Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * Κατάσχεση στα χέρια ενός κοινοτικού οργάνου * Απαιτείται είτε να αρθεί η ασυλία του από το Δικαστήριο είτε το εμπλεκόμενο κοινοτικό όργανο να παραιτηθεί από αυτήν
(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 1)
2. Εξωσυμβατική ευθύνη * Προϋποθέσεις * Μη τήρηση των όρων διενέργειας κατασχέσεως στα χέρια τρίτου κατά το εθνικό δίκαιο * Περίπτωση κατά την οποία ούτε το Δικαστήριο αίρει την ασυλία ούτε το οικείο κοινοτικό όργανο παραιτείται από αυτήν * Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 1)
3. Διεθνείς συμφωνίες * Πρώτη Σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ του Λομέ * Διατάξεις σχετικά με την οικονομική και τεχνική συνεργασία * Διαδικασία συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και δημοσίων προμηθειών * Αντίστοιχοι ρόλοι του κράτους ΑΚΕ και της Επιτροπής * Αρμοδιότητα του κράτους ΑΚΕ στον τομέα της συνάψεως των σχετικών συμβάσεων * Ευθύνη της Επιτροπή στο πλαίσιο της καταβολής, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, χρηματικών ποσών στο οικείο κράτος ΑΚΕ * Αποκλείεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο Πρώτη Σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ του Λομέ, της 28ης Φεβρουαρίου 1975)
Περίληψη
1. Δυνάμει του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλίων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Από αυτό προκύπτει ότι η εν λόγω ασυλία είναι αυτοδίκαιη και μπορεί να αντιτάσσεται, ελλείψει αδείας του Δικαστηρίου, στην εκτέλεση κάθε αναγκαστικού μέτρου κατά των Κοινοτήτων, χωρίς να απαιτείται η ρητή εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κοινοτικού οργάνου επίκληση της προαναφερθείσας διατάξεως, ιδίως με πράξη απευθυνόμενη στον πραγματοποιούντα την κατάσχεση. Απόκειται στον τελευταίο να ζητήσει από το Δικαστήριο την άρση της ασυλίας, εκτός αν το ενδιαφερόμενο κοινοτικό όργανο δηλώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για το αναγκαστικό μέτρο.
Από αυτά προκύπτει ότι η δυνατότητα πραγματοποιήσεως κατασχέσεως στα χέρια τρίτου βάσει του εθνικού δικαίου αναστέλλεται μέχρις ότου αρθεί η ασυλία των Κοινοτήτων είτε με παραίτηση εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου είτε, ενδεχομένως, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, τούτο δε ανεξάρτητα από την ύπαρξη προθεσμίας καθοριζομένης από το εθνικό δίκαιο.
2. Στο πλαίσιο της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, δεν μπορεί να προσαφθεί σε κοινοτικό όργανο ότι δεν συμμορφώθηκε προς κατάσχεση στα χέρια τρίτου βάσει εθνικού δικαίου, εφόσον δεν παραιτήθηκε ρητά από την ασυλία του ή εφόσον το Δικαστήριο δεν ήρε την ασυλία αυτή. Πράγματι, η ασυλία της οποίας η Κοινότητα απολαύει μπορεί να αντιτάσσεται ακριβώς κατά της εκτελέσεως της κατασχέσεως.
3. Κατά τη διαδικασία συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και δημοσίων προμηθειών, που θεσπίζεται στο πλαίσιο της οικονομικής και τεχνικής συνεργασίας η οποία προβλέπεται από την πρώτη σύμβαση ΑΚΕ-ΕΟΚ, οι συμβάσεις δημοσίων έργων που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως εξακολουθούν να είναι εθνικές συμβάσεις, οπότε οι επιχειρήσεις που έχουν υποβάλει σχετική προσφορά ή στις οποίες έχουν ανατεθεί έργα συνδέονται με έννομες σχέσεις μόνο με το υπεύθυνο για την εκτέλεση του έργου κράτος. Δεδομένου ότι οι παρεμβάσεις της Επιτροπής αποσκοπούν αποκλειστικά στη διαπίστωση του αν τηρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις κοινοτικής χρηματοδοτήσεως, η καταβολή χρηματικών ποσών από την Επιτροπή στο οικείο κράτος, σύμφωνα προς τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δεν μπορεί να αποτελεί πταισματική συμπεριφορά ώστε να υπέχει σχετικά ευθύνη η Κοινότητα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-182/91,
Forafrique Burkinabe SA, εκπροσωπουμένη από τον Ambroise Arnaud, δικηγόρο Μασαλίας, και τον Jacques Buekenhoudt, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Eric Birden, 5, rue de la Reine,
προσφεύγoυσα-ενάγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Hans Peter Hartvig, νομικό σύμβουλο, και τον Sean van Raepenbusch, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής-εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως, βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, και αγωγή αποζημιώσεως, βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης αυτής, σχετικά με την είσπραξη των οφειλόμενων στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ποσών από το Office national des puits et forages (Burkina Faso) κατόπιν των εργασιών υπεργολαβίας που εξετέλεσε η προσφεύγουσα για λογαριασμό του ανωτέρω οργανισμού στο πλαίσιο των προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. von Holstein
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Δεκεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Ιουλίου 1991 η εταιρία Forafrique Burkinabe SA ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, να ακυρωθεί η από 14 Ιουνίου 1991 απόφαση της Επιτροπής με την οποία η τελευταία αρνήθηκε να λάβει υπόψη της την κατάσχεση που πραγματοποιήθηκε στα χέρια της στις 6 Μαρτίου 1991 και, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, να υποχρεωθεί το καθού κοινοτικό όργανο να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία η εταιρία αυτή υπέστη λόγω του ότι η Επιτροπή συνέχισε τις καταβολές από κονδύλια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως υπέρ του κράτους του Burkina Faso μετά την κοινοποίηση της εν λόγω κατασχέσεως και αφού η ίδια είχε πληροφορηθεί ότι το κράτος αυτό διέπραττε παρανομίες κατά τη διαχείριση των σχετικών κονδυλίων.
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Κοινότητα αποφάσισε, στις 25 Σεπτεμβρίου 1987, κατ' εφαρμογή της πρώτης Συμβάσεως ΑΚΕ-ΕΟΚ, υπογραφείσας στο Λομέ στις 28 Φεβρουαρίου 1975 (JO 1976, L 25, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση του Λομέ), να χρηματοδοτήσει από κονδύλια του τετάρτου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως (στο εξής: EΤΑ) την υλοποίηση ενός σχεδίου, υποβληθέντος από το Burkina Faso, σχετικά με την κατασκευή υπέρ των αγροτικών πληθυσμών της επαρχίας Comoe 240 σημείων υδροληψίας (στο εξής: σχέδιο).
3 Σύμφωνα προς το άρθρο 40 της Συμβάσεως του Λομέ, στις 18 Δεκεμβρίου 1987 συνήφθη σύμβαση χρηματοδοτήσεως του σχεδίου μεταξύ της Κοινότητας, εκπροσωπουμένης από την Επιτροπή, και του κράτους του Burkina Faso.
4 Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού προκηρύχθηκε τον Ιούνιο του 1988 από το κράτος του Burkina Faso διαγωνισμός για την πραγματοποίηση 210 γεωτρήσεων. Τον Αύγουστο του 1989 το έργο αυτό ανατέθηκε στο Οffice national des puits et forages (στο εξής: ΟΝPF). Στις 15 Δεκεμβρίου 1989 το ONPF συνήψε σύμβαση υπεργολαβίας με την προσφεύγουσα-ενάγουσα για την πραγματοποίηση 60 γεωτρήσεων, από τις οποίες 50 έδωσαν θετικά αποτελέσματα στο πλαίσιο του σχεδίου. Η συνολική αξία του ανατεθέντος στην προσφεύγουσα έργου εκτιμήθηκε σε 88 837 300 φράγκα Αφρικανικής Οικονομικής Κοινότητας (FCFA). Το ΟΝPF κατέβαλε ως προκαταβολή στην προσφεύγουσα το 10 % του ποσού αυτού.
5 Η εκ μέρους της προσφεύγουσας εκτέλεση των εργασιών ικανοποίησε το κράτος του Burkina Faso και την Επιτροπή. Εντούτοις, κατά την προσφεύγουσα, το ONPF δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά μέχρι το πέρας της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ύψους 85 112 000 FCFA, παρά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα απέστειλε στις 9 Οκτωβρίου 1990 στον Γενικό Διευθυντή του ONPF έγγραφο οχλήσεως. Ούτε ο οργανισμός αυτός, ούτε ο Υπουργός Υδρεύσεως του Burkina Faso αμφισβήτησαν την ύπαρξη της απαιτήσεως της προσφεύγουσας. Αντίθετα, προέβησαν σε υποσχέσεις καταβολής, οι οποίες όμως δεν έχουν εκπληρωθεί μέχρι σήμερα.
6 Στις 9 Οκτωβρίου 1990 η προσφεύγουσα απηύθυνε επίσης ένα έγγραφο στον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στο Ouagadougou. Με το έγγραφο αυτό η προσφεύγουσα τον πληροφόρησε ότι τα οφειλόμενα βάσει της συμβάσεως υπεργολαβίας ποσά εξακολουθούσαν να μην έχουν καταβληθεί, ζήτησε δε από την Επιτροπή να λάβει υπόψη την κατάσταση αυτή κατά την έγκριση της καταβολής χρηματικών ποσών στο ONPF.
7 Προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της, η προσφεύγουσα προέβη, στις 6 Μαρτίου 1991, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1445 του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Code judiciaire), σε συντηρητική κατάσχεση στα χέρια της Επιτροπής για κάθε οφειλή της προς το κράτος του Burkina Faso, μέχρι του ποσού των 85 112 000 FCFA, πλέον τόκων υπερημερίας και έξοδα κατασχέσεως. Στις 11 Μαρτίου 1991 το σχετικό δικόγραφο κοινοποιήθηκε μέσω του βελγικού Υπουργείου Εξωτερικών στην Επιτροπή, η οποία γνωστοποίησε, με έγγραφο της 17ης Απριλίου 1991, την παραλαβή του χωρίς να διατυπώσει αντιρρήσεις.
8 Μετά την πραγματοποίηση της κατασχέσεως στα χέρια της η Επιτροπή κατέβαλε στο Burkina Faso ορισμένα ποσά σχετικά με το έργο της πραγματοποιήσεως 210 γεωτρήσεων, στο πλαίσιο του οποίου η προσφεύγουσα είχε σύμβαση υπεργολαβίας με το ONPF. Επιπλέον, η Επιτροπή κατέβαλε χρηματικά ποσά για άλλα σχέδια υπέρ του Burkina Faso στο πλαίσιο των οποίων είχε ανατεθεί στο ONPF η εκτέλεση διαφόρων έργων.
9 Με έγγραφο της 14ης Ιουνίου 1991 η Επιτροπή πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι δεν επρόκειτο να λάβει καθόλου υπόψη της την κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Η άρνηση αυτή στηρίχθηκε στην τρίτη φράση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Πρωτόκολλο), που ορίζει ότι
"Tα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου."
Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω κατάσχεση μπορεί να παρεμποδίσει τη λειτουργία και την ανεξαρτησία των Κοινοτήτων. Διατείνεται ότι εναπέκειτο στην προσφεύγουσα να ζητήσει, ενδεχομένως, ενόψει του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου, την άδεια του Δικαστηρίου. Η προσφεύγουσα όμως δεν κίνησε τέτοια διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η προσφυγή ακυρώσεως
10 Με το δικόγραφο της προσφυγής της η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της γνωστοποιηθείσας στις 14 Ιουνίου 1991 αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία το καθού κοινοτικό όργανο αρνήθηκε να λάβει υπόψη την κατάσχεση που πραγματοποιήθηκε στα χέρια του. Συναφώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, δεν απαιτείτο άδεια του Δικαστηρίου για την πραγματοποίηση της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου.
11 Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί.
12 Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου, τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η η εν λόγω ασυλία είναι αυτοδίκαιη και μπορεί να αντιτάσσεται, ελλείψει αδείας του Δικαστηρίου, στη λήψη κάθε αναγκαστικού μέτρου κατά των Κοινοτήτων, χωρίς να απαιτείται η ρητή εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κοινοτικού οργάνου επίκληση των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου, ιδίως με πράξη απευθυνόμενη στον πραγματοποιούντα την κατάσχεση. Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στον τελευταίο να ζητήσει από το Δικαστήριο την άρση της ασυλίας αυτής. Εντούτοις, αν το ενδιαφερόμενο κοινοτικό όργανο δηλώσει ότι δεν έχει αντίρρηση για το αναγκαστικό μέτρο, η αίτηση παροχής αδείας καθίσταται άνευ αντικειμένου και δεν χρειάζεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1987, 1/87 SA, Universe Tankship κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2807).
13 Πρέπει να υπενθυμιστεί επίσης ότι, καθώς η άδεια του Δικαστηρίου για τη λήψη αναγκαστικών μέτρων διοικητικής ή δικαστικής φύσεως απαιτείται μόνο για τη διασφάλιση των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν το μέτρο αυτό, σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά του κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, μπορεί να παρεμβάλει προσκόμματα στην εύρυθμη λειτουργία και την ανεξαρτησία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά τα λοιπά, η διαδικασία της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου διέπεται καθ' ολοκληρία από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο (προαναφερθείσα διάταξη Universe Tankship).
14 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η δυνατότητα πραγματοποιήσεως κατασχέσεως στα χέρια τρίτου βάσει του εθνικού δικαίου αναστέλλεται μέχρις ότου αρθεί η ασυλία των Κοινοτήτων είτε με παραίτηση εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου είτε, ενδεχομένως, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, τούτο δε ανεξάρτητα από την ύπαρξη προθεσμίας καθοριζομένης από το εθνικό δίκαιο.
15 Στην παρούσα υπόθεση η προσφεύγουσα ουδέποτε υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση προς χορήγηση αδείας για να προβεί στην κατάσχεση αυτή. Ούτε η παρούσα προσφυγή ακυρώσεως μπορεί να θεωρηθεί ως υποβολή τέτοιας αιτήσεως.
16 Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν η συμπεριφορά της Επιτροπής κατά την περίοδο μεταξύ της κοινοποιήσεως του δικογράφου της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου και της αποστολής του εγγράφου της 14ης Ιουνίου 1991, με το οποίο πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι δεν επρόκειτο να λάβει υπόψη την κατάσχεση, ισοδυναμεί με παραίτηση από την προβλεπόμενη στο Πρωτόκολλο ασυλία.
17 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι το έγγραφο της Επιτροπής της 17ης Απριλίου 1991 περιλαμβάνει απλώς γνωστοποίηση της παραλαβής του δικογράφου της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου και, επομένως, δεν αποτελεί μια τέτοια παραίτηση, η οποία πρέπει να είναι ρητή.
18 Κατόπιν, όσο και αν είναι λυπηρή η βραδύτητα με την οποία η Επιτροπή απάντησε σε δικόγραφο το οποίο της κοινοποιήθηκε δεόντως μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας υποδοχής, η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ρητή παραίτηση από την προβλεπόμενη στο Πρωτόκολλο ασυλία. Επομένως, η Επιτροπή δεν εμποδίζεται να την επικαλεστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
19 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Η αγωγή αποζημιώσεως
20 Στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως η προσφεύγουσα-ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από την παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής υπέστη ζημία. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή συμπεριφέρθηκε παράνομα, αφενός, μη συμμορφούμενη προς την κατάσχεση στα χέρια της και, αφετέρου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αυτής της κατασχέσεως, συνεχίζοντας τις καταβολές του ΕΤΑ υπέρ του κράτους του Burkina Faso χωρίς να ενδιαφέρεται για την κανονική χρησιμοποίηση των εν λόγω ποσών, μάλιστα δε αφού είχε πληροφορηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν είχε πληρωθεί για τα έργα τα οποία είχε εκτελέσει στο πλαίσιο του σχεδίου λόγω των παρανομιών κατά τη διαχείριση των κονδυλίων, τις οποίες διέπραξε το κράτος αυτό.
21 Καταρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως την απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-55/90, Cato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-2533, σκέψη 18), από το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προκύπτει ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας και το δικαίωμα προς αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας εξαρτώνται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, οι οποίες είναι το παράνομο της προσαπτόμενης στα κοινοτικά όργανα συμπεριφοράς, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
22 'Οσον αφορά την πρώτη αιτία της προβαλλόμενης ζημίας, ήτοι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς την κατάσχεση στα χέρια της, αρκεί να σημειωθεί ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν παραιτήθηκε ρητά από την ασυλία της ή εφόσον η ασυλία αυτή δεν ήρθη από το Δικαστήριο, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν συμμορφώθηκε προς την κατάσχεση, εφόσον η ασυλία της οποίας απολαύει μπορεί να αντιταχθεί ακριβώς κατά της εκτελέσεως της εν λόγω κατασχέσεως.
23 'Οσον αφορά τον δεύτερο λόγο της προβαλλόμενης ζημίας, δηλαδή τη συνέχιση των καταβολών από τα κονδύλια του ΕΤΑ υπέρ του Burkina Faso, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1984, 126/83, STS Consorzio per sistemi di telecomunicazione via satellite κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2769, και της 14ης Ιανουαρίου 1993, C-257/90, Italsolar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-9), οι συμβάσεις δημοσίων έργων που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ εξακολουθούν να είναι εθνικές συμβάσεις για την προετοιμασία, τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη των οποίων είναι υπεύθυνες μόνο οι αρχές των κρατών ΑΚΕ, ότι οι ενέργειες των εκπροσώπων της Επιτροπής αποσκοπούν μόνο στη διαπίστωση του αν πληρούνται ή όχι οι όροι της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως και, τέλος, ότι επιχειρήσεις που έχουν υποβάλει σχετική προσφορά ή στις οποίες έχουν ανατεθεί τα έργα συνδέονται με έννομες σχέσεις μόνο με το υπεύθυνο για την εκτέλεση του έργου κράτος ΑΚΕ.
24 Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή πταισματική συμπεριφορά όταν καταβάλλει χρηματικά ποσά σε κράτος ΑΚΕ σύμφωνα προς τους προβλεπόμενους όρους χρηματοδοτήσεως, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί εν προκειμένω η ενάγουσα εταιρία.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy