Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών * Περιορισμοί * Απαγόρευση μεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που εκπέμπονται από άλλο κράτος μέλος και σε γλώσσα διαφορετική από εκείνη του τελευταίου αυτού κράτους * Ανεπίτρεπτη * Δικαιολογία * 'Ελλειψη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 56 και 59)
2. Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών * Περιορισμοί στρεφόμενοι κατά των παρεχόντων υπηρεσίες που δεν επιδιώκουν να αποφύγουν την τήρηση των επαγγελματικών κανόνων * Επιτρέπονται * Απαγόρευση ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρους τομείς * Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 59)
Περίληψη
1. Απαγορεύοντας στις εταιρίες τηλεδιανομής να μεταδίδουν από τα δίκτυά τους προγράμματα ραδιοτηλεοπτικών σταθμών άλλων κρατών μελών των οποίων οι εκπομπές δεν μεταδίδονται στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο σταθμός, ένα κράτος μέλος παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, ένας τέτοιος περιορισμός, εισάγων διακρίσεις καθόσον δεν εφαρμόζεται αδιακρίτως στις παροχές υπηρεσιών ανεξαρτήτως της καταγωγής τους, δεν εμπίπτει στις παρεκκλίσεις από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που επιτρέπει το κοινοτικό δίκαιο, δηλαδή τις προβλεπόμενες από το άρθρο 56 της Συνθήκης.
2. Μολονότι είναι αληθές ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί από ένα κράτος μέλος το δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να παρεμποδίζει τον παρέχοντα υπηρεσίες, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητες εξ ολοκλήρου ή κυρίως στο έδαφος του κράτους αυτού, να εκμεταλλεύεται την ελευθερία η οποία εξασφαλίζεται από το άρθρο 59, για να διαφεύγει τους επαγγελματικούς κανόνες οι οποίοι θα εφαρμόζονταν σ' αυτόν αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος τους κράτους αυτού, δεν προκύπτει ωστόσο ότι ένα κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να αποκλείει κατά τρόπο γενικό τη δυνατότητα ορισμένες υπηρεσίες να παρέχονται από επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-211/91,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Pieter Van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Jan Devadder, διοικητικό διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ενταύθα Βελγική Πρεσβεία, 4, rue des Girondins,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, διατηρώντας στη νομοθεσία που ισχύει στη φλαμανδική κοινότητα ορισμένους όρους που αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο, όσον αφορά τη μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων από τα δίκτυα τηλεδιανομής και τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκεινται οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59, 60 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, κατά την οποία το Βασίλειο του Βελγίου εκπροσωπήθηκε από τον J. Stuyck, δικηγόρο Βρυξελλών,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Νοεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Αυγούστου 1991, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε προσφυγή, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά τη νομοθεσία που ισχύει στη φλαμανδική κοινότητα, το Βασίλειο του Βελγίου,
* απαγορεύοντας την από το τηλεοπτικό δίκτυο μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων προερχομένων από ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς άλλων κρατών μελών, όταν η εκπομπή δεν είναι στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο σταθμός αυτός,
* εξαρτώντας την από το τηλεοπτικό δίκτυο μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων προερχομένων από ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς άλλων κρατών μελών από προηγούμενη έγκριση, η οποία παρέχεται ενδεχομένως υπό προϋποθέσεις,
* επιφυλάσσοντας την κατοχή του 51 % του κεφαλαίου της εταιρίας ιδιωτικής τηλεοράσεως, η οποία απευθύνεται στο σύνολο της φλαμανδικής κοινότητας, στους εκδότες του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ολλανδόφωνου Tύπου που εδρεύουν στην ολλανδόφωνη περιφέρεια ή στη δίγλωσση περιφέρεια των Βρυξελλών,
* καθορίζοντας κατά τρόπο συνεπαγόμενο διακρίσεις την έννοια των φλαμανδικών παραγωγών πολιτιστικού περιεχομένου, που πρέπει να περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στα προγράμματα των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59, 60 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ .
2 H Bελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τις τρεις τελευταίες αιτιάσεις.
3 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικά τα περιστατικά της διαφοράς, η επίδικη κανονιστική ρύθμιση, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί της πρώτης αιτιάσεως: η προϋπόθεση ως προς τη γλώσσα των προγραμμάτων
4 Η πρώτη αιτίαση αφορά την απαγόρευση, που επιβάλλεται στις εταιρίες τηλεδιανομής, να μεταδίδουν μέσω των δικτύων τους προγράμματα των ραδιοτηλεοπτικών σταθμών άλλων κρατών μελών των οποίων οι εκπομπές δεν μεταδίδονται στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο σταθμός. Η απαγόρευση αυτή θεσπίζεται με τα άρθρα 3 και 4 του διατάγματος της φλαμανδικής κοινότητας της 28ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τη μετάδοση οπτικοαστικών προγραμμάτων στα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα και την έγκριση των ιδιωτικών εταιριών τηλεοράσεως (Moniteur belge της 19.3.1987, σ. 4196).
5 Διαπιστώνεται ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, καθόσον παρεμποδίζει τους τηλεοπτικούς σταθμούς που είναι εγκατεστημένοι στα άλλα κράτη μέλη να μεταδίδουν μέσω των καλωδιακών δικτύων της φλαμανδικής κοινότητας προγράμματα που εκπέμπονται σε άλλη γλώσσα πλην εκείνης της χώρας εγκαταστάσεώς τους.
6 Η παρεμπόδιση αυτή έχει χαρακτήρα δυσμενούς διακρίσεως όχι μόνο διότι δεν εφαρμόζεται στους σταθμούς που είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο, όπως δέχθηκε η Βελγική Κυβέρνηση, αλλά κυρίως διότι αποκλείει, για τους σταθμούς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος πλην των Κάτω Χωρών, τη δυνατότητα να προτείνουν προγράμματα στην ολλανδική στο κοινό της φλαμανδικής κοινότητας, ενώ η δυνατότητα αυτή υπάρχει, φυσικά, για τους εθνικούς σταθμούς.
7 Η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει, πάντως, στόχους πολιτιστικής πολιτικής για να δικαιολογήσει την επίδικη κανονιστική ρύθμιση, δηλαδή, τη διατήρηση της πολυφωνίας στον γραπτό Tύπο, ο οποίος επωφελείται ευθέως από τα έσοδα των διαφημίσεων στους εθνικούς τηλεοπτικούς σταθμούς, τη διατήρηση και την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής κληρονομιάς, καθώς και τη βιωσιμότητα των εθνικών σταθμών.
8 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
9 Από τον πρώτο και τον τρίτο στόχο της πολιτιστικής πολιτικής, που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση, προκύπτει ότι το επίδικο μέτρο έχει στην πραγματικότητα ως αντικείμενο τον περιορισμό του πραγματικού ανταγωνισμού για τους εθνικούς σταθμούς, με σκοπό τη διατήρηση των εσόδων των σταθμών αυτών από τις διαφημίσεις. 'Οσον αφορά τον στόχο διατηρήσεως και αναπτύξεως της καλλιτεχνικής κληρονομιάς, αρκεί να παρατηρηθεί, μαζί με την Επιτροπή, ότι το επίδικο μέτρο είναι στην πραγματικότητα ικανό να μειώσει τη ζήτηση τηλεοπτικών παραγωγών στην ολλανδική.
10 Επιπροσθέτως, άλλωστε, οι δικαιολογίες που πρόβαλε η Βελγική Κυβέρνηση δεν εμπίπτουν σε καμιά παρέκκλιση από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του άρθρου 56, ήτοι τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία.
11 'Οπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., ιδίως, απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-288/89, Collectieve Antennevorziening Gouda, Συλλογή 1991, σ. Ι-4007, σκέψη 11), μόνον οι παρεκκλίσεις αυτές μπορούν να προβληθούν λυσιτελώς για να δικαιολογήσουν εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις που δεν έχουν αδιακρίτως εφαρμογή στις παροχές υπηρεσιών ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους.
12 'Οσον αφορά το επιχείρημα το οποίο η Βελγική Κυβέρνηση νομίζει ότι μπορεί να αντλήσει από την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen (Συλλογή τόμος 1974, σ. 513), και κατά το οποίο ο παρέχων υπηρεσίες δεν μπορεί να διαφεύγει την εφαρμογή των κανόνων που έχουν εφαρμογή στους παρέχοντες υπηρεσίες οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος προς το οποίο στρέφεται η δραστηριότητά του δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι, κατά τη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής, το κράτος υποδοχής μπορεί να λάβει μέτρα προκειμένου να εμποδίσει τον παρέχοντα υπηρεσίες, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητες εξ ολοκλήρου ή κυρίως στο έδαφος του κράτους αυτού, να εκμεταλλεύεται την ελευθερία η οποία εξασφαλίζεται από το άρθρο 59, για να διαφεύγει τους επαγγελματικούς κανόνες οι οποίοι θα εφαρμόζονταν σ' αυτόν αν ήταν εγκατεστημένος στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν προκύπτει ωστόσο ότι το κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να αποκλείει γενικώς τη δυνατότητα ορισμένες υπηρεσίες να παρέχονται από επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, πράγμα που θα ισοδυναμούσε με κατάργηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
13 Εκ τούτου προκύπτει ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί των τριών άλλων αιτιάσεων
14 'Οπως η ίδια η καθής κυβέρνηση δέχεται, η νομοθεσία που είχε εφαρμογή στη φλαμανδική κοινότητα, κατά τη λήξη της προθεσμίας που ορίστηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, δεν ήταν σύμφωνη προς τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, προς τα άρθρα 52 και 221, όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, και προς το άρθρο 59, όσον αφορά την τέταρτη αιτίαση.
15 Ως εκ τούτου, οι τρεις αυτές αιτιάσεις πρέπει επίσης να γίνουν δεκτές και, κατά συνέπεια, να διαπιστωθεί η παράβαση κατά τους όρους που προκύπτουν από τα αιτήματα της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Όσον αφορά τη νομοθεσία που ισχύει στη φλαμανδική κοινότητα, το Βασίλειο του Βελγίου,
* απαγορεύοντας την από το τηλεοπτικό δίκτυο μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων προερχομένων από ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς άλλων κρατών μελών, όταν η εκπομπή δεν είναι στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο σταθμός αυτός,
* εξαρτώντας την από το τηλεοπτικό δίκτυο μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων προερχομένων από ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς άλλων κρατών μελών από προηγούμενη έγκριση, η οποία παρέχεται ενδεχομένως υπό προϋποθέσεις,
* επιφυλάσσοντας την κατοχή του 51 % του κεφαλαίου της εταιρίας ιδιωτικής τηλεοράσεως, η οποία απευθύνεται στο σύνολο της φλαμανδικής κοινότητας, στους εκδότες του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ολλανδόφωνου Τύπου που εδρεύουν στην ολλανδόφωνη περιφέρεια ή στη δίγλωσση περιφέρεια των Βρυξελλών,
* καθορίζοντας κατά τρόπο συνεπαγόμενο διακρίσεις την έννοια των φλαμανδικών παραγωγών πολιτιστικού περιεχομένου, που πρέπει να περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στα προγράμματα των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών.
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52, 59, 60 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy