Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Αρχές * Ενίσχυση καταβληθείσα κατά παράβαση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως * Μη εκπλήρωση από κράτος μέλος της υποχρεώσεώς του περί διεξαγωγής ελέγχων * Κατ' αποκοπή μείωση * Επιτρέπεται
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρα 2 και 3)
2. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Αρχές * Ενίσχυση καταβληθείσα κατά παράβαση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως * Υποχρέωση αναζητήσεως * Αναζήτηση από οργάνωση παραγωγών στην οποία δεν μπορεί να προσαφθεί ότι επέδειξε αμέλεια * Δεν επιτρέπεται
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου, άρθρο 8 PAR 1)
Περίληψη
1. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί συμφώνως προς τους κανόνες οι οποίοι έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων. Επομένως, όταν η εν λόγω κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την καταβολή ενισχύσεως μόνο υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με τη διενέργεια ελέγχων, ενίσχυση καταβληθείσα χωρίς να πληρούται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξακριβώνουν ότι δεν υπήρξαν σχετικές παρανομίες ή αμέλειες.
'Οταν ένα κράτος μέλος δεν εκπληρώνει αυτή τη σχετική με τη διενέργεια ελέγχων υποχρέωση, η Επιτροπή δικαιούται να προβαίνει σε κατ' αποκοπή μείωση των ποσών με τα οποία επιβαρύνεται το ΕΓΤΠΕ για την κάλυψη των δαπανών στις οποίες προέβη το εν λόγω κράτος μέλος.
2. Ναι μεν το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν, συμφώνως προς τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις, τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων, αυτή όμως η λειτουργία ασκείται με την επιφύλαξη των ορίων που θεσπίζει το κοινοτικό δίκαιο. Λαμβανομένου υπόψη ότι σκοπός των κανόνων του δικαίου αυτού είναι η χορήγηση ενισχύσεως σε κάθε οργάνωση παραγωγών που τηρεί τις προβλεπόμενες από την κοινή οργάνωση αγορών προϋποθέσεις, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων από όλες τις οργανώσεις παραγωγών όταν δεν έχει διαπιστωθεί αμέλεια εκ μέρους κάποιας από τις οργανώσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-197/91,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Cuneo προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Frutticoltori Associati Cuneesi, soc. coop. a.r.l. (FAC)
και
Associazione tra Produttori Ortofrutticoli Piemontesi (Asprofrut),
Azienda di Stato per gli Interventi sul Mercato Agricolo (AIMA),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος των αποφάσεων της Επιτροπής 89/627/ΕΟΚ, της 15ης Νοεμβρίου 1989 (ΕΕ L 359, σ. 23), και 90/213/ΕΟΚ, της 19ης Απριλίου 1990 (ΕΕ L 113, σ. 32), σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987, καθώς και ως προς την ερμηνεία ορισμένων γενικών αρχών της κοινοτικής έννομης τάξεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* o Frutticoltori Associati Cuneesi, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους Ρώμης E. Cappelli και P. De Caterini,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Β. Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον E. de March, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Frutticoltori Associati Cuneesi, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Νοεμβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 5ης Ιουλίου 1991, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιουλίου 1991, ο Pretore circondariale di Cuneo υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής 89/627/ΕΟΚ, της 15ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987 (ΕΕ L 359, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 90/213/ΕΟΚ, της 19ης Απριλίου 1990 (ΕΕ L 113, σ. 32), καθώς και ως προς την ερμηνεία ορισμένων γενικών αρχών της κοινοτικής έννομης τάξεως.
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), ορίζει, στο άρθρο 1, ότι το τμήμα Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ) χρηματοδοτεί τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες και τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού, οι πραγματοποιούμενες παρεμβάσεις χρηματοδοτούνται κατά τους κοινοτικούς κανόνες, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως γεωργικών αγορών. Το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποδεικνύουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που εξουσιοδοτούνται να καταβάλλουν τις σχετικές δαπάνες.
3 Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη και την πάταξη των παρανομιών και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Οφείλουν να αναζητούν τα απολεσθέντα λόγω παρανομιών ή αμελειών ποσά. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι τα ποσά που δεν μπορούν να αναζητηθούν βαρύνουν την Κοινότητα, εκτός αν η αμέλεια ή η παρανομία μπορεί να καταλογιστεί στα διοικητικά όργανα ή στους οργανισμούς των κρατών μελών.
4 Οι κοινοτικοί κανόνες περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250).
5 Η διαφορά της κύριας δίκης εντάσσεται σ' αυτό το κανονιστικό πλαίσιο. Η Επιτροπή, αφού διεπίστωσε ότι από τον αριθμό και την έκταση των διεξαχθέντων ελέγχων σχετικά με τη λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών οπωροκηπευτικών εκ μέρους των ιταλικών αρχών κατά το οικονομικό έτος 1987 δεν καθίστατο δυνατή η πιστή εκτίμηση της καταστάσεως, αρνήθηκε με την προαναφερθείσα απόφασή της 89/627 τη χρηματοδότηση του 5 % των δαπανών τις οποίες δήλωσε η Ιταλία. Δεδομένου ότι οι ιταλικές αρχές δεν προσκόμισαν αποδείξεις περί του αντιθέτου, η Επιτροπή επικύρωσε την εν λόγω δημοσιονομική διορθωτική πράξη με την προαναφερθείσα απόφαση 90/213/ΕΟΚ.
6 Βάσει της αποφάσεως αυτής, ο ΑΙΜΑ, ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως, ζήτησε απ' όλες τις οικείες οργανώσεις παραγωγών την επιστροφή του 5 % του συνολικού ποσού των καταβληθεισών το 1987 χρηματικών αντισταθμίσεων. Μία από τις οργανώσεις αυτές, η Associazione tra Produttori Ortofrutticoli Piemontesi (στο εξής: Asprofrut) πληροφόρησε τα μέλη της ότι αφαίρεσε απευθείας από τον τραπεζικό λογαριασμό που διέπει τις σχέσεις καθενός από τα μέλη της και της ιδίας ποσό ίσο προς το 5 % των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν το 1987 για την απόσυρση προϊόντων από την αγορά.
7 'Ενα από τα μέλη της, ο γεωργικός συνεταιρισμός Frutticoltori Associati Cuneesi (στο εξής: FAC), θεώρησε ότι η εκ μέρους της Asprofrut αναζήτηση των ως άνω ποσών δεν εδικαιολογείτο, εφόσον δεν υπήρξαν παρανομίες όσον αφορά τη λειτουργία της ως οργανώσεως παραγωγών και οι σχετικές πράξεις δεν ήταν παράτυπες. Γι' αυτό ο FAC άσκησε αγωγή κατά της Asprofrut ενώπιον της Pretura circondariale di Cuneo, η οποία αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"α) Είναι ισχυρές οι αποφάσεις της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 89/627/ΕΟΚ, της 15ης Νοεμβρίου 1989, και 90/213/ΕΟΚ, της 19ης Απριλίου 1990 (ΕΕ L 359, σ. 89 και L 113, σ. 90), ενόψει της κοινοτικής ρυθμίσεως σε θέματα προϋπολογισμού και χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, καθόσον αυτές επιβαρύνουν το Ιταλικό Δημόσιο με το ποσό των 20 920 524 089 LIT που αντιστοιχούν σε αντισταθμίσεις καταβληθείσες από τις ενώσεις των παραγωγών οπωροκηπευτικών;
β) Συμβιβάζεται προς τις γενικές αρχές της κοινοτικής έννομης τάξεως περί του νομίμου της δράσεως της διοικήσεως, της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας, καθώς και προς τις γενικές αρχές που διέπουν τον έλεγχο των κοινοτικών μέτρων στον γεωργικό τομέα και την ευθύνη των παραγωγών οπωροκηπευτικών και των οργανώσεών τους η αξίωση των ιταλικών αρχών να επιβαρύνουν όλες αδιακρίτως τις οργανώσεις των παραγωγών οπωροκηπευτικών με το κατ' αποκοπήν ποσό που χορηγεί το Ιταλικό Δημόσιο ως χρηματοοικονομική αντιστάθμιση για την απόσυρση προϊόντων από την αγορά, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των δαπανών εκ μέρους του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987;"
8 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
9 Η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό του πρώτου ερωτήματος σχετικά με το κύρος των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών. Συναφώς, παρατηρεί ότι οι αποφάσεις αυτές καταρτίζονται βάσει ειδικής διαδικασίας και καθίστανται απρόσβλητες εφόσον δεν ασκηθεί κατ' αυτών προσφυγή δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Η εν λόγω Κυβέρνηση διατείνεται ακόμη ότι δεν είναι δυνατή η αμφισβήτηση του κύρους των αποφάσεων αυτών μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 173 λόγω των πρακτικών δυσχερειών που θα προέκυπταν αν οι λογαριασμοί αυτοί κρίνονταν παράνομοι μετά την οριστικοποίησή τους.
10 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 177, στοιχείο β', της Συνθήκης, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του κύρους πράξεων των οργάνων της Κοινότητας κατόπιν υποβολής αιτήματος από εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα. Αυτή η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου έχει ως μόνο σκοπό την προστασία των πολιτών από την εφαρμογή παράνομης πράξεως στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, χωρίς ωστόσο να θίγεται αυτή καθαυτή η ίδια η πράξη η οποία κατέστη απρόσβλητη με την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 173.
11 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη λυσιτέλεια του πρώτου ερωτήματος, παρατηρώντας ότι η υποχρέωση αναζητήσεως των σχετικών ποσών απορρέει από το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 729/70 και υφίσταται ανεξάρτητα από τη διαπίστωση παρανομιών ή αμελειών στην οποία ενδεχομένως προέβη με απόφασή της περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών. Η Επιτροπή διατείνεται ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως που αφορούν μόνον τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών και αποφάσεων περί αναζητήσεως χρηματικών ποσών, οι οποίες αφορούν τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και επιχειρηματιών. Οι αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα έναντι των τρίτων, στο πλαίσιο διαφορών που αφορούν την αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί του κύρους των εν λόγω αποφάσεων.
12 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του κοινοτικού δικαστή και των εθνικών δικαστηρίων, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 177 της Συνθήκης, εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει αν είναι σκόπιμο να υποβάλει ερώτημα ως προς το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής, με σκοπό την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
14 Ο FAC αμφισβητεί το κύρος των αποφάσεων της Επιτροπής, διατεινόμενος ότι οι αποφάσεις αυτές κακώς βασίζονται σε αντικειμενική ευθύνη των οργανώσεων παραγωγών για απροσδιόριστη συμπεριφορά, επιδειχθείσα από μη κατονομαζόμενα άτομα. Η Ελληνική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι κανόνες της λογιστικής, οι οποίοι επιτάσσουν λεπτομερή αναγραφή και αιτιολόγηση κάθε λογιστικής εγγραφής, έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ, το οποίο αποτελεί τομέα του κοινοτικού προϋπολογισμού. Συνεπώς, η κατ' αποκοπή μείωση την οποία αποφάσισε μονομερώς η Επιτροπή έχει τον χαρακτήρα χρηματικής κυρώσεως, την επιβολή της οποίας δεν επιτρέπει ο προαναφερθείς κανονισμός 729/70.
15 Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
16 Κατά πάγια νομολογία (βλ. τις αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 327/85, Kάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1065, σκέψη 24, και της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-1, σκέψη 38), οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 729/70 επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Επομένως, όταν η κοινοτική αυτή κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει την καταβολή ενισχύσεως μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις σχετικά με τη διενέργεια ελέγχων, ενίσχυση καταβληθείσα χωρίς να πληρούται η προϋπόθεση αυτή δεν είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον έλαβαν χώρα παρανομίες ή αμέλειες.
17 Αφού διαπίστωσε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε τις κοινοτικές της υποχρεώσεις, μη διενεργώντας τους απαραίτητους ελέγχους, η Επιτροπή, με τις βαλλόμενες αποφάσεις της, προέβη σε μείωση κατά 5 % των δηλωθεισών από την Ιταλία χρηματοοικονομικών αντισταθμίσεων. Από τη νομολογία (προαναφερθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 39) προκύπτει ότι η κατ' αποκοπή μείωση δικαιολογείται στις περιπτώσεις στις οποίες οι εθνικές αρχές δεν διενεργούν επαρκείς ελέγχους.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές κακώς αμφισβητείται το κύρος των αποφάσεων με το αιτιολογικό ότι η Επιτροπή βασίστηκε σε αντικειμενική ευθύνη των επιχειρηματιών ή ότι επέβαλε χρηματική κύρωση μη προβλεπόμενη από τον προαναφερθέντα κανονισμό 729/70.
19 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των προαναφερθεισών αποφάσεων 89/627 και 90/213 της Επιτροπής.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
20 Το δεύτερο ερώτημα αφορά στην ουσία το αν το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει ένα κράτος μέλος να αναζητεί χρηματικά ποσά, σχετικά με ενίσχυση αχρεωστήτως καταβληθείσα, απ' όλες τις οργανώσεις παραγωγών χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι κάποια από αυτές επέδειξε αμέλεια.
21 Ο FAC παρατηρεί συναφώς ότι, κατά την εν λόγω αναζήτηση, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα προς τις κοινές γενικές αρχές της κοινοτικής έννομης τάξεως και των εθνικών εννόμων τάξεων, όπως είναι οι αρχές της νομιμότητας των ενεργειών των δημοσίων αρχών και της προστασίας του δικαιώματος άμυνας.
22 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει τη συστηματική και χωρίς διακρίσεις αναζήτηση μιας ενισχύσεως με βάση ένα κατ' αποκοπή ποσοστό από το σύνολο των οργανώσεων που έλαβαν την εν λόγω ενίσχυση, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ατομική ευθύνη κάθε οργανώσεως. Προσθέτει ότι η χρηματοοικονομική διόρθωση που έγινε στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης οφείλεται στις παραλείψεις των ιταλικών αρχών σχετικά με τον έλεγχο και ότι, επομένως, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν βασίμως να ζητήσουν την επιστροφή της καταβληθείσας ενισχύσεως.
23 Πρέπει να υπογραμμιστεί καταρχάς ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται η λήψη των απαραίτητων μέτρων, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις, για την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων, δυνάμει του άρθρου 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 729/70. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι τα κράτη μέλη ασκούν την αρμοδιότητα αυτή υπό την επιφύλαξη των ορίων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο (βλ. την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1987, 89/86 και 91/86, Etoile Commerciale και CNTA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3005, σκέψη 12).
24 Διαπιστώνεται στη συνέχεια ότι σκοπός των κοινοτικών κανόνων στον τομέα της κοινής οργανώσεως αγορών είναι η χορήγηση ενισχύσεως σε όλες τις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες πληρούν τις προβλεπόμενες προς τούτο προϋποθέσεις. Δεν αμφισβητείται ότι στην υπόθεση την οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης οι αρμόδιες εθνικές αρχές προέβησαν σε χρηματοοικονομική διόρθωση χωρίς να αποδείξουν ότι οι ενδιαφερόμενες οργανώσεις παραγωγών δεν πληρούσαν τις προβλεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο προϋποθέσεις.
25 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη την αναζήτηση ενισχύσεως, η οποία καταβλήθηκε αχρεωστήτως, απ' όλες τις οργανώσεις παραγωγών, όταν δεν έχει διαπιστωθεί αμέλεια εκ μέρους κάποιας από τις οργανώσεις αυτές.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 5ης Ιουλίου 1991, ο Pretore di Cuneo, αποφαίνεται:
1) Από την εξέταση του πρώτου από τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος των αποφάσεων της Επιτροπής 89/627/ΕΟΚ, της 15ης Νοεμβρίου 1989, και 90/213/ΕΟΚ, της 19ης Απριλίου 1990, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987.
2) Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη την αναζήτηση ενισχύσεως η οποία καταβλήθηκε αχρεωστήτως απ' όλες τις οργανώσεις παραγωγών, όταν δεν έχει διαπιστωθεί αμέλεια κάποιας από τις οργανώσεις αυτές.
Full & Egal Universal Law Academy