Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως * Πράξεις υποκείμενες προσφυγής * Έννοια * Πράξεις των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου * Μη δεκτικές προσβολής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 149, 155 και 173)
2. Προσφυγή ακυρώσεως * Δικαίωμα του Κοινοβουλίου για άσκηση προσφυγής * Πράξη περί του προϋπολογισμού δυνάμενη να προσβάλει τις προνομίες του Κοινοβουλίου * Εγγραφή στον προϋπολογισμό της Κοινότητας των εσόδων και δαπανών των σχετικών με ενίσχυση που χορηγείται στο πλαίσιο μιας συλλογικής δράσεως των κρατών μελών * Μη δεκτική προσβολής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 173, 199 και 203)
Περίληψη
1. Σε προσφυγή ακυρώσεως υπόκεινται όλες οι αποφάσεις που λαμβάνουν τα κοινοτικά όργανα, οι οποίες προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα, ανεξάρτητα από τη φύση, την τυπική μορφή ή τη διατύπωσή τους, πλην όμως οι πράξεις που εκδίδουν οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών, ενόσω ενεργούν όχι ως μέλη του Συμβουλίου αλλά ως αντιπρόσωποι των κυβερνήσεών τους και ασκούν εντεύθεν συλλογικά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών, δεν υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί το Δικαστήριο.
Επομένως, δεν συνιστά κοινοτική πράξη υποκείμενη σε προσφυγή μια απόφαση των αντιπροσώπων των κρατών μελών στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας προς ένα τρίτο κράτος, έναν τομέα, ο οποίος δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Απ' αυτήν την άποψη, είναι άνευ σημασίας το γεγονός, πρώτον, ότι η εν λόγω απόφαση αναφέρεται σε μια πρόταση της Επιτροπής, αφού, μια τέτοιου είδους πρόταση δεν εμπίπτει κατ' ανάγκη στο πλαίσιο του άρθρου 149 της Συνθήκης, δεύτερον, ότι η διαχείριση της εν λόγω ενισχύσεως ανατίθεται στην Επιτροπή, αφού το άρθρο 155 της Συνθήκης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να αναθέτουν στο όργανο αυτό το καθήκον να διασφαλίζει τον συντονισμό μιας δράσεως, την οποία αναλαμβάνουν συλλογικά με βάση μια πράξη των αντιπροσώπων τους που συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου, τρίτον, ότι οι συνεισφορές των κρατών μελών καθορίζονται με βάση μια κλίμακα κατανομής ταυτόσημη με εκείνη που χρησιμοποιείται σχετικά με τη συνεισφορά τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό, αφού τίποτε δεν εμποδίζει τη χρήση αυτής της κλίμακας σχετικά με μια δράση που αποφασίζεται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών, και, τέλος, ότι ένα μέρος της ενισχύσεως μπορεί να εγγραφεί στον προϋπολογισμό της Κοινότητας, αφού αυτή η εγγραφή, η οποία δεν επιβάλλεται από την εν λόγω απόφαση, δεν μπορεί να μεταβάλει τον χαρακτήρα της αποφάσεως.
2. Η εγγραφή στον προϋπολογισμό της Κοινότητας εσόδων και δαπανών σχετικών με μια ενίσχυση, η οποία χορηγείται στο πλαίσιο μιας συλλογικής δράσεως των κρατών μελών και χρηματοδοτείται άμεσα από τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να προσβάλει τις προνομίες του Κοινοβουλίου σε θέματα προϋπολογισμού και, επομένως, δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως, εκ μέρους του Κοινοβουλίου, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, ούτε οι συνεισφορές των κρατών μελών στην εν λόγω ενίσχυση εντάσσονται στα έσοδα της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 199 της Συνθήκης ούτε οι συναφείς δαπάνες συνιστούν δαπάνες της Κοινότητας. Επομένως, η εγγραφή των αντίστοιχων ποσών στον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν επιφέρει τροποποίηση του εν λόγω προϋπολογισμού, οπότε δεν προϋποθέτει την παρέμβαση του Κοινοβουλίου, δυνάμει των εξουσιών που του απονέμει το άρθρο 203 της Συνθήκης.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-181/91 και C-248/91,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, jurisconsulte, επικουρούμενο από τους Christian Pennera και Kieran Bradley, μέλη της Νομικής του Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων τη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Arthur Alan Dashwood, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Yves Cretien, νομικό του σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση μιας πράξεως που εκδόθηκε επ' ευκαιρία της 1487ης συνόδου του Συμβουλίου σχετικά με τη χορήγηση ειδικής ενισχύσεως στο Μπαγκλαντές,
και
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον Jorge Campinos, jurisconsulte, επικουρούμενο από τους Christian Pennera και Kieran Bradley, μέλη της Νομικής του Υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων τη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Jean Amphoux, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον Goetz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των πράξεων εκτελέσεως του προϋπολογισμού, που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει της πράξεως που εκδόθηκε επ' ευκαιρία της 1487ης συνόδου του Συμβουλίου, σχετικά με τη χορήγηση ειδικής ενισχύσεως στο Μπαγκλαντές,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias και J.-L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco, P. J. G. Kapteyn και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J.-G. Giraud
έχοντας υπόψη τις εκθέσεις ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 28ης Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο της 11ης Ιουλίου 1991 και της 2ας Οκτωβρίου 1991, το Κοινοβούλιο άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση, αφενός μεν, μιας πράξεως που εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της 1487ης συνόδου του Συμβουλίου σχετικά με τη χορήγηση ειδικής ενισχύσεως στο Μπαγκλαντές, αφετέρου δε, των πράξεων που εξέδωσε η Επιτροπή προς εκτέλεση της πράξεως αυτής.
2 Kατά τη διάρκεια μιας τακτικής συνόδου που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 13 και 14 Μαΐου 1991 υπό την προεδρία του Jacques F. Poos, Υπουργού Εξωτερικών του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, αποφασίσθηκε η χορήγηση ειδικής ενισχύσεως στο Μπαγκλαντές. Στο σημείο 12 των πρακτικών αυτής της συνεδριάσεως, η εν λόγω απόφαση αναφέρεται ως εξής:
"Τα κράτη μέλη συνελθόντα στο πλαίσιο του Συμβουλίου, βάσει προτάσεως της Επιτροπής, αποφάσισαν, στα πλαίσια κοινοτικής δράσης, να χορηγήσουν ειδική ενίσχυση 60 εκατ. ECU στο Μπαγκλαντές.
Η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών θα γίνει σύμφωνα με την κλίμακα ΑΕΠ.
Η ενίσχυση αυτή θα ενταχθεί στη γενική δράση της Κοινότητας προς το Μπαγκλαντές.
Η ενίσχυση παρέχεται είτε άμεσα από τα κράτη μέλη, είτε από λογαριασμό που διαχειρίζεται η Επιτροπή.
Η Επιτροπή εξασφαλίζει το γενικό συντονισμό της ειδικής ενισχύσεως των 60 εκατ. ΕCU."
Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο ανακοινώσεως προς τον Τύπο με τον τίτλο "Ενίσχυση στο Μπαγκλαντές * Συμπεράσματα του Συμβουλίου" (αριθμός: 6004/91, Presse 60-c).
3 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή άνοιξε ειδικό λογαριασμό στην τράπεζα Bruxelles Lambert και κάλεσε τα κράτη μέλη να εμβάσουν σ' αυτόν τις συνεισφορές που τους αναλογούσαν. Μόνο η Ελλάδα ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή. Τα λοιπά κράτη μέλη κατέβαλαν τη συνεισφορά τους άμεσα, στο πλαίσιο της ενισχύσεως σε διμερή βάση.
4 Με την προσφυγή κατά του Συμβουλίου, το Κοινοβούλιο ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως περί χορηγήσεως ειδικής ενισχύσεως στο Μπαγκλαντές (στο εξής: επίδικη πράξη).
5 Με χωριστό δικόγραφο, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας, με το αιτιολογικό ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστούσε πράξη του Συμβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης. Με απόφαση της 15ης Ιουνίου 1992, το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση αυτή μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
6 Με την προσφυγή κατά της Επιτροπής, το Κοινοβούλιο ζήτησε επιπλέον την ακύρωση των πράξεων που εξέδωσε η Επιτροπή προς εκτέλεση της επίδικης πράξεως. Πρόκειται, πρώτον, για την απόφαση που έλαβε στις 10 Ιουνίου ο Γενικός Διευθυντής Προϋπολογισμών, περί εγγραφής στο άρθρο 900 (τμήμα έσοδα) του γενικού προϋπολογισμού των Κοινοτήτων για το 1991 το ποσό των 716 775,45 ECU, το οποίο συνιστά τη συνεισφορά της Ελλάδας και περιέχεται στον ειδικό λογαριασμό που ανοίχθηκε στην τράπεζα Bruxelles Lambert, δεύτερον, για την απόφαση της 13ης Ιουνίου 1991 περί εγγραφής του ποσού αυτού ως πιστώσεως σε συμπληρωματικό κονδύλι που ανοίχθηκε για τον σκοπό αυτό στο τμήμα "δαπάνες" του εν λόγω προϋπολογισμού (θέση Β7-3000: Οικονομική και τεχνική συνεργασία με αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας) και, τρίτον, για όλες τις λοιπές πράξεις εκτελέσεως του προϋπολογισμού, των οποίων το Κοινοβούλιο δεν έχει λάβει γνώση (στο εξής: εγγραφή στον προϋπολογισμό).
7 Με διάταξη της 15ης Οκτωβρίου 1992, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε τη συνεκδίκαση των προσφυγών κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 43 του Κανονισμού Διαδικασίας.
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της προσφυγής κατά του Συμβουλίου
9 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή που στρέφεται κατ' αυτού με το αιτιολογικό ότι η επίδικη πράξη δεν εκδόθηκε από το Συμβούλιο αλλά από τα κράτη μέλη και, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης.
10 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η επίδικη πράξη, ενόψει του τίτλου της, "συμπεράσματα του Συμβουλίου" και δεδομένου ότι εκδόθηκε κατά τη 1487η σύνοδο του Συμβουλίου, στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, όλοι οι Υπουργοί Εξωτερικών των κρατών μελών, αποτελεί πράξη του Συμβουλίου. Εκδίδοντας την πράξη αυτή, το Συμβούλιο προσέβαλε τις προνομίες που απονέμει στο Κοινοβούλιο το άρθρο 203 της Συνθήκης όσον αφορά τον προϋπολογισμό.
11 Για να κριθεί το ζήτημα αυτό πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστεί ότι κατά το άρθρο 173, το Δικαστήριο έχει ως αποστολή να ελέγχει "τη νομιμότητα των πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής εκτός των συστάσεων και γνωμών".
12 Από τη διατύπωση αυτής της διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι οι πράξεις που εκδίδονται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών που ενεργούν όχι ως μέλη του Συμβουλίου αλλά ως αντιπρόσωποι των κυβερνήσεών τους, ασκώντας κατ' αυτόν τον τρόπο συλλογικά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών, δεν υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί το Δικαστήριο. Όπως παρατηρεί ο Γενικός Εισαγγελέας στην παράγραφο 18 των προτάσεών του, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι μια τέτοιου είδους πράξη φέρει τον τίτλο "πράξη των κρατών μελών συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου" ή "πράξη των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου".
13 Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, σε προσφυγή ακυρώσεως υπόκεινται όλες οι πράξεις των οργάνων, οι οποίες προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα, ανεξάρτητα από τη φύση ή τη μορφή τους (βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 732).
14 Συνεπώς, για να διαφύγει μια πράξη από τον έλεγχο που θεσπίζει το άρθρο 173 της Συνθήκης, δεν αρκεί να χαρακτηρισθεί ως "απόφαση των κρατών μελών". Πρέπει, επιπλέον, να εξακριβωθεί ότι, ενόψει του περιεχομένου της και του συνόλου των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε, δεν αποτελεί στην πραγματικότητα απόφαση του Συμβουλίου.
15 Επομένως, η εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής συνδέεται με την εκτίμηση των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της επίδικης πράξεως.
16 Πριν εξετασθούν οι αιτιάσεις αυτές, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας, η αρμοδιότητα της Κοινότητας δεν είναι αποκλειστική και, συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν κωλύονται να ασκούν συλλογικά, στο πλαίσιο του Συμβουλίου ή εκτός του πλαισίου αυτού, τις συναφείς αρμοδιότητές τους.
17 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Κοινοβούλιο επικαλείται, πρώτον, την αναφορά που γίνεται, στην επίδικη πράξη, στην πρόταση της Επιτροπής. Η αναφορά αυτή υποδηλώνει ότι, λόγω της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της πράξεως, το Συμβούλιο είναι εκείνο που ενήργησε εν προκειμένω και όχι τα κράτη μέλη.
18 Το επιχείρημα αυτό δεν είναι αποφασιστικό. Κάθε πρόταση της Επιτροπής δεν συνιστά κατ' ανάγκη πρόταση κατά την έννοια του άρθρου 149 της Συνθήκης. Ο νομικός χαρακτήρας της πρέπει να εκτιμάται υπό το φως του συνόλου των συνθηκών υπό τις οποίες διατυπώνεται. Μπορεί επίσης να συνιστά μια απλή πρωτοβουλία που ελήφθη με τη μορφή άτυπης προτάσεως.
19 Το Κοινοβούλιο παρατηρεί, δεύτερον, ότι, όπως αναφέρει η πράξη, την ειδική ενίσχυση διαχειρίζεται η Επιτροπή. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης, εκτελεστικές αρμοδιότητες δεν μπορούν να ανατεθούν στην Επιτροπή παρά μόνο με απόφαση του Συμβουλίου.
20 Ούτε αυτό το επιχείρημα μπορεί να γίνει δεκτό. Το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να αναθέτουν στην Επιτροπή το καθήκον να διασφαλίζει τον συντονισμό μιας συλλογικής δράσεως, την οποία αναλαμβάνουν βάσει πράξεως των αντιπροσώπων τους που συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου.
21 Το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται, τρίτον, ότι η επίδικη πράξη επιβάλλει την κατανομή της ειδικής ενισχύσεως "με βάση την κλίμακα ΑΕΠ", η οποία αποτελεί, κατά την άποψή του, μια έννοια τυπικά κοινοτική.
22 Στο επιχείρημα αυτό αρκεί να δοθεί η απάντηση ότι τίποτε στη Συνθήκη δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν εκτός του κοινοτικού πλαισίου κριτήρια που προβλέπονται σε κοινοτικές διατάξεις για την κατανομή των οικονομικών υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τις αποφάσεις που εκδίδουν οι αντιπρόσωποί τους.
23 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, τέταρτον, ότι η επίδικη πράξη συνιστά καταφανώς κοινοτική πράξη, δεδομένου ότι, στο μέλλον, η εκτέλεσή της θα αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Κοινοβουλίου, όπως προβλέπουν, αντιστοίχως, τα άρθρα 206α και 206β της Συνθήκης.
24 Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα πρακτικά του Συμβουλίου, η προσβαλλόμενη απόφαση αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καταβάλουν τη συνεισφορά που τους αναλογεί είτε στο πλαίσιο της ενισχύσεως σε διμερή βάση είτε μέσω ενός λογαριασμού, τον οποίο διαχειρίζεται η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η επίδικη πράξη δεν επιβάλλει τη χρησιμοποίηση του κοινοτικού προϋπολογισμού για το μέρος της ενισχύσεως που υπόκειται στη διαχείριση της Επιτροπής, η εγγραφή στον προϋπολογισμό, στην οποία προέβη η Επιτροπή, δεν μπορεί να έχει επίπτωση στο χαρακτηρισμό της πράξεως αυτής.
25 Από το σύνολο των προεκτεθέντων συλλογισμών προκύπτει ότι η επίδικη πράξη δεν συνιστά πράξη του Συμβουλίου αλλά πράξη που εκδόθηκε συλλογικώς από τα κράτη μέλη. Η προσφυγή του Κοινοβουλίου κατά του Συμβουλίου πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Επί της προσφυγής κατά της Επιτροπής
26 Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή, εγγράφοντας στον προϋπολογισμό της Κοινότητας τη συνεισφορά της Ελλάδας στην ειδική ενίσχυση προς το Μπαγκλαντές, παρέβη τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με τον προϋπολογισμό και προσέβαλε τις προνομίες που αναγνωρίζουν στο Κοινοβούλιο οι διατάξεις αυτές.
27 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή του Κοινοβουλίου με το αιτιολογικό ότι η εγγραφή στον προϋπολογισμό δεν είναι πράξη δεκτική προσβολής δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης και δεν συνιστά προσβολή των προνομιών του Κοινοβουλίου.
28 Προκειμένου να κριθεί το ζήτημα εάν η εγγραφή στον προϋπολογισμό συνιστά απόφαση της Επιτροπής δυνάμενη να προσβάλει τις προνομίες του Κοινοβουλίου, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις συνιστούν πράξεις εκτελέσεως μιας εντολής, η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στη σκέψη 20, της ανατέθηκε από τα κράτη μέλη και όχι από το Συμβούλιο.
29 Στη συνέχεια, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι πράξεις αυτές αφορούν μια ενίσχυση η οποία χορηγείται στο πλαίσιο συλλογικής δράσεως των κρατών μελών και χρηματοδοτείται άμεσα από τα κράτη μέλη.
30 Συνεπώς, ούτε οι συνεισφορές των κρατών μελών στην ειδική ενίσχυση εντάσσονται στα έσοδα της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 199 της Συνθήκης ούτε οι συναφείς δαπάνες συνιστούν δαπάνες της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
31 Κατά συνέπεια, η εγγραφή στον κοινοτικό προϋπολογισμό της συνεισφοράς της Ελλάδας στην ειδική ενίσχυση δεν μπορεί να επιφέρει τροποποίηση του προϋπολογισμού.
32 Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια τέτοια πράξη δεν μπορεί να προσβάλει τις κατά το άρθρο 203 της Συνθήκης προνομίες του Κοινοβουλίου, και η προσφυγή κατά της Επιτροπής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές ως απαράδεκτες.
2) Καταδικάζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy