Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα τη λειτουργία των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως την Κυριακή * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
Περίληψη
Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν εφαρμόζεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων λιανικής πωλήσεως την Κυριακή.
Πράγματι, μια τέτοια ρύθμιση, η οποία δεν έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση των συναλλαγών και επηρεάζει τόσο την πώληση των εγχωρίων όσο και την πώληση των εισαγομένων προϊόντων, επιδιώκει σκοπό θεμιτό από πλευράς κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι αποτελεί την έκφραση ορισμένων επιλογών που εξαρτώνται από τις εθνικές ή τοπικές κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες, στις οποίες εναπόκειται στα κράτη μέλη να προβούν, σεβόμενα τις απαιτήσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως την αρχή της αναλογικότητας. 'Οσον αφορά την αρχή αυτή, δεν προκύπτει ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα στο εμπόριο που μπορούν ενδεχομένως να απορρέουν από μια τέτοια ρύθμιση είναι υπερβολικά ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-169/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του House of Lords, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Council of the City of Stoke-on-Trent,
Norwich City Council
και
B & Q plc,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* το Council of the City of Stoke-on-Trent και το Norwich City Council, εκπροσωπούμενο από τους Stuart Isaacs, QC, N. Calver, barrister, και J. Barnecutt, solicitor
* η B & Q plc, εκπροσωπούμενη από τους G. Barling, QC, D. Vaughan, QC, D. Anderson, barrister, N. Davidson, barrister, και A. Askham, solicitor,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την S. L. Hudson, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τον Ν. Paines, barrister,
* η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον R. Wainwright, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον A. Ridout, εθνικό υπάλληλο αποσπασμένο στη νομική υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 20ής Μαΐου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Ιουλίου 1991, το House of Lords υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ του Council of the City of Stoke-on-Trent και του Norwich City Council αφενός και της επιχειρήσεως B & Q αφετέρου.
3 Οι δύο προσφεύγουσες της κύριας δίκης κατηγορούν την επιχείρηση αυτή ότι παρέβη τα άρθρα 47 και 59 του Shops Act, ανοίγοντας τα καταστήματά της λιανικής πωλήσεως κατά τις Κυριακές, για τη διενέργεια άλλων εμπορικών συναλλαγών πλην αυτών που επιτρέπονται σύμφωνα με το παράρτημα V του νόμου αυτού.
4 Το παράρτημα V του Shops Act απαριθμεί τα είδη που, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται να πωλούνται στα καταστήματα την Κυριακή. Πρόκειται, ιδίως, για οινοπνευματώδη ποτά, ορισμένα τρόφιμα, καπνό, εφημερίδες και άλλα προϊόντα καθημερινής καταναλώσεως.
5 Ενώπιον του House of Lords, στο οποίο υποβλήθηκε σε τελευταίο βαθμό η διαφορά, φάνηκε ότι οι διάδικοι της κυρίας δίκης διαφωνούν ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1989, C-145/88, B & Q (Συλλογή 1989, σ. 3851), αφενός, καθώς και στις αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-312/89, Conforama (Συλλογή 1991, σ. Ι-997), και C-332/89, Marchandise (Συλλογή 1991, σ. Ι-1027), αφετέρου.
6 Ενόψει της διαφωνίας σχετικά με την ερμηνεία των προαναφερθεισών αποφάσεων, το House of Lords αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
"1) Προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις υποθέσεις C-312/89, Conforama, και C-332/89, Marchandise, ότι η απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται επί εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως όπως η επίδικη στην υπόθεση C-145/88, B & Q, η οποία απαγορεύει στα καταστήματα λιανικής πωλήσεως να λειτουργούν την Κυριακή προκειμένου να πωλούν στους πελάτες τους ορισμένα προϊόντα;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, είναι ωστόσο πρόδηλον, ασχέτως του αν προσκομιστούν ή όχι αποδεικτικά στοιχεία, ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών που μπορεί ενδεχομένως να απορρέουν από εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο του ανωτέρω ερωτήματος 1, δεν υπερακοντίζουν 'τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις αυτού του είδους' , υπό την έννοια που δίδει στη φράση αυτή η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-145/88;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, βάσει ποιων κριτηρίων και ποιων ενδεχομένως αποδεικτικών, πραγματικών ή άλλων στοιχείων, πρέπει το εθνικό δικαστήριο να επιλύσει το πρόβλημα αν τα περιοριστικά αποτελέσματα επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, που μπορεί ενδεχομένως να απορρέουν από μία εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο του ανωτέρω ερωτήματος 1, υπερακοντίζουν 'τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις αυτού του είδους' , υπό την έννοια που η φράση αυτή χρησιμοποιείται στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-145/88;"
7 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρτηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Eπί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν από τις αποφάσεις Conforama και Marchandise, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται σε εθνική νομοθεσία όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Τη νομοθεσία αυτή αφορά επίσης η προαναφερθείσα απόφαση B & Q.
9 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο, στις τρεις προαναφερθείσες αποφάσεις, επισήμανε ότι οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την απαγόρευση λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή δεν είχαν ως αντικείμενο τη ρύθμιση των συναλλαγών.
10 Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει επίσης ότι μια τέτοια ρύθμιση μπορεί, βέβαια, να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον όγκο των πωλήσεων ορισμένων καταστημάτων, επηρεάζει όμως τόσο την πώληση των εγχωρίων όσο και την πώληση των εισαγομένων προϊόντων. Επομένως, η εμπορία των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη προϊόντων δεν καθίσταται δυσχερέστερη σε σχέση με την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων.
11 Εξάλλου, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι εν λόγω νομοθεσίες επιδιώκουν σκοπό θεμιτό από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, οι εθνικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή αποτελούν την έκφραση ορισμένων επιλογών που εξαρτώνται από τις εθνικές ή τοπικές κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιομορφίες. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να πραγματοποιήσουν τις επιλογές αυτές, σεβόμενα τις απαιτήσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως την αρχή της αναλογικότητας.
12 'Οσον αφορά την αρχή αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε, στην απόφαση B & Q που προαναφέρθηκε, ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν απαγορεύεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, εφόσον τα περιοριστικά αποτελέσματα που ενδέχεται να συνεπάγεται η εν λόγω ρύθμιση για το κοινοτικό εμπόριο δεν υπερακοντίζουν τα αποτελέσματα που προσιδιάζουν σε ρυθμίσεις τέτοιου είδους και ότι η απάντηση στο ερώτημα αν τα αποτελέσματα της ρυθμίσεως αυτής δεν υπερβαίνουν πράγματι το μέτρο αυτό εξαρτάται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
13 Στις προαναφερθείσες όμως αποφάσεις Conforama και Marchandise, το Δικαστήριο αναγκάστηκε να διευκρινίσει, σχετικά με ανάλογες ρυθμίσεις, ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα στο εμπόριο που μπορούν ενδεχομένως να απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές δεν φαίνονται υπερβολικά ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού.
14 Πράγματι το Δικαστήριο έκρινε ότι διέθετε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να αποφανθεί σχετικά με την αναλογικότητα μιας τέτοιας ρυθμίσεως και ότι έπρεπε να αποφανθεί, ώστε να καταστεί δυνατό στα διάφορα εθνικά δικαστήρια να εκτιμήσουν κατά τρόπο ομοιόμορφο το κατά πόσον η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι μια τέτοια εκτίμηση δεν μπορεί να διαφέρει αναλόγως των διαπιστώσεων περί των πραγματικών περιστατικών κάθε δικαστηρίου στο πλαίσιο συγκεκριμένης διαφοράς.
15 Ο έλεγχος της αναλογικότητας μιας εθνικής ρυθμίσεως, με την οποία επιδιώκεται σκοπός θεμιτός από πλευράς κοινοτικού δικαίου, συνεπάγεται τη στάθμιση του εθνικού συμφέροντος για την επίτευξη του σκοπού αυτού και του κοινοτικού συμφέροντος για ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Ως προς το ζήτημα αυτό, για να εξακριβωθεί ότι τα περιοριστικά αποτελέσματα της εν λόγω ρυθμίσεως επί των ενδοκοινοτικών συναλλαγών δεν υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, πρέπει να εξεταστεί αν τα αποτελέσματα αυτά είναι άμεσα, έμμεσα ή απλώς υποθετικά και αν εμποδίζουν την εμπορία των εισαγομένων προϊόντων περισσότερο από αυτή των εγχωρίων προϊόντων.
16 Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες παρατηρήσεις, διαπίστωσε, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Conforama και Marchandise, ότι τα περιοριστικά για το εμπόριο αποτελέσματα μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία απαγορεύει την απασχόληση των μισθωτών την Κυριακή σε ορισμένους τομείς δραστηριοτήτων που έχουν ως αντικείμενο την πώληση στο κοινό, δεν φαίνονται υπερβολικά ενόψει του επιδιωκομένου σκοπού. Η ίδια διαπίστωση επιβάλλεται, για τους ίδιους λόγους, σχετικά με εθνική ρύθμιση που απαγορεύει τη λειτουργία των καταστημάτων λιανικής πωλήσεως την Κυριακή.
17 Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν έχει εφαρμογή σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων λιανικής πωλήσεως την Κυριακή.
Επί του δευτέρου και τρίτου ερωτήματος
18 Δεδομένης της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το House of Lords, με διάταξη της 20ής Μαΐου 1991, αποφαίνεται:
Το άρθρο 30 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι η απαγόρευση που προβλέπει δεν εφαρμόζεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που απαγορεύει τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων λιανικής πωλήσεως την Κυριακή.
Full & Egal Universal Law Academy