Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Σιτηρά - Σύστημα τιμών - Εθνικός φόρος επιβαλλόμενος επί ορισμένων προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση - Ανεπίτρεπτος σε περίπτωση κινδύνου διαταράξεως της λειτουργίας του μηχανισμού της κοινής οργανώσεως - Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Δασμοί - Φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εσωτερικοί φόροι - Φόρος υπέρ τρίτων επί προϊόντος βάσεως βαρύνων οριστικά τα εισαγόμενα παράγωγα προϊόντα, ο οποίος όμως επιστρέφεται σε περίπτωση παραγωγής των ίδιων προϊόντων στην εθνική επικράτεια - Χαρακτηρισμός του ως φορολογικής
επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος - Φόρος υπέρ τρίτων βαρύνων τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, από τον οποίο όμως ωφελούνται μόνο τα πρώτα - Κριτήριο χαρακτηρισμού
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 12 και 95)
3. Κρατικές ενισχύσεις - 'Εννοια - Φόρος υπέρ τρίτων επί προϊόντος βάσεως βαρύνων οριστικά τα εισαγόμενα παράγωγα προϊόντα, ο οποίος όμως επιστρέφεται σε περίπτωση παραγωγής των ίδιων προϊόντων στην εθνική επικράτεια ή βαρύνων τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, από τον οποίο όμως ωφελούνται μόνο τα πρώτα - Περιλαμβάνεται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 93)
Περίληψη
1. Το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, οι μηχανισμοί της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως προκύπτουν ιδίως στον τομέα των σιτηρών, από τις διατάξεις του κανονισμού 2727/75, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών, εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών μελών επιβολή φόρου πλήττοντος περιορισμένο αριθμό γεωργικών προϊόντων για μακρά χρονική περίοδο, εφόσον ο εν λόγω φόρος μπορεί να παρακινήσει τους επιχειρηματίες να μεταβάλουν τη δομή της παραγωγής ή της κατανάλωσεώς τους.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν ένας φόρος τον οποίο αφορά διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί είχε τέτοια αποτελέσματα.
2. Αποτελεί φόρο υπέρ τρίτων η φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς απαγορευμένο από το άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ δασμό αν επιβάλλεται επ' ευκαιρία της εισαγωγής ορισμένων προϊόντων, ενώ επιστρέφεται σε περίπτωση που τα προϊόντα αυτά παράγονται εντός του οικείου κράτους ή αν από το προϊόν του φόρου χρηματοδοτείται η παροχή πλεονεκτημάτων αποκλειστικά στα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας καθ' ολοκληρία τον φόρο που επιβάρυνε τα τελευταία αυτά προϊόντα. Αν από το εν λόγω προϊόν του φόρου χρηματοδοτείται μερικώς η παροχή των πλεονεκτημάτων
αυτών, τα οποία επομένως αντισταθμίζουν μέρος μόνο του φόρου που επιβάρυνε τα εγχώρια προϊόντα, ο εν λόγω φόρος αποτελεί επιβάρυνση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις, απαγορευόμενη από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
3. Η επιστροφή ενός φόρου υπέρ τρίτων, βαρύνοντος ένα προϊόν βάσεως, όταν τα παράγωγα προϊόντα παρασκευάζονται στην εθνική επικράτεια, ενώ ο φόρος αυτός επιβαρύνει οριστικά την εισαγωγή των ίδιων παράγωγων προϊόντων ή η χρησιμοποίηση των εσόδων του για τη χρηματοδότηση πλεονεκτημάτων από τα οποία ωφελούνται αποκλειστικά τα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας έτσι τον φόρο o oποίος επιβάρυνε αυτά τα τελευταία προϊόντα, μπορεί να αποτελεί κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, η δε σχετική εκτίμηση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-149/91 και C-150/91,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του tribunal de grande instance de Pau (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Sanders Adour SNC,
Guyomarc' h Orthez Nutrition animale SA
και
Directeur des services fiscaux des Pyrenees-Atlantiques,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 12, 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής όσον αφορά την επιβολή φόρου υπέρ τρίτων επί των σιτηρών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn, G. F. Mancini, K. N. Κακούρη και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν
- οι Sanders και Guyomarc' h, εκπροσωπούμενες από τα μέλη της δικηγορικής εταιρίας SCPA Brin-Denis, δικηγόρους του δικηγορικού συλλόγου της πόλεως Pau και από τον Patrick Dibout, δικηγόρο Παρισιού,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την Edwige Belliard, υποδιευθυντή νομικών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, και από τον Geraud de Bergues, κύριο βοηθό γραμματέα στο ίδιο υπουργείο,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Johannes Foens Buhl, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των εταιριών Sanders και Guyomarc' h και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Φεβρουαρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Απριλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1991, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 3 Ιουνίου 1991, το tribunal de grande instance de Pau υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 92 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής όσον αφορά την επιβολή φόρου υπέρ τρίτων επί των σιτηρών.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των εταιριών Sanders Adour SNC (στο εξής: Sanders) και Guyomarc' h Orthez Nutrition animale SA (στο εξής: Guyomarc' h) και, αφετέρου, του Directeur des services fiscaux des Pyrenees-Atlantiques (διευθυντή φορολογικών υπηρεσιών του διοικητικού διαμερίσματος Pyrenees-Atlantiques) σχετικά με αίτηση επιστροφής χρηματικών ποσών εισπραχθέντων υπέρ του Office national interprofessionnel des cereales (εθνική υπηρεσία σιτηρών, στο εξής: ONIC), που είχαν καταβάλει ως φόρο υπέρ τρίτων επί των σιτηρών, ο οποίος θεσπίστηκε με το διάταγμα 53-975 της 30ής Σεπτεμβρίου 1953, περί οργανώσεως της αγοράς των σιτηρών και του ONIC (JORF της 1.10.1953, σ. 8635).
3 Ο φόρος αυτός, όπως τροποποιήθηκε και παρατάθηκε επανειλημμένα στη συνέχεια, διέπεται σήμερα από το διάταγμα 87-676, της 17ης Αυγούστου 1987, περί φόρου υπέρ τρίτων επιβαρύνοντος την αποθεματοποίηση των σιτηρών (JORF της 19.8.1987, σ. 9520), η δε είσπραξή του προβλέπεται κάθε έτος από τον νόμο περί δημοσίων οικονομικών. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω διατάγματος καθορίστηκαν με απόφαση (arrete) της 14ης Μαρτίου 1988, περί φόρου αποθεματοποιήσεως και φόρου υπέρ του προσαρτημένου προϋπολογισμού σχετικά με τις κοινωνικές παροχές για αγρότες στον τομέα της εισαγωγής και εξαγωγής σιτηρών και παραγώγων αυτών προϊόντων.
4 Δυνάμει του άρθρου 1 του διατάγματος 87-676, ο φόρος αυτός εισπράττεται από τους επιφορτισμένους με τη συγκέντρωση και τους παραγωγούς σιτηρών, βάσει όλων των ποσοτήτων μαλακού σίτου, σκληρού σίτου, κριθής και αραβοσίτου οι οποίες πωλούνται ή χρησιμοποιούνται βαρύνει επίσης τους εισαγωγείς με βάση τις εισαγόμενες ποσότητες αυτών των σιτηρών. Ο φόρος αυτός βαρύνει καθ' ολοκληρία τους χρήστες σιτηρών, το δε προϊόν του αποδίδεται στο ONIC. Από τον φόρο αυτό απαλλάσσονται ιδίως τα εξαγόμενα σιτηρά, ενώ επιστρέφεται όσον αφορά
τα σιτηρά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή προϊόντων που υπάγονται στο σύστημα επιστροφών λόγω παραγωγής το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
5 'Οσον αφορά τα παράγωγα προϊόντα σιτηρών, καθώς και τα μεταποιημένα προϊόντα και τα εμπορεύματα που δεν υπάγονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, ο φόρος επιβάλλεται ή επιστρέφεται κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή, αντίστοιχα, με βάση τις αναλογούσες σε κάθε προϊόν ποσότητες σιτηρών οι οποίες προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανονισμούς.
6 Το ύψος του φόρου ορίστηκε σε 3 γαλλικά φράγκα ανά τόνο κριθής, σίτου ή αραβοσίτου κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στη διαφορά της κύριας δίκης.
7 Οι Sanders και Guyomarc' h παρασκευάζουν ζωοτροφές και χρησιμοποιούν προς τούτο σιτηρά. Δεδομένου ότι επιβαρύνθηκαν, κατά την αγορά των σιτηρών αυτών, με τον φόρο, τον οποίο θεωρούν αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο, ζήτησαν την επιστροφή του για την περίοδο από 1η Ιουλίου 1986 μέχρι 31 Μαρτίου 1988. Επειδή δεν έλαβαν απάντηση, άσκησαν προσφυγή κατά της αρμόδιας εφορίας ενώπιον του tribunal de grande instance de Pau, βάλλοντας κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε σιωπηρά η ένστασή τους και ζήτησαν την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.
8 Υπό τις περιστάσεις αυτές το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"- Μπορεί να θεωρηθεί ο φόρος αποθεματοποιήσεως, όπως θεσπίζεται με το διάταγμα 82-732 της 23ης Αυγούστου 1982 και το διάταγμα
87-676 της 17ης Αυγούστου 1987, ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό ή, εναλλακτικά, ως εσωτερικός φόρος που εισάγει διακρίσεις υπό την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ;
- Μπορεί να θεωρηθεί ο φόρος αυτός, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος του για την κάλυψη των εθνικών δαπανών αποθεματοποιήσεως των σιτηρών, ως αντίθετος προς τους κανόνες της κοινής γεωργικής πολιτικής;
- Μπορεί να θεωρηθεί, λόγω της διαθέσεως του προϊόντος του ή του τρόπου επιστροφής του, ως κρατική ενίσχυση, που απαγορεύεται από το άρθρο 92 της Συνθήκης;".
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
10 Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφαίνεται ως προς αν διάταξη εθνικού δικαίου συμφωνεί προς το κοινοτικό δίκαιο . Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, αφού λάβει υπόψη όσα εκθέτει το δικαστήριο αυτό, τα στοιχεία που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ώστε να παράσχει τη δυνατότητα στο εν λόγω δικαστήριο να επιλύσει το νομικό πρόβλημα του οποίου έχει επιληφθεί (βλ. ιδίως την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salo κατά Χ, Συλλογή 1987, σ. 2545).
Επί του δευτέρου ερωτήματος
11 'Οσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι το Δικαστήριο, απαντώντας σε προδικαστικό ερώτημα, υποβληθέν από το tribunal de grande instance de Morlaix, ως προς τον ίδιο φόρο υπέρ τρίτων όπως είναι αυτός τον οποίο αφορά η διαφορά της κύριας δίκης, έχει ήδη αποφανθεί με την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-235/90, Morvan (Συλλογή 1991, σ. Ι-5419), ως προς την ερμηνεία των κανόνων της κοινής γεωργικής πολιτικής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
"Το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, οι μηχανισμοί της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως προκύπτουν ιδίως στον τομέα των σιτηρών, από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών, εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών μελών επιβολή φόρου πλήττοντος περιορισμένο αριθμό γεωργικών προϊόντων για μακρά χρονική περίοδο, εφόσον ο εν λόγω φόρος μπορεί να παρακινήσει τους επιχειρηματίες να μεταβάλουν τη δομή της παραγωγής ή της κατανάλωσεώς τους. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν ένας φόρος τον οποίο αφορά διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί είχε τέτοια αποτελέσματα."
12 Δεδομένου ότι τα πραγματικά και τα νομικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως είναι όμοια με εκείνα της προαναφερθείσας υποθέσεως C-235/90, πρέπει να δοθεί η αυτή απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
13 Με το πρώτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ζητεί την αποσαφήνιση της εννοίας της φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς που αναφέρεται στα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και της εννοίας του εσωτερικού φόρου που επιβάλλει διακρίσεις του άρθρου 95 της ανωτέρω Συνθήκης, σε σχέση με τον επίμαχο φόρο υπέρ
τρίτων, που επιβάλλεται επί των εισαγομένων προϊόντων, με σκοπό να εξακριβώσει τη συμφωνία του προς τις ανωτέρω διατάξεις.
14 Επ' αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, C-78/90 έως C-83/90, Societes Compagnie commerciale de l' Ouest κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι-1847), οι διατάξεις σχετικά με τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος και εκείνες οι οποίες αφορούν τους εσωτερικούς φόρους που εισάγουν διακρίσεις δεν μπορούν να εφαρμόζονται σωρευτικά, οπότε δεν είναι δυνατό, στο σύστημα της Συνθήκης, ο ίδιος φόρος να εμπίπτει και στις δύο αυτές κατηγορίες.
15 'Οσον αφορά τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένα (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, Societes Compagnie commerciale de l' Ouest κ.λπ.) ότι η εν λόγω απαγόρευση αφορά κάθε φόρο που επιβάλλεται επ' ευκαιρία ή λόγω της εισαγωγής, ο οποίος επιβαρύνει ειδικά το εισαγόμενο προϊόν ενώ τα ομοειδή εθνικά προϊόντα απαλλάσσονται, καθώς και ότι ακόμα και οι χρηματικές επιβαρύνσεις που έχουν ως σκοπό τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων ενός οργανισμού δημοσίου δικαίου μπορούν να αποτελούν επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
16 Πρέπει να διευκρινισθεί ότι πρόκειται για επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας φόρος, επιβαλλόμενος τόσο επί των εισαγομένων όσο και επί των εγχωρίων προϊόντων, επιστρέφεται όσον αφορά τα τελευταία αυτά προϊόντα, για παράδειγμα κατά τη μεταποίησή τους. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ένας φόρος επιστρέφεται για τα σιτηρά που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή εγχωρίων παραγώγων προϊόντων, ενώ δεν προβλέπεται παράλληλα καμία επιστροφή για τα σιτηρά που περιέχονται στα εισαγόμενα παράγωγα προϊόντα, οπότε ο φόρος βαρύνει στην ουσία μόνο τα τελευταία.
17 Πάντως, μια χρηματική επιβάρυνση μπορεί να μη χαρακτηρισθεί ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος εφόσον επιβάλλεται λόγω των ελέγχων που διεξάγονται δυνάμει υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο (βλ. την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1977, 46/76, Bauhuis, Rec. 1977, σ. 5) ή εάν αποτελεί αντιπαροχή για υπηρεσία παρασχεθείσα στον επιχειρηματία, ύψους αντίστοιχου προς την αξία της εν λόγω υπηρεσίας (βλ. την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 158/82, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1983, σ. 3573) ή, ακόμα, αν υπάγεται σε γενικό σύστημα εσωτερικών τελών, βαρυνόντων συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση τα ίδια κριτήρια (ίδια απόφαση). Πάντως, τούτο προϋποθέτει ότι ο φόρος βαρύνει τις δύο κατηγορίες προϊόντων στο ίδιο στάδιο εμπορίας και ότι ο γενεσιουργός λόγος του φόρου είναι ο ίδιος για τα δύο προϊόντα (βλ. την απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, 132/78, Denkavit Loire κατά Γαλλικού Δημοσίου, administration des douanes, Rec. 1979, σ. 1923).
18 'Οσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τον γενεσιουργό λόγο του φόρου, πρέπει να διευκρινισθεί ότι σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει διαφορά λόγω του γεγονότος ότι το εισαγόμενο προϊόν φορολογείται κατά την εισαγωγή ενώ το εγχώριο κατά τη μεταπώληση ή τη χρησιμοποίησή του, διότι στην οικονομική πραγματικότητα το στάδιο της εμπορίας είναι το ίδιο, δεδομένου ότι και η εισαγωγή και η μεταπώληση ή η χρησιμοποίηση πραγματοποιούνται με σκοπό την οικονομική αξιοποίηση του προϊόντος.
19 'Οταν πρόκειται για ένα γενικό σύστημα εσωτερικών τελών που επιβαρύνει συστηματικά τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα με βάση τα ίδια κριτήρια, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 95 της Συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν άμεσα ή έμμεσα, στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς
φόρους υψηλότερους από εκείνους οι οποίοι βαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ή φόρους που μπορεί να προστατεύουν την εγχώρια παραγωγή, οπότε το κριτήριο εφαρμογής του άρθρου 95 είναι το αν οι εν λόγω φόροι εισάγουν διακρίσεις ή έχουν προστατευτικό χαρακτήρα.
20 Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση αυτή μπορεί να χρειάζεται να ληφθεί υπόψη ο προορισμός του προϊόντος του φόρου, τόσο στο πλαίσιο των άρθρων 12 επ., όσο και στο πλαίσιο του άρθρου 95 της Συνθήκης. Πράγματι, εάν το προϊόν του φόρου προορίζεται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων από τις οποίες ωφελούνται ειδικά τα εγχώρια φορολογούμενα προϊόντα και οι οποίες αντισταθμίζουν πλήρως τη σχετική επιβάρυνση, ο εν λόγω φόρος αποτελεί, παρόλα αυτά, επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, αντίθετη προς τα άρθρα 12 επ. της Συνθήκης. Αντίθετα, αν τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η χρησιμοποίηση του προϊόντος του φόρου αντισταθμίζουν μέρος μόνο του φόρου που βαρύνει το εγχώριο προϊόν, η εν λόγω επιβάρυνση διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η επιβάρυνση είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο αυτό εφόσον έχει ως αποτέλεσμα τη δυσμενέστερη μεταχείριση του εισαγόμενου προϊόντος, δεδομένης της μερικής αντισταθμίσεως του επιβαλλόμενου επί του εγχωρίου προϊόντος φόρου (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, Societes Compagnie commerciale de l' Ouest κ.λπ.).
21 Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, το γεγονός ότι τα εν λόγω προϊόντα μπορούν να προσφερθούν στην παρέμβαση δεν αποτελεί πλεονέκτημα υπό την έννοια της ανωτέρω νομολογίας, διότι το εν λόγω δικαίωμα απορρέει απευθείας από την κοινοτική νομοθεσία. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν υφίστανται άλλα πλεονεκτήματα, χρηματοδοτούμενα από πόρους που προέρχονται από τον επίμαχο φόρο, λαμβάνοντας υπόψη το σύστημα επιβολής τους.
22 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι αποτελεί φόρο υπέρ τρίτων η φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς απαγορευμένο από το άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ δασμό αν επιβάλλεται επ' ευκαιρία της εισαγωγής ορισμένων προϊόντων, ενώ επιστρέφεται σε περίπτωση που τα προϊόντα αυτά παράγονται εντός του οικείου κράτους ή αν από το προϊόν του φόρου χρηματοδοτείται η παροχή πλεονεκτημάτων αποκλειστικά στα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας καθ' ολοκληρία τον φόρο που επιβάρυνε τα τελευταία αυτά προϊόντα. Αν από το εν λόγω προϊόν του φόρου χρηματοδοτείται μερικώς η παροχή των πλεονεκτημάτων αυτών, τα οποία επομένως αντισταθμίζουν μέρος μόνο του φόρου που επιβάρυνε τα εγχώρια προϊόντα, ο εν λόγω φόρος αποτελεί επιβάρυνση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις, απαγορευόμενη από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
Επί του τρίτου ερωτήματος
23 Με το τρίτο του ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις ένας φόρος όπως ο υπό κρίση.
24 Επ' αυτού πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν ορισμένες πλευρές του εν λόγω φόρου μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής είτε του άρθρου 12, είτε του άρθρου 95 της Συνθήκης, όμως, η χρησιμοποίηση του προϊόντος του ή οι μηχανισμοί επιστροφής του μπορούν να συνιστούν κρατική ενίσχυση, ενδεχομένως ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
25 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, το ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων προς την κοινή αγορά δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε απαλλαγμένο αιρέσεων. Η Συνθήκη, προβλέποντας με το άρθρο 93 τη συνεχή εξέταση και τον έλεγχο των ενισχύσεων από την Επιτροπή, επιδιώκει η αναγνώριση του ενδεχομένου ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά να διαπιστώνεται, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο κατάλληλης διαδικασίας, για την κίνηση της οποίας υπεύθυνη είναι η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, οι ιδιώτες δεν μπορούν, επικαλούμενοι μόνο το άρθρο 92, να αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τη συμφωνία μιας ενισχύσεως προς το κοινοτικό δίκαιο ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ούτε να ζητήσουν από τα δικαστήρια αυτά να αποφανθούν, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, όσον αφορά ένα τέτοιο ενδεχόμενο ασυμβίβαστο (βλ., ως πλέον πρόσφατη, την πραναφερθείσα απόφαση της 11ης Μαρτίου 1992, Societes Compagnie commerciale de l' Ouest κ.λπ.).
26 Ωστόσο, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εθνικές αρχές παραβλέπουν, ενδεχομένως, την απαγόρευση χορηγήσεως ενισχύσεων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία φράση, της Συνθήκης και η οποία έχει άμεσο αποτέλεσμα. 'Οταν τα εθνικά δικαστήρια διαπιστώνουν μια τέτοια παράβαση της Συνθήκης, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από ιδιώτες, οι οποίοι μπορούν να επικαλούνται την ανωτέρω απαγόρευση, τα δικαστήρια αυτά οφείλουν να συνάγουν όλες τις συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων με τις οποίες υλοποιούνται οι ενισχύσεις, όσο και την επιστροφή των χορηγηθέντων ποσών. 'Ομως, όταν εκδίδουν απόφαση επ' αυτού, τα εθνικά δικαστήρια δεν αποφαίνονται επί της συμφωνίας των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, δεδομένου ότι η τελική εκτίμηση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Federation nationale du commerce exterieur, Συλλογή 1991, σ. Ι-5505).
27 Επομένως, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιστροφή ενός φόρου υπέρ τρίτων όπως ο προκείμενος ή η επιστροφή του προϊόντος του εν λόγω φόρου μπορούν να αποτελούν κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, η δε σχετική εκτίμηση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδιασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος το οποίο ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το tribunal de grande instance de Pau με αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1991, αποφαίνεται:
1) Το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, οι μηχανισμοί της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως προκύπτουν ιδίως στον τομέα των σιτηρών, από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών, εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών μελών επιβολή φόρου πλήττοντος περιορισμένο αριθμό γεωργικών προϊόντων για μακρά χρονική περίοδο, εφόσον ο εν λόγω φόρος μπορεί να παρακινήσει τους επιχειρηματίες να μεταβάλουν τη δομή της παραγωγής ή της κατανάλωσεώς τους. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν ένας φόρος τον οποίο αφορά διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί είχε τέτοια αποτελέσματα.
2) Αποτελεί φόρο υπέρ τρίτων η φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς απαγορευμένο από το άρθρο 12 της Συνθήκης ΕΟΚ δασμό αν επιβάλλεται επ' ευκαιρία της εισαγωγής ορισμένων προϊόντων, ενώ επιστρέφεται σε περίπτωση που τα προϊόντα αυτά παράγονται εντός του οικείου κράτους ή αν από το προϊόν του φόρου χρηματοδοτείται η παροχή πλεονεκτημάτων αποκλειστικά στα εγχώρια προϊόντα, αντισταθμίζοντας καθ' ολοκληρία τον φόρο που επιβάρυνε τα τελευταία αυτά προϊόντα. Αν από το εν λόγω προϊόν του φόρου χρηματοδοτείται μερικώς η παροχή των πλεονεκτημάτων αυτών, τα οποία επομένως αντισταθμίζουν μέρος μόνο του φόρου που επιβάρυνε τα εγχώρια προϊόντα, ο εν λόγω φόρος αποτελεί επιβάρυνση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις, απαγορευόμενη από το άρθρο 95 της Συνθήκης.
3) Η επιστροφή ενός φόρου υπέρ τρίτων όπως ο προκείμενος ή η επιστροφή του προϊόντος του εν λόγω φόρου μπορούν να αποτελούν κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 92 της Συνθήκης, η δε σχετική εκτίμηση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, ακολουθουμένης της προς τούτο διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης.
Full & Egal Universal Law Academy