Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινή εμπορική πολιτική * Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ * Διαδικασία επανεξετάσεως * Έναρξη νέας έρευνας * Προϋποθέσεις * Ώπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων περί της υπάρξεως ντάμπινγκ και της σχετικής ζημίας
(Κανονισμός 2423/88 του Συμβουλίου, άρθρα 5 PAR 2, 7 PAR 1, και 14)
Περίληψη
Στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 14 του κανονισμού 2423/88 επανεξετάσεως κανονισμών επιβαλλόντων δασμούς αντιντάμπινγκ ή αποφάσεων αποδεχομένων αναλήψεις υποχρεώσεων και στην περίπτωση όπου η εν λόγω επανεξέταση περιλαμβάνει την ανάγκη νέας έρευνας, η οποία έχει, ως προς μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, το ίδιο με την αρχική έρευνα περιεχόμενο, η έναρξη της νέας έρευνας υπόκειται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 2, του προπαρατεθέντος κανονισμού, στην ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων με τα οποία πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη ντάμπινγκ και η προκύπτουσα ζημία. Επομένως, ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων, όπως άλλωστε και αυτός του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κώδικα αντιντάμπινγκ της GATT, το οποίο εξαρτά και αυτό την έναρξη κάθε έρευνας από την ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, συνίσταται στο να αποφεύγεται να υποβάλλονται οι εξαγωγείς σε έρευνες αντιντάμπινγκ, που δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους.
1. Ωστόσο, τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν πρέπει κατ' ανάγκην να αφορούν την ύπαρξη πρακτικών ντάμπινγκ εκ μέρους κάθε μιας από τις επιχειρήσεις που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες αντιντάμπινγκ αφορούν καταρχήν όλες τις εισαγωγές ορισμένης κατηγορίας προϊόντων από τρίτη χώρα και όχι τις εισαγωγές των προϊόντων ορισμένων επιχειρήσεων.
Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ότι η Επιτροπή μπορεί, εν όψει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη ντάμπιγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων προελεύσεως τρίτης χώρας, να κινεί έρευνα έναντι επιχειρήσεων που παράγουν ή εξάγουν τα εν λόγω εμπορεύματα, καίτοι αυτή δεν διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ εκ μέρους κάθε μιας από τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η έρευνα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-216/91,
Rima Eletrometalurgia SA, εταιρία βραζιλιανού δικαίου, με έδρα το Belo Horizonte, Minas Gerais (Βραζιλία), εκπροσωπούμενη από τον Jean-Francois Bellis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο A. F. Brausch, 8, rue Sainte Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τους Erik H. Stein, νομικό σύμβουλο, και Guus Houttuin, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Xavier Herlin, διευθυντή της Διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eric White, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Claus Michael Happe, γερμανό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στη Nομική Yπηρεσία της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1115/91 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1991, για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στα πλαίσια της διαδικασίας επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ L 111, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 1993,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1993,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Αυγούστου 1991, η εταιρία Rima Eletrometalurgia SA (στο εξής: Rima) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1115/91 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1991, για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στα πλαίσια της διαδικασίας επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ L 111, σ. 1, στο εξής: επίδικος κανονισμός).
2 Η Rima είναι βραζιλιανή εταιρία με έδρα το Belo Horizonte, η οποία παράγει και πωλεί σιδηροκράματα, μεταξύ των οποίων και σιδηροπυρίτιο. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1986, κατόπιν καταγγελίας υποβληθείσας από τους παραγωγούς σιδηροπυριτίου της Κοινότητας, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας. Η Rima απέστειλε απάντηση στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ. Η απάντηση αυτή επαληθεύθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις εγκαταστάσεις της Rima στο Belo Horizonte. Δεδομένου ότι από την έρευνα προέκυψε ότι η Rima, της οποίας η επωνυμία τότε ήταν Electrometalur SA Industria e Comercio, δεν ασκούσε ντάμπινγκ, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2409/87 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 1987, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας και για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων που πρότεινε η Italmagnesio SA (Βραζιλία) και η Promsyrio-Import (Σοβιετική Ένωση) (ΕΕ L 219, σ. 24) εξαίρεσε από την εφαρμογή του δασμού τα παραγόμενα και εξαγόμενα από την προσφεύγουσα εταιρία προϊόντα. Η εξαίρεση αυτή επιβεβαιώθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3650/87 του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ L 343, σ. 1).
3 Στις 3 Μαΐου 1990, η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), κίνησε διαδικασία επανεξετάσεως των μέτρων αντιντάμπινγκ που ελήφθησαν με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 3650/87.
4 Η προθεσμία αυτή κινήθηκε κατόπιν υποβολής αιτήσεως επανεξετάσεως από ορισμένους βραζιλιανούς εξαγωγείς υποκειμένους στον δασμό αντιντάμπινγκ. Οι επιχειρήσεις αυτές ισχυρίστηκαν ότι οι εξαγωγές τους το 1989 δεν είχαν πραγματοποιηθεί σε τιμές ντάμπινγκ και ότι, συνεπώς, δεν προέκυπτε πλέον από αυτές υλική ζημία για την κοινοτική βιομηχανία.
5 Η διαδικασία επανεξετάσεως δεν περιορίστηκε στους εξαγωγείς οι οποίοι είχαν υποβάλει την αίτηση. Επεκτάθηκε στο σύνολο των βραζιλιανών εξαγωγέων, περιλαμβανομένης της Rima. Η ανακοίνωση για την κίνηση της διαδικασίας επανεξετάσεως (ΕΕ C 109, της 3.5.1990, σ. 5) τόνιζε συναφώς: "Η Επιτροπή, αφού, μετά από διαβουλεύσεις, έλαβε την απόφαση ότι υφίστανται αρκετά αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την επανεξέταση, άρχισε έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 1988. Εξάλλου, επειδή η Επιτροπή έχει λόγους να θεωρεί ότι οι περιστάσεις τις οποίες επικαλούνται ορισμένοι βραζιλιάνοι εξαγωγείς αφορούν και τους υπόλοιπους παραγωγούς/εξαγωγείς της Βραζιλίας και ότι η κατάσταση στην αγορά σιδηροπυριτίου παρουσιάζεται πλέον διαφορετική λόγω της σημαντικής μείωσης των τιμών πώλησης στην κοινοτική αγορά, που οφείλεται στην πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής διεθνώς, η διαδικασία επανεξέτασης επεκτείνεται σε όλους τους βραζιλιανούς παραγωγούς/εξαγωγείς."
6 Η Επιτροπή απέστειλε ένα δεύτερο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ στην προσφεύγουσα. Η έρευνα κατέλαβε την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 1989 έως 30 Απριλίου 1990. Μετά την παραλαβή της απαντήσεως, η Επιτροπή προέβη σε έλεγχο στην έδρα της επιχειρήσεως. Εν συνεχεία, η Επιτροπή ανακοίνωσε τους πρώτους της υπολογισμούς, από τους οποίους προέκυπτε περιθώριο ντάμπινγκ 38,2 % όσον αφορά την προσφεύγουσα. Αφού η προσφεύγουσα έλαβε θέση, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό.
7 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, άρθρου του οποίου ζητείται η ακύρωση, επιβλήθηκε στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου της Rima οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ ανερχόμενος στο 12,2 % της τιμής για το προϊόν ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας.
8 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
9 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Rima επικαλείται τους ακόλουθους τέσσερις λόγους ακυρώσεως:
* τα κοινοτικά όργανα παρέβησαν ουσιώδεις τυπικούς κανόνες περιλαμβάνοντας την προσφεύγουσα στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας επανεξετάσεως και επιβάλλοντάς της δασμό αντιντάμπινγκ
* η διαπίστωση από τα κοινοτικά όργανα της υπάρξεως ντάμπινγκ βασίζεται σε στοιχεία ευρισκόμενα εκτός της περιόδου έρευνας που καθόρισε η Επιτροπή
* η διαπίστωση από τα κοινοτικά όργανα διαπίστωση του ντάμπινγκ προέκυψε από άδικη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 9, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού
* η προσφεύγουσα δεν ακούστηκε όσον αφορά τα προταθέντα από την Επιτροπή μέτρα αντιντάμπινγκ, πράγμα το οποίο συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων άμυνας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
10 Με τον λόγο αυτόν, όπως διευκρινίστηκε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Rima ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι η αρχική έρευνα κατέληξε στη διαπίστωση ότι δεν υφίστατο πρακτική ντάμπινγκ εκ μέρους της, η νέα έρευνα που πραγματοποιήθηκε ως προς αυτήν στο πλαίσιο της επανεξετάσεως που κινήθηκε κατόπιν της αιτήσεως των πέντε υποκειμένων σε δασμό αντιντάμπινγκ εξαγωγέων, είναι παράνομη. Θεωρεί ότι μια νέα έρευνα θα ήταν νόμιμη μόνον εφόσον υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία περί της ασκήσεως πρακτικών ντάμπινγκ από αυτήν.
11 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν, αντιθέτως, ότι η έρευνα αυτή ήταν απολύτως σύννομη, δεδομένου ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ, η οποία αφορούσε τα προϊόντα προελεύσεως Βραζιλίας και όχι τα προϊόντα ορισμένων επιχειρήσεων, δεν είχε περατωθεί παρά το αρνητικό αποτέλεσμα της πρώτης έρευνας όσον αφορά τη Rima. Τα δύο όργανα ισχυρίζονται ότι η ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με την άσκηση πρακτικής ντάμπινγκ και την προκύπτουσα για την κοινοτική βιομηχανία ζημία είναι αναγκαία, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, για να δικαιολογηθεί η κίνηση μιας διαδικασίας, αλλά ότι η απαιτούμενη αυτή προϋπόθεση δεν ισχύει όταν, όπως εν προκειμένω, πρόκειται να κινηθεί μια νέα έρευνα στο πλαίσιο μη περατωθείσας διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, τα απαιτούμενα για την επανεξέταση αποδεικτικά στοιχεία δεν αφορούν, αντίθετα προς αυτά που απαιτούνται για την κίνηση μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ, την ύπαρξη πρακτικών αντιντάμπινγκ και ζημίας για την κοινοτική βιομηχανία, αλλά μια μεταβολή των συνθηκών ικανή να δικαιολογήσει την επανεξέταση.
12 Επιβάλλεται να υπενθυμιστεί το κείμενο των κρίσιμων διατάξεων του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, περί της διαδικασίας επανεξετάσεως των μέτρων αντιντάμπινγκ:
"1. Οι κανονισμοί που επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικούς δασμούς και οι αποφάσεις για την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων επανεξετάζονται, εν όλω ή εν μέρει, εφόσον χρειάζεται.
Η επανεξέταση αυτή διεξάγεται είτε μετά από αίτηση κράτους μέλους ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής. Επανεξέταση διεξάγεται επίσης αν τη ζητήσει ενδιαφερόμενο μέλος το οποίο υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία μεταβολής των συνθηκών, επαρκή για να δικαιολογήσουν την ανάγκη της επανεξέτασης αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι παρήλθε ένα τουλάχιστον έτος από την περάτωση της έρευνας. Οι αιτήσεις απευθύνονται προς την Επιτροπή η οποία ενημερώνει σχετικά τα κράτη μέλη.
2. Όταν, μετά από διαβούλευση, κρίνεται ότι δικαιολογείται επανεξέταση, η έρευνα επαναλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 7, αν οι περιστάσεις το απαιτούν. Η επανάληψη της έρευνας δεν θίγει, αυτή καθεαυτή, τα ισχύοντα μέτρα.
3. Όταν δικαιολογείται από την επανεξέταση, που διεξάγεται με ή χωρίς επανάληψη της έρευνας, τα μέτρα τροποποιούνται, καταργούνται ή ακυρώνονται (...)."
13 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην περίπτωση όπου η επανεξέταση περιλαμβάνει την ανάγκη νέας έρευνας, η οποία έχει, ως προς μια ή περισσότερες επιχειρήσεις, το ίδιο περιεχόμενο με την αρχική έρευνα, η νέα έρευνα πρέπει να κινείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7. Η παράγραφος 1 όμως του άρθρου αυτού απαιτεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, πρέπει να αφορούν την ύπαρξη ντάμπινγκ και την προκύπτουσα από αυτό ζημία.
14 Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κώδικα αντιντάμπινγκ της GATT, το οποίο, όπως τόνισε η προσφεύγουσα, εξαρτά την έναρξη κάθε έρευνας, ανεξάρτητα από το αν αυτή κινείται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, που αποβλέπει στον καθορισμό της υπάρξεως, του βαθμού και της επιπτώσεως κάθε προβαλλομένου ντάμπινγκ, από την προσκόμιση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων περί της υπάρξεως του ντάμπινγκ, ζημίας, και αιτιώδους συναφείας μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ και της προβαλλομένης ζημίας.
15 Επομένως, ο σκοπός των προπαρατεθεισών διατάξεων του βασικού κανονισμού, όπως και αυτός του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κώδικα αντιντάμπινγκ της GATT, συνίσταται στο να αποφεύγεται να υποβάλλονται οι εξαγωγείς σε έρευνες αντιντάμπινγκ, οι οποίες δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους.
16 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κίνηση έρευνας, είτε κατά την έναρξη μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ είτε στο πλαίσιο της επανεξετάσεως ενός κανονισμού επιβάλλοντος δασμούς αντιντάμπινγκ, εξαρτάται πάντοτε από την ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη ντάμπινγκ και της εντεύθεν ζημίας.
17 Ωστόσο, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν πρέπει κατ' ανάγκην να αφορούν την ύπαρξη πρακτικών ντάμπινγκ εκ μέρους κάθε μιας από τις επιχειρήσεις που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς τονίστηκε τόσο από το καθού όσο και από το παρεμβαίνον όργανο, οι διαδικασίες αντιντάμπινγκ αφορούν καταρχήν όλες τις εισαγωγές ορισμένης κατηγορίας προϊόντων από τρίτη χώρα και όχι τις εισαγωγές των προϊόντων ορισμένων επιχειρήσεων.
18 Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ότι η Επιτροπή μπορεί, εν όψει επαρκών αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη ντάμπιγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων προελεύσεως τρίτης χώρας, να κινεί έρευνα έναντι επιχειρήσεων που παράγουν ή εξάγουν τα εν λόγω εμπορεύματα, καίτοι αυτή δεν διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ εκ μέρους κάθε μιας από τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η έρευνα.
19 Εν όψει των στοιχείων αυτών, πρέπει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, η έρευνα που κινήθηκε από την Επιτροπή ως προς τη Rima εδικαιολογείτο από την ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
20 Συναφώς, τόσο το καθού όσο και το παρεμβαίνον όργανο μνημονεύουν τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στην ανακοίνωση περί κινήσεως της διαδικασίας επανεξετάσεως, ήτοι, αφενός, τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν από τους πέντε εξαγωγείς οι οποίοι ζήτησαν την επανεξέταση και, αφετέρου, τη νέα κατάσταση στην αγορά σιδηροπυριτίου που προκύπτει από τη σημαντική πτώση των τιμών πωλήσεως στην κοινοτική αγορά, η οποία οφείλεται στην πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής διεθνώς.
21 Όσον αφορά τις προσκομισθείσες από τους πέντε εξαγωγείς αποδείξεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ελλείψει ακριβέστερων ενδείξεων, ότι αποτελούν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως ντάμπινγκ, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι οι αποδείξεις αυτές, προσκομισθείσες προς στήριξη της αιτήσεως επανεξετάσεως, σκοπό είχαν να αποδείξουν ότι οι επιχειρήσεις που υπέβαλαν την αίτηση αυτή δεν είχαν πλέον πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια του 1989 εξαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ.
22 Όσον αφορά τη νέα κατάσταση στην αγορά σιδηροπυριτίου, που προκύπτει από τη σημαντική πτώση των τιμών πωλήσεως στην κοινοτική αγορά η οποία οφείλεται στην πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής διεθνώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή η πλεονάζουσα ικανότητα μπορούσε να προκαλέσει πτώση των ισχυουσών τιμών και σε άλλες αγορές, περιλαμβανομένης της βραζιλιανής αγοράς. Άλλωστε, το επιχείρημα αυτό επικαλέστηκαν οι εξαγωγείς που υπέβαλαν την αίτηση επανεξετάσεως για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι δεν πραγματοποιούσαν πλέον εξαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ.
23 Δεδομένου ότι η έννοια του ντάμπινγκ προϋποθέτει ότι η τιμή που εφαρμόζεται στην κοινοτική αγορά είναι κατώτερη αυτής που εφαρμόζεται στην αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής, η νέα κατάσταση στην αγορά σιδηροπυριτίου που προκύπτει από τη σημαντική πτώση των τιμών πωλήσεως στην κοινοτική αγορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές αποδεικτικό στοιχείο περί της υπάρξεως ντάμπινγκ.
24 Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων ως προς την ύπαρξη ντάμπινγκ, οι απαιτούμενες από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προϋποθέσεις για την έναρξη έρευνας δεν επληρούντο.
25 Το καθού και η παρεμβαίνουσα ισχυρίζονται επίσης ότι όφειλαν να περιλάβουν την προσφεύγουσα στη διαδικασία επανεξετάσεως διότι, εν εναντία περιπτώσει, η προσφεύγουσα θα ετύγχανε άνισης μεταχειρίσεως.
26 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Ναι μεν λόγοι ισότητας μπορούσαν να δικαιολογήσουν την επέκταση διαδικασίας επανεξετάσεως έναντι των παραγωγών ή εξαγωγέων στους οποίους είχε επιβληθεί ο δασμός αντιντάμπινγκ και οι οποίοι δεν είχαν ζητήσει την επανεξέταση αυτή, πλην όμως τέτοιοι λόγοι δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν την κίνηση νέας διαδικασίας κατά της προσφεύγουσας, εφόσον τα προϊόντα της είχαν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ μετά το πέρας της πρώτης έρευνας.
27 Συνεπώς, από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι τα κοινοτικά όργανα δεν τήρησαν, κατά την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ στην προσφεύγουσα, τις προϋποθέσεις που καθορίζονται προς τούτο στον βασικό κανονισμό.
28 Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του προσβαλλομένου κανονισμού πρέπει να ακυρωθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή, ως παρεμβαίνουσα, θα φέρει τα δικά της έξοδα κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου αυτού άρθρου.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1115/91 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1991, για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στα πλαίσια της διαδικασίας επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Βραζιλίας.
2) Καταδικάζει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Επιτροπή θα φέρει τα δικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy