούς κανονισμούς και ότι, επομένως, το άρθρο 23 του κανονισμού αυτού, κατά το οποίο "το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφασίζει για την επίλυση κάθε διαφοράς που προκύπτει από την εκτέλεση, τη μη εκτέλεση ή την ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τις προμήθειες που εκτελούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό", δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης.
11 Πρέπει να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3972/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με την πολιτική και τη διαχείριση της επισιτιστικής βοήθειας (ΕΕ L 370, σ. 1), η βοήθεια αυτή χορηγείται βάσει συμβατικών αναλήψεων υποχρεώσεων. Πράγματι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ', η Επιτροπή αποφασίζει:
"τους όρους για τη χορήγηση της βοήθειας και ιδίως:
* τις γενικές ρήτρες που ισχύουν για τους δικαιούχους,
* την έναρξη των διαδικασιών συγκέντρωσης και προμήθειας των προϊόντων καθώς και τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων".
12 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της ιδίας και των αναδόχων δεν καθορίζονται πλήρως από τους κοινοτικούς κανονισμούς. Επ' αυτού αρκεί να σημειωθεί ότι ένα ουσιώδες στοιχείο των προμηθειών, η τιμή, καθορίζεται σε συνάρτηση με τις τιμές που ζητούν οι υποβάλλοντες σχετική προσφορά και με την αποδοχή τους από την Επιτροπή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 2200/87.
13 Από αυτό προκύπτει ότι οι εν λόγω παραδόσεις πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο συμβάσεων.
14 Στη συνέχεια, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τους κανονισμούς, που στηρίζονται ιδίως στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του προαναφερθέντος κανονισμού 3972/86, με τους οποίους η Επιτροπή προέβη στη συγκέντρωση των εν λόγω εμπορευμάτων, οι παραδόσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα προς τις διατάξεις του κανονισμού 2200/87. Επομένως, η περιλαμβανόμενη στο προαναφερθέν άρθρο 23 ρήτρα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμβάσεων παραδόσεως και πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ως ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης.
15 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
16 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Vandemoortele κατά Επιτροπής και με την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C-226/89, Haniel Spedition κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1599), οι πραγματοποιούμενες κατά την πληρωμή κρατήσεις λόγω καθυστερημένης παραδόσεως στερούνται νομίμου ερείσματος.
17 Εν τούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κρατήσεις σχετικά με τις δράσεις 401/89, 759/89 και 760/89 αποφασίστηκαν όταν έγινε ο τελικός διακανονισμός, τον οποίο η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε πριν το τέλος του 1990, και ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ζητεί την απόδοση των ποσών που κρατήθηκαν με τον τρόπο αυτό. Προς δικαιολόγηση της αρνήσεώς της να αποδώσει τα ζητούμενα από την προσφεύγουσα ποσά η Επιτροπή περιορίζεται μόνο στην προβολή του ισχυρισμού ότι, πριν από την προαναφερθείσα απόφαση Vandemoortele κατά Επιτροπής, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε ποτέ αντιρρήσεις στην εριζόμενη πρακτική σχετικά με τις κρατήσεις και ότι δεν αμφισβήσε την ουσιαστική ακρίβεια των κρατήσεων που πραγματοποιήθηκαν για τις προκείμενες τρεις δράσεις.
18 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Πράγματι, το αίτημα της προσφεύγουσας θα μπορούσε να απορριφθεί μόνο αν η Cebag είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή των σχετικών ποσών, πράγμα το οποίο δεν ισχυρίστηκε η καθής, ή αν το δικαίωμα αυτό είχε παραγραφεί, πράγμα το οποίο επίσης δεν ισχυρίστηκε η Επιτροπή.
19 'Οσον αφορά το αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 6, του κανονισμού 2200/87, η αίτηση πληρωμής σχετικά με κάθε διαγωνισμό υποβάλλεται στην Επιτροπή εντός προθεσμίας 12 μηνών από τη λήξη της περιόδου που καθορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η δε πληρωμή πραγματοποιείται εντός ανωτάτης προθεσμίας δώδεκα μηνών από την υποβολή της πλήρους αιτήσεως πληρωμής. Πληρωμή πραγματοποιούμενη πέραν της προαναφερθείσας προθεσμίας συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Επιτροπή, εκτός αν η καθυστέρηση δικαιολογείται από συμπληρωματικές πραγματογνωμοσύνες ή έρευνες.
20 Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι οι αιτήσεις πληρωμής σχετικά με τις επίδικες δράσεις υποβλήθηκαν εντός της δωδεκάμηνης προθεσμίας την οποία προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη.
21 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της προσφεύγουσας και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει, πέραν του ποσού που αντιστοιχεί στις εν λόγω κρατήσεις, τόκους υπερημερίας, με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Επιτροπή, από της λήξεως της τρίμηνης προθεσμίας που αρχίζει από της υποβολής των αιτήσεων πληρωμής σχετικά με τις ως άνω δράσεις.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει την Επιτροπή να καταβάλει στην εταιρία Cebag BV, με έδρα το Zwolle, ποσό 65 093,10 ECU, προσαυξημένο με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Επιτροπή, από της λήξεως της τρίμηνης προθεσμίας που αρχίζει από της υποβολής κάθε αιτήσεως πληρωμής.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy