Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Δασμοί * Επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εσωτερικοί φόροι * Υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνει προς όφελος μόνο των εγχωρίων * Κριτήριο χαρακτηρισμού
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12 και 95)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Δασμοί * επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος * Εσωτερικοί φόροι * Κανόνες της Συνθήκης * 'Αμεσο αποτέλεσμα
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12, 13 και 95)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη * 'Εννοια * Υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων εφαρμοζόμενη στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα αλλά αποβαίνει προς όφελος μόνον των πρώτων * Περιλαμβάνεται * Προϋποθέσεις * Αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων * 'Εκταση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 93)
Περίληψη
1. Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποία διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον την επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, της οποίας η επιβολή απαγορεύεται ως προς το μέρος του ποσού της που διατίθεται για την αντιστάθμιση η οποία αποβαίνει προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων.
2. Οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.
3. Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται υπέρ αποκλειστικώς των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα πλεονεκτήματα που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση που εκδίδει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως ως τρόπος χρηματοδοτήσεως κρατικής ενισχύσεως.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-144/91 και C-145/91,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Rechtbank van eerste aanleg te Brussel προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Demoor Gilbert en Zonen NV κ.λπ.
και
Βελγικού Δημοσίου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Demoor Gilbert en Zonen NV, Janssens en Zonen NV, Slachthuis BVBA και Westvlees NV, εκπροσωπούμενες από τον Μ. Denys, δικηγόρο Βρυξελλών
* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Braguglia, avvocato dello Stato
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τον νομικό σύμβουλο R. Fischer,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις που ανέπτυξαν οι Demoor Gilbert en Zonen NV, Janssens en Zonen NV, Slachthuis BVBA και Westvlees NV, το Βελγικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον A. Vastersavendts, δικηγόρο, η Ιταλική Κυβέρνηση, η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουνίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο πανομοιότυπες διατάξεις της 3ης Μαΐου 1991, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Μαΐου του ιδίου έτους, το Rechtbank van eerste aanleg te Brussel υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ ορισμένων επιχειρήσεων που επιδίδονται στο εμπόριο χοίρων και του Βελγικού Δημοσίου σχετικά με τη νομιμότητα μιας υποχρεωτικής εισφοράς που επιβάλλεται εντός του Βελγίου λόγω της σφαγής ή της εξαγωγής βοοειδών, μόσχων και χοίρων υπέρ ενός "Ταμείου για την υγεία και την παραγωγή των ζώων".
3 Ο βελγικός νόμος της 24ης Μαρτίου 1987, περί της υγείας των ζώων (Belgisch Staatsblad της 17.4.1987), έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο του 2, "την καταπολέμηση των ασθενειών των ζώων χάριν της δημόσιας υγείας και της οικονομικής ευμάρειας των κατόχων ζώων".
4 Το άρθρο 32, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου ορίζει τα ακόλουθα:
"Συνιστάται στο Υπουργείο Γεωργίας 'Ταμείο για την υγεία και την παραγωγή των ζώων' , αναφερόμενο στο εξής ως 'το Ταμείο' . Το Ταμείο αυτό έχει ως αποστολή να παρεμβαίνει στην κάλυψη των αποζημιώσεων, επιδοτήσεων και άλλων παροχών σχετικά με την καταπολέμηση των επιζωοτιών και τη βελτίωση της υγιεινής, της υγείας και της ποιότητας των ζώων και των ζωικών προϊόντων.
Το Ταμείο χρηματοδοτείται από:
1) τις υποχρεωτικές εισφορές που βαρύνουν φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία παράγουν, μεταποιούν, μεταφέρουν, κατεργάζονται, πωλούν ή εμπορεύονται ζώα
(...)."
5 Η ίδια διάταξη προβλέπει ότι με βασιλικό διάταγμα καθορίζονται το ύψος των υποχρεωτικών εισφορών, ο τρόπος εισπράξεώς τους καθώς και οι κυρώσεις σε περίπτωση μη πληρωμής.
6 Το ένατο εδάφιο αυτού του άρθρου προβλέπει ότι,
"όταν η υποχρεωτική εισφορά εισπράττεται από πρόσωπα που μεταποιούν, μεταφέρουν, κατεργάζονται, πωλούν ή εμπορεύονται ζώα ή ζωικά προϊόντα, μετακυλίεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μέχρι τον παραγωγό (...)".
7 Κατ' εφαρμογή αυτού του νόμου, το βασιλικό διάταγμα της 11ης Δεκεμβρίου 1987 (Belgisch Staatsblad της 23.12.1987), το οποίο άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1988, καθορίζει το ύψος της εν λόγω υποχρεωτικής εισφοράς ανά βοοειδές, μόσχο και χοίρο που σφάζονται ή εξάγονται, η οποία και βαρύνει τα σφαγεία ή τους εξαγωγείς, για τη χρηματοδότηση του Ταμείου.
8 Κατά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος αυτού, "οι υποχρεωτικές εισφορές που επιβάλλονται στα σφαγεία και τους εξαγωγείς χρεώνονται από αυτούς στον προμηθευτή των ζώων ο οποίος τις χρεώνει, ενδεχομένως, στον πωλητή μέχρι και του παραγωγού". Στο δεύτερο εδάφιο αυτής της διατάξεως προβλέπεται η ξεχωριστή μνεία της εν λόγω εισφοράς στο τιμολόγιο του σφαγείου ή του εξαγωγέα. Το βασιλικό αυτό διάταγμα προβλέπει επιπλέον ότι σε περίπτωση μη καταβολής των εισφορών μετά από δύο ειδοποιήσεις το σφαγείο ή ο εξαγωγέας οφείλει να καταβάλει το διπλάσιο του οφειλομένου ποσού.
9 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι ενάγουσες της κύριας δίκης είναι βελγικές επιχειρήσεις που εισάγουν χοίρους, προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να σφαγούν στο Βέλγιο. Κατόπιν οχλήσεως εκ μέρους των βελγικών αρχών για την καταβολή των εν λόγω εισφορών, οι ενάγοντες ζήτησαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων από το Rechtbank van eerste aanleg te Brussel, να απαγορευθεί στο Βελγικό Δημόσιο να επιβάλει εισφορές για τα εισαγόμενα ζώα, λόγω του ασυμβίβαστου του προαναφερθέντος νόμου της 24ης Μαρτίου 1987 και του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος της 11ης Δεκεμβρίου 1987 προς τα άρθρα 92 και 95 της Συνθήκης. Πράγματι, οι εν λόγω εισφορές επιβάλλονται επίσης και ως προς τους χοίρους που εισάγονται στο Βέλγιο, ενώ τα έσοδα του Ταμείου χρησιμοποιούνται αποκλειστικά προς όφελος της βελγικής παραγωγής.
10 Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Rechtbank van eerste aanleg te Brussel ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) 'Εχουν την έννοια η Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως δε οι διατάξεις των άρθρων 92 και 95, και οι ενδεχομένως εφαρμοστέες ευρωπαϊκές οδηγίες ότι απαγορεύεται σε κράτος μέλος η θέσπιση ορισμένης υποχρεωτικής εισφοράς για τη χρηματοδότηση ενός 'Ταμείου για την υγεία και την παραγωγή των ζώων' * Ταμείο το οποίο έχει ως σκοπό να παρεμβαίνει στην κάλυψη των αποζημιώσεων, επιδοτήσεων και άλλων παροχών σχετικά με την καταπολέμηση των επιζωοτιών και τη βελτίωση της υγιεινής, της υγείας και της ποιότητας των ζώων και των ζωικών προϊόντων * μέσω, αφενός, επιβολής εισφοράς σε βάρος των σφαγείων του κράτους μέλους ανά σφαγμένο χοίρο, οπότε ορίζεται από τον νόμο ότι η υποχρεωτική αυτή εισφορά χρεώνεται σε κάθε πράξη πωλήσεως μέχρι και του παραγωγού * πράγμα το οποίο μπορεί να έχει ως συνέπεια και έχει ως συνέπεια ότι η χρηματοδοτική αυτή εισφορά χρεώνεται στους εισαγωγείς αυτών των μόσχων από άλλο κράτος μέλος * και, αφετέρου, της επιβολής σε κάθε εξαγωγέα χοίρων της ίδιας χρηματοδοτικής εισφοράς, η οποία επίσης μπορεί να χρεώνεται σε κάθε πράξη πωλήσεως μέχρι και τον παραγωγό;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει η χρηματοδοτική αυτή εισφορά * η οποία επιβάλλεται για τον σκοπό που προαναφέρθηκε * να θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, φόρος και/ή ενίσχυση δραστηριοτήτων που διενεργούνται αποκλειστικά προς όφελος των προαναφερθέντων εγχωρίων προϊόντων και, κατά συνέπεια απαγορεύεται;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, μπορούν οι ιδιώτες να το επικαλεστούν αυτό ευθέως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων;"
11 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται πιο κάτω μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
12 Με τα ερωτήματά του το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 12 επ., 92 και 95 της Συνθήκης αντιτάσσονται στη θέσπιση υποχρεωτικής εισφοράς η οποία συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων που πλήττει αδιακρίτως τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, με τον ίδιο τρόπο επιβολής, υπέρ ενός Ταμείου, οι δραστηριότητες του οποίου αποβαίνουν προς όφελος μόνο των εγχωρίων προϊόντων. Ερωτά επίσης αν οι εν λόγω διατάξεις έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
13 Για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν καταρχάς οι διατάξεις των άρθρων 12 επ. και 95 της Συνθήκης, κατόπιν δε οι διατάξεις του άρθρου 92 της Συνθήκης.
Eπί των άρθρων 12 επ. και 95 της Συνθήκης
14 Δεδομένου ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος και οι εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις περί εσωτερικών φόρων δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικώς (βλ. τις αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1975, 94/74, IGAV, Συλλογή τόμος 1975, σ. 213, και της 11ης Ιουνίου 1992, C-149/91 και C-150/91, Sanders, Συλλογή 1992, σ. Ι-3899), πρέπει να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής καθεμιάς από αυτές τις διατάξεις.
15 Τα άρθρα 12 και 13 της Συνθήκης περιέχουν την απαγόρευση εισαγωγικών και εξαγωγικών δασμών, καθώς και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. 'Οσον αφορά τους δασμούς και τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, το Δικαστήριο τόνισε (αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1973, 77/72, Capolongo, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 567, της 11ης Μαρτίου 1992, C-78/90 έως C-83/90, Compagnie Commerciale de l' Ouest, Συλλογή 1992, σ. Ι-1847, και της 11ης Ιουνίου 1992, Sanders, προαναφερθείσα) ότι, καταρχήν, η εν λόγω απαγόρευση αφορά κάθε επιβάρυνση λόγω ή επ' ευκαιρία της εισαγωγής η οποία πλήττει ειδικά το εισαγόμενο προϊόν, κατ' αποκλεισμό του ομοειδούς εγχωρίου προϊόντος. 'Εχει επίσης δεχθεί ότι οι χρηματικές επιβαρύνσεις που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της δραστηριότητας ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου μπορούν να αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
16 Το Δικαστήριο, στις ίδιες αποφάσεις, διευκρίνισε ότι κατά την ερμηνεία της έννοιας της "επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό" πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός των επιβαλλομένων χρηματικών επιβαρύνσεων. Πράγματι, όταν μια τέτοια χρηματική επιβάρυνση ή μια τέτοια εισφορά προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των φορολογουμένων εγχωρίων προϊόντων μπορεί ενδεχομένως η γενική εισφορά που επιβάλλεται, με βάση τα ίδια κριτήρια, στο εισαγόμενο και στο εγχώριο προϊόν να αποτελεί παρά ταύτα πρόσθετη καθαρή χρηματική επιβάρυνση για το ένα προϊόν, ενώ για κάποιο άλλο να αποτελεί στην πραγματικότητα την αντιπαροχή αποκτηθέντων οφελών ή ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, εισφορά εμπίπτουσα σ' ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που περιλαμβάνει συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, με βάση τα ίδια κριτήρια, μπορεί παρά ταύτα να αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικό δασμό, όταν το προϊόν της εισφοράς αυτής διατίθεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων.
17 Το άρθρο 95, εξάλλου, απαγορεύει σε κράτος μέλος να πλήττει άμεσα ή έμμεσα τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών με εσωτερικούς φόρους υψηλότερους από αυτούς που πλήττουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ή που μπορούν να έχουν προστατευτικά αποτελέσματα για άλλου είδους προϊόντα της εγχώριας παραγωγής. Το κριτήριο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως είναι, κατά συνέπεια, η φύση του εσωτερικού φόρου ως μέτρου που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ή προστατευτικά αποτελέσματα (προαναφερθείσα απόφαση Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 25).
18 Προκειμένου περί επιβαρύνσεως πλήττουσας τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση πανομοιότυπα κριτήρια, θα πρέπει ενδεχομένως, κατά πάγια νομολογία, να λαμβάνεται υπόψη ο προορισμός του προϊόντος της επιβαρύνσεως. 'Ετσι, όταν το προϊόν μιας τέτοιας επιβαρύνσεως προορίζεται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που αποβαίνουν ειδικά προς όφελος των πληττομένων εγχωρίων προϊόντων, είναι δυνατόν η εισφορά που επιβάλλεται με βάση τα ίδια κριτήρια να αποτελεί εντούτοις φορολογία που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, στο μέτρο που η φορολογική επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα εξουδετερώνεται από τα οφέλη των οποίων καθιστά δυνατή τη χρηματοδότηση, ενώ η επιβάρυνση που πλήττει τα εισαγόμενα προϊόντα αποτελεί καθαρή επιβάρυνση (αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1980, 73/79, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 137, σκέψη 15, και Compagnie Commerciale de l' Ouest, προαναφερθείσα, σκέψη 26).
19 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι, όταν τα οφέλη που απορρέουν από τη διάθεση του προϊόντος της εν λόγω εισφοράς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν κατά τη διάθεσή του στο εμπόριο, η εισφορά αυτή συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό αντίθετη προς τα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν μόνον εν μέρει την επιβάρυνση που πλήττει το εγχώριο προϊόν, η εν λόγω επιβάρυνση διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιβάρυνση δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 95 της Συνθήκης και, επομένως, απαγορεύεται στο μέτρο που συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του εισαγομένου προϊόντος, δηλαδή στο μέτρο που αντισταθμίζει εν μέρει την επιβάρυνση που πλήττει το φορολογούμενο εγχώριο προϊόν (βλ., τελευταία, την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, Sanders).
20 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν η επιβάρυνση που υφίσταται το εγχώριο προϊόν αντισταθμίζεται πλήρως ή εν μέρει μέσω της χρησιμοποιήσεως των εσόδων της εν λόγω επιβαρύνσεως (προαναφερθείσα απόφαση Compagnie Commerciale de l' Ouest, σκέψη 28).
21 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα οφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνον την επιβάρυνση που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
22 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια (αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62, Van Gend & Loos, Συλλογή τόμος 1954, σ. 861, Capolongo προαναφερθείσα, και της 22ας Μαρτίου 1977, 74/76, Iannelli, Συλλογή τόμος 1977, σ. 143).
Επί των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης
23 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν μια χρηματική επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως η επίδικη, συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις.
24 Πρέπει συναφώς να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η επίδικη επιβάρυνση υπέρ τρίτων μπορεί να απαγορεύεται είτε από τα άρθρα 12 και 13 είτε από το άρθρο 95 της Συνθήκης, δεν αποκλείεται η διάθεση του προϊόντος της επιβαρύνσεως αυτής υπέρ των εγχωρίων προϊόντων να μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders).
25 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε απαλλαγμένο αιρέσεων. Η Συνθήκη, προβλέποντας στο άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά να προκύπτει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, από κατάλληλη διαδικασία για την κίνηση της οποίας την ευθύνη φέρει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνον το άρθρο 92, να αμφισβητούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το συμβατό μιας ενισχύσεως με το κοινοτικό δίκαιο ούτε να ζητούν από αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, ως προς το ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, Iannelli, προαναφερθείσα, και 78/76, Steinike και Weinlig, Συλλογή τόμος 1977, σ. 143, και Compagnie Commerciale de l' Ouest και Sanders, προαναφερθείσες).
26 Ωστόσο, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές παραβλέπουν, ενδεχομένως, την απαγόρευση εφαρμογής ενισχύσεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης και η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα. 'Οταν τα εθνικά δικαστήρια διαπιστώνουν μια τέτοια παράβαση, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τους ιδιώτες οι οποίοι μπορούν να επικαλούνται την απαγόρευση αυτή, οφείλουν να συνάγουν όλες τις συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεων όσο και την ανάκτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν. 'Ομως, όταν εκδίδουν απόφαση επ' αυτού, τα εθνικά δικαστήρια δεν αποφαίνονται επί του συμβατού των μέτρων ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, δεδομένου ότι η τελική κρίση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur, Συλλογή 1991, σ. Ι-5505, και την προαναφερθείσα απόφαση Sanders).
27 Εναπόκειται ομοίως στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των ιδιωτών, συνάγοντας όλες τις συνέπειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά το κύρος των πράξεων εφαρμογής των μέτρων ενισχύσεων καθώς και την επιστροφή των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή διαπιστώσει, με απόφαση εκδιδόμενη βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το ασυμβίβαστο μέτρου ενισχύσεως με την κοινή αγορά (προαναφερθείσα απόφαση Steinike και Weinlig).
28 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι επιβάρυνση υπέρ τρίτων, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως προς χρηματοδότηση κρατικής ενισχύσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 3ης Μαΐου 1991, το Rechtbank van eerste aanleg te Brussel, αποφαίνεται:
1) Μια υποχρεωτική εισφορά που συνιστά επιβάρυνση υπέρ τρίτων και εφαρμόζεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις επιβολής στα εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, τα έσοδα της οποίας διατίθενται υπέρ αποκλειστικώς των εγχωρίων προϊόντων, οπότε τα oφέλη που απορρέουν συναφώς αντισταθμίζουν πλήρως την επιβάρυνση που πλήττει τα προϊόντα αυτά, αποτελεί επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό απαγορευόμενη από το άρθρο 12 της Συνθήκης. Αν τα οφέλη αυτά αντισταθμίζουν εν μέρει μόνο το βάρος που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνση αυτή συνιστά φόρο που συνεπάγεται δυσμενή διάκριση και απαγορεύεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
2) Οι διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 95 της Συνθήκης έχουν άμεσο αποτέλεσμα και παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν τα εθνικά δικαστήρια.
3) Μία τέτοια επιβάρυνση υπέρ τρίτων, μπορεί να συνιστά, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος της, κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, εξυπακουομένου ότι η σχετική κρίση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται ομοίως υπόψη οι αρμοδιότητες του εθνικού δικαστηρίου σε περίπτωση μη τηρήσεως από το οικείο κράτος μέλος, κατά τη θέσπιση της επιβαρύνσεως αυτής, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, καθώς και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή έχει διαπιστώσει με απόφαση εκδοθείσα βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ότι δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η επιβολή της επιβαρύνσεως ως τρόπου χρηματοδοτήσεως κρατικής ενισχύσεως.
Full & Egal Universal Law Academy