Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική πολιτική * Εργαζόμενοι άνδρες και γυναίκες * Ισότητα αμοιβής * Αμοιβή * 'Εννοια * Αποζημίωση, βαρύνουσα τον τελευταίο εργοδότη, η οποία θεσπίστηκε με συλλογική σύμβαση προς όφελος των εργαζομένων οι οποίοι απολύονται μετά από ορισμένη ηλικία και που καταβάλλεται ως συμπλήρωμα των επιδομάτων ανεργίας * Περιλαμβάνεται * Καταβολή μόνο στους εργαζόμενους άνδρες * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 119)
Περίληψη
Συνιστά αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης η αποζημίωση, βαρύνουσα τον τελευταίο εργοδότη, η οποία θεσπίστηκε με συλλογική σύμβαση προς όφελος των εργαζομένων οι οποίοι απολύονται μετά από ορισμένη ηλικία, εφόσον αυτοί λαμβάνουν επιδόματα ανεργίας, και που καταβάλλεται ως συμπλήρωμα των επιδομάτων αυτών, εφόσον η αποζημίωση οφείλεται λόγω της προηγούμενης σχέσεως εργασίας. Κατά συνέπεια, το άρθρο 119 της Συνθήκης εμποδίζει την καταβολή της αποζημιώσεως μόνο στους άνδρες εργαζομένους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-173/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Marie Wolfcarius, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και από τον Θεόφιλο Μαργέλλο, δικηγόρο, maitre de conferences a l' universite d Picardie, αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Robert Hoebaer, διοικητικό διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, και τον Christian Deneve, διοικητικό διευθυντή στο Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ενταύθα Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που δεν επιτρέπει τη χορήγηση στις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών της συμπληρωματικής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως που προβλέπει η συλλογική σύμβαση 17, η οποία εφαρμόζεται υποχρεωτικώς δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 16ης Ιανουαρίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης και, επικουρικώς, από την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου 1992, κατά την οποία η Βελγική Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε από τον Jan Devadder, διοικητικό διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουλίου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που δεν επιτρέπει τη χορήγηση στις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών της συμπληρωματικής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως που προβλέπει η συλλογική σύμβαση 17, η οποία εφαρμόζεται υποχρεωτικώς δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 16ης Ιανουαρίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης και, επικουρικώς, από την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
2 Με τη συλλογική σύμβαση 17 θεσπίστηκε σύστημα συμπληρωματικών αποζημιώσεων για τους εργαζομένους οι οποίοι απολύονται σε ορισμένη ηλικία. Το άρθρο 3 ορίζει ότι υπάγονται στο εν λόγω σύστημα οι εργαζόμενοι, ηλικίας 60 και πλέον ετών, οι οποίοι απολύονται, ενώ το άρθρο 4 διευκρινίζει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται της συμπληρωματικής αποζημιώσεως εφόσον λαμβάνουν επιδόματα ανεργίας.
3 Η συμπληρωματική αποζημίωση βαρύνει τον τελευταίο εργοδότη. Το ύψος της είναι ίσο προς το ήμισυ της διαφοράς μεταξύ του καθαρού μισθού αναφοράς και του επιδόματος ανεργίας (άρθρο 5). Η Βελγική Κυβέρνηση δέχεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το ποσό που προκύπτει από τη συμπληρωματική αποζημίωση και το επίδομα ανεργίας είναι μεγαλύτερο από το ποσό της συντάξεως.
4 Κατά το άρθρο 144 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, περί απασχολήσεως και ανεργίας, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του βασιλικού διατάγματος της 7ης Αυγούστου 1984, "οι άνεργοι παύουν να έχουν δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας από την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μηνός που ακολουθεί τον μήνα συμπληρώσεως του 65ου ή του 60ού έτους της ηλικίας τους, αναλόγως του αν πρόκειται για άνδρες ή γυναίκες". Η διάταξη αυτή, η οποία αντικατοπτρίζει τη διαφορά που υπήρχε σε ορισμένη εποχή, όσον αφορά την ηλικία συνταξιοδοτήσεως των ανδρών και γυναικών, διατηρήθηκε σε ισχύ, παρά την έναρξη ισχύος του νόμου της 20ής Ιουλίου 1990, με τον οποίο καθιερώθηκε ελαστικό σύστημα ως προς την ηλικία συνταξιοδοτήσεως μεταξύ 60 και 65 ετών για τους εργαζομένους των δύο φύλων.
5 Είναι δεδομένο ότι η συνδυασμένη εφαρμογή των διαφόρων εθνικών διατάξεων που προαναφέρονται έχει ως αποτέλεσμα ότι του συστήματος των συμπληρωματικών αποζημιώσεων, το οποίο θεσπίστηκε με τη συλλογική σύμβαση 17, απολαύουν αποκλειστικά οι άνδρες εργαζόμενοι.
6 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
7 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το επίμαχο σύστημα συμπληρωματικών αποζημιώσεων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 119 της Συνθήκης και ότι, κατά το μέτρο που οι γυναίκες ηλικίας 60 έως 65 ετών δεν απολαύουν του συστήματος αυτού, αντίθετα από τους άνδρες οι οποίοι έχουν την ίδια ηλικία, το σύστημα αυτό είναι ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου οι οποίες καθιερώνουν την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
8 Στην περίπτωση που το άρθρο 119 της Συνθήκης δεν θα είχε εφαρμογή εν προκειμένω, η Επιτροπή προβάλλει, επικουρικώς, ότι η επίδικη κατάσταση δυσμενούς διακρίσεως είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 76/207, κατά το οποίο "η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο". Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προϋπόθεση χορηγήσεως της συμπληρωματικής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως είναι όρος απολύσεως, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 5.
9 Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τη διαφορετική μεταχείριση καθαυτή, υποστηρίζει όμως ότι δεν είναι ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο, διότι η επίδικη συμπληρωματική αποζημίωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή, κατά την έννοια του άρθρου 119. Συναφώς, προβάλλει ότι η αποζημίωση αυτή δεν είναι αποζημίωση λόγω απολύσεως, αλλά αποζημίωση συμπληρωματική του επιδόματος ανεργίας σε περίπτωση απολύσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ενός sui generis συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, δηλαδή του συστήματος συντάξεως λόγω πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, που προβλέπουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ή "πρόωρη σύνταξη βάσει συμβάσεως". Αυτή η τελευταία περιλαμβάνει, αφενός, το επίδομα ανεργίας ως βασική παροχή και, αφετέρου, τη συμπληρωματική αποζημίωση, η οποία προσλαμβάνει έτσι, σε συνδυασμό με το επίδομα ανεργίας, τον χαρακτήρα παροχής κοινωνικής ασφαλίσεως.
10 Εφόσον η επίμαχη συμπληρωματική αποζημίωση αποτελεί πλεονέκτημα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οδηγία 76/207 δεν έχει εφαρμογή. Η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι διατάξεις που ασκούν επιρροή είναι εκείνες της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), και 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ L 225, σ. 40).
11 Συναφώς, προβάλλει ότι οι δύο αυτές οδηγίες προβλέπουν, στα άρθρα 7, παράγραφος 1, στοιχείο α', και 9, στοιχείο α', αντιστοίχως, την ευχέρεια για τα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά "τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως (...) και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές". Κατά το μέτρο που οι διαφορές στη χορήγηση των συμπληρωματικών αποζημιώσεων αντιστοιχούν στη διαφορά της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών, όπως και για το επίδομα ανεργίας, η φερόμενη δυσμενής διάκριση καλύπτεται στην πραγματικότητα από την προαναναφερθείσα ευχέρεια παρεκκλίσεως, εφόσον ακριβώς πρόκειται για μια από τις "συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές".
12 Επιβάλλεται να εξεταστεί, πρωτίστως, ο ισχυρισμός που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης.
13 'Οπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της αμοιβής, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 119, περιλαμβάνει όλα τα οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, τωρινά ή μελλοντικά, αρκεί να καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της εργασίας του τελευταίου. Το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει ότι μπορούν να έχουν χαρακτήρα αμοιβής, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber, Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψη 12).
14 Αντιθέτως, η κατ' αυτόν τον τρόπον ορισθείσα έννοια της αμοιβής δεν μπορεί να αφορά τα συστήματα ή παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως όπως, για παράδειγμα, τις συντάξεις λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, αποκλείοντας κάθε στοιχείο διαβουλεύσεως στους κόλπους της επιχειρήσεως ή του ενδιαφερόμενου επαγγελματικού κλάδου, και που έχουν υποχρεωτική εφαρμογή σε γενικές κατηγορίες εργαζομένων. Πράγματι, τα εν λόγω συστήματα διασφαλίζουν στους εργαζομένους το ευεργέτημα νομίμου συστήματος στη χρηματοδότηση του οποίου συμβάλλουν εργαζόμενοι, εργοδότες και ενδεχομένως οι δημόσιες αρχές κατά ένα μέτρο που τελεί σε συνάρτηση λιγότερο με τη σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου παρά με λόγους κοινωνικής πολιτικής (απόφαση της 25ης Μαΐου 1971, 80/70, Defrenne, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 81, σκέψεις 7 και 8).
15 Ενόψει των κριτηρίων που προσδιόρισε το Δικαστήριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη συμπληρωματική αποζημίωση, μολονότι εμφανίζεται υπό ορισμένες επόψεις ως sui generis, είναι αμοιβή, κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης.
16 Πράγματι, από τη συλλογική σύμβαση 17 προκύπτει ότι η εν λόγω αποζημίωση βαρύνει τον τελευταίο εργοδότη του απολυθέντος εργαζομένου (άρθρο 4) και οφείλεται λόγω της σχέσεως εργασίας που υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών προσώπων, αφού η εφαρμογή της συμβάσεως επιφυλάσσεται στους εργαζομένους που απασχολούνται κατ' εφαρμογή συμβάσεως απασχολήσεως ή εργασίας, καθώς και στους εργοδότες οι οποίοι απασχολούν τους εργαζομένους αυτούς (άρθρο 2).
17 Εξάλλου, προκύπτει ότι η συμπληρωματική αυτή αποζημίωση έχει χαρακτήρα συμβατικό κατά το μέτρο που πηγή της είναι η διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Επομένως, το γεγονός ότι κατέστη εν συνεχεία υποχρεωτική erga omnes διά της νομοθετικής οδού δεν είναι ικανό να αναιρέσει τον συμβατικό της χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, σκέψη 16, η αποζημίωση λόγω απολύσεως που καταβάλλει ο εργοδότης δεν παύει να αποτελεί μορφή αμοιβής για μόνο τον λόγον ότι, αντί να απορρέει από τη σύμβαση εργασίας, προβλέπεται από τον νόμο ή καταβάλλεται οικειοθελώς.
18 Το επιχείρημα που η Βελγική Κυβέρνηση αντλεί από το γεγονός ότι η συμπληρωματική αποζημίωση και το επίδομα ανεργίας αποτελούν αυτό το αδιάρρηκτο συνολο που είναι η "βάσει συμβάσεως πρόωρη σύνταξη" και, κατά συνέπεια, η συμπληρωματική αποζημίωση πρέπει, όπως και το επίδομα ανεργίας, να θεωρηθεί ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
19 Συναφώς, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, μολονότι είναι αληθές ότι το ποσό της αποζημιώσεως είναι συνάρτηση τόσο του μισθού αναφοράς, όσο και του επιδόματος ανεργίας, ωστόσο η εν λόγω αποζημίωση εξακολουθεί να παραμένει ένα πλεονέκτημα παρεχόμενο από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας που υπήρχε μεταξύ των δύο αυτών προσώπων.
20 Δεύτερον, παρατηρείται ότι ο συμπληρωματικός χαρακτήρας της αποζημιώσεως σε σχέση με παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως είναι το επίδομα ανεργίας, δεν είναι καθοριστικός. Πράγματι, από τη συλλογική σύμβαση 17 προκύπτει ότι, μολονότι συνδέεται με το επίδομα ανεργίας από την άποψη της καταβολής, η συμπληρωματική αποζημίωση είναι ανεξάρτητη από το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, τόσον όσον αφορά την οργάνωσή της, όσον και τη χρηματοδότησή της, αφού η χρηματοδότηση βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη.
21 Τέλος, παρατηρείται ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Barber, σκέψη 18, εφόσον ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη του παροχή λόγω της υπάρξεως της σχέσεως εργασίας, ο χαρακτήρας μιας τέτοιας παροχής ως αμοιβής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από μόνο το γεγονός ότι μπορεί να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη επίσης σε κριτήρια κοινωνικής πολιτικής.
22 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η επίμαχη συμπληρωματική αποζημίωση συνιστά αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 119 της Συνθήκης, του οποίου οι διατάξεις έχουν επομένως εφαρμογή εν προκειμένω και εμποδίζουν την εφαρμογή νομοθεσίας που περιορίζει το πλεονέκτημα της εν λόγω αποζημιώσεως μόνο στους άνδρες εργαζομένους ηλικίας 60 έως 65 ετών οι οποίοι απολύονται, ενώ αποκλείει τις εργαζόμενες γυναίκες οι οποίες απολύονται ενώ διανύουν την ίδια περίοδο ηλικίας.
23 Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει, βάσει του λόγου αυτού, να γίνει δεκτή, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί ο λόγος τον οποίο η Επιτροπή επικαλείται επικουρικώς.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν υπάρχει σχετικό αίτημα. Επειδή το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που δεν επιτρέπει τη χορήγηση στις εργαζόμενες γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών της συμπληρωματικής αποζημιώσεως λόγω απολύσεως που προβλέπει η συλλογική σύμβαση 17, η οποία εφαρμόζεται υποχρεωτικώς δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 16ης Ιανουαρίου 1975, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 119 της Συνθήκης.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy