Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσέγγιση των νομοθεσιών * Ορισμός, ονομασία και παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών * Κανονισμός 1576/89 * Απαγόρευση χρησιμοποιήσεως της ονομασίας brandy για την ονομασία ποτών που δεν τελούν σε συμφωνία με τον ορισμό του κανονισμού * Αρμοδιότητα απονεμηθείσα στην Επιτροπή προκειμένου να εισαγάγει παρεκκλίσεις * Περιεχόμενο
(Κανονισμός 1576/89 του Συμβουλίου, άρθρα 1 PAR 4, στοιχ. ε', 5 PAR 1, και 6 Kανονισμός 1014/90 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1781/91, άρθρο 7 β οδηγία 79/112 του Συμβουλίου)
Περίληψη
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1576/89 του Συμβουλίου δεν απαγορεύει τη χρησιμοποίηση της ονομασίας brandy για την ονομασία αλκοολούχων ποτών άλλων πλην αυτών που ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο ε', του ίδιου κανονισμού παρά υπό την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται από την Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού. Η δυνατότητα αυτή θεσπίσεως παρεκκλίσεων που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή περιορίζεται μόνον από την παράγραφο 3 του τελευταίου αυτού άρθρου 6, το οποίο επιτάσσει οι ως άνω θεσπιζόμενες διατάξεις να αποφεύγουν να δημιουργούν σύγχυση, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αλκοολούχων ποτών που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού. Επιτρέποντας, με το άρθρο 7 β του κανονισμού 1014/90, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1781/91, τη χρησιμοποίηση της ονομασίας γένους brandy σε ορισμένες σύνθετες ονομασίες λικέρ, παρόλον ότι η χρησιμοποιούμενη σ' αυτά αλκοόλη δεν προέρχεται από το brandy, η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη κυρίως των προϋποθέσεων από τις οποίες εξάρτησε την εν λόγω παροχή δυνατότητας, δεν υπερέβη την αρμοδιότητά της ούτε, εξάλλου, θέσπισε κανόνες σε αντίθεση προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/112, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, ούτε παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σε βάρος των παραγωγών brandy, οι οποίοι δεν βρίσκονται σε θέση συγκρίσιμη με αυτήν των παραγωγών λικέρ.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-217/91,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, Γενικό Διευθυντή Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού σε θέματα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τη Rosario Silva de Lapuerta, Abogado del Estado, προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας με αρμοδιότητα εκπροσωπήσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βασιλείου της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Jose Luis Iglesias Buhigues, νομικό σύμβουλο, και τον Ulrich Woelker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
υποστηριζομένης από το
Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον Tyge Lehmann, προϊστάμενο της Νομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βασιλείου της Δανίας, 11 b, boulevard Joseph II,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1014/90 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1990, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής για τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (ΕΕ L 105, σ. 9), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1781/91 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 160, σ. 5),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Gulmann
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 13ης Οκτωβρίου 1992,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Νοεμβρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Αυγούστου 1991, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση του άρθρου 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1014/90 της Επιτροπής, της 24ης Απριλίου 1990, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής για τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (ΕΕ L 105, σ. 9), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1781/91 της Επιτροπής, της 19ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 160, σ. 5).
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1576/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αλκοολούχων ποτών (ΕΕ L 160, σ. 1, στο εξής: βασικός κανονισμός), ορίζει στο άρθρο 1 διάφορες κατηγορίες αλκοολούχων ποτών για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το brandy ή weinbrand (άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση ε') καθώς και το λικέρ (άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση ιη').
3 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 4, επωνυμίες χρησιμοποιούνται μόνο για τα αλκοολούχα ποτά που ορίζονται στο άρθρο αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού.
4 Η τελευταία αυτή διάταξη επιτρέπει πράγματι στην Επιτροπή να θεσπίζει ειδικούς κανόνες σχετικά με τις ονομασίες γένους που ορίζονται στο άρθρο 1 ως συνθετικά μέρη των σύνθετων ονομασιών. Οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν κυρίως στο να αποφεύγεται η σύγχυση μεταξύ των εν λόγω ονομασιών και των ονομασιών των προϊόντων που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του βασικού κανονισμού.
5 Τέλος, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, στη συσκευασία ορισμένων αλκοολούχων ποτών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το brandy, δεν μπορεί να περιλαμβάνεται ονομασία γένους που προορίζεται για τα εν λόγω ποτά, εφόσον σ' αυτά έχει προστεθεί αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
6 Βάσει του άρθρου 6 του προαναφερθέντος βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1781/91 (στο εξής: τροποποιητικός κανονισμός) που τροποποιεί τον κανονισμό 1014/90 (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), οι οποίοι, αμφότεροι, παρατέθηκαν ανωτέρω.
7 'Οπως αναφέρεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, ο τροποποιητικός κανονισμός αποσκοπεί στο να δώσει τη δυνατότητα να διατηρηθούν ορισμένες σύνθετες ονομασίες, που περιλαμβάνουν μια ονομασία γένους και που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των λικέρ, ακόμη και εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται από το δηλούμενο αλκοολούχο ποτό. Αποσκοπεί επίσης στη διευκρίνιση των συνθηκών ονομασίας των λικέρ ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος συγχύσεως με τα αλκοολούχα ποτά που καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού.
8 Οι σκοποί αυτοί υλοποιούνται με το άρθρο 1 του τροποποιητικού κανονισμού, το οποίο παρενέβαλε στον κανονισμό εφαρμογής το άρθρο 7 β το οποίο έχει ως εξής:
"1. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1576/90, μια γενική ονομασία που υπεισέρχεται στη σύνθεση συνθέτου όρου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρουσίαση αλκοολούχου ποτού μόνο εφόσον το αλκοόλ του ποτού αυτού προέρχεται αποκλειστικά από το αλκοολούχο ποτό που αναφέρεται στον σύνθετο όρο.
2. Εντούτοις, συναρτήσει της καταστάσεως που υπάρχει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, μόνο οι ακόλουθοι σύνθετοι όροι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρουσίαση των λικέρ που παρασκευάζονται στην Κοινότητα:
prune-brandy,
orange-brandy,
apricot-brandy,
cherry-brandy,
solbaerrom, που ονομάζεται επίσης blackcurrant rum.
3. 'Οσον αφορά την ετικέτα και την παρουσίαση των λικέρ που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι σύνθετοι όροι πρέπει να εμφαίνονται στην ετικέτα στην ίδια σειρά με χαρακτήρες που έχουν τύπο, διαστάσεις και χρώμα ταυτόσημους και η ονομασία λικέρ πρέπει να εμφαίνεται σε άμεση γειτνίαση με χαρακτήρες διαστάσεων όχι μικροτέρων από εκείνους που χρησιμοποιούνται για τους σύνθετους όρους.
Επιπλέον, για τα λικέρ αυτά, εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται από το αναφερόμενο αλκοολούχο ποτό, μια αναφορά ως προς τη φύση της χρησιμοποιηθείσας αλκοόλης πρέπει να εμφαίνεται επί της ετικέτας στο ίδιο οπτικό πεδίο με τις ενδείξεις αυτές. Η αναφορά αυτή εκφράζεται είτε με την ένδειξη της φύσεως της χρησιμοποιηθείσας γεωργικής αλκοόλης είτε με την ένδειξη: 'γεωργική αλκοόλη' της οποίας προηγούνται κάθε φορά οι όροι 'που παρασκευάσθηκε από (...)' ή 'που επεξεργάσθηκε με τη βοήθεια (...)' ή 'με βάση (...)' ."
9 Θεωρώντας τη διάταξη αυτή παράνομη, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε την ακύρωση του άρθρου 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής.
10 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
11 Κατά την Επιτροπή, η μόνη διάταξη που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής είναι το άρθρο 7 β, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των σύνθετων όρων που περιέχουν την ονομασία γένους brandy για να προσδιορίσουν ένα λικέρ το οποίο, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση ιη', του βασικού κανονισμού, παρασκευάζεται από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως. Η διάταξη αυτή, πράγματι, προβλέπει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ορισμένων συνθέτων ονομασιών κατά παρέκκλιση του βασικού κανονισμού. Το άρθρο 7 β, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής συναρτά απλώς τη δυνατότητα αυτή με ορισμένες υποχρεώσεις όσον αφορά την επισήμανση.
12 Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του αντικειμένου, των ισχυρισμών και του αιτητικού της προσφυγής και ότι αυτή δεν είναι σύμφωνη ούτε προς το άρθρο 19 του Οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου ούτε προς το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχεία γ' και δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά τα οποία το έγγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς, τα αιτήματα και συνοπτική έκθεση των επικαλουμένων λόγων. Η προσφυγή επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
13 Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη.
14 Πρώτον, η εν λόγω προσφυγή στρέφεται μόνο κατά του άρθρου 7 β, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, η οποία είναι η μόνη παράγραφος του άρθρου αυτού που μνημονεύει την αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως. Αυτό ακριβώς το εδάφιο δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στο άρθρο 7 β, παράγραφοι 2 και 3, αναφέροντας σαφώς ότι τα απαριθμούμενα στην παράγραφο 2 ποτά μπορούν να περιέχουν αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
15 Δεύτερον, η προσφυγή στρέφεται κατά της διδομένης με τις προπαρατεθείσες διατάξεις δυνατότητας παρασκευής ενός από τα λικέρ του άρθρου 7 β, παράγραφος 2, με αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή αυτή στρέφεται στην πραγματικότητα κατά των διατάξεων του άρθρου 7 β, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής. Το γεγονός ότι δεν αναφέρει ρητώς παρά την παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο, του άρθρου αυτού δεν αρκεί για να την καταστήσει απαράδεκτη.
17 Επομένως, η ένσταση περί απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή είναι απορριπτέα.
Επί της ουσίας
18 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Βασίλειο της Ισπανίας επικαλείται τέσσερις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους αντιστοίχως από την αναρμοδιότητα της Επιτροπής να θεσπίσει το άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής, από την έλλειψη αιτιολογίας του κανονισμού αυτού, από τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως προστασίας των καταναλωτών και από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
Ως προς την αναρμοδιότητα της Επιτροπής
19 Το Βασίλειο της Ισπανίας τονίζει, πρώτον, ότι το άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της ονομασίας γένους brandy στη σύνθετη ονομασία ορισμένων λικέρ, παρασκευαζομένων από αιθυλική αλκοόλη και μη περιεχόντων brandy. Tούτο αντιβαίνει προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής που επιφυλάσσει τη χρήση της ονομασίας γένους brandy στο αλκοολούχο ποτό που ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση ε'. Βεβαίως, το άρθρο 6 του βασικού κανονισμού επιτρέπει τη θέσπιση ειδικών κανόνων όσον αφορά τις σύνθετες ονομασίες. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει τη θέσπιση ειδικών κανόνων που παρέχουν τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας γένους brandy στη σύνθετη ονομασία που προσδιορίζει ένα λικέρ παρά μόνον εφόσον αυτό το τελευταίο έχει όντως παρασκευαστεί από το αλκοολούχο αυτό ποτό. 'Ετσι, η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να προβλέπει, κατά παρέκκλιση του άρθρου 5 του βασικού κανονισμού, ότι η ονομασία γένους brandy μπορεί να χρησιμοποιείται για να ορίζει τα λικέρ που δεν περιέχουν το αλκοολούχο ποτό αυτό.
20 Πρέπει, συναφώς, να τονιστεί ότι η περιεχόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού απαγόρευση χρησιμοποιήσεως του όρου brandy για τον προσδιορισμό αλκοολούχων ποτών άλλων πλην των αναφερομένων στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, θεσπίστηκε "με την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 6". Η επιφύλαξη αυτή δεικνύει ότι η βούληση του Συμβουλίου ήταν να επιτρέψει στην Επιτροπή να παρεκκλίνει του άρθρου 5 στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της απονέμει το άρθρο 6, παράγραφος 1.
21 Πρέπει να διευκρινιστεί, επιπλέον, ότι η σχετική αρμοδιότητα της Επιτροπής απλώς περιορίζεται από το άρθρο 6, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, κατά το οποίο ο διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού πρέπει να αποφεύγουν να δημιουργούν σύγχυση, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αλκοολούχων ποτών που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του βασικού κανονισμού.
22 Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη διάταξη ικανοποιεί την απαίτηση αυτή. Η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζεται, πράγματι, μόνο σε περιορισμένο αριθμό σύνθετων ονομασιών, οι οποίες σε τελική ανάλυση χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής, από μακρού. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 7 β, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, όσον αφορά την ετικέτα και την παρουσίαση, αποσκοπούν στο να εξασφαλίζεται ότι οι καταναλωτές δεν θα παραπλανώνται πιστεύοντας ότι αγοράζουν ένα λικέρ περιέχον brandy, ενώ στην πραγματικότητα αγοράζουν λικέρ το οποίο δεν περιέχει brandy.
23 Επομένως, είναι απορριπτέος ο λόγος ακυρώσεως τον οποίο το Βασίλειο της Ισπανίας αντλεί από την παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
24 Το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι το άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής αντιβαίνει προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, το οποίο απαγορεύει τη χρησιμοποίηση της ονομασίας γένους ορισμένων αλκοολούχων ποτών, μεταξύ των οποίων και το brandy, στη συσκευασία ποτού που περιέχει αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
25 Επί του σημείου αυτού, επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι τα αλκοολούχα ποτά που αναφέρονται στο προαναφερθέν άρθρο 7 β είναι λικέρ, τα οποία, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδει το άρθρο 1, παράγραφος 4, περίπτωση ιη', του βασικού κανονισμού, παρασκευάζονται από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση των ποτών που διαλαμβάνονται στο άρθρο 9 του βασικού κανονισμού.
26 Επομένως, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του άρθρου 7 β του κανονισμού εφαρμογής και του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
27 Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, ο αντλούμενος από την έλλειψη αρμοδιότητας της Επιτροπής λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς την έλλειψη αιτιολογίας
28 Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι οι αιτιολογικές σκέψεις του τροποποιητικού κανονισμού δεν αρκούν προς αιτιολόγηση της θεσπίσεως κανόνα επισημάνσεως, ο οποίος, όπως το άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής, παρεκκλίνει από τις αρχές που καθορίζει ο βασικός κανονισμός.
29 Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να υπενθυμιστεί ότι ο τροποποιητικός κανονισμός εκδόθηκε ρητώς βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, που σκοπό έχει την αποφυγή της δημιουργίας συγχύσεως από τις ονομασίες στις οποίες εφαρμόζεται, λαμβανομένων υπόψη των προϊόντων που υφίστανται κατά την έναρξη εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Η πρόθεση πραγματοποιήσεως του σκοπού αυτού διαλαμβάνεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του τροποποιητικού κανονισμού, όπου εξηγείται ότι, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες χρήσεις οι οποίες είχαν καθιερωθεί ήδη από χρόνια όταν άρχισε να ισχύει ο βασικός κανονισμός, πρέπει να μπορούν να διατηρηθούν ορισμένες σύνθετες ονομασίες λικέρ, ακόμη και εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται από το δηλούμενο αλκοολούχο ποτό.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αντλούμενος από την έλλειψη αιτιολογίας του τροποποιητικού κανονισμού λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως προστασίας των καταναλωτών
31 Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, το άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής επιτρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην ονομασία αλκοολούχου ποτού παρασκευαζομένου από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως συστατικό το οποίο δεν υφίσταται στη σύνθεσή του, ήτοι το brandy. Η διάταξη αυτή αντιβαίνει συνεπώς στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και για τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/24, σ. 33, στο εξής: οδηγία 79/112), δυνάμει του οποίου η επισήμανση δεν πρέπει να είναι φύσεως τέτοιας ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου.
32 Συναφώς, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού αναφέρει ότι τα αλκοολούχα ποτά υπόκεινται, όσον αφορά την επισήμανσή τους, στους γενικούς κανόνες που θεσπίστηκαν με την προπαρατεθείσα οδηγία 79/112, αλλά ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των εν λόγω προϊόντων, θα πρέπει να θεσπιστούν, για την καλύτερη ενημέρωση του καταναλωτή, ειδικές διατάξεις που θα συμπληρώνουν τους κανόνες αυτούς.
33 Επιβάλλεται εν συνεχεία να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 7 β, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, οι σύνθετες ονομασίες που χρησιμοποιούνται στην επισήμανση των λικέρ, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής, πρέπει να εμφαίνονται στην ίδια σειρά με χαρακτήρες που έχουν τύπο, διαστάσεις και χρώμα πανομοιότυπους και η ονομασία λικέρ πρέπει να εμφαίνεται σε άμεση γειτνίαση με χαρακτήρες διαστάσεων όχι μικροτέρων από εκείνους που χρησιμοποιούνται για τις σύνθετες ονομασίες. Επιπλέον, εάν η αλκοόλη δεν προέρχεται από το δηλούμενο αλκοολούχο ποτό, μια ένδειξη ως προς τη φύση της χρησιμοποιηθείσας αλκοόλης πρέπει να εμφαίνεται επί της ετικέτας στο ίδιο οπτικό πεδίο με τις ενδείξεις αυτές.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7 β, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής αποτελεί πρόσφορο μέσο για να αποτρέπεται η παραπλάνηση των καταναλωτών ως προς τα χαρακτηριστικά του αλκοολούχου ποτού και, συνεπώς, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις της προπαρατεθείσας οδηγίας 79/112.
35 Επομένως, ο λόγος ο αναφερόμενος στη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως προστασίας των καταναλωτών πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
36 Το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι το άρθρο 7 β του κανονισμού εφαρμογής εισάγει δυσμενή μεταχείριση ως προς τους παραγωγούς brandy και ότι, επομένως, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Καταρχάς, η διάταξη αυτή επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της ονομασίας γένους brandy στην παρουσίαση ποτών παρασκευαζομένων από άλλη αλκοόλη δυναμένη να βλάψει τη φήμη του brandy, ενώ τα άλλα αλκοολούχα ποτά προστατεύονται με την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως της ονομασίας τους όταν περιέχουν αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως. Εν συνεχεία, η επίμαχη διάταξη αντιβαίνει στα συμφέροντα των παραγωγών brandy, διότι τους κλείνει μία δυνητική αγορά προς όφελος των παραγωγών αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως. Τέλος, οι παραγωγοί brandy τίθενται από απόψεως ανταγωνισμού σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους παραγωγούς που μπορούν να παρασκευάζουν αλκοολούχο ποτό, που φέρει σύνθετη ονομασία περιλαμβάνουσα τη λέξη brandy, από αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως.
37 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου απαιτεί οι συγκρίσιμες καταστάσεις να μην τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως και οι διαφορετικές καταστάσεις να μην τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως, εκτός εάν μια τέτοια διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά.
38 Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι οι παραγωγοί brandy και οι παραγωγοί λικέρ παράγουν τελείως διαφορετικά προϊόντα και συνεπώς δεν τελούν σε ανάλογες καταστάσεις. Υπό τις περιστάσεις αυτές, μπορεί να δικαιολογηθεί διαφορετική μεταχείριση για καθεμία από τις ομάδες αυτές παραγωγών.
39 Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως ο αντλούμενος από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να απορριφθεί.
40 Δεδομένου ότι κανένας από τους προβληθέντες από το Βασίλειο της Ισπανίας λόγους ακυρώσεως δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, το Βασίλειο της Δανίας, παρεμβαίνον, φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Δανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy