Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινό Δασμολόγιο * Δασμολογικές κλάσεις * Υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου * Κατάταξη στη διάκριση 23.04 Β, παρά την παρουσία άλλων συστατικών, προερχομένων κυρίως από το όλο φυτό του αραβοσίτου, από άλλα δημητριακά ή από σόγια * Προϋποθέσεις * Πολύ χαμηλή ποσότητα των ξένων στοιχείων και μη ύπαρξη, από τεχνική άποψη, δυνατότητας αποφυγής της παρουσίας των στοιχείων αυτών
(Κανονισμός 482/74 της Επιτροπής, άρθρο 1)
Περίληψη
Tο άρθρο 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 482/74 περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου, έχει την έννοια ότι τα υποπροϊόντα της απολήψεως αραβοσιτελαίου εμπίπτουν στη διάκριση αυτή, ακόμη και όταν περιέχουν, πέραν των κατά κυριολεξία υπολειμμάτων από την απόληψη ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου, και άλλα συστατικά, προερχόμενα π.χ. από το όλο φυτό του αραβοσίτου, από άλλα είδη σιτηρών ή από σόγια, εφόσον τα ξένα προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχεία αυτά απαντούν σε ελάχιστες ποσότητες και εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι τεχνικώς αδύνατον, υπό συνήθεις συνθήκες παραγωγής, μεταποιήσεως, μεταφοράς, μεταφορτώσεως και αποθηκεύσεως, να αποφευχθεί η παρουσία των στοιχείων αυτών, εκτός αν δαπανηθεί ποσό δυσανάλογο προς την αγοραία αξία των εν λόγω υποπροϊόντων. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει καθορίσει ανώτατο όριο ανοχής για την παρουσία ξένων προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχείων, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει την επιτρεπτή ποσότητα των στοιχείων αυτών, προκειμένου να επιλύσει την ενώπιόν του εκκρεμή διαφορά.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-194/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Hamburg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
John Friedrich Krohn GmbH & Co.
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 482/74 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1974, περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 245),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η εταιρία Krohn, εκπροσωπούμενη από τον Juergen Guendisch, δικηγόρο Αμβούργου,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Blanca Rodriguez Galindo, μέλος της νομικής υπηρεσίας της, και τον Arnold Ridout, Βρετανό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής στο πλαίσιο των ανταλλαγών μεταξύ κοινοτικών και εθνικών δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι επικουρούνται από τον Hans-Juergen Rabe, δικηγόρο Αμβούργου,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν προφορικά κατά τη συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου 1992 η εταιρία Krohn και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 8ης Μαρτίου 1991, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιουλίου 1991, το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 482/74 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1974, περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 245, στο εξής: κανονισμός).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Krohn (στο εξής: προσφεύγουσα) και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: καθού) σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη εμπορευμάτων που εισήγαγε η προσφεύγουσα από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Γερμανία.
3 Τα εμπορεύματα αυτά δηλώθηκαν ως υποπροϊόντα της απολήψεως αραβοσιτελαίου της δασμολογικής διακρίσεως 23.04 Β του Kοινού Δασμολογίου, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα υπολείμματα της εξαγωγής φυτικών ελαίων, για τα οποία και προβλέπει απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
4 Σύμφωνα όμως με τα αποτελέσματα των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν κατ' εντολή των γερμανικών τελωνειακών αρχών, τα δείγματα που είχαν ληφθεί δεν ήταν καθαρά υποπροϊόντα της παραγωγής αραβοσιτελαίου, αλλά περιείχαν και θραύσματα ρόκας αραβοσίτου καθώς και θραύσματα σιταριού, άλλων σιτηρών και σόγιας.
5 Βάσει των στοιχείων αυτών οι εθνικές αρχές θεώρησαν τα εισαχθέντα εμπορεύματα ως κτηνοτροφικά παρασκευάσματα και τα κατέταξαν στη διάκριση 23.07 Β Ι γ 1. Δεδομένου ότι για τα εμπορεύματα αυτά επιβάλλονται εισαγωγικοί δασμοί, οι εθνικές αρχές απαίτησαν εκ των υστέρων από την προσφεύγουσα την καταβολή εισφορών λόγω εισαγωγής και νομισματικών εξισωτικών ποσών.
6 Το εθνικό δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε η προσφεύγουσα θέτει το ερώτημα αν οι επίμαχες εισαγωγές εμπίπτουν στο άρθρο 1 του κανονισμού, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου δεν μπορούν να περιέχουν συστατικά που δεν προέρχονται από τον κόκκο του αραβοσίτου.
7 Για τον λόγο αυτό το εθνικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των εξής ερωτημάτων:
"1) 'Εχει το άρθρο 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 482/74 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1974, την έννοια ότι το εμπόρευμα κατατάσσεται στη δασμολογική διάκριση 23.04 Β ακόμη και όταν περιέχει, πέραν των υπολειμμάτων από τον κόκκο του αραβοσίτου που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, και άλλα συστατικά, όπως τμήματα ρόκας (κούκλας) αραβοσίτου ή άλλα είδη σιτηρών ή μέρη σιτηρών;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Ποιο είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό ξένων συστατικών και ποια είναι τα επιτρεπόμενα ξένα συστατικά αυτά;"
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι έγγραφες παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Με τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου ερωτάται κατ' ουσία, πρώτον, αν τα υποπροϊόντα της απολήψεως αραβοσιτελαίου εμπίπτουν στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου, ακόμη και όταν περιέχουν, πέραν των υπολειμμάτων που προέρχονται από τον κατά κυριολεξία κόκκο του αραβοσίτου, και άλλα συστατικά στοιχεία, προερχόμενα π.χ. από το φυτό του αραβοσίτου, από άλλα σιτηρά ή από σόγια δεύτερον, ζητείται από το Δικαστήριο να προσδιορίσει το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό των συστατικών στοιχείων που δεν προέρχονται από τον κόκκο αραβοσίτου.
10 Προκειμένου να προσδιοριστεί το περιεχόμενο διατάξεως κοινοτικού δικαίου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της διατάξεως, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει.
11 Σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού, τα υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου δεν μπορούν να περιέχουν παρά μόνο συστατικά προερχόμενα από τον ίδιο τον κόκκο του αραβοσίτου και συνεπώς αποκλείονται τα άλλα τμήματα του φυτού του αραβοσίτου και τα συστατικά που δεν προέρχονται από το φυτό του αραβοσίτου.
12 Από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού όμως προκύπτει ότι ο πραγματικός σκοπός του είναι να εξασφαλιστεί ότι τα υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου θα αποτελούνται μόνο από τις ουσίες εκείνες οι οποίες απομένουν μετά το πέρας της κατά κυριολεξία διαδικασίας εξαγωγής του ελαίου. Σκοπός του κανονισμού είναι επίσης να αποκλειστεί η κατάταξη στη διάκριση 23.04 Β των υπολειμμάτων της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου που έχουν αναμιχθεί με άλλα υπολείμματα ή προϊόντα της βιομηχανίας αραβοσίτου ή με υπολείμματα της απολήψεως άλλων φυτικών προϊόντων, με σκοπό την παραγωγή σύνθετων προϊόντων ή σύνθετων ζωοτροφών, που εμπίπτουν κυρίως στην κλάση 23.07.
13 Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, ο όρος "υπολείμματα" δεν καλύπτει προϊόντα περιέχοντα συστατικά (πλην αμελητέων ποσοτήτων) που δεν έχουν υποστεί κατεργασία απολήψεως του ελαίου και έχουν προστεθεί στα πραγματικά υπολείμματα.
14 Δεδομένου ότι η ηθελημένη προσθήκη αμελητέας ποσότητας τέτοιων συστατικών στοιχείων στα υπολείμματα της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου δεν επηρεάζει την κατάταξη των υπολειμμάτων αυτών στη διάκριση 23.04 Β, το ίδιο συμβαίνει κατ' ανάγκη στην περίπτωση τυχαίας παρουσίας αμελητέας ποσότητας συστατικών που δεν προέρχονται από τον ίδιο τον κόκκο αραβοσίτου.
15 Επιπλέον, από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η σημερινή τεχνολογία για την απόληψη ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου, στην οποία αναφέρεται η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, δεν καθιστά δυνατή την πλήρη αποφυγή της τυχαίας παρουσίας συστατικών προερχομένων από το όλο φυτό του αραβοσίτου εντός των υπολειμμάτων της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου.
16 Ομοίως, η συσσωμάτωση των υπολειμμάτων αυτών υπό μορφή σφαιριδίων ("pellets"), στην οποία αναφέρεται η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η μεταφόρτωσή τους, η οδική, σιδηροδρομική ή ποτάμια μεταφορά τους καθώς και η εναποθήκευσή τους ενδέχεται να προκαλέσουν την τυχαία εμφάνιση ξένων σωμάτων, προερχομένων κυρίως από άλλα είδη σιτηρών ή από σόγια. Συναφώς πρέπει να τονιστεί ότι τα ελαιουργεία μεταποιούν διαφόρους ελαιούχους σπόρους και ότι η μεταφορά και η αποθήκευση αφορά επίσης διάφορα είδη προϊόντων.
17 Προϋπόθεση πάντως για την κατάταξη των υπολειμμάτων της απολήψεως ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου στη διάκριση 23.04 Β είναι να εμφανίζονται τα ξένα προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχεία σε πολύ χαμηλές ποσότητες και να αποδεικνύεται ότι είναι τεχνικώς αδύνατον να αποφευχθεί, υπό συνήθεις συνθήκες παραγωγής, μεταποιήσεως, μεταφορτώσεως, μεταφοράς και αποθηκεύσεως, η παρουσία των ξένων στοιχείων αυτών, εκτός αν δαπανηθεί ποσό δυσανάλογο προς την αγοραία αξία των υπολειμμάτων.
18 Κατά συνέπεια, στα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού έχει την έννοια ότι τα υποπροϊόντα της απολήψεως αραβοσιτελαίου εμπίπτουν στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου, ακόμη και όταν περιέχουν, πέραν των κατά κυριολεξία υπολειμμάτων από την απόληψη ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου, και άλλα συστατικά, προερχόμενα π.χ. από το όλο φυτό του αραβοσίτου, από άλλα είδη σιτηρών ή από σόγια, εφόσον τα ξένα προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχεία αυτά απαντούν σε ελάχιστες ποσότητες και εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι τεχνικώς αδύνατον, υπό συνήθεις συνθήκες παραγωγής, μεταποιήσεως, μεταφοράς, μεταφορτώσεως και αποθηκεύσεως, να αποφευχθεί η παρουσία των στοιχείων αυτών, εκτός αν δαπανηθεί ποσό δυσανάλογο προς την αγοραία αξία των εν λόγω υποπροϊόντων. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει καθορίσει ανώτατο όριο ανοχής για την παρουσία ξένων προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχείων, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει, βάσει των ανωτέρω ενδείξεων που του παρέχει το Δικαστήριο, την επιτρεπτή ποσότητα των στοιχείων αυτών, προκειμένου να επιλύσει την ενώπιόν του εκκρεμή διαφορά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 8ης Μαρτίου 1991, το Finanzgericht Hamburg, αποφαίνεται:
Tο άρθρο 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού (EOK) 482/74 της Επιτροπής, της 27ης Φεβρουαρίου 1974, περί κατατάξεως εμπορευμάτων στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου, έχει την έννοια ότι τα υποπροϊόντα της απολήψεως αραβοσιτελαίου εμπίπτουν στη διάκριση αυτή, ακόμη και όταν περιέχουν, πέραν των κατά κυριολεξία υπολειμμάτων από την απόληψη ελαίου από σπέρματα αραβοσίτου, και άλλα συστατικά, προερχόμενα π.χ. από το όλο φυτό του αραβοσίτου, από άλλα είδη σιτηρών ή από σόγια, εφόσον τα ξένα προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχεία αυτά απαντούν σε ελάχιστες ποσότητες και εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι τεχνικώς αδύνατον, υπό συνήθεις συνθήκες παραγωγής, μεταποιήσεως, μεταφοράς, μεταφορτώσεως και αποθηκεύσεως, να αποφευχθεί η παρουσία των στοιχείων αυτών, εκτός αν δαπανηθεί ποσό δυσανάλογο προς την αγοραία αξία των εν λόγω υποπροϊόντων. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει καθορίσει ανώτατο όριο ανοχής για την παρουσία ξένων προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχείων, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει, βάσει των ανωτέρω ενδείξεων που του παρέχει το Δικαστήριο, την επιτρεπτή ποσότητα των στοιχείων αυτών, προκειμένου να επιλύσει την ενώπιόν του εκκρεμή διαφορά.
Full & Egal Universal Law Academy